Μάριου Αδαμίδη ν. Σωτήρη Ζακχαίου κ.α., Αγωγή Αρ. 5605/06, 3 Απριλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 5605/06 Μεταξύ: Μάριου Αδαμίδη, από το Στρόβολο Ενάγοντα - και -
- Σωτήρη Ζακχαίου, υπό την ιδιότητα του ως Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών
- Υπουργού Εξωτερικών της Δημοκρατίας της Κύπρου
- Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας της Κύπρου Εναγομένων Αίτηση εναγομένου 3 ημερ. 24.11.06 για Διαγραφή Ημερομηνία: 3 Απριλίου 2007 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο3/αιτητή: κ. Χούρη Για ενάγοντα/καθ΄ ου η αίτηση: Αυτοπροσώπως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας, δικηγόρος τώρα στο επάγγελμα, αξιώνει εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας αποζημιώσεις μέχρι £1.000.000 για εξαναγκασμό του σε παραίτηση από τη Δημόσια Υπηρεσία. Στην αποτελούμενη από 20 παραγράφους έκθεση απαίτησης του, δίδει πλήρης λεπτομέρειες για το πότε εντάχθηκε στη Διπλωματική Υπηρεσία και από ποιες θέσεις επάξια, όπως διατείνεται, υπηρέτησε για 12 χρόνια. Εξαναγκάσθηκε όμως να παραιτηθεί σε ηλικία 37 ετών λόγω της απάνθρωπης και εξευτελιστικής συμπεριφοράς του εναγόμενου 1, με αποτέλεσμα να διακοπεί πρόωρα μια σίγουρη καριέρα ακόμη 26 χρόνων που θα κατάληγε στον βαθμό του Πρέσβη, αφού το 90% των διπλωματών της Δημοκρατίας αφυπηρετούν ως Πρέσβεις. Η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και στις 14.9.06 οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και, ταυτόχρονα, αίτηση για παραμερισμό της αγωγής εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αίτημα που ικανοποιήθηκε εκ συμφώνου στις 23.10.
- Επομένως, ως μόνος εναγόμενος παρέμεινε ο Γενικός Εισαγγελέας. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 8.11.06, ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων λόγω μη Υπεράσπισης, προφανώς παραβλέποντας ότι στο μεταξύ είχε εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο η αγωγή (ως και η επίδοση της) παραμερίσθηκε σ΄ ότι αφορά τους εναγόμενους 1 και
- Εκκρεμούσης της εν λόγω αίτησης, ο εναγόμενος 3 (στο εξής ο αιτητής) καταχώρησε στις 24.11.06 την υπό εξέταση αίτηση, η οποία βασίζεται στις Δ.19 θ.θ. 1, 4, 5 και 26, Δ.27 θ.3 και Δ.48 θ.θ. 1-3, 9(j)(ο) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, με την οποία ζητεί τη διαγραφή ολόκληρων των παρ. 4, 5, 6, 8, 11, 12,14 και 15 ως και μέρους των παρ. 9
(2), 10, 13, 16, 17
(1)
(2)και 18 της έκθεσης απαίτησης. Οι εν λόγω παράγραφοι, διατείνεται ο αιτητής, δεν αποκαλύπτουν εύλογο αγώγιμο δικαίωμα και/ή είναι ενοχλητικές και/ή άσχετες και/ή άχρηστες και/ή αποτελούν μαρτυρία και/ή προκαλούν δυσμενείς εντυπώσεις σε βάρος του. Περαιτέρω, λόγω του διατάγματος παραμερισμού ημερ. 23.10.06, θα πρέπει να διαγραφούν όλες οι αναφορές που γίνονται στους εναγόμενους 1 και 2 καθώς επίσης και οι αναφορές για ύπαρξη συνομωσίας. Αναφορά στο περιεχόμενο των παραγράφων για τις οποίες ζητείται η διαγραφή θα γίνει, στο βαθμό που απαιτείται, στο κατάλληλο στάδιο. Επί του παρόντος ό,τι χρειάζεται να σημειωθεί είναι ότι η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου του Αρχείου της Νομικής Υπηρεσίας, ο οποίος δηλώνει (βασικά) τα ακόλουθα:
- Γνωρίζει καλά τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, στη βάση των εγγράφων που περιέχονται στο φάκελο και των πληροφοριών που συγκέντρωσε στο πλαίσιο των καθηκόντων του και,
- Όπως τον συμβουλεύει η δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση:- (α) Η έκθεση απαίτησης περιέχει παραγράφους και φράσεις που πρέπει να διαγραφούν, για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αιτητή και είναι ενοχλητικές, άχρηστες, άσχετες και μπορούν να προκαλέσουν δυσμενείς εντυπώσεις εναντίον του και σε μεγάλο βαθμό αφορούν τους εναγόμενους 1 και 2, για τους οποίους η αγωγή παραμερίσθηκε στις 23.10.06 και (β) Στις παρ. 11, 12, 16 και 18 της έκθεσης απαίτησης γίνεται αναφορά σε ισχυριζόμενη συνωμοσία, χωρίς να παρατίθενται, όπως θα έπρεπε, τα απαραίτητα στοιχεία που την στοιχειοθετούν. Στην ένσταση του ο καθ΄ ου προβάλλει 12 λόγους για απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του συνταξιούχου δικηγόρου πατέρα του. Οι λόγοι αυτοί θα μπορούσαν να αποδοθούν με τους ακόλουθους έξι
(6):-
- Η αίτηση καταχωρήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα και η συνήγορος του αιτητή έχει παραπλανήσει το Δικαστήριο. Προβάλλεται συναφώς ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε εκκρεμούσης αίτησης του καθ΄ ου για απόφαση λόγω μη καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης. Η εν λόγω αίτηση, αναφέρεται, είχε ορισθεί για ακρόαση στις 14.12.06, ημέρα κατά την οποία η συνήγορος του αιτητή κακοπροαίρετα παραπλάνησε το Δικαστήριο, δηλώνοντας ότι είχε καταχωρήσει αίτηση για διαγραφή η οποία ήδη επιδόθηκε στον καθ΄ ου, κάτι που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Αυτό, γιατί η αίτηση επιδόθηκε 5 ημέρες αργότερα και η δήλωση που έγινε καταδεικνύει κακή πίστη, κατάχρηση διαδικασίας, προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, στοιχείο που πιθανό να προκαλούσε κακοδικία και καταφυγή στο Δικαστήριο με μη καθαρά χέρια. Περαιτέρω, η αναβολή της ακρόασης της αίτησης του καθ΄ ου για απόφαση έγινε αντικανονικά και παράτυπα, αφού δεν είχε καταχωρηθεί ένσταση ούτε ζητήθηκε αναβολή.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από πρόσωπο που δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, ούτε έχει νομική κατάρτιση. Ο μόνος, διατείνεται ο ενόρκως δηλών του καθ΄ ου, που θα μπορούσε να αντικρούσει και αμφισβητήσει τα γεγονότα της υπόθεσης είναι ο πρώην Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εξωτερικών Σ. Ζακχαίος και αυτός μόνο ήταν σε θέση να προβεί στη σχετική ένορκη δήλωση.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα. Πέραν της κακοπροαίρετης δήλωσης της συνηγόρου του αιτητή ημερ. 14.12.06, διατείνεται ο καθ΄ ου, ένα επιπρόσθετο στοιχείο που καταδεικνύει την κακή πίστη του αιτητή και/ή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας είναι αυτό καθ΄ αυτό το αίτημα για διαγραφή όλων των αναφορών που γίνονται στους εναγόμενους 1 και
- Αυτό, γιατί η αίτηση υποβλήθηκε μετά τη δήλωση του καθ΄ ου ότι δέχεται να παραμερισθεί η αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αφού τη νομική ευθύνη ανάλαβε ο αιτητής. Κάτι τέτοιο, διατείνεται, είναι παράλογο γιατί οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι του εναγόμενου 3 και οι πράξεις ή παραλείψεις τους αποτελούν τον πυλώνα των διαδραματισθέντων γεγονότων και τον δεσμεύουν.
- Η αίτηση στηρίζεται λανθασμένα στη Δ.27 θ.3 Η εν λόγω πρόνοια, προβάλλει ο ενόρκως δηλών του καθ΄ ου, αφορά απόρριψη ολόκληρης της αγωγής ή δικογράφου λόγω έλλειψης ευλόγου αγώγιμου δικαιώματος και λανθασμένα και αντικανονικά αναμειγνύεται το λεκτικό της Διαταγής αυτής με το λεκτικό της Δ.19 θ.26 που αφορά διαγραφή μέρους των δικογράφων.
- Ο αιτητής ζητά αβασάνιστα και καταχρηστικά να διαγραφεί το 50% της έκθεσης απαίτησης με σκοπό να παρεμποδίσει τον ενάγοντα να θεμελιώσει την υπόθεση του. Συναφώς δηλώνεται ότι όλα τα γεγονότα που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης είναι ουσιαστικά, αναγκαία και απαραίτητα για τη στήριξη της βάσης της αγωγής και η παράθεση σε μερικές περιπτώσεις των λεγόμενων του εναγόμενου 1 είναι απαραίτητη και ουσιαστική. Όσον δε αφορά τον όρο «συνομωσία», η χρήση του από τον καθ΄ ου «γίνεται με βάση τη γενική χρήση του όρου και όχι τη νομική». Εν πάση όμως περιπτώσει, όλες οι σχετικές λεπτομέρειες που δίδει στην έκθεση απαίτησης του «προσφέρουν όλα τα συστατικά στοιχεία της συνομωσίας εκ μέρους των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων του εναγόμενου 3», και
- Το αιτούμενο διάταγμα αποσκοπεί στο να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης, να επηρεάσει δυσμενώς και να εκτροχιάσει την υπόθεση του ενάγοντα. Επί του προκειμένου ο ενόρκως δηλών του καθ΄ ου επικαλείται τη 39χρονη πείρα του ως δικηγόρου, για να υποστηρίξει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για ουσιαστικούς, διαδικαστικούς και δεοντολογικούς λόγους, έτσι ώστε ο καθ΄ ου να τύχει δίκαιης δίκης. Παρά τη φύση της αίτησης, ο καθ΄ ου αντεξέτασε τον ενόρκως δηλούντα της άλλης πλευράς κι αυτό για να δείξει την άγνοια του σ΄ ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως αναμενόταν, ο αντεξετασθείς επανέλαβε ότι πηγή της γνώσης του είναι τα στοιχεία που περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης και η θέση του για το δικαιολογημένο της διαγραφής απόρροια της συμβουλής που πήρε από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Παρόμοια, αχρείαστη ήταν και η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα του καθ΄ ου, η οποία απέβλεπε στο να δείξει το αδικαιολόγητο των επικρίσεων του εναντίον της συνηγόρου του αιτητή, σε σχέση με το τι δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 14.12.
- Κι αυτό, αφ΄ ενός μεν γιατί η δικαϊκή κρίση δεν διαμορφώνεται στη βάση χαρακτηρισμών ή επικρίσεων και αφ΄ ετέρου το τι δήλωσε καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου. Στο στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή υποστήριξε το αίτημα για διαγραφή, κάνοντας ευρεία αναφορά σε συγγράμματα και νομολογία αναφορικά με τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη των δικογράφων. Εκτεταμένο σχολιασμό έκαμε και για το περιεχόμενο των παραγράφων για τις οποίες ζητείται η διαγραφή και επικαλούμενη τις νομικές αρχές που καθιερώθηκαν από τη νομολογία επί του θέματος κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο καθ΄ ου, με τη σειρά του, ναι μεν συμφώνησε ότι ίσως - κυρίως σ΄ ότι αφορά το θέμα της συνομωσίας - θα πρέπει να διαγραφούν κάποιες επιμέρους αναφορές, αλλά η ζητούμενη ισοπεδωτική διαγραφή δεν δικαιολογείται. Κατά τα υπόλοιπα, με τη (γραπτή) αγόρευση του περιορίσθηκε απλώς να επαναλάβει τους λόγους ένστασης του και να τονίσει (α) ότι η επίκληση έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνο για απόρριψη της αγωγής (Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών ν. Σαββίδη, Πολ. Έφεση 10536/ημερ. 11.6.97) και (β) ναι μεν η έκθεση απαίτησης περιέχει σε μερικές περιπτώσεις λεπτομέρειες, αλλά αυτές είναι απαραίτητες και αναγκαίες για τη θεμελίωση της βάσης της αγωγής του (Αthina Leather Goods v. Χαραλάμπους, Πολ. Έφεση 9754/ημερ. 11.6.97). Οι νομικές αρχές που διέπουν την ουσία του υπό κρίση θέματος διατυπώνονται με λιτότητα στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 685, στις σελ. 689-
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό μέρος:- «Tα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ.4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, ..» Η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται εδώ με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 K.B. 697, 712, ελέχθη ότι: «The word «material» means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action;..» Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants´ and Manufacturers´ Insurance Co. v. Davies [1938] 1 K.B. 196,
- Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμά του. Οι Bullen & Leake ¨Precedents of Pleadings¨ 12η έκδοση, σελ. 44 θέτουν τα ζητήματα που αφορούν έγγραφα ή μια συνομιλία ως εξής: "Where any document or conversation is referred to in any pleading, the precise words of the document or conversation should not be stated, but only the effect of the document or the purport of the conversation should be briefly stated; but if the precise words of a document or conversation are themselves material, they must be set out in full in the pleading. Thus, it is not ordinarily necessary to set out verbatim the entire terms of a written contract, but only to state briefly the effect thereof and to specify the particular terms in respect of which any breach is alleged. So it is not ordinarily necessary to set out the precise words used by the parties when making a contract or taking part in any conversation relied on." Μια τέτοια περίπτωση παράθεσης του ακριβούς κειμένου είναι εκείνη που τα ουσιαστικά γεγονότα ταυτίζονται με τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, όπως. λ.χ., δημοσίευμα εφημερίδας σε αγωγή λιβέλλου: βλέπε Π.Ε. 9435 «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και Άλλος ν. Χαράλαμπου Λεωνίδα ημερ. 19/5/
- Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Bullen & Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι΄ αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine [1994] 72 B.L.R.26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. ............................. Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing.» Όπως και να εξετασθεί το θέμα που ανέκυψε έχουμε στην παρούσα περίπτωση παραβίαση σε μεγάλη κλίμακα του παραπάνω θεμελιακού κανόνα. Και στις τρεις περιπτώσεις το δικόγραφο περιέχει εκτεταμένη μαρτυρία, που ο κανονισμός αυτός απαγορεύει. Παρέχει πολύτιμη καθοδήγηση, γιατί άπτεται της ουσίας των θεμάτων που συζητήσαμε και περαιτέρω καθορίζει το ρόλο Εφετείου σε τέτοια ζητήματα, η απόφαση Davy v. Garrett [1878] 7 C.D. 473: "Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence.¨ Aς σημειωθεί ότι η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε στη μεταγενέστερη Re W.R. Willcocks & Co. Ltd. [1973] 2 All E.R. 93» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές και όσα υποστηρίχθηκαν από τους δύο παράγοντες της δίκης, εξέτασα προσεκτικά οτιδήποτε διαλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης και πιο ειδικά το περιεχόμενο των παραγράφων για τις οποίες ζητείται η διαγραφή. Η πρώτη γενική παρατήρηση που πρέπει να γίνει είναι ότι έκδηλα το δικόγραφο του καθ΄ ου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί λιτό και χωρίς πλατειασμούς. Δεν εξαντλείται, όμως, εδώ το θέμα. Εντοπίζεται σε μεγάλη κλίμακα παραβίαση του κανόνα ότι ένα δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει μόνο ουσιώδη γεγονότα και να μη επεκτείνεται, είτε σε μαρτυρία είτε σε άλλα αχρείαστα θέματα ή αναφορές ή σε θέματα τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν επίδικα θέματα. Πιο συγκεκριμένα:- Ενώ αιτία της αγωγής του καθ΄ου είναι ο εξαναγκασμός του σε παραίτηση από τη Δημόσια Υπηρεσία - κι αυτό λόγω της επιλήψιμης (όπως διατείνεται) συμπεριφοράς του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών (στο εξής ο Διευθυντής) - εντούτοις δεν περιορίζεται στην παράθεση των ουσιωδών γεγονότων που σκιαγραφούν την εν λόγω συμπεριφορά. Αντ΄ αυτού, προβαίνει εκτεταμένα σε παράθεση μαρτυρίας ή σε αχρείαστες αναφορές, όπως:-
- Στις παρ. 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης, όπου παραθέτει τους πλήρεις λόγους που ανάπτυξε στον Διευθυντή για να δικαιολογήσει την επιθυμία του για μετάθεση στη Γενεύη, τη στιγμή μάλιστα που - όπως διατείνεται - ο Διευθυντής απάντησε θετικά στο αίτημα του. Επί του προκειμένου, εκθέτει τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, τον τομέα ενασχόλησής του, το όφελος που θα είχε η Υπηρεσία από τη μετάθεση του στο συγκεκριμένο πόστο, καθώς επίσης και την επάρκεια του στη Γαλλική γλώσσα. Ολ΄ αυτά, κατά την άποψή μου, δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσιώδη γεγονότα. Το ουσιώδες είναι ο ισχυρισμός του ότι τον Σεπτέμβρη του 2003 υπόβαλε αίτημα στο Διευθυντή για μετάθεση στη Γενεύη και ο Διευθυντής απάντησε θετικά. Οι λόγοι που τον ώθησαν να υποβάλει το αίτημα και γιατί ο Διευθυντής απάντησε θετικά είναι αχρείαστα θέματα και αν εκτιμά ότι πρέπει να αναφερθούν στο Δικαστήριο θα μπορεί να το κάμει με προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας.
- Στην παρ. 6 της έκθεσης απαίτησης, όπου κάμνει αναφορές τι του έλεγε ο Διευθυντής και τι απαντούσε ο ίδιος την περίοδο Ιανουαρίου-Μαίου 2004, με παράλληλη αναφορά στην επάρκεια με την οποία ασκούσε τα καθήκοντά του. Προς τούτο επικαλείται το ακριβές περιεχόμενο της συνομιλίας, ενώ, όπως είναι ο κανόνας, θα έπρεπε να περιορισθεί στο αποτέλεσμα.
- Στην παρ. 8 της έκθεσης απαίτησης, όπου δεν περιορίζεται στο να αναφέρει πότε του κοινοποιήθηκε η απόφαση για μετάθεση στην Ουάσιγκτον, αλλά επεκτείνεται και στην τηλεφωνική συνομιλία που είχε επί του θέματος με το Διευθυντή, αναφέροντας ακριβώς και λεπτομερώς τι λέχθηκε σ΄ αυτή, κάτι που αποτελεί μαρτυρία και έρχεται σε σύγκρουση με τον πιο πάνω κανόνα.
- Στις παρ. 11, 12 και 14 της έκθεσης απαίτησης, όπου ασχολείται εκτεταμένα με την απόφαση για μετάθεση του στην Ουάσιγκτον. Προβάλλει, συναφώς, ότι η απόφαση ήταν αποτέλεσμα συνωμοσίας του Διευθυντή με τον Πρόεδρο της Συντεχνίας των Διπλωματών με στόχο την ηθική, επαγγελματική και οικογενειακή του εξόντωση. Προς τούτο επικαλείται και το σκεπτικό που, κατά τον ίδιο, κρυβόταν πίσω από την απόφαση, την οποία χαρακτηρίζει κακόβουλη ενέργεια και/ή κατάχρηση εξουσίας, παρά το ότι ήταν ο καταλληλότερος για μετάθεση στη Γενεύη και, περαιτέρω, προβάλλει ότι η απόφαση για τη σχετική μετάθεση αποτελούσε γι΄ αυτόν τιμωρία, ήταν παράνομη, κακόβουλη και παραβίαζε τα συνταγματικά του δικαιώματα. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις πιο πάνω παραγράφους, και με τον τρόπο που προβάλλονται, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ουσιώδη γεγονότα. Κυρίως σ΄ ότι αφορά το θέμα της συνωμοσίας του Διευθυντή με τον Πρόεδρο της Συντεχνίας των Διπλωματών, για το οποίο όχι μόνο δεν δίδονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες, αλλά αφήνεται να εννοηθεί ότι αποτελεί υποψία λόγω του ότι, όπως ο ίδιος διατείνεται, ο Πρόεδρος αυτός τον αντιπαθούσε σφόδρα για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων για το γεγονός ότι ήταν αντίπαλοι σε εκλογές. Περαιτέρω, με ό,τι σχετικά ισχυρίζεται, προσβάλλει, κατ΄ ουσία, την απόφαση για μετάθεσή του, θέμα το οποίο δεν μπορεί να αποτελέσει επίδικο ζήτημα. Αυτό, γιατί η απόφαση για μετάθεση του αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η νομιμότητα της οποίας μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να εξετασθεί, κι αυτό στο πλαίσιο προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος κι όχι στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Ανάλογες παρατηρήσεις γίνονται και σε σχέση με το περιεχόμενο των παρ. 9
(2), 10, 13 και 18 της έκθεσης απαίτησης, κεντρικός άξονας των οποίων αποτελεί η παραγνώριση των λόγω που πρόβαλε για τη μη μετάθεση του στην Ουάσιγκτον, τη στιγμή που ήταν ο καταλληλότερος, όπως διατείνεται, για το πόστο της Γενεύης.
- Τέλος, πέραν από τη δημιουργία εντυπώσεων, αδυνατώ να αντιληφθώ τη χρησιμότητα της παρ. 17 της έκθεσης απαίτησης. Στην εν λόγω παράγραφο γίνεται αναφορά σε καταγγελία του εναντίον του Διευθυντή στην Επίτροπο Διοίκησης, για κατάχρηση εξουσίας, ταπεινωτική, εξευτελιστική κλπ συμπεριφορά και σε ενέργειες της Επιτρόπου για διερεύνηση της καταγγελίας. Αναφέρεται, περαιτέρω, ότι η Επίτροπος κάλεσε τόσο τον καταγγέλοντα όσο και τον καταγγελόμενο να της υποβάλουν τις θέσεις τους και στην πρόσκληση αυτή ο Διευθυντής αντέδρασε με δύο επιστολές με λιβελλογραφικό περιεχόμενο, κάτι που οδήγησε τον καθ΄ ου να κινήσει αγωγή για λίβελλο. Ολ΄ αυτά τα θέματα, κατά την άποψή μου, είναι εντελώς αχρείαστα και αδυνατώ να κατανοήσω πώς συνδέεται με την αιτία αγωγής, τους λόγους δηλαδή που τον οδήγησαν σε παραίτηση, ή καταγγελία στην Επίτροπο Διοίκησης την ίδια ημέρα που υποβλήθηκε η παραίτηση. Εν πάση περιπτώσει, ο θεσμός της Επιτρόπου Διοίκησης δεν είναι ούτε συμπλήρωμα ούτε υποκατάστατο των Δικαστηρίων, τα οποία διαμορφώνουν δικαϊκή κρίση με βάση τη μαρτυρία που προσκομίζεται ενώπιον τους, ανεξάρτητα με το περιεχόμενο οποιωνδήποτε καταγγελιών σε οποιαδήποτε άλλη αρχή. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω, είναι σαφές ότι η αίτηση ευσταθεί για ουσιαστικούς λόγους και, επομένως, οι σχετικοί λόγοι ένστασης (5 και 6, ανωτέρω) απορρίπτονται. Συνακόλουθα ό,τι παρέμεινε είναι η εξέταση των υπολοίπων λόγων, δηλαδή αν στη βάση οποιουδήποτε απ΄ αυτούς το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει θετικά την ευχέρεια που έχει επί του θέματος. Αρχίζοντας από τον πρώτο λόγο παρατηρώ τα ακόλουθα: Η Δ.19 θ.26 δεν θέτει χρονικούς περιορισμούς στην υποβολή αιτήσεων της εξεταζόμενης φύσεως. Αντίθετα, προνοεί ρητά ότι διάταγμα διαγραφής μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Παρόλα αυτά, η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση και κατά κανόνα πριν το κλείσιμο των δικογράφων. Διαφορετικά το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί ν΄ ασκήσει θετικά τη σχετική ευχέρεια που έχει επί του θέματος (βλ. Knowles v. Roberts 38 Ch.D.270). Στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνει λόγος για καθυστέρηση. Η αγωγή επιδόθηκε στον αιτητή 5.9.06 και στις 14/9 καταχωρήθηκε αίτηση για παραμερισμό εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αίτημα που ικανοποιήθηκε εκ συμφώνου στις 23.10.
- Λίγες ημέρες αργότερα, στις 8.11.06, καταχωρήθηκε αίτηση από τον καθ΄ ου για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης και η παρούσα καταχωρήθηκε στις 24.11.06, πριν δηλαδή κλείσουν τα δικόγραφα. Επί του προκειμένου ο καθ΄ ου πρόβαλε ότι αντικανονικά και παράτυπα αναβλήθηκε η ακρόαση της αίτησής του για απόφαση και, δεύτερο, η συνήγορος του αιτητή «κακοπροαίρετα παραπλάνησε το Δικαστήριο», δηλώνοντας στις 14.12.04 ότι η αίτηση για διαγραφή τού είχε ήδη επιδοθεί, κάτι που δεν έγινε. Ουδείς από τους δύο αυτούς λόγους ευσταθεί. Αφ΄ ενός μεν γιατί στο σχετικό πρακτικό η συνήγορος του αιτητή δεν αναφέρθηκε στην επίδοση, αλλά περιορίσθηκε να δηλώσει ότι καταχώρησε αίτηση για διαγραφή και, αφ΄ ετέρου, ο καθ΄ ου συμφώνησε (ορθά κατά την άποψή μου) με τη θέση της ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε πρώτα να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση και μετά τη δική του. Έκδηλα αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος ένστασης (ανωτέρω). Αυτό γιατί, σ΄ ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ενόρκως δηλών του αιτητή περιορίζεται στο να αναφέρει μόνο πότε καταχωρήθηκε η αγωγή, πότε ο αιτητής καταχώρησε την αίτηση για παραμερισμό εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και πότε εκδόθηκε εκ συμφώνου το σχετικό διάταγμα. Τα στοιχεία αυτά απορρέουν και από το φάκελο της υπόθεσης και όσον αφορά την επίκληση της συμβουλής, που πήρε από τη συνήγορο που χειρίζεται την υπόθεση, αυτή σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να έχει συνέπειες στην αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, η αίτηση, τελικά, προωθήθηκε με βάση τη Δ.19 θ.26 και δεν ήταν απαραίτητο να συνοδευόταν από ένορκη δήλωση (βλ. Δ.48 θ. 9(j). Το ότι έγινε τέτοια δήλωση είναι χωρίς σημασία και η σχετική παρατήρηση, ότι δηλαδή η αίτηση προωθήθηκε με βάση τη Δ.19 θ.26, καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση με τον τέταρτο λόγο ένστασης, ότι δηλαδή η αίτηση στηρίζεται και στη Δ.27 θ.
- Τέλος, αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος λόγος ένστασης (ανωτέρω). Καμιά κακοπιστία δεν εντοπίζεται εκ μέρους του αιτητή και οι περί του αντιθέτου εισηγήσεις κρίνονται αβάσιμες και, επομένως, απορρίπτονται. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα διαγραφής ως η αίτηση. Το κατά πόσο δε ο καθ΄ ου θα υποβάλει ή όχι αίτηση για τροποποίηση του δικογράφου του, όπως έχει κάθε δικαίωμα, εναπόκειται στον ίδιο να αποφασίσει. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, αυτά, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι προς όφελος του αιτητή και εναντίον του καθ΄ ου και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο