Σε Πτώχευση: Δρ. Ανδρέας Μελής, Αίτηση αρ.: 353/2007, 30 Απριλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 353/2007 Σε Πτώχευση: Δρ. Ανδρέας Μελής Οδός Ερεσού 23, Χρυσελεούσα, 2057 Στρόβολος, Λευκωσία Οφειλέτης Αναφορικά με την Αίτηση χωρίς ειδοποίηση της Barbara Janet Melis, από το Ηνωμένο Βασίλειο Πιστώτρια/Αιτήτρια * * * * * Αίτηση ημερ. 23.3.07 για ακύρωση και/ή παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης ημερ. 8.3.07 Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή/Οφειλέτη: κ. Μ. Αναστασιάδης για Δικηγορικό Οίκο Αρτέμη, Χατζηαναστασίου, Αναστασιάδη, Ιωαννίδη & Χρυσάνθου. Για την Καθ΄ ης η αίτηση/Πιστώτρια: κα. Γ. Χρυσοστομίδου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία. * * * * * Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Σύντομο ιστορικό της υπόθεσης Στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 683/06 και κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερ. 15.6.2006, η Πιστώτρια εξασφάλισε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 21.6.2006 για την εγγραφή διατάγματος ημερ. 25.10.2005 του Αγγλικού Δικαστηρίου Swindon County Court που εκδόθηκε στην υπ΄αριθμόν SN03D00535 αίτηση ΄The marriage of Mrs. Barbara Janet Melis and Dr. Andreas Melis', καθώς και του Πιστοποιητικού Εξόδων ημερ. 20.4.2006, το οποίο εξεδόθη δυνάμει και/ή κατ' εφαρμογήν αυτού. Πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 21.6.2006 επισυνάφθηκε στην Ειδοποίηση Πτώχευσης. Κατόπιν διεξαγωγής πλήρους ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αυτό διέταξε (στις 31.1.2007) την απόρριψη της αίτησης που καταχώρισαν οι δικηγόροι του Οφειλέτη για παραμερισμό και/ή ακύρωση της εγγραφής του διατάγματος του Αγγλικού Δικαστηρίου και επιδίκασε έξοδα υπέρ της Πιστώτριας όπως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή. Πιστό αντίγραφο της εν λόγω απορριπτικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 31.1.2007 επίσης επισυνάφθηκε στην Ειδοποίηση Πτώχευσης. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 31.1.2007 δεν εφεσιβλήθηκε και έτσι κατέστη τελεσίδικη. Στις 8.3.2007 και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, καταχωρίστηκε εκ μέρους της Πιστώτριας αίτηση στο Πρωτοκολλητείο για την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης εναντίον του Οφειλέτη. Στην ειδοποίηση πτώχευσης αναφέρεται ότι ο Οφειλέτης κατά το πλείστον μέρος των έξι προηγηθέντων της ειδοποίησης μηνών κατοικούσε στη Λευκωσία καθώς και ότι η εκτέλεση των διαταγμάτων ημερ. 21.6.06 και 31.1.07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δεν έχει ανασταλεί. Η σχετική Ειδοποίηση συνοδευόταν από την αναγκαία οπισθογράφηση με βάση τον Κανονισμό 40 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών Κεφ. 6 (στη συνέχεια «οι Κανονισμοί»), ότι δηλαδή η μη συμμόρφωση με την απαίτηση της ειδοποίησης θα συνεπάγεται τη διάπραξη πράξης πτώχευσης και ότι σε περίπτωση που ο Οφειλέτης έχει ανταπαίτηση, ανταξίωση ή εγείρει ζήτημα συμψηφισμού που είναι ίσα ή υπερβαίνουν τα ποσά που αξιώνει η Πιστώτρια που δεν μπορούσε να προβάλει στην αίτηση ή σε άλλες διαδικασίες στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα (πιστά αντίγραφα των οποίων επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης), θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για ακύρωση της ειδοποίησης καταχωρώντας προς το σκοπό αυτό ένορκη δήλωση εντός τριών
(3)ημερών από την επίδοση της σε αυτόν. Όπως φαίνεται και από το σχετικό φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ειδοποίηση Πτώχευσης που εκδόθηκε την ίδια ημερομηνία από τον Πρωτοκολλητή επιδόθηκε στον Οφειλέτη στις 20.3.
- Ο Οφειλέτης, αντιδρώντας στην ειδοποίηση που εκδόθηκε και του επιδόθηκε, καταχώρισε στις 23.3.2007 Ένορκη Δήλωση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 των Κανονισμών η εν λόγω Ένορκη Δήλωση επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης. Στην Ένορκη Δήλωση του, ο Οφειλέτης ισχυρίζεται τα εξής (βλ. παραγράφους 4 και 5 αυτής): «
- Η πιο πάνω ειδοποίηση πτώχευσης δεν δύναται να έχει εναντίον μου οιονδήποτε έννομο αποτέλεσμα και/ή είναι άκυρη και/ή παράτυπη δια τους πιο κάτω αναφερόμενους λόγους: (α) Το Αγγλικό Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στον υπολογισμό της περιουσίας μου έλαβε υπόψη περιουσία μου που προϋπήρχε του γάμου μου με την αιτήτρια ως επίσης και η περιουσία η οποία ήταν αποτέλεσμα κληρονομιάς και η οποία ήρθε στην κατοχή μου μετά την τέλεση του γάμου μου με την αιτήτρια. (β) Περαιτέρω όπως αντιλαμβάνομαι σύμφωνα με τους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς Κεφ. 6 ταυτόχρονα με την αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης Πτώχευσης θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί στο Πρωτοκολλητείο και να είχε επισυναφθεί πιστό αντίγραφο της απόφασης στην οποία η Ειδοποίηση Πτώχευσης στηρίζεται δηλαδή της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου Swindon County Court και σχετικού Πιστοποιητικού Εξόδων. Όπως καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω τα πιο πάνω διατάγματα θα έπρεπε να είχαν καταχωριστεί επιπρόσθετα με οποιαδήποτε απόφαση ή διάταγμα του Κυπριακού Δικαστηρίου για εγγραφή τους αλλά δεν έχουν καταχωριστεί.
- Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των ανωτέρω, ισχυρίζομαι ότι η εν λόγω ειδοποίηση πτώχευσης δεν ανταποκρίνεται προς τα αληθή γεγονότα και εν πάση περιπτώσει δεν νομιμοποιεί την αιτήτρια στην καταχώριση της παρούσας.»
- Νομικές Αρχές που διέπουν την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης Οι νομικές αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης είναι ξεκάθαρα διατυπωμένες τόσο στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5 όσο και στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς αλλά και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Αφετηρία της εξέτασης της νομιμότητας και εγκυρότητας μιας ειδοποίησης πτώχευσης αποτελεί το Άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 σύμφωνα με το οποίο ο χρεώστης (οφειλέτης) διαπράττει πράξη πτώχευσης εάν, μεταξύ άλλων, «πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με την άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. Για τους σκοπούς του Άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα, θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελική απόφαση ή τελικό διάταγμα.» Δηλαδή, ένας πιστωτής δικαιούται να προβεί σε αίτηση για την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης ως ένα στοιχείο διάπραξης πτωχευτικής πράξης από τον οφειλέτη σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν συμμορφωθεί με την ειδοποίηση ή δεν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει οποιαδήποτε απαίτηση, ανταξίωση ή δικαίωμα συμψηφισμού. Η διαδικασία έκδοσης Ειδοποίησης Πτώχευσης προβλέπεται στους Κανονισμούς 39-43 των Κανονισμών. Σχετικές με την παρούσα υπόθεση είναι οι πρόνοιες των Κανονισμών 39 και 40
(2). Σύμφωνα με τον Κανονισμό 39, «A creditor, desirous that a bankruptcy notice may be issued, shall produce to the Registrar an office copy of the judgment or order on which the notice is founded and file the notice, together with a request for issue. The creditor shall at the same time lodge with the Registrar two copies of the bankruptcy notice to be sealed for service.» Κατ' εφαρμογήν του Άρθρου 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, ο Κανονισμός 40
(2)των Κανονισμών προνοεί τα εξής: « There shall also be indorsed an intimation to the debtor that if he has a counterclaim, set-off or cross-demand which equals or exceeds the amount of the judgment debt or sum ordered to be paid, and which he could not have set up in the action or proceedings in which the judgment or order was obtained, he must within the time frame specified in the notice file an affidavit to that effect with the Registrar...» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και η αγγλική νομολογία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική επί του θέματος. Στην υπόθεση Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1694, το πρωτόδικο Δικαστήριο με μια σύντομη απόφαση είχε απορρίψει αίτηση για παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης αφού είχε βρει ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν δεν συμπεριλαμβάνονταν μέσα στους λόγους του Κανονισμού 40
(2)των Κανονισμών. Το ερώτημα κατ' έφεση ήταν κατά πόσο η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν δεόντως αιτιολογημένη. Στη σελίδα 1698 της απόφασης, το Εφετείο ανέφερε ότι: «Οι περιπτώσεις που παρέχονται στον καθ' ου η αίτηση για να προσβάλει την εγκυρότητα μιας πτωχευτικής ειδοποίησης περιορίζονται σε δύο μόνο λόγους. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε καταφυγή σε κανένα από αυτούς τους δύο λόγους. Δεν δόθηκε μαρτυρία που θα επέβαλλε την ανάλυση και την αξιολόγηση της ... έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση είναι αιτιολογημένη και ότι η συνοπτική της εικόνα δεν μπορεί να επηρεάσει την εγκυρότητα της.» Είναι φανερό από το λεκτικό τόσο του Νόμου όσο και των Κανονισμών αλλά και από τη σχετική νομολογία ότι ο οφειλέτης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να δικαιούται στην ακύρωση ή τον παραμερισμό της Ειδοποίησης. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι:
(1)Ότι η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη.
(2)Ότι η εκτέλεση της απόφασης έχει ανασταλεί.
(3)Ότι ο οφειλέτης συμμορφώθηκε.
(4)Η ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή δικαιώματος συμψηφισμού.
(5)Το ύψος των προαναφερόμενων θα πρέπει να είναι ίσο ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους.
(6)Οι εγειρόμενες αξιώσεις να μην μπορούσαν να εγερθούν στη διαδικασία όπου είχε ληφθεί το εξ αποφάσεως χρέος. To Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την ορθότητα των ισχυρισμών της ένορκης δήλωσης και να κρίνει την αίτηση με βάση το λεκτικό του Άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ.5. Με βάση αυτό, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί («satisfied») ότι η Ειδοποίηση είναι ορθό να ακυρωθεί. Πιστεύω ότι βοήθεια μπορεί να αντληθεί από την πρακτική στην Αγγλία, όπου το νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο που διέπει την πτωχευτική διαδικασία είναι παρόμοιο με το δικό μας, όσον αφορά την ύπαρξη αναγκαίων ικανοποιητικών στοιχείων. Έχει κριθεί στην Αγγλική νομολογία ότι η Ειδοποίηση θα πρέπει να ακυρωθεί εάν υπό το φως ολόκληρης της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί από τους διαδίκους υπάρχει γνήσιο θέμα προς εκδίκαση («genuine triable case of set off etc.»), η δε φράση «γνήσιο θέμα προς εκδίκαση» έχει προτιμηθεί από το Εφετείο στην υπόθεση Re A Debtor, (991 of 1962)
(1963)1 W.LR. 51, C.A. από φράσεις όπως «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» ή «εύλογη πιθανότητα επιτυχίας». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Williams & Muir Hunter on Bankruptcy, 19η Έκδοση στη σελ. 38, δεν υπάρχει συγκεκριμένος βαθμός απόδειξης σε αυτές τις υποθέσεις γιατί κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων εάν ικανοποιεί κατ΄αρχάς το στοιχείο της γνήσιας συζητήσιμης υπόθεσης. Θα πρέπει όμως τα γεγονότα τα οποία ο οφειλέτης θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου να είναι τέτοια που να τοποθετούν την απαίτηση του μέσα στο πλαίσιο των Κανονισμών και των αρχών της νομολογίας που διατυπώθηκαν πιο πάνω. Σύμφωνα δε με το λεκτικό του Άρθρου 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 αλλά και του πτωχευτικού Κανονισμού 40
(2)το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη ανταξίωσης, δικαιώματος συμψηφισμού ή ανταγωγής βαρύνει τον οφειλέτη. Το άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, καθορίζει ως πράξη πτώχευσης τη μη συμμόρφωση σε ειδοποίηση πτώχευσης εντός επτά ημερών. Ο οφειλέτης θα πρέπει εντός επτά ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης είτε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία να είναι ίση ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και την οποία δεν μπορούσε να προβάλει στην αγωγή στην οποία εξασφαλίστηκε n απόφαση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρίσει ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι έχει τέτοια ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή όπως αναφέρεται πιο πάνω. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, η ένορκη δήλωση λειτουργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, και πρέπει να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη. Οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(ζ) του Νόμου και του Κανονισμού 40
(2)είναι σαφείς και καθορίζουν περιοριστικά τις ενστάσεις που ένας οφειλέτης μπορεί να προβάλει με την ένορκη δήλωση, και συγκεκριμένα ανταπαίτηση, συμψηφισμό και ανταγωγή. Το λεκτικό του Νόμου ως προς την πράξη πτώχευσης ερμηνεύεται και εφαρμόζεται αυστηρά με αναφορά στην τεχνική του έννοια. Παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Re Chinery, Ex Parte Chinery
(1884), 12 Q.B.D. 342, και Re Collier
(1891)64 L.T. 742. Στην υπόθεση Re Cole, Ex p. Attenborough
(1898)67 L.J.Q.B. 302, ο Δικαστής Wright είπε τα ακόλουθα, σχολιάζοντας αντίστοιχες Αγγλικές πρόνοιες: «It seems to me that the power of the Court to set aside a bankruptcy notice is confined to the particular grounds specified in the Act and Rules; and in saying that I am only adopting the view taken by Mr. Justice Vaugham Williams in Easton, In re Dixon ex parte, where he said: 'Where it is a bankruptcy notice, it seems to me, the only reasons which can be entertained by a Registrar are the reasons which are mentioned in section 4, sub-section 1(g) - namely, that the debtor has a counterclaim, set-off or cross-demand which he could not set up in the action in which judgment was obtained.» Μάλιστα στην Αγγλία ο Πρωτοκολλητής (ο οποίος έχει αυτή την εξουσία) οφείλει να εξετάζει προς το σκοπό αυτό μια τέτοια ένορκη δήλωση προτού την ορίσει για ακρόαση. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση The debtor v. Seater Walker Ltd
(1981)1 All E.R. 987: « . If an affidavit had been filed in time the registrar would have to ask himself if he was satisfied that sufficient cause was shown and, on being so satisfied he would then fix a date for hearing the application.» Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει μια ειδοποίηση για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στο άρθρο 3
(1)(ζ) και στον Κανονισμό 40
(2)δεν αμφισβητείται. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώριση ξεχωριστής αίτησης για παραμερισμό που διέπεται από τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18 και όχι αίτηση υπό μορφή ένορκης δήλωσης που προβλέπει ο Κανονισμός 40
(2). Στην υπόθεση Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365, (απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου), αφού έγινε εκτενής αναφορά στη σχετική Αγγλική νομολογία, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «In view of the above authorities I hold that a debtor is entitled to apply for the setting aside of a bankruptcy notice on grounds other than those set out in r.40
(2)of the the Bankruptcy Rules, but in such a case he has to apply by means of an application and not by means of an affidavit. In this connection I think, r. 16 of the Bankruptcy Rules is the rule applicable.» Στην εν λόγω υπόθεση έχει επίσης λεχθεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για ένορκη δήλωση με βάση τον Κανονισμό 40. Άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης εκτός αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)είναι παρατυπία στην έκδοση, κακή επίδοση της ειδοποίησης καθώς και ισχυρισμός για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Στο πιο πάνω σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, στη σελ.38, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The debtor may apply by motion (i.e. not by the summary affidavit procedure of B.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g., irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc;» 3. Εφαρμογή των νομικών αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης Στην υπό κρίση αίτηση οι λόγοι που επικαλείται ο Οφειλέτης στην ένορκη δήλωση του είναι άλλοι από αυτούς οι οποίοι περιοριστικά καθορίζονται στον Κανονισμό 40
(2)των Κανονισμών. Η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν αναφέρει νομική βάση. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα θεωρώ ότι ο Οφειλέτης δεν καταχώρισε αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης με βάση τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18 και το πτωχευτικό έντυπο αρ. 13. Ο Οφειλέτης καταχώρισε ένορκη δήλωση δυνάμει του Κανονισμού 40
(2), η οποία λειτουργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, και πρέπει να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 40
(3). Στην προκειμένη περίπτωση η ένορκη δήλωση του Οφειλέτη καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(3). Πρέπει να τονισθεί ότι από τη στιγμή που ο Οφειλέτης επέλεξε να αμφισβητήσει την ειδοποίηση πτώχευσης με ένορκη δήλωση δυνάμει του Κανονισμού 40
(2)έχει περιορίσει και τους λόγους ακύρωσης που μπορεί να επικαλεστεί και οι οποίοι είναι αυτοί που αναφέρονται στον εν λόγω Κανονισμό. Στην προκειμένη περίπτωση η ένορκη δήλωση του Οφειλέτη είναι νομικά αβάσιμη, εφόσον οι λόγοι που εγείρει εκφεύγουν των εκ του Νόμου και των Κανονισμών αυστηρώς καθορισμένων πλαισίων, έτσι ώστε ενώπιον του Δικαστηρίου να μην υπάρχει έγκυρο αίτημα ούτως ώστε το Δικαστήριο νόμιμα να μπορεί να εξετάσει και να αποφασίσει το θέμα που έχει εγείρει ο Οφειλέτης. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης θα αποτελούσαν, ενδεχομένως, αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της ορθής νομικής διαδικασίας (application by motion). Με βάση τα όλα όσα έχω προαναφέρει είμαι της γνώμης ότι ο Οφειλέτης έχει αποτύχει παντελώς να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υφίσταται ένας από τους περιοριστικά καθορισμένους λόγους που θα δικαιολογούσαν την ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Δηλαδή ο Οφειλέτης δεν προβάλλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν την ύπαρξη ανταπαίτησης, δικαιώματος συμψηφισμού ή ανταγωγής εναντίον της Πιστώτριας και άρα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου και του Κανονισμού 40
(2)(βλ. Μιχαλάκης Αλωνεύτης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ., Πολ. Έφ. 315/05, απόφαση ημερ. 29.3.07). Στην παρούσα περίπτωση η απόφαση είναι τελεσίδικη και δεν υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της. Ούτε και συμμόρφωση με τις πρόνοιες της ειδοποίησης υπάρχει. Ο ισχυρισμός του Οφειλέτη στην παράγραφο 4(α) της Ένορκης Δήλωσης του, ότι δηλαδή: «τo Αγγλικό Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στον υπολογισμό της περιουσίας μου έλαβε υπόψη περιουσία μου που προϋπήρχε του γάμου μου με την αιτήτρια ως επίσης και η περιουσία η οποία ήταν αποτέλεσμα κληρονομιάς και η οποία ήρθε στην κατοχή μου μετά την τέλεση του γάμου μου με την αιτήτρια». όχι μόνο δεν προνοείται από το Άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 και τον Κανονισμό 40
(2)ως λόγος ακύρωσης της Ειδοποίησης Πτώχευσης, αλλά επίσης συνιστά ισχυρισμό επί της ουσίας της αρχικής απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου Swindon County Court, τον οποίο δεν νομιμοποιείται να εγείρει στο στάδιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Περαιτέρω, είμαι της άποψης ότι η επίδικη Ειδοποίηση Πτώχευσης εξεδόθη στα πλαίσια μιας καθ΄όλα νομότυπης και ορθής αίτησης η οποία πληρεί και είναι απόλυτα σύμφωνη με το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις που θέτουν οι Κανονισμοί 39 και 40 των Κανονισμών. Ο ισχυρισμός του Οφειλέτη στην παράγραφο 4(β) της ένορκης δήλωσης του, ότι δηλαδή: «σύμφωνα με τους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς Κεφ. 6 ταυτόχρονα με την αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης Πτώχευσης θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί στο Πρωτοκολλητείο και να είχε επισυναφθεί πιστό αντίγραφο της απόφασης στην οποία η Ειδοποίηση Πτώχευσης στηρίζεται δηλαδή της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου Swindon County Court και σχετικού Πιστοποιητικού Εξόδων», εκφεύγει από τα προδιαγραφόμενα από το νομικό και θεσμικό πλαίσιο καθώς και τη νομολογία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί στην παρούσα διαδικασία. Μολαταύτα, για να υπάρχει η κρίση μου επί τούτου, θα πρέπει να πω ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι παντελώς αβάσιμος και λανθασμένος αφού «η απόφαση ή το διάταγμα επί του οποίου βασίζεται η Ειδοποίηση Πτώχευσης»/('the judgment or order on which the notice is founded') δεν είναι η απόφαση του Swindon County Court αλλά, τα διατάγματα ημερ. 21.6.2006 και 31.1.2007, με τα οποία το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αναγνώρισε και/ή ενέγραψε το Διάταγμα του Swindon County Court (βλ. Halsbury´s Laws οf England, 3rd Ed., Vol. 2, σελ. 275, παρα. 515). Εν πάση περιπτώσει, οι πρόνοιες του αγγλικού διατάγματος περιέχονται στο διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 21.6.2006 και ελληνική μετάφραση του κειμένου του επισυνάπτεται αυτούσια στο εν λόγω διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 21.6.2006, ως Παράρτημα Α. Δηλαδή, όλες οι πρόνοιες του εγγραφέντος αγγλικού διατάγματος έχουν ενσωματωθεί στο διάταγμα ημερ. 21.6.2006, το οποίο επισυνάφθηκε στην Ειδοποίηση Πτώχευσης και στο οποίο η εν λόγω Ειδοποίηση στηρίζεται. Και αν ακόμα θεωρηθεί ότι υφίσταται παρατυπία ή άλλως πως μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς είμαι της άποψης ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 102
(1)του Περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5: «Καμία πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται εξαιτίας τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας, εκτός αν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβλήθηκε ένσταση εναντίον της διαδικασίας είναι της γνώμης ότι προκλήθηκε από το ελάττωμα ή την αντικανονικότητα ουσιαστική αδικία και ότι η αδικία δεν δύναται να θεραπευτεί από οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου εκείνου.» Ομοίως, ο Κανονισμός 2 των Κανονισμών προβλέπει ότι η μη συμμόρφωση με οποιοδήποτε από τους κανονισμούς ή με κανόνα πρακτικής που ακολουθείται κατά καιρούς δεν επιφέρει ακυρότητα στη διαδικασία εκτός αν το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει σωστό. Ενόψει της παράθεσης στο ίδιο το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 21.6.2007 αυτούσιου του κειμένου του διατάγματος του Swindon County Court, πιστεύω ότι δεν έχει προκληθεί οποιαδήποτε ή οποιαδήποτε ουσιαστική αδικία (΄substantial injustice΄) σε βάρος του Οφειλέτη. Επαναλαμβάνω όμως ότι, κατά τη γνώμη μου, δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρατυπία με την μη επισύναψη στην Ειδοποίηση Πτώχευσης του αγγλικού διατάγματος αφού δεν είναι σε αυτό που στηρίζεται η Ειδοποίηση Πτώχευσης, αλλά στα δύο
(2)διατάγματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 21.6.2006 και 31.1.2007, με τα οποία διατάχθηκε η εγγραφή του Αγγλικού διατάγματος στην Κύπρο και απορρίφθηκε η αίτηση για παραμερισμό του ex parte διατάγματος ημερ. 21.6.2006. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η ένορκη δήλωση του Οφειλέτη για ακύρωση και/ή παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης δεν παρέχει έρεισμα για την ακύρωση της εν λόγω Ειδοποίησης και απορρίπτεται. Κρίνω, περαιτέρω, ότι η ειδοποίηση πτώχευσης έχει καλώς εκδοθεί. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Πιστώτριας και εναντίον του Οφειλέτη. (Υπ.) ............. Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο