← Κύπρος

Αναφορικά με την Πτώχευση του Ιωσήφ Ηλία, Αίτηση αρ.: 181/07, 15 Μαΐου, 2007

Αναφορικά με την Πτώχευση του Ιωσήφ Ηλία, Αίτηση αρ.: 181/07, 15 Μαΐου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 181/07 Αναφορικά με την Πτώχευση του Ιωσήφ Ηλία, από τη Λευκωσία Οφειλέτη ΑΙΤΗΣΗ χωρίς ειδοποίηση από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Πιστωτές * * * * * Αίτηση ημερ. 15.2.07 για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης ημερ. 5.2.07 Ημερομηνία: 15 Μαΐου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή/Οφειλέτη: κ. Καμπούρης για κ. Α.Σ. Παπαντωνίου. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση/Πιστωτές: κ. Χρ. Γιάγκου για κ.κ. Γιώργος Γ. Γιάγκου & Σία. * * * * * ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Σύντομο ιστορικό της υπόθεσης Στις 5.2.07 το δικηγορικό γραφείο Γιώργος Γ. Γιάγκου & Σία με μονομερή αίτηση εκ μέρους της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ., σαν πιστωτών (στη συνέχεια «οι Πιστωτές») ζήτησε από το Δικαστήριο όπως εκδοθεί ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του Ιωσήφ Ηλία ως οφειλέτη (στη συνέχεια «ο Οφειλέτης»). Η αίτηση στηρίχθηκε σε απόφαση, αντίγραφο της οποίας επισυνάφθηκε στην αίτηση, η οποία εξασφαλίστηκε από τους Πιστωτές στις 30.5.03 στην αγωγή αρ. 4110/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον του Οφειλέτη. Στην ειδοποίηση πτώχευσης αναφέρεται ότι ο Οφειλέτης κατά το πλείστον μέρος των έξι προηγηθέντων της ειδοποίησης μηνών κατοικούσε στη Λευκωσία καθώς και ότι η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης δεν έχει ανασταλεί. Η σχετική Ειδοποίηση συνοδευόταν από την αναγκαία οπισθογράφηση με βάση τον Κανονισμό 40 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών Κεφ. 6 (στη συνέχεια «οι Κανονισμοί»), ότι δηλαδή η μη συμμόρφωση με την απαίτηση της ειδοποίησης θα συνεπάγεται τη διάπραξη πράξης πτώχευσης και ότι σε περίπτωση που ο Οφειλέτης έχει ανταπαίτηση, ανταξίωση ή εγείρει ζήτημα συμψηφισμού που είναι ίσα ή υπερβαίνουν τα ποσά που αξιώνουν οι Πιστωτές που δεν μπορούσε να προβάλει στην αγωγή ή σε άλλη διαδικασία στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η επίδικη απόφαση (πιστό αντίγραφο της οποίας επισυνάφθηκε στην αίτηση για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης), θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης καταχωρίζοντας προς το σκοπό αυτό ένορκη δήλωση εντός τριών

(3)ημερών από την επίδοση της σε αυτόν. Όπως φαίνεται και από το σχετικό φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ειδοποίηση Πτώχευσης, που εκδόθηκε την ίδια ημερομηνία από τον Πρωτοκολλητή, επιδόθηκε στον Οφειλέτη στις 12.2.
  1. Ο Οφειλέτης, αντιδρώντας στην ειδοποίηση που εκδόθηκε και του επιδόθηκε, καταχώρισε στις 15.2.07 Ειδοποίηση για την πρόθεση ένστασης συνοδευόμενη με Ένορκη Δήλωση. Η ουσία των ισχυρισμών του Οφειλέτη, όπως αντανακλώνται στις δύο ένορκες δηλώσεις που καταχώρισε (του δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο και καταχώρισε στις 28.2.07 συμπληρωματική ένορκη δήλωση χωρίς να υπάρξει ένσταση από πλευράς των Πιστωτών), είναι ότι η ειδοποίηση πτώχευσης θα πρέπει να παραμεριστεί καθότι, (α) απουσιάζει από αυτή οποιαδήποτε νομική βάση κατά παράβαση των Πτωχευτικών Κανονισμών και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, (β) καταχωρίστηκε καταχρηστικά των δικαστικών διαδικασιών και για αλλότριους σκοπούς, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε ως μέτρο εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης και όχι για το λόγο ότι ο ίδιος είναι ανίκανος να χειριστεί τα οικονομικά του, (γ) ο ίδιος έχει ανταξίωση (cross demand) τόσο εναντίον των Πιστωτών όσο και εναντίον των Λαϊκή Επενδυτική Ε.Π.Ε.Υ. Δημόσια Εταιρεία Λτδ για το ποσό των £85.440.- Λ.Κ. το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το υπό των Πιστωτών αιτούμενο ποσό των £57.240,60 με τόκο 11,75% από 1.4.
  2. Προς τούτο αναφέρει ότι έχει καταχωρίσει στις 22.2.07 την αγωγή αρ. 1223/07 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον και των δύο πιο πάνω εταιρειών ως συνεναγομένων. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Οφειλέτη επισυνάπτεται πιστό αντίγραφο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στην πιο πάνω αγωγή. Στις 15.3.07 οι Πιστωτές καταχώρισαν απαντητική ένορκη δήλωση κατόπιν σχετικής αδείας του Δικαστηρίου και χωρίς ένσταση από πλευράς του Οφειλέτη. Στην εν λόγω απαντητική ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι η διαδικασία που ακολούθησε ο Οφειλέτης με την καταχώριση Ειδοποίησης για την Πρόθεση Ένστασης είναι παράτυπη και αντίθετη με τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς οι οποίοι προβλέπουν την καταχώριση ένορκης δήλωσης και μόνο. Αναφέρεται επίσης ότι η ανταξίωση του Οφειλέτη είναι πλασματική και σκοπός της είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας πτώχευσης αφού η συγκεκριμένη ανταξίωση ηγέρθη μετά την καταχώριση της ειδοποίησης πτώχευσης. Συγκεκριμένα η αγωγή αρ. 1223/07 καταχωρίστηκε στις 22.2.07, δηλαδή 17 ημέρες από την καταχώριση της ειδοποίησης πτώχευσης και 10 ημέρες από την ημερομηνία της επίδοσης της. Αναφέρεται περαιτέρω ότι ο Οφειλέτης, στην ειδοποίηση για την πρόθεση ένστασης του ημερ. 15.2.07, δεν αναφέρει ότι έχει πρόθεση να καταχωρίσει αγωγή παρά μόνο αναφέρει γενικά και αόριστα ότι έχει ανταξίωση εναντίον των Πιστωτών. Τέλος, αναφέρεται στην παρα. 6 της εν λόγω ένορκης δήλωσης ότι : «
  3. . ανταξίωση μπορεί να εγερθεί πριν από την καταχώρηση της αίτησης Πτώχευσης και όχι ενδιάμεσα της εκκρεμούσας διαδικασίας. Επιπρόσθετα, παραμερισμός της αίτησης πτώχευσης δεν γίνεται για τον λόγο και μόνο ότι υπάρχει ανταξίωση αλλά επίσης η ανταξίωση πρέπει να είναι εύλογη, σωστή και να αποδειχθεί ότι υπήρχε βάση αγωγής (cause of action). Περαιτέρω πρέπει να υπάρχει και επαρκής αποδεικτική στοιχειοθέτηση της ανταξίωσης. Συνεπώς η ανταξίωση που θέτει ο Καθ΄ου η αίτηση είναι ανεπίτρεπτη, παράτυπη, καταχρηστική που σκοπό έχει την παραπλάνηση του Σεβαστού Δικαστηρίου καθώς και την καθυστέρηση της παρούσας διαδικασίας με αποτέλεσμα να πλήξει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των Αιτητών.» Στη συνέχεια, και όπου χρειαστεί, θα γίνει αναφορά στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των καταχωρισθεισών ενόρκων δηλώσεων. Να σημειωθεί πως αίτηση, ημερ. 22.3.07, με την οποία ο Οφειλέτης ζητούσε διάταγμα που να του επιτρέπει να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, τελικά απεσύρθη στις 16.4.
  4. Η αίτηση παραμερισμού της πτωχευτικής ειδοποίησης τελικά ήχθη για ακρόαση ενώπιον του Δικαστηρίου στις 24.4.
  5. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως αυτές προβάλλονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, υποστηρίζοντας αυτές με σχετική επί του θέματος νομολογία.
  6. Νομικές Αρχές που διέπουν την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης Οι νομικές αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης είναι ξεκάθαρα διατυπωμένες τόσο στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5 όσο και στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς. Η αποστολή ειδοποίησης πτώχευσης είναι δυνατόν να τροχιοδρομεί τη διαδικασία για την υποβολή αίτησης πτώχευσης εναντίον κάποιου οφειλέτη. Αφετηρία της εξέτασης της νομιμότητας και εγκυρότητας μιας ειδοποίησης πτώχευσης αποτελεί το Άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 σύμφωνα με το οποίο ο χρεώστης (οφειλέτης) διαπράττει πράξη πτώχευσης εάν, μεταξύ άλλων, «πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με την άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. Για τους σκοπούς του Άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα, θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελική απόφαση ή τελικό διάταγμα.» Δηλαδή, ένας πιστωτής δικαιούται να προβεί σε αίτηση για την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης ως ένα στοιχείο διάπραξης πτωχευτικής πράξης από τον οφειλέτη σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν συμμορφωθεί με την ειδοποίηση ή δεν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει οποιαδήποτε απαίτηση, ανταξίωση ή δικαίωμα συμψηφισμού. Η διαδικασία έκδοσης Ειδοποίησης Πτώχευσης προβλέπεται στους Κανονισμούς 39-43 των Κανονισμών. Σχετικές με την παρούσα υπόθεση είναι οι πρόνοιες των Κανονισμών 39 και 40
(2). Σύμφωνα με τον Κανονισμό 39, «A creditor, desirous that a bankruptcy notice may be issued, shall produce to the Registrar an office copy of the judgment or order on which the notice is founded and file the notice, together with a request for issue. The creditor shall at the same time lodge with the Registrar two copies of the bankruptcy notice to be sealed for service.» Κατ' εφαρμογήν του Άρθρου 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, ο Κανονισμός 40
(2)των Κανονισμών προνοεί τα εξής: «There shall also be indorsed an intimation to the debtor that if he has a counterclaim, set-off or cross-demand which equals or exceeds the amount of the judgment debt or sum ordered to be paid, and which he could not have set up in the action or proceedings in which the judgment or order was obtained, he must within the time frame specified in the notice file an affidavit to that effect with the Registrar ...» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και η αγγλική νομολογία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική επί του θέματος. Στην υπόθεση Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1694, το πρωτόδικο Δικαστήριο με μια σύντομη απόφαση είχε απορρίψει αίτηση για παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης αφού είχε βρει ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν δεν συμπεριλαμβάνονταν μέσα στους λόγους του Κανονισμού 40
(2)των Κανονισμών. Το ερώτημα κατ' έφεση ήταν κατά πόσο η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν δεόντως αιτιολογημένη. Στη σελίδα 1698 της απόφασης, το Εφετείο ανέφερε ότι: «Οι περιπτώσεις που παρέχονται στον καθ' ου η αίτηση για να προσβάλει την εγκυρότητα μιας πτωχευτικής ειδοποίησης περιορίζονται σε δύο μόνο λόγους. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε καταφυγή σε κανένα από αυτούς τους δύο λόγους. Δεν δόθηκε μαρτυρία που θα επέβαλλε την ανάλυση και την αξιολόγηση της ... έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση είναι αιτιολογημένη και ότι η συνοπτική της εικόνα δεν μπορεί να επηρεάσει την εγκυρότητα της.» Είναι φανερό από το λεκτικό τόσο του Νόμου όσο και των Κανονισμών αλλά και από τη σχετική νομολογία ότι ο οφειλέτης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να δικαιούται στην ακύρωση ή τον παραμερισμό της Ειδοποίησης. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι:
(1)Ότι η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη.
(2)Ότι η εκτέλεση της απόφασης έχει ανασταλεί.
(3)Ότι ο οφειλέτης συμμορφώθηκε.
(4)Η ύπαρξη ανταπαίτησης (counterclaim), ανταξίωσης (cross-demand) ή δικαιώματος συμψηφισμού (set-off).
(5)Το ύψος των προαναφερόμενων απαιτήσεων θα πρέπει να είναι ίσο ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους.
(6)Οι εγειρόμενες αξιώσεις να μην μπορούσαν να εγερθούν στη διαδικασία όπου είχε ληφθεί το εξ αποφάσεως χρέος. To Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την ορθότητα των ισχυρισμών της ένορκης δήλωσης και να κρίνει την αίτηση με βάση το λεκτικό του Άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5. Με βάση αυτό, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί («satisfied») ότι η Ειδοποίηση είναι ορθό να ακυρωθεί. Πιστεύω ότι βοήθεια μπορεί να αντληθεί από την πρακτική στην Αγγλία, όπου το νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο που διέπει την πτωχευτική διαδικασία είναι παρόμοιο με το δικό μας, όσον αφορά την ύπαρξη των αναγκαίων ικανοποιητικών στοιχείων. Η ερμηνεία των Αγγλικών όρων «counterclaim», «set-off» και «cross-demand» υπήρξε το αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση In Re a Bankruptcy Notice
(1934)Ch.
  1. Στη σελ. 437 αναφέρεται σε σχέση με τον όρο «set-off» : «With regard to the word «set-off», that is a word well known and established in its meaning; it is something which provides a defence because the nature and quality of the sum so relied upon is such that it is a sum which is proper to be dealt with as diminishing the claim which is made, and against which the sum so demanded can be set off. » Στην ίδια σελίδα σε σχέση με τον όρο «counterclaim» αναφέρεται: «With regard to a counterclaim, that is a creature of the Supreme Court of Judicature Act,
  2. By s. 24, sub.s. 3, it was provided that the Courts should have the power to hear a counterclaim, a matter which could not until that time have been included in the same action. Under that sub-section the defendant is enabled to set up by way of counterclaim a claim which he might have had against the plaintiff, and that is to be heard in the action started by the plaintiff against him, and rules are provided for that purpose.» Τέλος, στον όρο «cross-demand» φαίνεται να δίδεται μια ευρύτερη έννοια από τους προηγούμενους όρους και αναφέρεται συγκεκριμένα στη σελ. 438: «Cross-demand seems to me to be a word introduced in order to give a wider ambit to the meaning of these claims, something that would not be described, certainly, as a set-off, something that could not have been brought in the action, something that still lies outside a counterclaim, but is of a nature which can be specified and which is of such a nature that it equals or exceeds the amount of the judgment debt.» Η πιο πάνω ανάλυση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Re a Debtor
(1957)2 All E.R. 551 όπου στη σελ. 556 αναφορικά με τον όρο «cross-demand» αναφέρεται: «From these authorities on the relevant provision of the Bankruptcy Act, 1914, it appears that a «cross demand» is a term of wide import extending to matters which should not be covered by the expression «counter-claim» or «set-off», and it appears further that a cross demand may be made in respect of a chattel on which it is possible to set a value.» Όμως στην ίδια πιο πάνω απόφαση αναφέρεται ότι η ύπαρξη απαίτησης η οποία δυνατόν να κατατάσσεται σε μια από τις πιο πάνω κατηγορίες του «counterclaim», «set-off» και «cross-demand» δεν είναι από μόνη της αρκετή. Θα πρέπει να συγκεντρώνει δύο περαιτέρω ιδιότητες. Στη σελ. 562 αναφέρεται: «A demand made in bad faith would not be good enough. The debtor must satisfy the court that he has a genuine demand. Αυτή είναι η 1η ιδιότητα. Στην ίδια σελίδα πιο κάτω τίθεται και η 2η. Αναφέρεται: « . a demand must be more than bona fide; the court must be satisfied that it has a reasonable probability of success». Στην αγγλική υπόθεση Re G.E.B. (A Debtor) (1900-3) All E.R. Rep. 1027, αναφορικά με το χρόνο που πρέπει να υφίσταται το δικαίωμα συμψηφισμού, ανταξίωσης ή ανταγωγής, υποδεικνύεται ότι (στη σελ. 1029): «To what time is it that these words "he has" refer? It seems to me that they must refer to the time of the hearing of the application to set aside the bankruptcy notice.» Στην ίδια υπόθεση (στη σελ. 1031) αναφέρεται: «Under those circumstances, it seems to me that we ought to construe this section as meaning an effective counterclaim, set-off, or cross-demand, at the time of the hearing of the application to dismiss the bankruptcy notice.» Στην πιο πάνω υπόθεση η αίτηση του οφειλέτη για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης απορρίφθηκε για το λόγο ότι ο οφειλέτης, ενώ θα μπορούσε να εγείρει δικαίωμα συμψηφισμού στην αρχική αγωγή, παρέλειψε (neglected) να το πράξει. Όπως δε εξηγείται στον Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19 έκδοση, σελ. 38, «the doctrine of equitable set-off is now very wide.» Σύμφωνα δε με το ίδιο σύγγραμμα (σελ. 37) η απαίτηση του οφειλέτη κατά το χρόνο εξέτασης του αιτήματος για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, θα πρέπει ήδη να προωθείται (is presently enforceable by action and not merely what might be the subject of a set-off in the bankruptcy under section 31). Βλέπε επίσης την υπόθεση Re G.E.B. (A Debtor) (ανωτέρω). Η ανταπαίτηση, ανταξίωση ή δικαίωμα συμψηφισμού που εγείρεται από τον οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την αρχική απαίτηση του πιστωτή και να αναφέρεται σε αυτόν με την ίδια ιδιότητα που έλαβε στην απόφαση (Halsbury´s Laws of England, 3rd Ed., Vol. 2, σελ. 282, παρα. 525, Re Molesworth
(1907)51 Sol. J. 563, C.A. και Αδάμου ν. Κυριακίδη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1919). Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία η Ειδοποίηση θα πρέπει να ακυρωθεί εάν υπό το φως ολόκληρης της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί από τους διαδίκους υπάρχει γνήσιο θέμα προς εκδίκαση («genuine triable case of set off etc.»), η δε φράση «γνήσιο θέμα προς εκδίκαση» έχει προτιμηθεί από το Εφετείο στην υπόθεση Re A Debtor, (991 of 1962)
(1963)1 W.LR. 51, C.A. από φράσεις όπως «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» ή «εύλογη πιθανότητα επιτυχίας». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Williams & Muir Hunter on Bankruptcy, (ανωτέρω), σελ. 38, δεν υπάρχει συγκεκριμένος βαθμός απόδειξης σε αυτές τις υποθέσεις γιατί κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων εάν ικανοποιεί καταρχάς το στοιχείο της γνήσιας συζητήσιμης υπόθεσης. Θα πρέπει όμως τα γεγονότα τα οποία ο οφειλέτης θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου να είναι τέτοια που να τοποθετούν την απαίτηση του μέσα στο πλαίσιο των Κανονισμών και των αρχών της νομολογίας που διατυπώθηκαν πιο πάνω. Στην υπόθεση Re a Debtor, Ex parte The Debtor v. Wiseburgh
(1957)2 All E.R. 551 λέχθηκε ότι ο οφειλέτης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια γνήσια απαίτηση η οποία έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας. Στην δε υπόθεση In Re a Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte The Debtor v. National Westminster Bank Plc
(1984)1 WLR 353 εξηγείται ότι: «First, the affidavit or affidavits must show that he has a cross-demand against the creditor which is genuine. To satisfy that requirement, the cross-demand must be put forward in good faith and must have a reasonable probability of success, or, as it has also been expressed, must give rise to a triable issue. In the latter respect, there is no hard and fast rule as to the degree of proof required. It depends in each case on the particular facts and circumstances of that case.» Σύμφωνα δε με το λεκτικό του Άρθρου 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 αλλά και του πτωχευτικού Κανονισμού 40
(2)το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη ανταξίωσης, δικαιώματος συμψηφισμού ή ανταγωγής βαρύνει τον οφειλέτη. Το Άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, καθορίζει ως πράξη πτώχευσης τη μη συμμόρφωση σε ειδοποίηση πτώχευσης εντός επτά ημερών. Ο οφειλέτης θα πρέπει εντός επτά ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης είτε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία να είναι ίση ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και την οποία δεν μπορούσε να προβάλει στην αγωγή στην οποία εξασφαλίστηκε n απόφαση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρίσει ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι έχει τέτοια ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή όπως αναφέρεται πιο πάνω. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, η ένορκη δήλωση λειτουργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, και πρέπει να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη. Οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(1)(ζ) του Νόμου και του Κανονισμού 40
(2)είναι σαφείς και καθορίζουν περιοριστικά τις ενστάσεις που ένας οφειλέτης μπορεί να προβάλει με την ένορκη δήλωση, και συγκεκριμένα ανταπαίτηση, συμψηφισμό και ανταγωγή. Το λεκτικό του Νόμου ως προς την πράξη πτώχευσης ερμηνεύεται και εφαρμόζεται αυστηρά με αναφορά στην τεχνική του έννοια. Παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Re Chinery, Ex Parte Chinery
(1884), 12 Q.B.D. 342, και Re Collier
(1891)64 L.T. 742. Στην υπόθεση Re Cole, Ex p. Attenborough
(1898)67 L.J.Q.B. 302, ο Δικαστής Wright είπε τα ακόλουθα, σχολιάζοντας αντίστοιχες Αγγλικές πρόνοιες: «It seems to me that the power of the Court to set aside a bankruptcy notice is confined to the particular grounds specified in the Act and Rules; and in saying that I am only adopting the view taken by Mr. Justice Vaugham Williams in Easton, In re Dixon ex parte, where he said: 'Where it is a bankruptcy notice, it seems to me, the only reasons which can be entertained by a Registrar are the reasons which are mentioned in section 4, sub-section 1(g) - namely, that the debtor has a counterclaim, set-off or cross-demand which he could not set up in the action in which judgment was obtained.» Μάλιστα στην Αγγλία ο Πρωτοκολλητής (ο οποίος έχει αυτή την εξουσία) οφείλει να εξετάζει προς το σκοπό αυτό μια τέτοια ένορκη δήλωση προτού την ορίσει για ακρόαση. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση The debtor v. Seater Walker Ltd
(1981)1 All E.R. 987: « . If an affidavit had been filed in time the registrar would have to ask himself if he was satisfied that sufficient cause was shown and, on being so satisfied he would then fix a date for hearing the application.» Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει μια ειδοποίηση για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στο άρθρο 3
(1)(ζ) και στον Κανονισμό 40
(2)δεν αμφισβητείται. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώριση ξεχωριστής αίτησης για παραμερισμό που διέπεται από τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18 και όχι αίτηση υπό μορφή ένορκης δήλωσης που προβλέπει ο Κανονισμός 40
(2). Στην υπόθεση Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365, (απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου), αφού έγινε εκτενής αναφορά στη σχετική Αγγλική νομολογία, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «In view of the above authorities I hold that a debtor is entitled to apply for the setting aside of a bankruptcy notice on grounds other than those set out in r.40
(2)of the the Bankruptcy Rules, but in such a case he has to apply by means of an application and not by means of an affidavit. In this connection I think, r. 16 of the Bankruptcy Rules is the rule applicable. » Στην εν λόγω υπόθεση έχει επίσης λεχθεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για ένορκη δήλωση με βάση τον Κανονισμό 40. Άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης εκτός αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)είναι παρατυπία στην έκδοση, κακή επίδοση της ειδοποίησης καθώς και ισχυρισμός για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Στο πιο πάνω σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, στη σελ.38, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The debtor may apply by motion (i.e. not by the summary affidavit procedure of B.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g., irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc;» 3. Εφαρμογή των νομικών αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης Κατ΄αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται από τον Οφειλέτη ότι η απόφαση είναι τελεσίδικη, ότι η εκτέλεση της δεν έχει ανασταλεί και ότι ο ίδιος δεν συμμορφώθηκε. Οι ισχυρισμοί περί απουσίας οποιασδήποτε νομικής βάσης της αίτησης και περί κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών, τους οποίους εγείρει ο Οφειλέτης στις δύο ένορκες δηλώσεις του, εκφεύγουν των εκ του Νόμου και των Κανονισμών αυστηρώς καθορισμένων πλαισίων και ως εκ τούτου δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (Μιχαλάκης Αλωνεύτης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ, Πολ. Εφ. 315/05, απόφαση ημερ. 29.3.07). Ανεξάρτητα όμως από αυτό, για να υπάρχει η κρίση μου εφ΄όλης της ύλης, θα πω σε συντομία τα ακόλουθα. Είμαι της άποψης ότι η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης, η οποία εισήχθη με βάση τον Κανονισμό 39 των Κανονισμών, είναι σύμφωνη με το πρότυπο - έντυπο αρ. 3 του Παραρτήματος «Α» των Κανονισμών, που αποτελεί την παράκληση για έκδοση της πτωχευτικής ειδοποίησης. Σύμφωνα με το εν λόγω έντυπο δεν απαιτείται να αναφέρεται η νομική βάση σε ειδοποίηση πτώχευσης. Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει καμιά παρέκκλιση από το προβλεπόμενο από τους Κανονισμούς έντυπο, η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης είναι ορθότατη. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Οφειλέτη ότι η ειδοποίηση πτώχευσης χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά ως μέτρο εκτέλεσης της απόφασης πρέπει να λεχθεί ότι δεν προκύπτει από τα γεγονότα, τα οποία ο Οφειλέτης επικαλείται στις δύο ένορκες δηλώσεις του, πως η διαδικασία που ανελήφθη από τους Πιστωτές ήταν καταχρηστική και καταπιεστική εις βάρος του Οφειλέτη. Επομένως, δύο είναι τα θέματα τα οποία το Δικαστήριο ουσιαστικά καλείται να εξετάσει και αποφασίσει. Πρώτον, η ισχυριζόμενη, από πλευράς των Πιστωτών, παρατυπία και αντικανονικότητα της αίτησης παραμερισμού την οποία καταχώρισε ο Οφειλέτης και δεύτερον η ισχυριζόμενη, από πλευράς του Οφειλέτη, ανταξίωση («cross-demand) εναντίον των Πιστωτών. Κατά την εξέταση των πιο πάνω θεμάτων το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του εκείνα τα γεγονότα που τόσο η μια όσο και η άλλη πλευρά έχουν θέσει ενώπιον του στις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρίσει. Τονίζω όμως ότι το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης παραμένει στους ώμους του οφειλέτη άσχετα από το πόσο μεγάλο ή μικρό είναι αυτό το βάρος. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και να αξιολογήσει τα γεγονότα και να αποφασίσει αν από αυτά στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και των Κανονισμών. (α) Η ισχυριζόμενη παρατυπία και αντικανονικότητα Το πρώτο θέμα που χρήζει άμεσης εξέτασης είναι το κατά πόσο η ένορκη δήλωση του Οφειλέτη ημερ. 15.2.07 που συνοδεύεται με έγγραφο που τιτλοφορείται «Ειδοποίηση για την πρόθεση ένστασης» αποτελεί και επενεργεί νομότυπα ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, σύμφωνα με τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς 40
(2)και
  1. Σύμφωνα με τους Κανονισμούς αυτούς η ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να παραμεριστεί με καταχώριση ένορκης δήλωσης εκ μέρους του οφειλέτη που επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού. Ένσταση υπό τη μορφή και τον τύπο που καταχώρισε ο Οφειλέτης δεν προβλέπεται από τους Κανονισμούς. Και ο λόγος βέβαια είναι ότι στον οφειλέτη απευθύνεται η ειδοποίηση πτώχευσης και όχι η αίτηση του πιστωτή προς τον Πρωτοκολλητή για την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης σύμφωνα με τον Κανονισμό
  2. Η ειδοποίηση πρόθεσης για καταχώριση ένστασης απευθύνεται, ως καταγράφεται και στο σώμα της ένστασης, στην αίτηση του πιστωτή για καταχώριση ειδοποίησης πτώχευσης. Από την άλλη όμως δεν μπορώ να παραγνωρίσω τις δύο ένορκες δηλώσεις του Οφειλέτη, η μια μάλιστα κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου και χωρίς ένσταση από την πλευρά των Πιστωτών. Το Άρθρο 102
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 προνοεί ότι καμιά πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται εξ αιτίας τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας εκτός αν το Δικαστήριο θεωρεί ότι έχει δημιουργηθεί ουσιαστική αδικία (substantial injustice) από το ελάττωμα ή την αντικανονικότητα και που δεν μπορεί να διορθωθεί με οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου. Ομοίως και ο Πτωχευτικός Κανονισμός 2 προβλέπει ότι η μη συμμόρφωση με οποιονδήποτε από τους κανονισμούς ή με κανόνα πρακτικής που ακολουθείται κατά καιρούς δεν επιφέρει ακυρότητα στη διαδικασία εκτός αν το Δικαστήριο το διατάξει και κάθε τέτοια διαδικασία μπορεί να παραμεριστεί είτε εξολοκλήρου είτε μερικώς ως αντικανονική ή και να τροποποιηθεί κατά τον τρόπο και την έκταση που το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει σωστό. Καταλήγω συνεπώς επί του θέματος αυτού ότι η καταχώριση ειδοποίησης ένστασης είναι εκ του περισσού και δεν επηρεάζει ή δημιουργεί οποιαδήποτε αδικία στους Πιστωτές. Ο κ. Χρ. Γιάγκου για τους Πιστωτές ανέφερε μεν ότι δεν είναι αυτός ο ενδεδειγμένος δικονομικά τρόπος για ακύρωση της πτωχευτικής διαδικασίας, χωρίς όμως να προβάλει ή να ισχυριστεί ότι οι Πιστωτές έχουν υποστεί αδικία και δη ουσιαστική από την αντικανονικότητα αυτή. (β) Η ισχυριζόμενη ύπαρξη απαίτησης Το δεύτερο θέμα το οποίο συζητήθηκε από τα μέρη και θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το είδος της απαίτησης την οποία ο Οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει στην ειδοποίηση πτώχευσης. Όπως συνάγεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 και τις πρόνοιες του Κανονισμού 40 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών θα πρέπει να πληρούνται 3 προϋποθέσεις: (α) Η ύπαρξη απαίτησης υπό τη μορφή ανταπαίτησης, συμψηφισμού ή ανταξίωσης (cross-demand). (β) Απαίτηση, ως πιο πάνω, η οποία να είναι ίση ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους. (γ) Η απαίτηση να μην μπορούσε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην αγωγή στην οποία ελήφθη η απόφαση. Ιδιαίτερη ανάλυση των υπό στοιχείων (α) και (γ) προϋποθέσεων έχει γίνει πιο πάνω πλην της υπό στοιχείο (β) προϋπόθεσης το νόημα της οποίας είναι αποσαφηνισμένο. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω στρέφομαι στα γεγονότα που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτά προέρχονται τόσο από τις ένορκες δηλώσεις του Οφειλέτη οι οποίες και έθεσαν σε κίνηση την παρούσα διαδικασία όσο και από την ένορκη δήλωση των Πιστωτών στην ουσία της οποίας γίνεται αναφορά πιο πάνω. Τα γεγονότα τα οποία ο Οφειλέτης θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να είναι τέτοια που να τοποθετούν την απαίτηση του μέσα στο πλαίσιο της ερμηνείας που διατυπώθηκε πιο πάνω. Τα στοιχεία που προβάλλει ο Οφειλέτης για ακύρωση της πτωχευτικής διαδικασίας περιέχονται στις παρα. 6-15 της ένορκης δήλωσης του ημερ. 15.2.07, τις παρα. 3-10 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ημερ. 28.2.07, καθώς και στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην αγωγή αρ. 1223/07 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το οποίο ο Οφειλέτης καταχώρισε στις 22.2.07 εναντίον της Marfin Popular Bank Public Co. Ltd και της Λαϊκής Επενδυτικής Ε.Π.Ε.Υ. Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Το ερώτημα είναι κατά πόσο με βάση τα πιο πάνω γεγονότα τα οποία ο Οφειλέτης θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει απαίτηση εκ μέρους του η οποία να ικανοποιεί τις ιδιότητες που θέτουν ο Νόμος και οι Κανονισμοί. Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή το σύνολο των στοιχείων τα οποία ο Οφειλέτης θέτει στις πιο πάνω παραγράφους των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων και στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στην πιο πάνω αγωγή. Στην υπό κρίση αίτηση ο Οφειλέτης δεν απέδειξε ότι έχει δικαίωμα σε ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό εναντίον των Πιστωτών, γιατί το εξ αποφάσεως χρέος του είναι αποτέλεσμα τελεσίδικης δικαστικής απόφασης από την οποία δεν απορρέει εκκρεμές δικαίωμα για παράβαση της συμφωνίας ή άλλη αιτία αγωγής που προκύπτει μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, όπως ισχυρίζεται ο Οφειλέτης (Αδάμου ν. Κυριακίδη (ανωτέρω) σελ. 1920). Εν πάση περιπτώσει παρατηρώ ότι οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις του Οφειλέτη δεν δεικνύουν με κάποιο εύλογο βαθμό λεπτομέρειας τη φύση και το ποσό της απαίτησης του Οφειλέτη ούτως ώστε να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι υπάρχει επαρκής αιτία (sufficient cause is shown) για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Το ίδιο ισχύει και για την αγωγή αρ. 1223/07 η οποία, εφόσον έχει καταχωριστεί επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (O.2 r.1), είναι φυσικό να μην παρέχει τις απαιτούμενες λεπτομέρειες αναφορικά με τη φύση και το ποσό της απαίτησης του Οφειλέτη. Δεν χρειάζεται να γίνει περαιτέρω ανάλυση γιατί είναι πρόδηλο από τις καταχωρισθείσες ένορκες δηλώσεις του Οφειλέτη ότι οι παράγραφοι στις οποίες γίνεται προσπάθεια έγερσης ανταξίωσης είναι γενικές και αόριστες σε βαθμό που να μην ικανοποιούνται τα ελάχιστα προαπαιτούμενα για την ύπαρξη ουσιαστικής ανταξίωσης που να υπερβαίνει το απαιτούμενο ποσό. Αλλά και πρόσθετα, πουθενά στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις δεν καταγράφεται οτιδήποτε σχετικό με την άλλη προϋπόθεση του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 ότι, δηλαδή, η τυχόν ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμός δεν μπορούσαν να εγερθούν στην αγωγή στην οποία λήφθηκε η απόφαση. Το γεγονός ότι η απόφαση λήφθηκε ερήμην του Οφειλέτη δεν τον απαλλάσσει δεδομένου ότι οφείλεται προφανώς σε δικό του λάθος. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σφραγίζουν και τη μοίρα της παρούσας αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, και αν ακόμη το Δικαστήριο θεωρούσε ότι τα όσα ισχυρίζεται ο Οφειλέτης αποτελούν απαίτηση, δηλαδή ανταξίωση (cross-demand), αυτό δεν θα ήταν αρκετό. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση In Re a Debtor (ανωτέρω) το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν η απαίτηση προβάλλεται καλόπιστα και είναι γνήσια, επιπλέον δε ότι έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας. Έχοντας αναγνώσει με προσοχή τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις του Οφειλέτη, επισημαίνω ότι κανένα από τα γεγονότα που ο Οφειλέτης θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εξηγεί γιατί δεν προεβλήθη αυτή η απαίτηση στο πλαίσιο της αρχικής αγωγής. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να αποκαλύπτει στοιχεία τα οποία ο Οφειλέτης δεν είχε στις 30.5.03 όταν εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και τα οποία απέκτησε το 2007 όταν αποφάσισε να εγείρει εναντίον των Πιστωτών και των άλλων συνεναγομένων την αγωγή αρ. 1223/07. Φαίνεται από την παρα. 8 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του, ημερ. 28.2.07, ότι ήγειρε την απαίτηση του εναντίον των πιο πάνω πληροφορηθείς από το δικηγόρο του «ότι ενδεχομένως να στοιχειοθετείτο υπόθεση αστικής φύσεως εναντίον» τους. Η χρήση της λέξης «ενδεχομένως» αποδυναμώνει, κατά τη γνώμη μου, την υπόθεση του Οφειλέτη. Δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να δείχνουν ότι αυτό που ο Οφειλέτης έχει εναντίον των Πιστωτών είναι κάτι ισχυρότερο και πέραν της ενδεχόμενης στοιχειοθέτησης υπόθεσης αστικής φύσεως. Ο Οφειλέτης θέτει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η απαίτηση δεν είναι γνήσια και καλόπιστη. Επιπλέον δεν φαίνεται να υπάρχει λογική πιθανότητα επιτυχίας της. Ζητείται η ανατροπή μιας εκδοθείσας απόφασης χωρίς να δίδονται όχι ισχυροί αλλά σχεδόν καθόλου λόγοι για την ανατροπή της. Νομίζω ότι τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καλύπτουν και το θέμα της 3ης προϋπόθεσης, δηλαδή η απαίτηση να μην μπορούσε να είχε εγερθεί μέσα στο πλαίσιο της αγωγής στην οποία εκδόθηκε η απόφαση. Με βάση τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω βρίσκω ότι η απαίτηση που προβάλλεται από τον Οφειλέτη δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου και των Κανονισμών. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η ένορκη δήλωση του Οφειλέτη για ακύρωση και/ή παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης δεν παρέχει έρεισμα για την ακύρωση της εν λόγω Ειδοποίησης και απορρίπτεται. Κρίνω, περαιτέρω, ότι η ειδοποίηση πτώχευσης έχει καλώς εκδοθεί. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Πιστωτών και εναντίον του Οφειλέτη. (Υπ.) ............. Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.