← Κύπρος

ΧΡΥΣΟΤΟΜΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 12160/99, 15 Μαΐου, 2007

ΧΡΥΣΟΤΟΜΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 12160/99, 15 Μαΐου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12160/99 Μεταξύ: ΧΡΥΣΟΤΟΜΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Ενάγοντος και

  1. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ
  2. ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Εναγομένων ------------------- 15 Μαΐου, 2007 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Μιχαηλίδης (στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Οικονομίδης). Για την Εναγόμενη 1: κα Μ. Μηλιώτου (στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Χατζηδημητρίου). Α Π Ο Φ Α Σ Η Υποψιάζομαι πως το αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης δεν θα είναι το αναμενόμενο. Ας αρχίσουμε όμως με τα δεδομένα που την περιβάλλουν. Η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» με τρία άρθρα που δημοσιεύτηκαν στις 10, 19 και 20 Σεπτεμβρίου 1999 ασχολήθηκε με τα τεκταινόμενα στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου με ιδιαίτερη μνεία στα όσα αφορούσαν τη διαχείριση της μεγάλης της περιουσίας. Τα άρθρα αναφέρονταν μεταξύ άλλων και στον Ενάγοντα, ο οποίος θεώρησε το περιεχόμενο τους δυσφημιστικό, καταχωρώντας συνακόλουθα αγωγή λιβέλου για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Η αγωγή εκδικάστηκε από άλλο Δικαστήριο (Μ. Χριστοδούλου Π.Ε.Δ) το οποίο αποφάσισε πως η προσαχθείσα ενώπιον του μαρτυρία δεν αποδείκνυε πως ο Εναγόμενος 2 είχε οποιαδήποτε σχέση ή ανάμειξη στα επίδικα δημοσιεύματα ή ακόμα στην εκτύπωση και κυκλοφορία της εφημερίδας. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1, η οποία είναι η εκδότρια εταιρεία της εφημερίδας, το Δικαστήριο αποφάσισε πως όντως τα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά, αλλά έκρινε πως η Εναγόμενη 1 κατάφερε να αποδείξει την υπεράσπιση της αλήθειας (justification). Στη βάση αυτών των ευρημάτων το Δικαστήριο προχώρησε στην απόρριψη της αγωγής εναντίον και των δύο Εναγομένων. Η κατάληξη αυτή προφανώς δυσαρέστησε τον Ενάγοντα αφού προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο καταχωρώντας έφεση. Αντέφεση από πλευράς Εναγομένων δεν καταχωρήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε (βλ. Φιλίππου v. Εκδόσεις Αρκτίνος κ.α, Πολ. Έφεση 12138, ημερ. 1.11.06) επικύρωσε βασικά την πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 αλλά την ακύρωσε σε σχέση με την Εναγόμενη
  3. Έκρινε πως το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά για το πρόσωπο του Ενάγοντος, ελλείψει και αντέφεσης, είναι ορθό, αλλά το εύρημα ότι η Εναγόμενη 1 απέδειξε την υπεράσπιση της αλήθειας (justification) είναι εσφαλμένο. Αυτού δοθέντος, απασχόλησε το Εφετείο το θέμα των αποζημιώσεων. Διαπίστωσε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο "δεν προχώρησε σε διαπίστωση των σχετικών γεγονότων και επιδικασμό αποζημιώσεων, όπως θα έπρεπε, ώστε να διευκολυνθεί το Εφετείο σε περίπτωση ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης". Εξέτασε ακολούθως το ενδεχόμενο να επιδικάσει το ίδιο αποζημιώσεις αλλά αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχαν ενώπιον του όλα τα απαραίτητα αναγκαία στοιχεία για να προχωρήσει σε κάτι τέτοιο "όπως π.χ για την κυκλοφορία της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» στις 20.9.99 αλλά και αναφορικά με τη φήμη του εφεσείοντα και την έκταση της ζημιάς που υπέστηκε σ' αυτή εξαιτίας των δυσφημιστικών δημοσιευμάτων." Έτσι επέστρεψε την υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για επανεκδίκαση (από άλλο δικαστή) μόνο ως προς το θέμα των αποζημιώσεων δίδοντας τις εξής οδηγίες: "Το δικαστήριο που θα επανεκδικάσει την υπόθεση, μόνον ως προς το ζήτημα της αποζημίωσης, θα πρέπει να πάρει ως δεδομένο πως τα δυσφημιστικά δημοσιεύματα είχαν την έννοια που απέδωσε σ΄ αυτά το πρωτόδικο δικαστήριο στην απόφαση του ημερ. 6.8.2004 και ότι οι προβληθείσες υπερασπίσεις απέτυχαν." Η επανεκδίκαση που είναι και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης ήταν σύντομη αφού τα μέρη επέλεξαν να μη καλέσουν μαρτυρία, περιορισμένοι μόνο σε αγορεύσεις κατά τις οποίες αναφέρθηκαν στους νομικούς παράγοντες που διέπουν το θέμα των αποζημιώσεων και στα πραγματικά δεδομένα που κατά την κρίση τους θα πρέπει να επιδράσουν στον καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεων. Σύμφωνα με τον κ. Μιχαηλίδη, το Δικαστήριο θα πρέπει να οδηγηθεί στην επιδίκαση υψηλών αποζημιώσεων, ακόμα και επαυξημένων (aggravated) ενώ σύμφωνα με την κα Μηλιώτου το Δικαστήριο δικαιολογείται στην επιδίκαση μειωμένων μόνο αποζημιώσεων. Οι συνήγοροι στην επιχειρηματολογία τους, ανάμεσα σ' άλλα, στηρίχθηκαν και παρέπεμψαν σε μαρτυρία (γραπτή και προφορική) που παρουσιάστηκε στην πρώτη δίκη αλλά και σε διαπιστώσεις του τότε εκδικάσαντος πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ως προανέφερα η διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ήταν επανεκδίκαση και όχι συνέχιση της προηγούμενης πρωτόδικης διαδικασίας. Στην υπόθεση Bobolas and another v. Economist Newspaper Ltd [1987] 3 All E.R. 121, εξηγήθηκε πως η επανεκδίκαση αποτελεί κατ' ουσία δίκη de novo. Δίκη δηλαδή που ξεκινά από την αρχή και είναι εντελώς ανεξάρτητη από την προηγούμενη. Κατά την επανεκδίκαση τα μέρη δεν δεσμεύονται απ' οτιδήποτε είχε προηγουμένως ειπωθεί ή συμβεί. Το ίδιο βέβαια ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, όπου η επανεκδίκαση είναι για συγκεκριμένο σκοπό, όπως εδώ όπου αφορά αποκλειστικά το θέμα των αποζημιώσεων. Μαρτυρία για τον καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεων αποτελεί ένα σημαντικότατο μέρος της υπόθεσης. Από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Cacoyiannis v. Papadopoulos C.L.R. Vol. XVIII 205, Cacoyiannis v. Kyrou

(1976)12 J.S.C. 1883, Constantinides v. Koureas
(1978)1 C.L.R. 139, General Press v. Christofides
(1981)1 C.L.R. 190 και Εταιρεία Ελληνική Έκδοση "Glafx Ltd" v. Λοϊζιά
(1984)1 C.L.R. 729) προκύπτει πως είναι πολλοί οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Οι παράγοντες αυτοί συναρτώνται με τη θέση του Ενάγοντος στην κοινωνία, τη φύση και έκταση του λιβελογραφήματος, τη γενικότερη συμπεριφορά του Εναγομένου πριν και μετά τη δυσφήμιση, τον τρόπο διεξαγωγής της υπεράσπισης, την τυχόν απολογία, την πρόκληση ειδικής ζημιάς, την αποτυχία υπεράσπισης της αλήθειας και την επανάληψη της δυσφήμισης (βλ ICP (Cyprus) Ltd v. Times Newspapers Ltd and another
(1972)4 J.S.C. 455 και Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ v. Φαλκονέττι,
(1998)1 Α.Α.Δ. 958). Επιπλέον παράγοντες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση της αποζημίωσης παρατίθενται στα άρθρα 17
(2)και 23 του Κεφ. 148 ενώ τέλος επιβαρυντικά μπορεί να επενεργήσει μαρτυρία που να καταδεικνύει μεγάλη κυκλοφορία της εφημερίδας (βλ. Gatley on Libel & Slander (7η έκδοση) παρ. 1235 υπό τον τίτλο "Mode and extent of publication"). Στην προκειμένη περίπτωση πλην των δεδομένων που αναφύονται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δηλαδή τα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά, έχοντας την έννοια που απέδωσε σ' αυτά το πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι οι προβληθείσες υπερασπίσεις της Εναγόμενης 1 απέτυχαν, δεν υπάρχουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στοιχεία και δεδομένα για καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεων. Οι διάδικοι, με προεξάρχουσα την πλευρά του Ενάγοντος επέλεξαν να μην προσκομίσουν μαρτυρία, περιοριζόμενοι μόνο σε αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις όμως και τα όποια επιχειρήματα ετέθησαν δεν αντικαθιστούν τη μαρτυρία και δεν μπορεί να αποτελέσουν υπόβαθρο για καθορισμό των αποζημιώσεων. Ο Ενάγων, ως θα όφειλε αν η δίκη διεξαγόταν για πρώτη φορά, έπρεπε απαραιτήτως να προσκομίσει μαρτυρία και στοιχεία που να σχετίζονται με τους παράγοντες που επιδρούν στον καθορισμό των αποζημιώσεων. Πράττοντας τούτο, θα μπορούσε και η πλευρά της Εναγόμενης 1 να προσκόμιζε μαρτυρία και στοιχεία που θα συνηγορούσαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κατά τις αγορεύσεις, αμφότεροι οι δικηγόροι στηρίχθηκαν και σε κάποιες περιπτώσεις παρέπεμψαν το Δικαστήριο στα τεκταινόμενα της προηγούμενης δίκης. Αναφέρθηκαν σε μαρτυρία (προφορική και γραπτή) που παρουσιάστηκε, σε διαπιστώσεις και ευρήματα του προηγούμενου Δικαστηρίου ακόμα και σε αξιολόγηση στην οποία προέβη. Ακόμα έγινε αναφορά στην τακτική και στάση που τήρησε η πλευρά των Εναγομένων κατά την προηγούμενη πρωτόδικη διαδικασία. Το παρόν Δικαστήριο όμως δεν νομιμοποιείται να ανατρέξει στα τεκταινόμενα της προηγούμενης δίκης. Να υπενθυμίσω απλώς ότι ήταν άλλο Δικαστήριο που εκδίκασε την υπόθεση την πρώτη φορά και όχι το παρόν Δικαστήριο και ότι η εδώ διεξαχθείσα δίκη ήταν επανεκδίκαση. Νέα εξ υπαρχής δίκη δηλαδή, έστω και για τον περιορισμένο σκοπό για τον οποίο διεξήχθη. Στην υπόθεση Fulker v. Fulker [1936] 3 All E.R. 636 ένα τετραμελές Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε στη βάση προφορικής μαρτυρίας προσωρινό διάταγμα. Σε μεταγενέστερη ημερομηνία, το ίδιο Δικαστήριο με διαφορετική όμως σύνθεση, χωρίς να ακούσει εκ νέου τους μάρτυρες (διαβάστηκαν απλώς οι σημειώσεις της μαρτυρίας τους) επιβεβαίωσε το διάταγμα. Η πρακτική αυτή επικρίθηκε έντονα από το αγγλικό Εφετείο το οποίο επισήμανε με έμφαση ότι θα έπρεπε οι μάρτυρες να είχαν καταθέσει εκ νέου. Λέχθηκαν (μεταξύ άλλων) τα εξής: "There is all the difference in the world between hearing a note of evidence read over and hearing the witness giving oral evidence and seeing him cross-examined and the latter is necessary for a proper adjudication of the matter in dispute." Στις ίδιες περίπου γραμμές κινήθηκε και το δικό μας Εφετείο στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Στην υπόθεση αυτή το ερώτημα ήταν ακριβώς κατά πόσο μπορούσε κατά την επανεκδίκαση υπόθεσης από άλλο δικαστή να ληφθεί υπόψη μαρτυρία που πάρθηκε στην προηγούμενη δίκη. Υπήρχε μάλιστα και ισχυρός λόγος για κάτι τέτοιο αφού στο μεσοδιάστημα ο μάρτυρας είχε αποβιώσει. Μετά από ανάλυση των εφαρμοστέων αρχών το Εφετείο αποφάνθηκε πως τούτο δεν μπορούσε να γίνει αφού το Δικαστήριο θα στερείτο της δυνατότητας να ακούσει και να αξιολογήσει τον μάρτυρα, έργο άρρηκτα συνυφασμένο με το θέμα της αξιοπιστίας. Πρόσθεσε δε πως "δεν είναι νοητός ο διαχωρισμός των κριτηρίων αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα από τα πρακτικά της υπόθεσης που περιέχουν τη μαρτυρία του" και πως "....... Αν αφεθεί να δοθεί η μαρτυρία δεν θα υπάρχει τρόπος αξιολόγησης της. Δημιουργείται κενό, που συνιστά ανάσχεση της λειτουργίας της δικαιοσύνης." Για τους ίδιους ακριβώς λόγους δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο να ανατρέξει στα πρακτικά της προηγουμένης δίκης, στα κατατεθέντα τεκμήρια ή ακόμα και στα ευρήματα και στην αξιολόγηση στην οποία προέβη το προηγούμενο Δικαστήριο, πέραν βεβαίως των ευρημάτων που υπεδείχθησαν από το Εφετείο. Επομένως, ελλείψει μαρτυρίας είναι αδύνατο για το παρόν Δικαστήριο να καθορίσει το ύψος των αποζημιώσεων. Πέραν των λόγων που ανέφερα πιο πάνω, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω είναι πιστεύω και αναπόφευκτο από τα όσα υπέδειξε και το Εφετείο στην απόφαση του. Απασχόλησε, υπενθυμίζω, το Εφετείο το θέμα των αποζημιώσεων και συγκεκριμένα κατά πόσο θα μπορούσε να προχωρήσει το ίδιο στον καθορισμό τους ύψους των αποζημιώσεων. Έκρινε δε πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο αφού δεν υπήρχαν ενώπιον του όλα τα αναγκαία στοιχεία. Αν λοιπόν το Εφετείο κατά την ενάσκηση της δευτεροβάθμιας του εξουσίας, όπου είχε πλήρη και απρόσκοπτη πρόσβαση τόσο στα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας όσο και των κατατεθέντων τεκμηρίων, αποφάνθηκε πως δεν μπορούσε να καθορίσει το ύψος των αποζημιώσεων, πως είναι δυνατό να ζητείται απ' αυτό το Δικαστήριο στα πλαίσια μιας καινούργιας δίκης επί του επίμαχου θέματος και χωρίς να προσκομιστεί ίχνος μαρτυρίας, να το πράξει. Μετά το πιο πάνω συμπέρασμα έχω προβληματιστεί σε σχέση με την κατάληξη που θα πρέπει να έχει η εν γένει ενώπιον μου διαδικασία. Το ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά προκύπτει ως δεδομένο από την ίδια την απόφαση του Εφετείου. Συνεπώς βρισκόμαστε πιστεύω ενώπιον υπόθεσης όπου υπάρχει η αδικοπραξία αλλά δεν έχει αποδειχθεί το ύψος της ζημιάς. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν ενδείκνυται η συλλήβδην απόρριψη της υπόθεσης αλλά η επιδίκαση ονομαστικών (nominal) αποζημιώσεων (βλ. Chitty on Contracts (General Principles) 27η έκδοση, παρ. 26-004, Ttantis v. Hadjimichael and another
(1982)1 C.L.R 301, Παπακόκκινου κ.α v. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379 και Αντωνιάδης v. Σταύρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1171). Κατά συνέπεια επιδικάζω στον Ενάγοντα ποσό £10 ως ονομαστικές αποζημιώσεις. Τέλος σε ότι αφορά τα έξοδα, συνήθως ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, το αποτέλεσμα της δίκης βασικά δεν δικαιώνει τις θέσεις καμίας πλευράς. Συνεπώς δεν θα εκδώσω διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ......... Στ. Σταύρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.