← Κύπρος

S K COM LIMITED ν. Σωτήρη Χρίστου, Αρ. Αγωγής. 10780/02, 24.4.07

S K COM LIMITED ν. Σωτήρη Χρίστου, Αρ. Αγωγής. 10780/02, 24.4.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής. 10780/02 Μεταξύ S. & K. COM. LIMITED, εκ Λευκωσίας και Σωτήρη Χρίστου, εκ Λευκωσίας ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24.4.07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Παναγίδης Για τον εναγόμενο: κ. Μερακλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.6,237.81 στη βάση χρεωπιστωτικού λογαριασμού από την πώληση εμπορευμάτων κινητής τηλεφωνίας. Ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και αναφέρει ότι δεν τους οφείλει οτιδήποτε γιατί οποιοδήποτε ποσό εξοφλήθηκε είτε διά συμψηφισμού είτε άλλως πως. Η θέση του είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέτοχος στους ενάγοντες και παράλληλα πρόσφερε υπηρεσίες επ' αμοιβή. Συγκεκριμένα πωλούσε προϊόντα που εμπορεύονταν οι ενάγοντες με προμήθεια 20%. Αντί να παίρνει την προμήθεια του σε χρηματικό ποσό, αφαιρείτο από εμπορεύματα που αγόραζε από τους ενάγοντες και τα οποία πιστώνετο έναντι του λογαριασμού του. Στο τέλος της συνεργασίας τους αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες του οφείλουν προμήθειες ύψους Λ.Κ.3,500.- ποσό που το ανταπαιτεί. Ο Γιάγκος Γιάγκου, διευθυντής των εναγόντων (Μ.Ε.1) κατέθεσε ότι ο εναγόμενος τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής στην ενάγουσα εταιρεία ενώ μέχρι σήμερα εταιρεία του εναγομένου είναι μέτοχος σε αυτήν. Ο εναγόμενος εμπορευόταν παράλληλα είδη κινητής τηλεφωνίας με την εμπορική επωνυμία Freetel και είχε κατάστημα στην Λακατάμια. Τα εμπορεύματα τα προμηθευόταν από τους ενάγοντες και όλες οι δοσοληψίες του γίνονταν μέσω του, ως υπεύθυνου τότε πωλήσεων των εναγόντων και έτσι γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά. Την περίοδο από τον Απρίλιο του 2001 μέχρι το Μάιο του 2002 τα προϊόντα που προμηθεύτηκε ο εναγόμενος ανήλθαν στο ποσό των Λ.Κ.6,237.81 και υπάρχει αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που κατεγράφη από τον ίδιο προσωπικά και τον εναγόμενο στις 12.2.

  1. Συμφώνησε την ημέρα εκείνη με τον εναγόμενο το υπόλοιπο που χρωστούσε και του παρέδωσε πιστωτική σημείωση για το ποσό των Λ.Κ.4,566.
  2. Αργότερα και σε άλλες ημερομηνίες ο εναγόμενος έκαμε και άλλες αγορές και το χρέος του ανήλθε στο πιο πάνω ποσό. Ο εναγόμενος όχι μόνο δεν διαφώνησε με το πιο πάνω ποσό αλλά τον βοήθησε και ο ίδιος να ετοιμάσει απογραφή και την κατάσταση και του υποσχέθη ότι σύντομα θα διευθετούσε το χρέος του. Εξ όσων γνωρίζει δεν υπήρχε συμφωνία με τον εναγόμενο για συμψηφισμό του χρέους του αλλά ούτε και υπήρχε και τέτοιο ενδεχόμενο αφού ο εναγόμενος πάντοτε χρωστούσε στους ενάγοντες. Η ανταπαίτηση και οι ισχυρισμοί του εναγομένου είναι ψέματα και προφάσεις εκ των υστέρων για να αποφύγει να πληρώσει το χρέος του. Διαψεύδει επίσης ότι υπήρχε συμφωνία για προμήθεια 20% επί των αγορών του εναγομένου και τούτο γιατί οι αγορές του ήταν σε χονδρική τιμή και μειωμένες οι τιμές σε σχέση με τιμές πώλησης σε άλλους καταστηματάρχες. Διευκρίνισε ακόμα ότι η κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε με τον εναγόμενο δεν υπεγράφη από αυτόν γιατί είχαν άριστες σχέσεις και θα υπέγραφε αργότερα. Του ζήτησε πολλές φορές να υπογράψει και ο εναγόμενος του έλεγε βλέπουμε. ΄Ο,τι εμπορεύματα έπαιρνε ο εναγόμενος τα συμφωνούσε μαζί του. Στο τεκμ. 1 που είναι κατάσταση λογαριασμού αναφέρονται οι αριθμοί τιμολογίων και ετοιμάστηκαν και συμφωνήθηκαν μαζί με τον εναγόμενο. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι πριν γίνει διευθυντής εργαζόταν ως αποθηκάριος και έκδιδε τα τιμολόγια και έλεγχε το στοκ. Στα νέα προϊόντα που έπαιρνε ο εναγόμενος συμφωνούσε μαζί του την τιμή και το Τεκμ. 1 αναφέρει τα τιμολόγια του εναγομένου. Σε ερώτηση ότι όλα τα τιμολόγια φέρουν την ίδια ημερομηνία απάντησε ότι ο εναγόμενος ήταν συνεργάτης. Καταγράφονταν οι πωλήσεις σε μια απλή κόλλα και περνούνταν μετά. Το Τεκμ. 2 αποτελεί περιγραφή των αντικειμένων που παρέλαβε ο εναγόμενος και δίπλα η ποσότητα και η τιμή. Τα παρέδωσε ο ίδιος από την αποθήκη στον εναγόμενο. Τα συμφώνησαν, ο εναγόμενος δεν υπόγραψε και μετά πήγαν στο λογιστήριο. Αρχικά ο εναγόμενος έκαμνε και πωλήσεις προϊόντων της εταιρείας. Όταν ανέλαβε διευθυντής δεν υπήρχε συμφωνία ότι η εταιρεία θα του κατέβαλλε 20% προμήθεια επί των πωλήσεων. Ο Νίκος Κουτσού διευθυντής των εναγόντων κατέθεσε ότι ο εναγόμενος υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των εναγόντων επρομηθεύετο από τους ενάγοντες διάφορα είδη κινητής τηλεφωνίας τα οποία εμπορευόταν με δική του εμπορική επωνυμία και τα πωλούσε μέσω καταστήματος που είχε. Ο Μ.Ε.1 τον επίδικο χρόνο ήταν στη θέση του υπεύθυνου της αποθήκης και ετοίμασε μαζί με τον εναγόμενο σχετική πιστωτική κατάσταση για τα εμπορεύματα που παρέλαβε ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος προμηθεύτηκε επίσης και άλλα εμπορεύματα δυνάμει τιμολογίων και υποσχέθηκε τόσο στο Μ.Ε.1 όσο και στον ίδιο ότι θα τα εξοφλούσε. Συνολικά ο εναγόμενος τους οφείλει Λ.Κ.6,237.
  3. Τα τιμολόγια είναι ανυπόγραφα όχι γιατί ο εναγόμενος δεν απεδέχθη την οφειλή του, αντίθετα σε πολλές συζητήσεις που είχε μαζί του παραδέχετο το χρέος, αλλά γιατί ήταν διευθυντής των εναγόντων και συνέταιρος μαζί του και υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης και έτσι ουδέποτε θεώρησε σκόπιμο να τον υποχρεώσει να υπογράψει. Όταν ο εναγόμενος δεν πλήρωνε και παύθηκε από διευθυντής προχώρησαν δικαστικά εναντίον του. Αρνήθη ότι οι ενάγοντες οφείλουν οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή προμήθειας από πωλήσεις του εναγομένου, ούτε και υπήρξε ποτέ τέτοια συμφωνία. Αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα του εναγομένου για να αποφύγει την πληρωμή του χρέους του. Το θέμα τέθηκε για πρώτη φορά με την αγωγή και πάντοτε όταν ο ίδιος συζητούσε μαζί του αποδεχόταν την οφειλή του και υποσχόταν να την εξοφλήσει. Επιπλέον τα προϊόντα που αγόραζε ο εναγόμενος τα έπαιρνε σε τιμές κόστους. Όταν έπαιρνε προϊόντα από την αποθήκη άφηνε πρόχειρα σημειώματα. Στο τέλος του ζήτησαν να γίνει επακριβής καταγραφή των προϊόντων που πήρε και του ζήτησαν να παραδώσει τα κλειδιά και μετά την καταγραφή για ότι έπαιρνε εκδίδονταν τιμολόγια. Τα ευρήματα της απογραφής στάληκαν στο λογιστήριο που απέστειλε κατάσταση λογαριασμού στον εναγόμενο. Δεν τηρούσαν τυπικές καταγραφές με τον εναγόμενο λόγω των σχέσεων που είχαν. Οι ημερομηνίες των τιμολογίων είναι της έκδοσης τους αλλά οι αγορές είχαν γίνει προηγουμένως. Τα πρωτότυπα τιμολόγια το έπαιρνε ο εναγόμενος και ποτέ δεν τα αμφισβήτησε. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι του παρουσίασαν το αποτέλεσμα της καταγραφής και οι υπογραφές επί των τεκμηρίων 1 και 2 είναι της κοπέλας του λογιστηρίου. Τα τιμολόγια δεν είναι υπογραμμένα από τον εναγόμενο για τους λόγους που εξήγησε και συμφώνησαν να γίνει απογραφή τα αποτελέσματα της οποίας είναι το τεκμ.
  4. Τα τιμολόγια δόθηκαν στον εναγόμενο και επανειλημμένα συζήτησαν και υποσχόταν να πληρώσει. Οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν όταν ο εναγόμενος δεν πλήρωσε τίποτε. Αρνήθη ότι υπήρχε συμφωνία με τον εναγόμενο να παίρνει 20% προμήθεια επί των πωλήσεων και ότι εκδόθηκαν για το σκοπό αυτό επιταγές από την εταιρεία στον εναγόμενο. Ο εναγόμενος από την πλευρά του κατέθεσε ότι ήταν διευθυντής στην ενάγουσα εταιρεία ενώ η εταιρεία του ήταν κατά 45% μέτοχος στους ενάγοντες. ΄Ηταν ο μόνος που είχε τεχνογνωσία επί αξεσουάρ κινητής τηλεφωνίας και λόγω των σχέσεων που είχε με τους συναδέλφους του, ήταν πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Εταιρειών Τηλεπικοινωνιών, χρησιμοποιούσε το καλό του όνομα για να κάμνει πωλήσεις των εναγόντων έναντι αμοιβής 20% επί των πωλήσεων. ΄Εβλεπε τους πελάτες και έπαιρνε παραγγελίες μερικές φορές παρέδινε και τα εμπορεύματα και έκαμνε και εισπράξεις. Με την εξόφληση των τιμολογιών πήγαινε στο Νίκο Κουτσού που τον πλήρωνε άλλοτε μετρητά και άλλοτε με επιταγή. Τα τεκμ. 1 και 2 τα είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, δεν τα παρέλαβε ποτέ και δεν έκαμνε αγορές από την ενάγουσα εταιρεία. Το κατάστημα του στη Λακατάμια ήταν εισαγωγική εταιρεία και είχε στην αποθήκη στοκ που αρκούσε για αρκετό καιρό. Τον Απρίλιο του 2002 πωλήθηκε το 50% στην εταιρεία Στεφανής και είχε αρκετά καταστήματα και όσο στοκ είχε το πήρε στο κατάστημα του στη Λακατάμια. Η μόνη συνεργασία του με τους ενάγοντες ήταν ως πωλητής τους. Αρνήθη ότι έκαμε καταμέτρηση μαζί με τον Μ.Ε.1 και υπήρχαν και άλλοι που πωλούσαν και αν έλειπαν εμπορεύματα δεν σημαίνει ότι τα έπιασε ο ίδιος. Στο Τεκμ. 2 υπάρχουν περιγραφές τηλεφώνων καθώς και εξαρτήματα μοντέλων που δεν κυκλοφορούν στην Κυπριακή αγορά. Σύμφωνα με τις πωλήσεις και τις εισπράξεις η οφειλόμενη προμήθεια του ήταν κοντά στις Λ.Κ.3,500.-. Το 20% ήταν συμφωνία που έκαμε με τον κ. Κουτσού ο οποίος μετάφερε τη συμφωνία και στον άλλο μέτοχο. Διακόπηκε η συνεργασία τους γιατί δεν του κατέβαλαν τις προμήθειες του. Ουδέποτε μετά το Μάρτιο του 2001 μίλησε με τον Κουτσού για οφειλές του προς την εταιρεία και η διαφορά τους προέκυψε από μια αγωγή της Λαϊκής Τράπεζας. Δεν είχε ιδέα ότι έφυγε από διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας, πίστευε ότι εξακολουθούσε να είναι και πρώτη φορά έμαθε ότι χρωστούσε στην εταιρεία όταν πήρε την αγωγή. Ο λόγος που σταμάτησε η συνεργασία τους ήταν γιατί δεν ήταν σωστό να προσφέρει υπηρεσίες και να μην πληρώνεται. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ήταν διευθυντής και πωλητής στην ενάγουσα εταιρεία και δεν αγόραζε εμπορεύματα. Σε σχετική υποβολή ότι άλλα αναφέρει στην υπεράσπιση του κατέθεσε ότι δεν αγόραζε εμπορεύματα και ο συμψηφισμός που έγινε αφορούσε έπιπλα που αγόρασε και πλήρωσε ο ίδιος. Με βάση την αξιούμενη προμήθεια έκαμε πωλήσεις γύρω στις Λ.Κ.18,000.- και προέρχετο από συμφωνία που έκαμε με τους ενάγοντες και δεν ζητούσε τιμολόγιο από την εταιρεία. Δεν είχε τις επιταγές που τον πλήρωναν ως προμήθεια αφού δεν γνώριζε ότι θα του κινούσαν αγωγή για να βγάλει φωτοτυπία. Από την ίδρυση της εταιρείας μέχρι το Φεβρουάριο του 2002 έκαμε πωλήσεις με ποσοστό προμήθειας ύψους Λ.Κ.3,500.- και επειδή ήταν διευθυντής δεν νόμιζε ότι θα είχε πρόβλημα να εισπράξει. Μετά την πώληση του 50% της εταιρείας του στο Στεφανή είχε στοκ που του αρκούσε για πολλά χρόνια και δεν είχε ανάγκη αγορών. Αρνήθη ότι ήταν σε γνώση του τα τεκμ. 1 και 2 και αρνήθη ότι παραδεχόταν το χρεός του και ότι το μόνο χρέος που γνωρίζει είναι το δικό του υπόλοιπο. Σε ερώτηση γιατί δεν έκαμε αγωγή στους ενάγοντες για το κατ' ισχυρισμό χρέος του απάντησε ότι δεν θα έκαμνε αγωγή του εαυτού του και αφού η Λαϊκή έκαμε αγωγή σήμαινε οι ενάγοντες δεν είχαν χρήματα και έτσι δεν υπήρχε λόγος να τους κινήσει αγωγή. ΄Επαιρνε προσωπικές διαβεβαιώσεις από τον Κουτσού ότι θα τον πλήρωναν και ακόμα ότι θα του έδινε και ένα εμπορικό αυτοκίνητο της εταιρείας. Στο τέλος της υπόθεσης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν. Αναφέρθηκαν στη μαρτυρία και εξήγησαν τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία και η εκδοχή της αντίστοιχης πλευράς. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες όταν κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έλαβα υπόψη μου όλους τους συνιστώντες παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι οριοθετούν και καθορίζουν το μέτρο κρίσης και αξιολόγησης ενός μάρτυρα στα πλαίσια της ζωντανής δίκης. Από το σύνολο της μαρτυρίας εξάγεται πως, είτε ο εναγόμενος αγόραζε εμπορεύματα από τους ενάγοντες είτε τα πωλούσε με προμήθεια, τα έπαιρνε από την αποθήκη των εναγόντων. Οπότε ο κατά τον επίδικο χρόνο αποθηκάριος Μ.Ε.1 ήταν και ο μόνος που θα μπορούσε να διαφωτίσει το τοπίο. ΄Εχω παραθέσει την θέση του καθώς και την αντίθετη επί τούτου μαρτυρία του εναγομένου. Ο Μ.Ε.1 άφησε άριστες εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και δεν έχω εντοπίσει αντιφάσεις, όπως εισηγήθηκε ο κ. Μερακλής πλην μιας στην οποία και θα αναφερθώ στη συνέχεια, και μάλιστα τέτοιου βαθμού που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ο μάρτυρας δεν κατέθεσε την αλήθεια ή ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο ώστε να πλήττεται το θεμέλιο της αξιοπιστίας του. Εκείνο που αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ήταν ότι έλεγε ψέματα γιατί δεν ήταν υπάλληλος στους ενάγοντες που όχι μόνο δεν έχει καταδειχθεί αλλά αντίθετα ούτε και ο εναγόμενος κατέθεσε το αντίθετο που να σημειωθεί ότι διετέλεσε και διευθυντής στους ενάγοντες. ΄Ηταν η σαφής και ξεκάθαρη θέση του Μ.Ε.1 ότι κατέγραψε προσωπικά με τον εναγόμενο σε μια κόλλα μάλιστα όλα τα προϊόντα που κατά καιρούς έλαβε ο εναγόμενος από την αποθήκη των εναγόντων. Η μόνη αντίφαση που εντοπίζεται και αξίζει κάποιου σχολιασμού είναι ότι μετά την καταγραφή των προϊόντων με τον εναγόμενο του παρέδωσε την πιστωτική σημείωση Τεκμ. 2 η οποία ως διεφάνη εκδόθηκε από το λογιστήριο και αποστάληκε στον εναγόμενο, ανεξάρτητα αν ο εναγόμενος αρνήθη ότι την παρέλαβε. Εξήγησε ο Μ.Ε.1 ότι αφού κατέγραψαν σε κόλλα και συμφώνησαν με τον εναγόμενο στην αποθήκη τα προϊόντα που κατά καιρούς παρέλαβε, η καταγραφή στάληκε στο λογιστήριο που έκδωσε το Τεκμ.
  5. Συνάγεται πως ο Μ.Ε.1 δεν έδωσε το Τεκμ. 2 στον εναγόμενο αλλά στάληκε από το λογιστήριο. Πρόκειται σαφώς περί επουσιώδους αντιφάσεως άνευ σημασίας και αξίας, αφού το Τεκμ. 2 εκδόθηκε από το λογιστήριο στη βάση της καταγραφής των προϊόντων που έγινε μεταξύ του Μ.Ε.1 και του εναγόμενου. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι το Τεκμ. 2 αποτελεί το αποτέλεσμα της καταγραφής που έγινε και όχι αν το παρέδωσε ο Μ.Ε.
  6. Και ότι ο λόγος ως εξήγησε που δεν υπέγραψε ο εναγόμενος ήταν γιατί τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής των εναγόντων. Σχετική προς τούτο ήταν και η μαρτυρία του Μ.Ε.2 Νίκου Κουτσού. Και δεν βλέπω ούτε και αντιλαμβάνομαι να υπάρχει αντίφαση στο να μην ζητηθεί από τον εναγόμενο να υπογράψει αφού ήταν διευθυντής των εναγόντων. Όταν μάλιστα ο εναγόμενος βοήθησε στην καταγραφή των προϊόντων. Τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και ο Μ.Ε.2 έχουν αναφερθεί στη μαρτυρία τους ποια προσόντα πήρε ο εναγόμενος από την αποθήκη που καταγράφονται και περιγράφονται στα διάφορα τιμολόγια και άλλα τεκμήρια. Ο εναγόμενος επί των προϊόντων αυτών κατέθεσε πως πρόκειται για τηλέφωνα ή εξαρτήματα μοντέλων τηλεφώνων που δεν κυκλοφορούν στην Κυπριακή αγορά. Και τούτο σε μια προσπάθεια να καταδείξει ότι όχι μόνο δεν έγινε καταμέτρηση με τον Μ.Ε.1 αλλά αντίθετα πρόκειται για ψεύδη των εναγόντων και για κατασκευασμένα τιμολόγια. Και ως συνάγεται γιατί τα τιμολόγια δεν είναι υπογραμμένα από αυτόν και φέρουν όλα την ίδια ημερομηνία. Σε κανένα όμως από τους μάρτυρες δεν τέθηκε τέτοιος ισχυρισμός ώστε να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις. Και δεν πρόκειται για ένα επουσιώδες και ασήμαντο θέμα αλλά για ιδιαίτερα σημαντικό και σοβαρό δεδομένο, άμεσα σχετικό με το σύνολο της απαίτησης των εναγόντων. Αν πραγματικά οι ενάγοντες κατασκεύασαν τιμολόγια με ανύπαρκτα στην ουσία εμπορεύματα το θέμα είναι θεμελιακό και κεφαλαιώδες. Θεωρώ όμως και κρίνω πως η μαρτυρία του εναγομένου επί του σημείου αυτού εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια του να διολισθήσει και να αποφύγει την πραγματικότητα. Ο τρόπος με τον οποίο έθεσε το θέμα στη μαρτυρία του κάθε άλλο παρά ήταν πειστικός. ΄Ηταν κάτι περισσότερο από εμφανές ότι βλέποντας το Τεκμ. 2 αρνούμενος ότι το παρέλαβε και στην προσπάθεια του να ξεφύγει από αυτό, ως εύρημα της στιγμής κατέθεσε ότι πρόκειται για εξαρτήματα μοντέλων τηλεφώνων που δεν κυκλοφορούν στην αγορά. Και τούτο χωρίς ποτέ να τεθεί στους μάρτυρες των εναγόντων και να ερωτηθούν επί ενός έκαστου αντικειμένου που καταγράφονται στα διάφορα τεκμήρια. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να αναφέρω ότι ο εναγόμενος άφησε τις χειρότερες εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν διάχυτη από γενικότητα και αοριστία αλλά και υστερογενών ευρημάτων και σκέψεων από το εδώλιο του μάρτυρα. ΄Ηταν ακόμα διάχυτο και εμφανές ότι προσπαθούσε να διολισθήσει και έβρισκε καταφύγιο άλλοτε στην πλήρη άγνοια και άρνηση και άλλοτε σε γενικούς αφορισμούς και αναπόδεικτους ισχυρισμούς. Ενώ από τη μια κατέθεσε ότι δεν γνώριζε ότι έφυγε από διευθυντής της εταιρείας, από την άλλη ανέφερε ότι σταμάτησε τη συνεργασία του με τους ενάγοντες γιατί δεν ήταν σωστό να προσφέρει υπηρεσίες και να μην πληρώνεται, χωρίς όμως να κάμει οτιδήποτε για να διασφαλίσει το λαβείν του. Σε σχετική ερώτηση γιατί δεν ήγειρε αγωγή για την κατ' ισχυρισμόν οφειλή των προμηθειών του απάντησε αντιφατικώς ότι δεν θα έκαμνε αγωγή του εαυτού του και από την άλλη κατάλαβε ότι η εταιρεία δεν είχε χρήματα γι' αυτό και κίνησε αγωγή η Λαϊκή εναντίον της. Όμως μέχρι τον τερματισμό της συνεργασίας τους ήταν διευθυντής και γνώριζε τα οικονομικά των εναγόντων και έτσι δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί θα έπρεπε να βγάλει συμπεράσματα για τα οικονομικά της εταιρείας από μια αγωγή της Λαϊκής Τράπεζας. Ούτε και μπορώ να αντιληφθώ τι σχέση έχει μια αγωγή της Τράπεζας, που δεν υπάρχουν στοιχεία ούτε πότε ηγέρθη ούτε ποια είναι η βάση της και το αξιούμενο ποσό, με την κατ' ισχυρισμό δική του απαίτηση για προμήθεια. Αρνήθη ότι αγόραζε εμπορεύματα από τους ενάγοντες και δεν ήταν παρών σε καμιά καταγραφή, και ήταν η θέση του ότι πωλούσε προϊόντα των εναγόντων με προμήθεια. Και αν ακόμα αποδεκτώ τον ισχυρισμό του ότι δεν ήταν εύκολο ούτε και γνώριζε την εξέλιξη των πραγμάτων, γι' αυτό και δεν κράτησε αντίγραφα των επιταγών που τον πλήρωναν τις προμήθειες, ούτε και κράτησε τιμολόγια πωλήσεως, το ευκολότερο και ασφαλέστερο ήταν να προκομίσει μαρτυρία εκείνων των προσώπων που τους πωλούσε προϊόντα ώστε να δώσει κάποια υπόσταση στον ισχυρισμό του. ΄Αλλωστε να σημειώσω το εξής σημαντικό, ότι πρόκειται για στοιχεία επί της δικής του απαίτησης και όχι επί εκείνης των εναγόντων. Συνεπώς η απάντηση του ότι δεν γνώριζε ότι θα εγείρετο αγωγή εναντίον του και έτσι δεν κράτησε στοιχεία, που πρόκειται για δύο εντελώς άσχετα μεταξύ τους θέματα, καταδεικνύει την ανειλικρίνεια που τον διακατείχε αλλά και την αντιφατικότητα των ισχυρισμών του. Αποδυναμώνει εντελώς την ασταθή μαρτυρία του και την ούτως η άλλως αστήρικτη και ατεκμηρίωτη απαίτηση του για οφειλόμενες προμήθειες. Άλλωστε μια και ο ίδιος έθεσε θέμα ότι και ο άλλος μέτοχος γνώριζε την συμφωνία του για προμήθεια κάλλιστα μπορούσε να προσκομίσει μαρτυρία πρός αυτή την κατεύθυνση. Κάτι που δεν έγινε αφήνοντας και αυτό τον ισχυρισμό του εντελώς ατεκμηρίωτο και έκθετο. Να σημειώσω ακόμα πως ήταν η θέση των μαρτύρων των εναγόντων, που δεν αμφισβητήθηκαν, ότι ο εναγόμενος αγόραζε τα προϊόντα σε τιμή κόστους για το κατάστημα που εμπορευόταν προσωπικά. Και επ' αυτού ο εναγόμενος δεν έδωσε καμιά εξήγηση ή άλλη απάντηση. Και εν τοιαύτη περιπτώσει διερωτούμαι πώς θα έδιναν προμήθεια στον εναγόμενο επί προιόντων που αγόραζε σε τιμή κόστους. Παρεμβάλλω επίσης ότι σε μια προσπάθεια του, ο εναγόμενος, να πείσει ότι δεν αγόρασε εμπορεύματα κατέθεσε ότι τον Απρίλιο του 2002 πώλησε το 50% της εταιρείας του οπότε και δεν είχε ανάγκη να αγοράζει προϊόντα αφού είχε στοκ στα καταστήματα του. Ο ισχυρισμός αυτός πέραν του ότι είναι εντελώς ανυποστήρικτος δεν οδηγεί πουθενά, ούτε και ανατρέπει όσα κυρίως κατέθεσε ο Μ.Ε.
  7. Και τούτο γιατί η μεν πιστωτική σημείωση και η προηγηθείσα καταγραφή έγιναν το Φεβρουάριο του 2002 και αφ' ετέρου και αν ακόμα πώλησε ένα ποσοστό της εταιρείας του, δεν αντιλαμβάνομαι πως αυτό του δημιούργησε επάρκεια προϊόντων, αφού τα εμπορεύματα του σαφώς μειώθηκαν κατά το ποσοστό πώλησης της επιχείρησης του. Εξ ου κατά τα μετέφερε στο κατάστημα που διατηρούσε στη Λακατάμια. Και αφού συνέχισε να διατηρεί το κατάστημα θα έπρεπε λογικά να έχει προϊόντα και να εμπορεύεται. Ως ακόμα ένα παράδειγμα υστερογενούς σκέψης του εναγομένου αποτελεί ο ισχυρισμός του ότι ο Μ.Ε.2 πέραν των προσωπικών διαβεβαιώσεων που του έδινε ότι θα πλήρωνε την οφειλόμενη προμήθεια, του είπε ότι θα του έδινε και ένα εμπορικό αυτοκίνητο της εταιρείας. Τέτοιος όμως ισχυρισμός ποτέ δεν τέθηκε στο Μ.Ε.
  8. Παρενθετικά να αναφέρω ότι οι εντυπώσεις που άφησε ο Μ.Ε.2 ήταν εξαιρετικές. ΄Ηταν σαφής και σύντομος χωρίς απολύτως καμιά αντίφαση. Εξήγησε, χωρίς να αμφισβητηθεί ότι ο εναγόμενος άφηνε πρόχειρες σημειώσεις για τα εμπορεύματα που έπαιρνε και ακόμα ότι του ζήτησαν να γίνει καταγραφή και να παραδώσει τα κλειδιά της αποθήκης. Το αποτέλεσμα της καταγραφής στάληκε στο λογιστήριο και εκδόθηκε η πιστωτική σημείωση Τεκμ. 1 και ακόμα ότι οι ημερομηνίες των τιμολογίων είναι της έκδοσης τους ενώ οι αγορές είχαν γίνει προηγουμένως. Δεν ήταν μεν παρών στην καταγραφή αλλά ο εναγόμενος είχε τα τιμολόγια και ποτέ δεν αμφισβήτησε το χρέος του και του υποσχόταν να πληρώσει. Αντιπαραβάλλοντας όσα κατέθεσαν οι Μ.Ε.1 και 2 με εκείνα που κατέθεσε ο εναγόμενος και έχοντας υπόψη μου την γενικότερη εντύπωση και εικόνα που άφησαν οι μάρτυρες από το εδώλιο, δεν έχω τον παραμικρό δισταγμό και απολύτως καμιά αμφιβολία να αποδεκτώ πλήρως τη μαρτυρία των εναγόντων και απορρίπτω εντελώς τη μαρτυρία του εναγομένου. Υπάρχει όμως ακόμα μια πτυχή εξ' ίσου σοβαρή που σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του εναγομένου την ανατρέπει εκ βάθρων και επιβεβαιώνει την πλήρη αντιφατικότητα και αναξιοπιστία του εναγομένου και την ευρύτερη αρνητική εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο. Στην υπεράσπιση ως ορθά ανέφερε ο κ. Παναγίδης προβάλλεται μια εντελώς διαφορετική εικόνα και εκδοχή. Η δικογραφημένη θέση που προβάλλεται είναι ότι δεν οφείλει στους ενάγοντες οποιονδήποτε ποσό γιατί τούτο εξοφλήθηκε είτε διά συμψηφισμού είτε άλλως πως. Επεξηγείται στην παραγ. 3 (α) της υπεράσπισης ότι εμπορευόμενος με τους ενάγοντες με προμήθεια 20% αντί να τη λαμβάνει σε χρήματα αφαιρείτο από τα εμπορεύματα που αγόραζε από τους ενάγοντες και τα οποία πιστώνετο έναντι του λογαριασμού του. Στο τέλος της συνεργασίας τους αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες του όφειλαν το ποσό των Λ.Κ.3,500.- Είναι σαφές ότι ο εναγόμενος με τη μαρτυρία του αλλά και την πλήρη άρνηση του, σε επίμονες μάλιστα ερωτήσεις, αν αγόραζε εμπορεύματα από τους ενάγοντες, ήταν σε πλήρη διάσταση με την δικογραφημένη θέση του. Πρόβαλε και ανέπτυξε στο δικαστήριο με τη μαρτυρία του μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, πλήρως αντιφατική και εκ διαμέτρου αντίθετη με το δικόγραφο του, πέραν της αφ' αυτής αντιφατικής μαρτυρίας του στην οποία έχω αναφερθεί, που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, επιβεβαιώνοντας τις επί μέρους κρίσεις και κακές εντυπώσεις που άφησε ως σύνολο η μαρτυρία του. ( Κ.Α. ν. Δ.Κ.

(2005)1 Α.Α.Δ. 527). Είναι χαρακτηριστικό ότι σε σχετική υποβολή για την περί αντιθέτου δικογραφημένη θέση του, αρνήθη ότι αγόραζε εμπορεύματα από τους ενάγοντες και κατέθεσε ότι ο συμψηφισμός αφορούσε κάποια έπιπλα που πλήρωσε ο ίδιος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του εναγομένου απορρίπτεται εντελώς ως πλήρως αναξιόπιστη και αντιφατική. Αποτελεί ένα συνοθύλευμα και μωσαικό αντιφατικών αντικρουόμενων και εκ των υστέρων σκέψεων, εντελώς ανυποστήρικτη που αγγίζει τα όρια της αναλήθειας. Αποδεχόμενος τη μαρτυρία των εναγόντων εξάγονται ανάλογα ευρήματα. Σε συντομία χάριν αποφυγής επαναλήψεως, ο εναγόμενος μεταξύ της περιόδου Απριλίου του 2001 και Μαϊου του 2002 αγόραζε από τους ενάγοντες διάφορα είδη και εξαρτήματα κινητής τηλεφωνίας, όπως μπαταρίες, φορτιστές και θήκες. Στις 12.2.02 έγινε καταγραφή των προϊόντων από τον Μ.Ε.1 και τον εναγόμενο. Συμφώνησαν και κατέγραφαν τα διάφορα προϊόντα και τις τιμές που αγοράστηκαν από τον εναγόμενο. Ακολούθως η καταγραφή στάληκε στο λογιστήριο και εκδόθηκε πιστωτική σημείωση για το ποσό των Λ.Κ.4,566.06 που αποστάληκε στον εναγόμενο. Μεταγενέστερα και σε άλλες ημερομηνίες ο εναγόμενος αγόρασε και άλλα εμπορεύματα για τα οποία συμφωνούσε τις τιμές με τον Μ.Ε.1 και αργότερα εκδόθηκαν τιμολόγια για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1,671.75. Ο εναγόμενος υποσχέθηκε να εξοφλήσει τα πιο πάνω ποσά τόσο στον Μ.Ε.1 όσο και στον Μ.Ε.2 χωρίς όμως ποτέ να πληρώσει οτιδήποτε. Το ερώτημα που έθεσε ο κ. Μερακλής και αυτή ήταν η ουσία της αγόρευσης του, είναι ότι τα τεκμήρια δεν φέρουν την υπογραφή του εναγόμενου. Ότι δηλαδή το βάρος ήταν στους ενάγοντες να αποδείξουν την υπόθεση τους και όχι στον εναγόμενο. Και δεδομένου ότι τα τιμολόγια δεν υπογράφηκαν από τον εναγόμενο οι ενάγοντες δεν απέδειξαν την υπόθεση τους. Αποτελεί νομολογιακά θεμελιωμένο ότι ανυπόγραφα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία. Υπάρχουν και λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμούνται με την προφορική μαρτυρία. (Chitty On Contracts, 24η έκδ. 739 και Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Ltd
(2002)1 A.A.Δ. Στην υπόθεση A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156 αναφέρονται τα εξής. «Οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν. .... Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους». Στη βάση της πιο πάνω αποδεκτής μαρτυρίας και των ευρημάτων που έχω καταλήξει κρίνω οτι οι ενάγοντες έχουν στοιχειοθετήσει και έχουν αποδείξει κατά τρόπο ικανοποιητικό και στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση τους εναντίον του εναγομένου. Να υποδείξω ότι η απαίτηση των εναγόντων στηρίζεται σε υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει λογαριασμού και/ή δυνάμει τιμολογίων και/η αξία αγορασθέντων και παραληφθέντων εμπορευμάτων. Τα διάφορα τεκμήρια πιστωτική σημείωση, τιμολόγια και κατάσταση λογαριασμού, συνεπικουρούν προς αυτή την κατεύθυνση και υποστηρίζουν την απαίτηση στη βάση ακριβώς της αποδεκτής μαρτυρίας. Το περιεχόμενο τους δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο ούτε και κάτι διαφορετικό από όσα ο Μ.Ε.1 κατέθεσε και έχει γίνει αποδεκτό από το δικαστήριο. Τα πιο πάνω οδηγούν στο βέβαιο συμπέρασμα και κατ' επέκταση στο ασφαλές εύρημα ότι οι ενάγοντες πώλησαν στον εναγόμενο τα εμπορεύματα που περιγράφονται και αναφέρονται στα Τεκμ. 1-11 συνολικής αξίας Λ.Κ.6,237.81. Ο εναγόμενος παρά τις υποσχέσεις του προς τους Μ.Ε.1 και 2 για πληρωμή δεν κατέβαλε κανένα ποσό. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των Λ.Κ.6,237.81 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επειδή συνεκδικάστηκε με την απαίτηση θεωρώ δίκαιο να μην εκδώσω καμιά διαταγή για έξοδα σε σχέση με την ανταπαίτηση. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.