← Κύπρος

EARLSFIELD STEEL LIMITED ν. Joint Stock Company Electrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal named for AN Kyjmin, Αγωγή Αρ. 9593/05, 11 Mαίου, 200

EARLSFIELD STEEL LIMITED ν. Joint Stock Company Electrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal named for AN Kyjmin, Αγωγή Αρ. 9593/05, 11 Mαίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 9593/05 Μεταξύ: EARLSFIELD STEEL LIMITED, από Λευκωσία Ενάγουσας - και - Joint Stock Company Electrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal named for A.N. Kyjmin, από Ουκρανία Εναγομένης Αίτηση εναγομένης ημερ. 23.10.06 για ακύρωση της άδειας για σφράγιση του κλητηρίου, του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης του κλητηρίου ------------------------------- Ημερομηνία: 11 Mαίου, 2007 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη/αιτήτρια: κα Στεφανή Για ενάγουσα/καθ΄ ης: κ. Μέσσιος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με επίκληση τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 (Αρ.8), τον Περί Όρκων Νόμο Κεφ. 18 (Καν.11 του Δεύτερου Παραρτήματος), των Νόμων 84/79 και 8(ΙΙΙ)/05 με τους οποίους κυρώνονται οι Συμβάσεις για Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων και Νομικής Συνεργασίας μεταξύ Κύπρου και Ουκρανίας, ως και προνοιών του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (των Δ.5, Δ.6 θ.4, Δ.39 και Δ.48 θθ.1-4, 8 και 9), ζητείται από την εναγόμενη (στο εξής «η αιτήτρια»), ή ακύρωση, παραμερισμός ή απόρριψη:-

  1. Της Άδειας για σφράγιση και καταχώριση του γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ως και του Διατάγματος για επίδοση της σχετικής ειδοποίησης εκτός δικαιοδοσίας και
  2. Του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης τόσο της ειδοποίησης όσο και όλων των εγγράφων που επιδόθηκαν στην Αιτήτρια. Η αίτηση, η οποία προσέκρουσε σε ένσταση της ενάγουσας (στο εξής η καθ΄ ης η αίτηση), συνοδεύεται από ένορκους δηλώσεις, αλλά προτού γίνει αναφορά στο περιεχόμενό τους θα ΄ταν χρήσιμο να σκιαγραφηθεί (σε συντομία βέβαια) το ιστορικό της διαδικασίας κι αυτό στη βάση του υλικού που υπάρχει στο φάκελο της υπόθεσης. Η Άδεια για σφράγιση και καταχώριση του κλητηρίου δόθηκε στις 1.12.05, κατ΄ ακολουθία αποδοχής της Γεν. Αίτησης 897/05 της καθ΄ ης η αίτηση. Ακολούθησε, στις 14/12, η καταχώριση του κλητηρίου μαζί με μονομερή αίτηση - η οποία έγινε αποδεκτή στις 21.12.05 - για επίδοση της Ειδοποίησης εκτός δικαιοδοσίας μέσω του μηχανισμού που προβλέπεται από τον Κυρωτικό Νόμο 8(ΙΙΙ)/
  3. Η αιτήτρια, διαλάμβανε το διάταγμα, όφειλε να καταχωρήσει εμφάνιση μέσα σε 30 ημέρες από την επίδοση, διαφορετικά οποιοδήποτε μεταγενέστερο έγγραφο αφορούσε την υπόθεση θα αναρτάτο στο πινάκιο του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος της καθ΄ ης κατάθεσε την Ειδοποίηση του κλητηρίου, την αίτηση 14.12.05 και το συνακόλουθο διάταγμα ημερ. 21.12.05 στο Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Λευκωσίας, το οποίο τα διαβίβασε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για να επιδοθούν στην αιτήτρια στην Ουκρανία. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι ότι στις 1.8.06 η Πρεσβεία της Ουκρανίας στην Κύπρο απέστειλε Ρηματική Διακοίνωση στο Υπουργείο Εξωτερικών, με την οποία γνωστοποιούσε ότι τα πιο πάνω έγγραφα επιδόθηκαν στην αιτήτρια στις 16.5.06, κάτι που γνωστοποιήθηκε στο Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Λευκωσίας στις 17.8.
  4. Επισημαίνεται, στο σημείο αυτό, ότι το Διάταγμα ημερ. 21.12.05 και η αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε, φαίνεται ότι δεν μεταφράσθηκαν στην Αγγλική ή Ρωσική γλώσσα, αλλά επιδόθηκαν στην αιτήτρια στην Ελληνική, η οποία καταχώρισε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στις 23.10.
  5. Τέλος, για σκοπούς ολοκλήρωσης της εικόνας, θα΄ ταν χρήσιμο να προσδιορισθεί το είδος και η φύση της αξίωσης της καθ΄ ης. Πρόκειται για αξίωση αποζημιώσεων - ειδικών, γενικών και παραδειγματικών, ύψους εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων Αμερικής - για ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη, όπως διατείνεται, λόγω δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παραβάσεων ουσιωδών όρων Συμφωνίας ημερ. 3.7.03 εκ μέρους της αιτήτριας. Η συμφωνία αυτή, διατείνεται η καθ΄ ης, συνήφθηκε στην Κύπρο και με αυτή η αιτήτρια συμφώνησε να την προμηθεύει με μεταλλικά προϊόντα, ο τύπος, η ποσότητα, η ποιότητα και τιμή των οποίων θα καθορίζονταν γραπτώς. Στη βάση της συμφωνίας αυτής, συνεχίζει, αγόρασε από την αιτήτρια χάλυβα αντί του (συνολικού) ποσού των $424.019,70, τον οποίον μεταπώλησε σε κινέζικη εταιρεία. Κατά παράβαση όμως ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων της μεταξύ τους συμφωνίας, ο χάλυβας δεν ήταν συγκεκριμένης υψηλής ποιότητας και ούτε κατάλληλος για το σκοπό για τον οποίο προοριζόταν, κάτι που η αιτήτρια γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η πρόκληση στην καθ΄ ης ζημιάς ίσης με το τίμημα αγοράς του χάλυβα και, περαιτέρω, η έγερση αξίωσης εναντίον της ύψους $3 εκατομμυρίων από την κινέζικη εταιρεία για ζημιές που υπέστη λόγω της ακαταλληλότητας του χάλυβα. Με τις εκατέρωθεν ενόρκους δηλώσεις εγείρονται (βασικά) προς εξέταση τέσσερα

(4)θέματα, τα οποία αναπτύχθηκαν περαιτέρω με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Αφορούν:-
  1. Την εγκυρότητα της άδειας για σφράγιση του κλητηρίου και τη μη επίδοση της στην Αιτήτρια. Η άδεια για σφράγιση, διατείνεται η αιτήτρια, θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση δεν συνήδε με τις απαιτήσεις των άρθρων 2 και 11 του περί Όρκων Νόμου και τις πρόνοιες της O.38 των Rules of the Supreme Court (Annual Practice του 1958, σελ. 928). Αυτό, γιατί το πρόσωπο που προέβηκε στην εν λόγω δήλωση είναι Εβραίος και για να ήταν έγκυρη θά ΄πρεπε να είχε ορκισθεί επί της Παλαιάς Διαθήκης. Τέτοια όμως Διαθήκη - όπως προέκυψε από έρευνα δικηγόρου, ο οποίος προέβηκε και σε σχετική ένορκη δήλωση - δεν υπάρχει στα Πρωτοκολλητεία του Ε.Δ. Λευκωσίας. Περαιτέρω, η εν λόγω άδεια αλλά και η αίτηση στη βάση της οποίας δόθηκε, θα έπρεπε να της είχαν επιδοθεί μαζί με τα άλλα έγγραφα στις 16.5.06, κάτι που δεν έγινε κατά παράβαση των προνοιών της Δ.48 θ.
  2. Η καθ΄ ης, αφού επικαλέσθηκε την υποχρέωση της αιτήτριας να καταχωρήσει εμφάνιση μέσα σε 30 ημέρες (ως το διάταγμα ημερ. 21.12.05) και την παράλειψη της να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για παράταση σύμφωνα με τη Δ.57 θ.2, υποστήριξε:- (α) Ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί είναι εκπρόθεσμη. Παράπεμψε σχετικά στην υπόθεση Κατσουρίδης ν. Αντωνίου κ.α., Πολ. Εφ. 11849/21.6.05, (β) Ότι ο Περί Όρκων Νόμος αποτελεί απαρχαιωμένο κατάλοιπο της αποικιοκρατικής νομοθεσίας και είναι πρωτάκουστο να εγείρονται ενστάσεις τέτοιας φύσεως. Εν πάση περιπτώσει, αν κριθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του σχετικού Νόμου αυτό συνιστά επουσιώδη παρατυπία που θεραπεύεται με τις πρόνοιες της Δ.64 και, (γ) Η διαδικασία για εξασφάλιση άδειας σφράγισης του κλητηρίου είναι ξεχωριστή από τη διαδικασία που ακολουθείται μετά την έγερση της αγωγής και, επομένως, η καθ΄ ης δεν είχε υποχρέωση να επιδόσει στην αιτήτρια τόσο την άδεια όσο και την αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε.
  3. Την εγκυρότητα του διατάγματος ημερ. 21.12.05 ως και της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, υποστήριξε η αιτήτρια, πρέπει να ακυρωθεί γιατί εκδόθηκε κατ΄ επίκληση των προνοιών της Δ.6 Θ.1(a)-(h) οι οποίες είναι άσχετες με την παρούσα διαδικασία. Αυτό γιατί:- (α) Η επίδικη σύμβαση συνομολογήθηκε εκτός Κύπρου και πιο συγκεκριμένα, όπως καταγράφεται σ΄ αυτή, στην πόλη Zaporozhye της Ουκρανίας, (β) η αγωγή δεν αφορά αστικό αδίκημα που έγινε στην Κύπρο και (γ) δεν υπάρχουν ημεδαποί εναγόμενοι. Παρέπεμψε, σ΄ ότι αφορά τη σημασία που ενέχει η συμπερίληψη σε μια ενδιάμεση αίτηση του ορθού άρθρου του Νόμου ή του ορθού Κανονισμού, στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου 157/90 ημερ. 30.5.99 και στις παρατηρήσεις που γίνονται στη σελ. 148 του Annual Practice του 1958 αναφορικά με τη Ο.
  4. Περαιτέρω - με αναφορά στις υποθέσεις Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1969)1 CLR 1 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036 - υποστήριξε ότι κακώς η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση έγινε από δικηγόρο. Το επίδικο συμβόλαιο (τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση 14.12.05), αντέτεινε η καθ΄ ης, έχει υπογραφεί στην Κύπρο και, επομένως, πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6 Θ.1(e). Περαιτέρω, όλη η έγγραφη μαρτυρία που αφορά την υπόθεση βρίσκεται στην Κύπρο και η εδώ άφιξη των ξένων πραγματογνωμόνων - μαρτύρων είναι εύκολη και βολική. Όσον δε αφορά την περαιτέρω θέση της αιτήτριας, υποστήριξε ότι τίποτα το μεμπτό δεν υπάρχει στο να προβαίνουν οι δικηγόροι σε ενόρκους δηλώσεις για υποστήριξη ενδιάμεσων αιτήσεων, τη στιγμή μάλιστα που με το άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου (όπως τροποποιήθηκε το 2004) ο κανόνας για αποκλεισμό της εξ ακοής μαρτυρίας έπαυσε να ισχύει. Εν πάση περιπτώσει, υπόδειξε, το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη δοθείσα υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως μαρτυρία, η οποία αποτελεί, κατ΄ ουσία, υιοθέτηση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του πελάτη τους που συνόδευε την αίτηση για σφράγιση. Η αιτήτρια, επί του προκειμένου, αντέταξε, ότι η υιοθέτηση του περιεχομένου ένορκης δήλωσης που έγινε από άλλο πρόσωπο σε άλλη διαδικασία δεν επιτρέπεται. Παρέπεμψε, σχετικά, στην υπόθεση Rafique Sajid v. Kυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Υπο. 1140/04, ημερ. 29.12.04 και στις πρόνοιες της Δ.39 Θ.2. 3. Τη μη μετάφραση εγγράφων που επιδόθηκαν στην Αιτήτρια στις 16.5.06. Η αίτηση 14/12 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και το συνακόλουθο διάταγμα 21/12, διατείνεται η αιτήτρια, επιδόθηκαν σ΄ αυτή (μαζί με άλλα έγγραφα) στην ελληνική, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)του Ν. 8
(111)/05 που επιτάσσει μετάφραση στην Αγγλική ή Ρωσική γλώσσα. Επομένως, υποστήριξε, η επίδοση δεν είναι καλή. Η καθ΄ ης αντέτεινε ότι τίποτα το μεμπτό δεν εντοπίζεται στην επίδοση των εγγράφων, αφού υπήρξε πλήρης συμμόρφωση τόσο στις απαιτήσεις της Δ.6 θ.7
(1)όσο και στις πρόνοιες του Ν.8
(111)/
  1. Την καταλληλότητα του παρόντος Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεση (forum conveniens) και τη ρήτρα δικαιοδοσίας, που περιέχεται στην επίδικη σύμβαση. Είναι θέση της αιτήτριας ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο για εκδίκαση της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο, υποστήριξε, είναι το Διεθνές Εμπορικό Δικαστήριο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Ουκρανίας, όπως εξάλλου προνοείται και από τη σχετική ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στη μεταξύ τους σύμβαση. Επεσήμανε προς τούτο:- (α) Ότι η επίδικη σύμβαση υπογράφηκε στο Zaporozhye της Ουκρανίας και ο ισχυρισμός της καθ΄ ης ότι υπογράφηκε στην Κύπρο είναι ψευδής και παραπλανητικός. Αν, υποστήριξε, αποκαλυπτόταν αυτό το ουσιώδες γεγονός θα επηρεαζόταν καίρια η δικαστική κρίση για τη χορήγηση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Παρέπεμψε, επί του προκειμένου, στην υπόθεση Demstar (ανωτέρω) για την υποχρέωση του διαδίκου, που επιδιώκει θεραπεία με μονομερή αίτηση, να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων. (β) Τη ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στο άρθρο 9 της μεταξύ τους συμφωνίας για παραπομπή των διαφορών στο πιο πάνω Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο θα εφάρμοζε τη νομοθεσία της Ουκρανίας, τους κανόνες του Δικαστηρίου και τις διεθνείς συμφωνίες. Ο όρος αυτός υποστηρίχθηκε, είναι σαφής και δεσμευτικός και δεν προβλήθηκαν ισχυροί λόγοι για τη μη εφαρμογή του. Παρέπεμψε, σχετικά, στην υπόθεση Phassouri Plantations v. Adriatica
(1985)1 CLR 290, που υιοθέτησε το τι σχετικά αποφασίσθηκε στην υπόθεση Sonco Canning Ltd v. Adriatica
(1972)1 CLR 210 ως και στο Ν.84/79που επικυρώνει τη Σύμβαση περί Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (γνωστής ως «The New York Convention 1958»), συμβαλλόμενα μέρη της οποίας είναι τόσο η Ουκρανία όσο και η Κύπρος. Επικαλέσθηκε, επίσης, και το άρθρο 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία για αναστολή της διαδικασίας όταν υπάρχει ρήτρα διαιτησίας, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι η Κύπρος δεν είναι βολικό βήμα (forum non-conveniens) γιατί όλοι οι μάρτυρες είναι από το εξωτερικό. Η καθ΄ ης, αντικρούοντας τις πιο πάνω θέσεις, υποστήριξε ότι:- (α) Το πλέον αρμόδιο όργανο για να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης, στην οποία εγείρονται θέματα απάτης, είναι το Δικαστήριο κι όχι η Διαιτησία. Παρέπεμψε, επί του προκειμένου, στο σύγγραμμα The Law and Practice of Commercial Arbitration in England, των Mustill & Boyd, 2η έκδοση σελ. 478, υποδεικνύοντας ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της αιτήτριας πουθενά δεν αντικρούεται ο προβαλλόμενος από την καθ΄ ης ισχυρισμός για δόλο. (β) Η σύμβαση υπογράφτηκε στην Κύπρο και το Δικαστήριο έχει πρωταρχική δικαιοδοσία (primary jurisdiction) για εκδίκαση της, κάτι που η ρήτρα διαιτησίας δεν αναιρεί. Η ύπαρξη της εν λόγω ρήτρας, υπόδειξε, νομιμοποιούσε την αιτήτρια σε καταχώρηση αίτησης για αναστολή της διαδικασίας (Galatariotis & Sons v. The Scandinavian and Baltic Shipping Corporation
(1967)1 CLR 387, σελ. 390 και Olver v. Hillier
(1959)2 All E.R. 221), κάτι που πρέπει να αποκλεισθεί γιατί:- Η αγωγή συνομολογήθηκε στην Κύπρο, αφορά δόλο και η αιτήτρια έχει δείξει ισχυρούς λόγους για τη μη παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία (El Amria
(1981)2 Lloyd´s Rep. 119, σελ. 123-124). Πιο συγκεκριμένα:- Η αιτήτρια έχει αποκλείσει την υποβολή απαίτησης από την καθ΄ ης στην Ουκρανία, όπου υπάρχει διαφθορά σε εκτεταμένη κλίμακα, κι αν γίνει τέτοια παραπομπή, η καθ΄ ης είναι «εξ υπαρχής καταδικασμένη να χάσει» και «δεν υπάρχει περίπτωση να τύχει ίσης, αμερόληπτης και δίκαιης μεταχείρισης στην Ουκρανία». Παρέπεμψε, επί του προκειμένου, στην υπόθεση Στέλλα ν. Σαγιάς
(1983)1 CLR 186, σελ.
  1. Τέλος, σ΄ ότι αφορά τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης, επικαλέσθηκε το άρθρο 11.3, το οποίο προνοεί ότι τα Δικαστήρια των συμβαλλομένων μερών δεν παραπέμπουν την υπόθεση σε διαιτησία όταν κρίνουν ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία είναι άκυρη (null and void), ανενεργός (in operative) ή δεν μπορεί να εκτελεσθεί (incapable of being performed). Η επίδικη συμφωνία, υποστήριξε, είναι ασαφής και αδύνατο να εφαρμοσθεί και προς τούτο παρέπεμψε στα συγγράμματα Law and Practice of International Commercial Arbitration των Redfern & Hunter, 4η έκδοση, παρ. 3-68 και 3-69 και Jurisdiction and Arbitration Agreements and their Enforcement του D. Joseph Q.C., 1η έκδοση, παρ. 12.
  2. Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα. Αρχίζοντας από το πρώτο θέμα - την εγκυρότητα, δηλαδή, της άδειας για σφράγιση του κλητηρίου και τη μη επίδοση της στην αιτήτρια - έχω την άποψη ότι οι θέσεις της αιτήτριας δεν ευσταθούν για τους πιο κάτω λόγους:- Η επίκληση των προνοιών των άρθρων 2 και 11 του Περί Όρκων Νόμου, ως και των παρατηρήσεων για τον τύπο της διαβεβαίωσης που γίνεται στη σελ. 925 του Annual Practice του 1958, εγείρει (κατ΄ ουσία) δύο ζητήματα. Το πρώτο, την ενασχόληση με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ομνύοντος και, το δεύτερο, τη διερεύνηση της διαδικασίας που έγινε ενώπιον του Πρωτοκολλητή, ο οποίος επιβεβαιώνει ότι ο ομνύων ορκίσθηκε ενώπιον του. Τέτοια ενασχόληση, κατά την άποψή μου, στερείται σοβαρότητας. Όπως και το ζήτημα αν υπάρχει ή όχι στο Πρωτοκολλητείο Παλαιά Διαθήκη ή αν ο ομνύων ορκίσθηκε ή όχι επί της Παλαιάς ή της Καινής Διαθήκης. Κατ΄ ακολουθία τούτων οι αιτιάσεις της αιτήτριας για την εγκυρότητα της σχετικής ένορκης δήλωσης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Όσον αφορά το δεύτερο λόγο, ότι δηλαδή θα έπρεπε να είχε επιδοθεί στην αιτήτρια τόσο η άδεια όσο και η αίτηση στη βάση της οποίας δόθηκε, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προνοούμενη από τη Δ.2 θ.2 άδεια αποτελεί δικονομικό μέτρο που προηγείται της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος. Είναι, επομένως, ξεχωριστή διαδικασία και στο πρώϊμο αυτό στάδιο - που ακόμα δεν υπάρχουν διάδικοι - εναπόκειται στον αιτητή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο αν θα του δώσει ή όχι την αιτούμενη άδεια. Βέβαια, σκοπός της άδειας για σφράγιση του κλητηρίου με αλλοδαπό εναγόμενο είναι η επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας και είναι γι΄ αυτό το λόγο που ο σχετικός κανονισμός θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με την υποπαράγραφο (h) της Δ.6 θ.1 (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 146, όπου γίνεται άμεση σύνδεση των αντίστοιχων Κανονισμών Ο.2 r.4 και Ο.11 r.1). Nοουμένου δε ότι δίδεται άδεια για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας - διαδικασία μεταγενέστερη της καταχώρησης του κλητηρίου - ο αλλοδαπός διάδικος έχει κάθε δικαίωμα να την προσβάλει, διάβημα που δεν επηρεάζει την ήδη δοθείσα άδεια για σφράγιση. Όσον δε αφορά την επίκληση από την αιτήτρια των προνοιών της Δ.48 θ.13, αυτό δεν βοηθά τη θέση της. Ο λόγος, κατά την άποψή μου, είναι απλός. Ο εν λόγω κανονισμός αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου επιδίδεται Διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, ενώ η παρούσα αφορά Άδεια σε προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας, η οποία με βάση τους Κανονισμούς δεν επιβάλλεται να επιδοθεί. Για τους πιο πάνω λόγους οι θέσεις της αιτήτριας για το πρώτο ζήτημα δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Ακολουθεί η εξέταση του δεύτερου ζητήματος, που αφορά την εγκυρότητα του διατάγματος ημερ. 21.12.05 και της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Επί του ζητήματος εντοπίζεται διαφωνία επί πραγματικού γεγονότος, κρίσιμου κατά την άποψη μου. Αφορά τον τόπο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, με την καθ΄ ης να διατείνεται ότι η εν λόγω σύμβαση συνομολογήθηκε στην Κύπρο και με την αιτήτρια ότι έγινε στην πόλη Zaporozhye της Ουκρανίας. Η διάσταση είναι καίρια, γιατί αν πράγματι συνομολογήθηκε στην Ουκρανία τότε, όπως φαίνεται, εκθεμελιώνεται η τοπική δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Από την ίδια τη σύμβαση (τεκμ.1, που συνοδεύει την αίτηση 14.12.06) δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να δίδει βάση στον ισχυρισμό της καθ΄ ης. Αντίθετα, στην πρώτη σελίδα του εν λόγω τεκμηρίου (1(α) στα ρωσικά και 1(β) η μετάφραση στ΄ αγγλικά) αναγράφεται κάτω από τον τίτλο «Sales Contract» ή λέξη «Zaporozhye», στοιχείο που τείνει να υποστηρίξει τη θέση της αιτήτριας. Όμως, από μόνο του αυτό το στοιχείο δεν είναι τέτοιο που θα μπορούσε να οδηγήσει, στο παρόν στάδιο, σε ασφαλές συμπέρασμα ότι πράγματι εκεί συνομολογήθηκε η σύμβαση. Είναι στοιχείο το οποίο απαιτεί τεκμηρίωση με μαρτυρία, κάτι που ενδεχομένως θα έχει καταλυτικές συνέπειες στο θέμα της (τοπικής) δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι θέμα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Επομένως στο παρόν στάδιο δεν μπορεί να αποφασισθεί πού συνομολογήθηκε η εν λόγω σύμβαση και ποιες συνέπειες επιφέρει το στοιχείο αυτό. Παρέμεινε, για το υπό κρίση ζήτημα, η περαιτέρω θέση της αιτήτριας ότι κακώς η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ημερ. 14/12 έγινε από δικηγόρο. Πράγματι, οι αυθεντίες που επικαλέσθηκε επί του θέματος κακίζουν την πρακτική να προβαίνουν δικηγόροι σε τέτοιες δηλώσεις. Όμως, κατά την άποψή μου, από τη στιγμή που η ενόρκως δηλούσα αποκάλυψε στην ένορκη της δήλωση την πηγή της πληροφόρησής της, λαμβανομένης υπόψη και της νέας κατάστασης πραγμάτων που επέφερε ο Ν.32
(1)/04 στο Δίκαιο της Απόδειξης, θα΄ ταν ακραία κατάληξη να ακυρωθεί το διάταγμα ημερ. 21.12.05 στη βάση αυτού του γεγονότος. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω κρίνω ότι ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί και, επομένως, απορρίπτεται. Ακολουθεί η εξέταση του τρίτου ζητήματος, αν δηλαδή θα έπρεπε να επιδοθούν στην αιτήτρια μεταφρασμένα στην αγγλική ή ρωσική γλώσσα τόσο η αίτηση 14/12 όσο και το συνακόλουθο διάταγμα ημερ. 21/
  1. Τη θέση αυτή η αιτήτρια τη στήριξε στις πρόνοιες της Δ.6 θ.7 και άρθρο 3 του Ν.8(ΙΙΙ)/05, οι οποίες είναι ξεκάθαρες. Σύμφωνα με τη Δ.6 θ.7, όταν δίδεται άδεια για επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος σε ξένη χώρα με την οποία υπάρχει σύμβαση που σχετίζεται με την επίδοση - όπως είναι η παρούσα περίπτωση - πρέπει να ακολουθείται συγκεκριμένη αυστηρή διαδικασία, εκτός κι αν στη σύμβαση υπάρχουν ειδικοί όροι. Ειδικά δε για το θέμα της γλώσσας των εγγράφων που επιδίδονται, η Δ.6 θ.7 προνοεί ότι θα πρέπει να μεταφράζονται στη γλώσσα της χώρας όπου θα γίνει η επίδοση, κάτι που επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 3 του Ν.8(ΙΙΙ)/05, με τη διαφοροποίηση ότι τα προς επίδοση έγγραφα μπορούν να συνοδεύονται από πιστοποιημένα αντίγραφα σε αγγλική μετάφραση. Στην υπό εξέταση περίπτωση η Άδεια/Διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, όπως και η αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε μαζί με τη συνοδευτική ένορκη δήλωση, επιδόθηκαν στην αιτήτρια χωρίς να συνοδεύονται από πιστοποιημένα αντίγραφα της μετάφρασης τους είτε στη γλώσσα της Ουκρανίας είτε στην αγγλική. Η ουσιώδης αυτή παράλειψη πλήττει καίρια την εγκυρότητα της επίδοσης των εν λόγω εγγράφων, τα οποία επιβαλλόταν να επιδοθούν στην αιτήτρια σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.
  2. Η επίδοση, επομένως, των εγγράφων αυτών παραμερίζεται, κατάληξη που καθιστά αχρείαστη αλλά και άτοπη την ενασχόληση με το ζήτημα της έγερσης της αγωγής στην Κύπρο σε συσχετισμό με τη ρήτρα ξένης δικαιοδοσίας (βλ. Hani Mousa El Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 (B) AAΔ 836, σελ. 847). Πρόβλημα εντοπίζεται και στην επίδοση της ίδιας της Ειδοποίησης, για το λόγο ότι από το υλικό του φακέλου δεν επιβεβαιώνεται κατά πόσο μεταφράσθηκε ολόκληρο το περιεχόμενο της στην αγγλική, αλλά μέρος και συγκεκριμένα η πρώτη από τις δύο σελίδες. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και η επίδοση που έγινε στην αιτήτρια στις 16.5.06 κρίνεται άκυρη και παραμερίζεται. Όσον δε αφορά το ζήτημα που ηγέρθηκε από την καθ΄ ης ότι η αίτηση είναι εκπρόθεσμη, γιατί δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης μέσα σε 30 ημέρες και ούτε εξασφαλίσθηκε παράταση χρόνου για καταχώριση της, αυτό θα ΄χε σημασία στην περίπτωση που η επίδοση που έγινε ήταν έγκυρη. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι προς όφελος της αιτήτριας και εναντίον της καθ΄ ης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.