HABANOS SA κ.α. ν. Vahe Zadoian, Αρ. Αγωγής: 7685/06, 16.5.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7685/06 Μεταξύ
- HABANOS S.A., εκ Χαβάνας, Κούβα
- FEREOS LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - Αιτητών Και Vahe Zadoian Εναγομένου - Καθ' ού η Αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16.5.07 Αίτηση ημερομηνίας 23.11.06 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Δ. Παπαδόπουλος Για τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κ. Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές την 23.11.06 υπέβαλαν μονομερώς αίτηση προς το δικαστήριο και πέτυχαν διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος παρεμποδίζετο και απαγορεύετο να εκτελωνίσει και/ή εισάξει στην Κύπρο και/ή παραλάβει και/ή εμπορεύεται και/ή πωλεί και/ή διαθέτει και/ή κυκλοφορεί και/ή διανέμει στην Κύπρο ή στο εξωτερικό εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο τελωνειακής δέσμευσης του τελωνείου Λεμεσου Δ.Π.Ι. 2 αρ.24/06 ημερ. 2.11.06 και Δ.Π.Ι. 2 αρ. 24/06 ημερ. 13.11.
- Το διάταγμα αφορά πούρα με τη χαρακτηριστική ένδειξη στο κουτί της λέξης Habanos καθώς και για σειρά εμπορικών σημάτων των εναγόντων. Το απαγορευτικό διάταγμα αφορά τόσο τον εναγόμενο όσο και τους υπηρέτες, αντιπροσώπους και τους υπαλλήλους του. Νομική βάση της αίτησης είναι το αρ. 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, ο Κανονισμός της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης 1383/03, ο Νόμος 133
(1)/06 καθώς και άλλες σχετικές νομοθεσίες και Κανονισμοί της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Ο καθ' ου η αίτηση έφερε ένσταση στη συνέχιση του διατάγματος και καταχώρησε γραπτή ένσταση. Αντεξετάστηκε κατόπιν διατάγματος του δικαστηρίου επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης, και ακολούθως οι δικηγόροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο δικαστήριο γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση συνοδεύονται από μακροσκελείς ένορκες δηλώσεις και επισυνάπτονται σειρά εγγράφων και άλλων τεκμηρίων προς υποστήριξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Δεν θα αναφερθώ σε λεπτομέρεια στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, αλλά θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις βασικές θέσεις έκαστης πλευράς με αναφορά στα διάφορα έγγραφα που επισυνάπτουν. Η αιτήτρια εταιρεία 1 σύμφωνα με τον αιτητή είναι Κουβανέζικη εταιρεία με αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης και διανομής όλων των κουβανέζικων πούρων. Είναι επίσης εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση μεταξύ άλλων, των εμπορικών σημάτων Habanos, Cohiba, TTT Trinidad Havana-Cuba, Montecristo και Romeo & Julietta Habana. (τεκμ. Β, Ε και Στ). Είναι η μόνη εξουσιοδοτημένη από τις Κρατικές αρχές της Κούβας να εμπορεύεται στη Κούβα και σε όλο το κόσμο κουβανέζικα πούρα που φέρουν την ένδειξη Habanos. Η ενάγουσα 2 ανέλαβε πλήρως στην αντιπροσώπευση και τη διανομή των πιο πάνω κουβανέζικων πούρων Habanos (Τεκμ. Γ). Με τη θέσπιση του Νόμου 31
(1)/02 η ενάγουσα 2 υπέβαλε αίτηση παρέμβασης εκ μέρους της ενάγουσας 1 για τα προϊόντα που καλύπτοντο από τα δικαιώματα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η αίτηση ίσχυε για ένα έτος. Ανανεώθηκε με τελευταία ισχύ την 3.4.07 (Τεκμ. Ε και ΣΤ). Στις 2.11.06 το τελωνείο Λεμεσού απέστειλε επιστολή στους ενάγοντες 2 και τους ενημέρωνε ότι είχε προβεί σε προσωρινή κατακράτηση παρτίδας πούρων για τα οποία υπήρχε υποψία ότι ενδέχετο να παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (τεκμ. Ζ). Τους αποστάληκαν επίσης δείγματα και καλούσε τους αιτητές να διαπιστώσουν κατά πόσο παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας για τα οποία υπήρχε προστασία σύμφωνα με την εγκριθείσα παρέμβαση. Τα δείγματα υπεβλήθηκαν σε έλεγχο τόσο από τον ομνύοντα όσο και από ειδικό κουβανό εμπειρογνώμονα και κατάληξαν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για απομιμήσεις. (τεκμ. Θ). Γίνεται λεπτομερής και εκτεταμένη αναφορά στην ένορκη δήλωση των διαπιστώσεων και των λόγων για τους οποίους κατέληξαν ότι τα δείγματα των πούρων είναι απομιμήσεις. Εκφράζεται η θέση ότι πρόκειται για πειρατικά πούρα των λογότυπων και λέξεων που αποτελούν πνευματικά δικαιώματα των εναγόντων 1. Διεμοίφθη αλληλογραφία με το τελωνείο στη βάση της πιο πάνω σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών και το τελωνείο τους πληροφορούσε πως αν δεν προσκομίσουν γραπτή συγκατάθεση του διασαφιστή, κατόχου ή ιδιοκτήτη των εμπορευμάτων για εγκατάλειψη με σκοπό την καταστροφή τους ή αν δεν αποδείξουν ότι προσέφυγαν σε αρμόδια δικαστική αρχή, τα εμπορεύματα θα αποδεσμεύονταν. Στις 13.11.06 κατακρατήθηκε από το τελωνείο και δεύτερη παρτίδα πούρων που αφορούσαν εισαγωγή του εναγόμενου. Ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία και αφού ελέχθηκαν από τον εμπειρογνώμονα η κατάληξη ήταν πως και αυτά δεν ήταν γνήσια. (τεκμ. Ν). Ζητήθηκε από τον εναγόμενο να τα καταστρέψει αλλά απέρριψε τέτοιο ενδεχόμενο ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για γνήσια και αυθεντικά πούρα. (τεκμ. Σ και Τ). Ως αποτέλεσμα οι αιτητές αποτάθηκαν στο δικαστήριο γιατί η εισαγωγή των επίδικων πούρων είναι πειρατική και στοχεύει στην παραπλάνηση του καταναλωτικού κοινού. Είναι ακόμα η θέση του αιτητή ότι η χρήση των σημάτων είναι πανομοιότυπη με τα σήματα των εναγόντων με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά στην καλή φήμη και πελατεία τους λόγω της σύγχισης που θα προκληθεί στο καταναλωτικό κοινό τόσο της Κύπρου όσο και των Ευρωπαίων καταναλωτών. Η ζημιά που θα υποστούν ως αποτέλεσμα των πιο πάνω δεν μπορεί να υπολογιστεί σε χρήμα και θα είναι τεράστια και ανεπανόρθωτη εκτός αν ο εναγόμενος εμποδιστεί στις παράνομες ενέργειες του. Είναι τέλος η θέση του ότι η αντιποίηση εμπορικού σήματος και ο αθέμιτος ανταγωνισμός αποτελεί καλή βάση αγωγής και το θέμα είναι επείγον. Ο εναγόμενος προβαίνει σε σειρά νομικών αλλά και πραγματικών ενστάσεων στην ένορκη του δήλωση. Επισυνάπτει δήλωση (τεκμ. Γ) του Σταύρου Ξενή σύμφωνα με την οποία τα δείγματα πούρων που επιθεώρησε με βάση την εικοσαετή του πείρα στην καπνοβιομηχανία και εμπόριο πούρων και από τις γνώσεις και την πείρα του τα πούρα είναι αυθεντικά και/ή γνήσια και/ κουβανέζικης προέλευσης. Να σημειωθεί πως πρόκειται για πούρα από την ίδια παρτίδα που έλεγξαν και οι αιτητές. Ο καθ' ού η αίτηση αρνείται την πραγματογνωμοσύνη επί των δειγμάτων που επισύναψαν οι αιτητές και ότι σε κάθε περίπτωση τα εμπορικά σήματα που επικαλούνται οι αιτητές αφορούν ορισμένες μόνο επωνυμίες οπότε και κατ' επέκταση δεν είχαν δικαίωμα παρέμβασης ούτε και νομιμοποιούναι να εγείρουν αγωγή. Τέλος αρνείται ότι πρόκειται για πειρατικά ή κατ' απομίμηση πούρα. Εγείρονται βέβαια και σειρά άλλων θεμάτων, κυρίως νομικών στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ως λέχθηκε ο καθ' ού η αίτηση αντεξετάστηκε. Τι προέκυψε από την αντεξέταση του είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό ως προς τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την αίτηση. Σε συντομία ανέφερε ότι τα επίδικα πούρα δεν εισάχθηκαν από την Κούβα αλλά από Αιγυπτιακή εταιρεία που εδρεύει στο Πορτ Σάιδ. Δεν αρνήθη ότι κατασκευάζονται πούρα και στο Λίβανο και στις χώρες του Αραβικού Κόλπου αλλά όπως το έθεσε αυτό δεν τον ενδιαφέρει γιατί τα δικά του είναι αυθεντικά. Όταν δημιουργήθηκε το πρόβλημα πήρε δείγματα πούρων σε μια εταιρεία ονόματι Phenician και τα έδειξαν σε κάποιο διευθυντή που τους είπε ότι είναι γνήσια, αλλά δεν έρχεται να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο. Παρεμβάλλω πως πρόκειται για την ίδια εταιρεία που γνωμάτευσε σύμφωνα με το τεκμ. Θ και Ν για λογαριασμό των αιτητών ότι δεν είναι γνήσια. Δέκτηκε επίσης ότι για κάθε παρτίδα πούρων ο εξαγωγέας εκδίδει πιστοποιητικό αυθεντικότητας. Δεν είχε όμως για τη δική του εισαγωγή γιατί δεν τα αγόρασε από την Αβάνα. Ήταν άκρως χαρακτηριστική η μαρτυρία του επί τούτου. Σε σχετική ερώτηση απάντησε «όταν βρεις κάποιον μέσα στο τελωνείο της Κούβας τα αγοράζεις μαύρα και σου τα βγάζει έξω. Ποιο είναι το πρόβλημα.» Σε ερώτηση αν δηλαδή η εισαγωγή των πούρων του είναι μαύρα, απάντησε αρνητικά γιατί «όταν τα αγοράζεις και βρεις κάποιο και πληρώνεις, του δίνεις παξίσι, σου τα βγάζει έξω». Προς άρσιν δε πάσης προς τούτο αμφιβολίας, επανεξεταζόμενος επί τούτου και μόνο του σημείου κατέθεσε ότι αυτός που του πώλησε τα πούρα τα αγόρασε με τον τρόπο αυτό. Ουσιαστική βάση της αίτησης είναι ως λέχθηκε ο Κανονισμός (Ε.Κ.) αριθ. 1383/03 του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L. 196 της 2.8.03 για την παρέμβαση των τελωνειακών αρχών έναντι εμπορευμάτων που είναι ύποπτα ότι παραβιάζουν ορισμένα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και για τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται έναντι των εμπορευμάτων που διαπιστώνεται ότι παραβιάζουν παρόμοια δικαιώματα. Επίσης και στην κατ' εφαρμογή του Κανονισμού αυτού ημεδαπής Νομοθεσίας του Περί Ελέγχου της Διακίνησης Εμπορευμάτων που παραβιάζουν Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας Ν.133
(1)/06, που ουσιαστικά ρυθμίζει τα δικαιώματα που μπορεί να πάρει ο κάτοχος του δικαιώματος και τις εξουσίες του τελωνείου κατ' εφαρμογή του πιο πάνω Κανονισμού. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικός αλλά και ενδεικτικός ο σκοπός του Ευρωπαϊκού Κανονισμού αφού αφορά τα μέτρα απαγόρευσης της ελεύθερης κυκλοφορίας, της εξαγωγής, της επανεξαγωγής και της υπαγωγής υπό καθεστώς αναστολής των εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης και των αναπαραχθέντων χωρίς άδεια (πειρατικών) που αφορούν την είσοδο στην Κοινότητα και την εξαγωγή και επανεξαγωγή εκτός Κοινότητας τέτοιων εμπορευμάτων. (Δες για παράδειγμα τις παραγράφους 1-4 του προϊμίου του Κανονισμού). Να προσθέσω ακόμα ότι ο πιο πάνω Κανονισμός αντικατέστησε τον προγενέστερο Ευρωπαϊκό Κανονισμό 3295/94 και ο Νόμος 133
(1)/06 αντικατέστησε τον προγενέστερο Νόμο 31
(1)/02 που τέθηκε σε εφαρμογή δυνάμει του προγενέστερου και καταργηθέντα Ευρωπαϊκού Κανονισμού 3295/94. Προβάλλεται θέμα αντισυνταγματικότητας του Νόμου Ν. 133
(1)/06 γιατί υπερβαίνει την Ευρωπαική Οδηγία επί της οποίας ουσιαστικά βασίζεται. Αναπτύσσεται όμως στην γραπτή αγόρευση ότι ο Κανονισμός 1383/03 είναι αντισυνταγματικός γιατί παραβιάζει το άρθρο 30 του Συντάγματος, τους Κανόνες φυσικής δικαιοσύνης καθώς και το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α γιατί δίνεται πλεονέκτημα σε πρόσωπο που έχει άμεσο συμφέρον να αποφανθεί προκαταρκτικά και στη συνέχεια με απλή προσφυγή στο Δικαστήριο να κατακρατεί τα εμπορεύματα του ανταγωνιστή του. Είναι καλά παγιωμένο νομολογιακά ότι υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας των νόμων και το βάρος είναι στον καθ' ου η αίτηση να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ένας νόμος είναι αντισυνταγματικός. ( Investylia Ltd ν. Σωτήρη Ταμπούρη Πολ. Έφεση 12160 ημερ. 15.12.06 δες ακόμα ευρύτερα για το θέμα Lapertas Fisheries Ltd κ.ά ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335). Θεωρώ επίσης ότι είναι αρκετά γνωστό ( βλπ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Πολ. Έφεση 294/05 ημερ. 7.11.05) ότι το Δίκαιο της Ευρωπαικής Ένωσης υπερισχύει έναντι του Δικαίου των χωρών κρατών μελών και ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εξακριβώσει κατα πόσο είναι δυνατή στην υπόθεση, η σύμφωνη ερμηνεία του εθνικού δικαίου του. Σημειώνω ακόμα οτι ενώ οι οδηγίες δεσμεύουν μεν τα κράτη μέλη, η επιλογή όμως του τύπου και των μέσων αφήνεται στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών, σε αντίθεση με τους κανονισμούς που έχουν γενική ισχύ και είναι δεσμευτικοί με άμεση ισχύ στα κράτη μέλη. (Κωνσταντίνου ανωτέρω). Στο σύγγραμμα των Graig και De Burca, EU LAW, Text, Cases, and Materials, 3η εκδ. σελ. 275 κάτω από τον τίτλο The Relationship between EC Law and National Law: Supremacy, εξηγείται ότι η εγκυρότητα του Ευρωπαικού Δικαίου ποτέ δεν μπορεί αποτιμηθεί (can never be assessed) με αναφορά στο εθνικό δίκαιο, και ότι εκείνο που απαιτείται από τα εθνικά δικαστήρια να δίνουν άμεση εφαρμογή του Ευρωπαικού δικαίου. Ακριβώς πρός αυτή την κατεύθυνση είναι και ο Περι Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, Ν. 127
(1)/06 που στο άρθρο 1Α προνοεί ότι ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από την Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαικής Ένωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται στην Ευρωπαική Ένωση ή από τις Ευρωπαικές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδια τους Σώματα. Στο σύγγραμμα Constitutional Law of the European Union των Lenaerts and Nuffel 2η εκδ. σελ. 164, εξηγείται ότι το Δικαστήριο Ευρωπαικών Κοινοτήτων ( Court of Justice of the European Communities) σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή επί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, υποχρεώθηκε να χαράξει ένα ισοζύγιο μεταξύ της αρχής της ελεύθερης διακίνησης αγαθών και της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Αποστέρηση δικαιωμάτων από την ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων είναι αποδεκτές, στην έκταση που δικαιολογούν την προστασία τέτοιων δικαιωμάτων που αποτελούν το «ειδικό θέμα» τέτοιας περιουσίας. Και ως τέτοια «ειδικά θέματα», μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. (patents, trademarks). Ως ακόμα εξηγείται (σελ. 762 επ.) οι Κανονισμοί έχουν άμεση εφαρμογή και οι Ευρωπαίοι πολίτες πάντοτε έχουν το δικαίωμα να στηριχθούν σε Κανονισμούς ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Βέβαια στην παρούσα υπόθεση ο Κανονισμός έχει μεταφερθεί σε εθνική νομοθεσία με τον Νόμο 133
(1)/06. Στην βάση των πιο πάνω κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση δεν έχουν αποσείσει το βάρος που έφερε, ότι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ο Νόμος είναι αντισυνταγματικός ή παραβιάζει το αρ. 6 της Ε.Σ.Δ.Α. Αντίθετα κρίνω και αυτή είναι η κατάληξη μου επι του θέματος ότι ούτε ο Κανονισμός ούτε και ο πιο πάνω Νόμος παραβιάζουν με οποιοδήποτε τρόπο το αρ.6 της Ε.Σ.Δ.Α ή το άρ. 30 του Συντάγματος, αφού αποτελούν ένα σαφώς δικαιολογημένο και καλά ισοζυγισμένο δικαίωμα που παρέχεται στον κάτοχο του δικαιώματος και στον παρεμβαίνοντα που έχει άμεσο και ζωτικό συμφέρον να προστατεύσει τα πνευματικά του δικαιώματα επί εμπορευμάτων, για τα οποία ικανοποιούνται εκ πρώτης όψεως οι τελωνειακές αρχές ότι παραβιάζονται δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Και η προστασία των ειδικών αυτών δικαιωμάτων και κατ' επέκταση των καταναλωτών και του κοινού γενικά είναι αποδεκτή και προέχει αλλά και δικαιολογεί το δικαίωμα που παρέχεται στις τελωνειακές αρχές, και αν χρειαστεί με τον αιτητή, για την αναστολή τελωνισμού τέτοιων υπόπτων εμπορευμάτων. Άλλωστε, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι την τελική κρίση επί του θέματος έχει το δικαστήριο ως το μόνο αρμόδιο και όχι οι τελωνειακές αρχές. (δες αρ. 13 του Κανονισμού και αρ.6
(1),
(2)του Νόμου.) Προτού προχωρήσω κρίνω σκόπιμο να αναφέρω, επειδή γίνεται αναφορά από τον καθ' ου η αίτηση ότι ο αιτητής επί διαφόρων θεμάτων εισάγει εξ' ακοής μαρτυρία, ότι κάτω από τις πρόνοιες της Δ.39 Θ.2 ως είναι νομολογημένο (C.T. Tobacco Ltd v. Της Εταιρείας Αρκτίνος Λτδ κ.α
(2003)1 Α.Α.Δ. 853) είναι επιτρεπτή επί ενδιάμεσων αιτήσεων η προσαγωγή εξ' ακοής μαρτυρίας, νοουμένου ότι αποκαλύπτεται η πηγή των πληροφοριών. Σχετική ακόμα είναι η υπόθεση Τέκμα Ε.Π.Ε. ν. Ρυμουλκού «Πήγασος» κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1491. ΄Επεται πως οποιαδήποτε εξ' ακοής μαρτυρία εισάγεται μέσα στις ένορκες δηλώσεις είναι αποδεκτή (Τοbacco ανωτέρω), νοουμένου βέβαια ότι αποκαλύπτεται η πηγή των πληροφοριών του ομνύοντα. Σύμφωνα με τη νομολογία το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd, κ.α
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 και Demades Overseas Ltd v. Studio MA.St Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 799). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 του Νόμου 14/60 και όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όμως η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, Tσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2029. Επανερχόμενος στις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προς έκδοση προσωρινού διατάγματος η νομολογία υποδεικνύει (Τ.Α.Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802) ότι το πραγματικό νόημα των αποφάσεων είναι πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Είναι επίσης καλά γνωστό ότι στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της. (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Παρά ταύτα η μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, κυρίως όσα προέκυψαν από την αντεξέταση του σε συνάρτηση με τους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Οδηγίας που είναι μεταξύ άλλων και η απαγόρευση κυκλοφορίας πειρατικών εμπορευμάτων θέτει τέρμα σε κάθε περί αντιθέτου συζήτηση, επί των πραγματικών τουλάχιστον γεγονότων της ένστασης. Ουσιαστικά η άμεση παραδοχή του καθ' ου η αίτηση ότι πρόκειται για εμπορεύματα εξαχθέντα χωρίς άδεια ούτε από τον κατασκευαστή τους, όποιος και αν είναι αυτός γιατί ούτε επ' αυτού διαφώτισε το τοπίο ο καθ' ου η αίτηση, ούτε και από τις τελωνειακές αρχές της χώρας κατασκευής τους και χωρίς πιστοποιητικό αυθεντικότητας, είναι καταλυτική για το θέμα. Να παρεμβάλω ότι οι πιο πάνω κρίσεις δεν αποτελούν προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής επί συγκρουόμενων ενόρκων δηλώσεων, αλλά πρόκειται για μια γενικότερη θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων όπως προέκυψαν τόσο από τις ένορκες δηλώσεις όσο και κυρίως από την αντεξέταση του καθ' ου η αίτηση, αφού ως υποδεικνύεται και στη Σεβαστού ανωτέρω, μια αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία, για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και μέσα στα πλαίσια της περιορισμένης σφαίρας εξέτασης τους σε αυτό το στάδιο. Περιττόν ακόμα να αναφέρω ότι οι πιο πάνω κρίσεις δεν αποτελούν ευρήματα, αφού δεν είναι στο στάδιο αυτό που θα αξιολογηθεί η μαρτυρία προς εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ευρημάτων. Από την άλλη βέβαια και κρίνω πως αυτό είναι σαφές, δεν μπορούν ούτε να αγνοηθούν αλλά ούτε και να παραγνωριστούν, έστω και στα περιορισμένα πλαίσια του παρόντος διατάγματος, αυτά που κατέθεσε ενόρκως ο καθ' ού η αίτηση. Θα πρέπει ακόμα να προσθέσω ότι εκφράζω αμφιβολίες εν όψει ακριβώς όσων ο καθ' ού η αίτηση κατέθεσε, κατά πόσο θα μπορούσαν να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι της ένστασης του. Και τούτο γιατί το διάταγμα έχει ήδη εκδοθεί μονομερώς στη βάση όσων ο αιτητής παρουσίασε επί των πραγματικών γεγονότων με την ένορκη του δήλωση και τα συνημμένα τεκμήρια. Η απουσία του υποβάθρου των πραγματικών λόγων ένστασης φρονώ πως αφαιρεί κάθε έρεισμα για την περαιτέρω εξέταση των υπολοίπων ενστάσεων του καθ' ού η αίτηση. Για να θέσω το ζήτημα διαφορετικά η μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση κατέδειξε πως πρόκειται για παράνομα και πειρατικά εμπορεύματα. Φέρουν ως έχει καταδειχθεί, πέραν των υπολοίπων, επί της συσκευασίας τους κατοχυρωμένο εμπορικό σήμα των εναγόντων αρ. 1 χωρίς την άδεια τους. Και αναφέρομαι στη λέξη Habanos. Ούτε και συμμερίζομαι την άποψη του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση ότι το «λάδωμα» των τελωνειακών αρχών και η παράνομη εξαγωγή τους από την Κούβα τα καθιστούν γνήσια. ΄Αλλωστε ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός στο αρ. 2 καθώς και η αποδιδόμενη ερμηνεία του όρου «εμπορεύματα παραποίησης/απομίμησης» δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Στον όρο περιλαμβάνεται και η συσκευασία, ενώ η άδεια του δικαιούχου είναι καταλυτική (αρ.3). Και δεν νομίζω πως η παρανομία δημιουργεί δικαιώματα. Ιδίως όταν πράξεις ή ενέργειες που παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας συνιστούν κάτω από τις πρόνοιες των αρ. 9 και 12 του Νόμου 133
(1)/06 ποινικά αδικήματα. Θεωρώ πως οι λόγοι αυτοί είναι αρκετοί για να καταστεί το εκδοθέν διάταγμα απόλυτο. Εν πάση περιπτώσει και χάριν πληρότητας της ενδιάμεσης απόφασης, θα εξετάσω τις διάφορες νομικές ενστάσεις του καθ' ού η αίτηση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση είναι αλληλένδετη κατά ένα τρόπο και σε κάποιο βαθμό με το δεύτερο κριτήριο που ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. ΄Ο,τι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Προτού όμως αξιολογήσω τις τασσόμενες προϋποθέσεις, κάποια θέματα χρήζουν περαιτέρω εξέτασης και σχολιασμού. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός από τον καθ' ού η αίτηση και αναπτύσσεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του, ότι οι ενάγοντες αρ. 2 δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή γιατί δεν είναι αντιπρόσωποι των εναγόντων 1 και σε άμεση συνάρτηση με αυτό, ότι οι αιτητές απέκρυψαν ουσιαστικά γεγονότα από το δικαστήριο. Συγκεκριμένα ότι ενώ στα διάφορα τεκμήρια που επισύναψε ο αιτητής η αναφορά που γίνεται είναι στην εταιρεία Fereos Group of Companies Ltd, αντίθετα ενάγουσα είναι η Fereos Ltd. ΄Ερεισμα στον ισχυρισμό δίνεται από τον όρκο του αιτητή και τα συνημμένα τεκμήρια, κυρίως στην παράγραφο 7 που επεξηγά ότι η αναφορά στην εταιρεία Fereos Group of Companies Ltd σε κάποια τεκμήρια είναι λανθασμένη και το ορθό όνομα της ενδιαφερόμενης εταιρείας είναι η ενάγουσα 2. Τούτο οφείλεται στο γεγονός της ύπαρξης ευρύτερου ομίλου εταιρειών της οικογένειας του και συχνά χρησιμοποιά, αδόκιμα, τον όρο αυτό στα επιστολόχαρτα της ενάγουσας 2. Θα πρέπει πάντως να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση εμπεριέχει αντίφαση αφού από τη μια απορρίπτει τα σχετικά έγγραφα, άλλα ως εξ ακοής και άλλα ως παράτυπα ως προς την εφαρμογή του Κανονισμού 1383/03 και από την άλλη κτίζει επ' αυτών και προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς. Κατ' αρχήν θεωρώ την εισήγηση, επί της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων εντελώς ανεδαφική. Όχι μόνο ο αιτητής δεν αποκρύπτει οτιδήποτε από το Δικαστήριο, αλλά αντίθετα επισύρει την προσοχή του δικαστηρίου στο πιο πάνω θέμα και δίνει τις σχετικές επεξηγήσεις. Είναι καλά γνωστή η αρχή που διακηρύχθηκε στη Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 με αναφορά στη θεμελιακή υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcompe (C.A.)
(1988)1 W.L.R. 1350 για την υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορούν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Το αποτέλεσμα τέτοιας παράλειψης είναι ότι το δικαστήριο, χωρίς να εξετάσει την ουσία ακυρώνει αμέσως τη διαταγή γιατί ακριβώς είναι θέμα ύψιστης πίστεως. Τι μπορεί κάθε φορά να αποτελούν ή και να συνιστούν ουσιώδη στοιχεία, εξαρτάται εξ αντικειμένου από τη φύση τους, και κατά πόσο είναι ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρεια του δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροασφαλής. (Resola Cyprus Ltd v. Xριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Είναι νομολογημένο ότι ουσιώδη στοιχεία, ακόμα και ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο είναι εκείνα που πρέπει να γνωρίζει ο δικαστής και αν ένα γεγονός είναι ουσιώδες αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι από το διάδικο. (Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ν. Benflett Enterprises Ltd Πολ. ΄Εφεση 12144 ημερ. 27.3.06). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτητής όχι μόνο δεν απέκρυψε οτιδήποτε από το δικαστήριο, αντίθετα κάμνει σαφή και ρητή αναφορά στο θέμα αυτό και δίνει πλήρεις επεξηγήσεις προς γνώση και ενημέρωση του δικαστηρίου. Σχετικά ακόμα είναι τα τεκ. Κ και Π που υπογράφονται απο την εταιρεία Φεραίος Λτδ σε επιστολόχαρτα που φέρουν τίτλο Fereos Group of Companies, όπως ακριβώς εξηγεί και ο αιτητής. (βλπ. ακόμα τεκμ. Ι, Λ, Ξ και Ο). Το άλλο θέμα που αφορά τη νομιμοποίηση των εναγόντων αρ. 2 στην αγωγή, η απάντηση δίνεται μέσα από το έγγραφο Τεκμ. Στ. Γίνεται αναφορά σε αυτό και στην αγόρευση των δικηγόρων των αιτητών. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό η ενάγουσα αρ. 2 είναι εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος του εγγεγραμμένου κατόχου των εμπορικών σημάτων HABANOS, COHIBA, TTT TRINIDAD HABANA - CUBA και ROMEO & JULIETTA HABANA στα γραφεία εμπορικών σημάτων της Ολλανδίας, Δανίας, Σουηδίας και της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Θα πρόσθετα πως εν πάση περιπτώσει οι εγγεγραμμένοι κάτοχοι και ιδιοκτήτες των πιο πάνω εμπορικών σημάτων είναι οι ενάγοντες αρ. 1 οπότε και σε κάθε περίπτωση ακόμα και να ευσταθούσε ο ισχυρισμός του καθ' ού η αίτηση, οι ενάγοντες αρ. 1 νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής. Και εν όψει ακριβώς αυτού, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σχολιάσω αν οι ενάγοντες αρ. 2 είναι εγγεγραμμένοι εμπορικοί αντιπρόσωποι κατ' εφαρμογή των προνοιών του περί Εμπορικών Αντιπροσώπων Νόμου 76/86. Σημειώνω πάντως ότι ο κ. Παπαδόπουλος μεταξύ άλλων στην αγόρευση του ορθά κατά την κρίση του δικαστηρίου, αναφέρει ότι η αγωγή εγείρεται από την ενάγουσα αρ. 2 στη βάση του τεκμηρίου Στ ως έχουσα δικαίωμα παρέμβασης για να μην εκτελωνίζονται εμπορεύματα για τα οποία υπάρχουν υποψίες ότι παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Σχετικά είναι τα άρθρα 2(α) και (β) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού και τα άρθρα 5 και 6 του Νόμου Ν. 133
(1)/06. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι τα δείγματα των εμπορευμάτων λήφθηκαν κατά παράβαση του Καν. 9
(3)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού γιατί δεν ζητήθηκαν από τους αιτητές. Υποδεικνύω επ' αυτού ότι τα δείγματα αποστάληκαν στους αιτητές από τις τελωνειακές αρχές, σχετικά είναι τα τεκμ. Ζ και Μ, και δεν είναι του παρόντος δικαστηρίου να εξετάσει τη νομιμότητα των ενεργειών των τελωνειακών αρχών, αφού μόνο αρμόδιο είναι το Ανώτατο Δικαστήριο. (Μ & Ch Mitsingas Tr. Ltd v. Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Σημειώνω πάντως ότι ο Κανονισμός 9
(3)σαφώς δίνει εξουσία και διακριτική μάλιστα στο τελωνείο να παραδίδει δείγματα στο δικαιούχο, αν το ζητήσει, και συμφωνώ με τον κ. Παπαδόπουλο ότι το θέμα είναι καθαρά διαδικαστικό και όχι ουσίας. Και τούτο γιατί αφ' ενός δικαίωμα παράδοσης δειγμάτων ως διακριτική ευχέρεια του τελωνείου ρητώς προβλέπεται στον Κανονισμό και αφ' ετέρου το θέμα αφορά το δικαιούχο και όχι τον παραλήπτη ή τον εισαγωγέα ή τον κάτοχο των εμπορευμάτων. Και δεν νομίζω ότι ακόμα και έτσι να έχουν τα πράγματα δημιουργείται εξ αυτού του λόγου παράνομη μαρτυρία, αφού κανένα δικαίωμα του καθ' ού η αίτηση δεν παραβιάστηκε. Ούτε και προβάλλεται τέτοιος λόγος πέραν της γενικής και αόριστης αναφοράς στο θέμα. Αντίθετα έλαβε και ο ίδιος δείγματα και έκαμε δική του εκτίμηση. Ανάλογη είναι και απάντηση και για το θέμα που εγείρεται, ότι το τελωνείο κακώς και καταχρηστικώς έκδωσε έγκριση παρέμβασης επ' ονόματι της ενάγουσας αρ.
- Πρόκειται για θέμα που εκφεύγει από τα δικαιοδοτικά όρια του παρόντος δικαστηρίου. (Mitsingas ανωτέρω). Θεωρώ πως άμεσα συναφές είναι το ζήτημα που αναφέρει ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση (παραγ. 10 και 13) ότι πάνω σε όλα τα κουτιά πούρων που παρέλαβε ως δείγματα από το τελωνείο ανέγραφαν τη λέξη Habanos, που αποτελεί εμπορικό σήμα των εναγόντων αρ.
- (δες τεκμ. Α, Β και Γ). Ο καθ' ου η αίτηση δεν δίνει καμιά απάντηση ή άλλες εξηγήσεις επί του θέματος αυτού, πλην του ισχυρισμού της παράνομης αποστολής των δειγμάτων από το τελωνείο στους αιτητές, το οποίο έχω ήδη διεξέλθει. Να παρεμβάλω εδώ ότι η αγωγή των εναγόντων στηρίζεται σε αθέμιτο ανταγωνισμό (passing off) και αντιποίηση εμπορευμάτων βάση του αρ. 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και επιζητούν εναντίον των εναγομένων διάφορα διατάγματα και αποζημιώσεις. Με διαμορφωμένο πλέον το τοπίο επί των πραγματικών περιστατικών κρίνω ότι το κατ' επείγον της έκδοσης του διατάγματος, αφού εκδόθηκε μονομερώς, ως δικαιοδοτικός όρος (Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1165) εδικαιολογείτο πλήρως. Σημειώνω πως και ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση αναγνωρίζει το στοιχείο αυτό. Επανερχόμενος στις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος κρίνω ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται με την έννοια ότι η βάση της αγωγής στηρίζεται σε ένα καλά γνωστό και αναγνωρισμένο στο νόμο δικαίωμα, εκείνο του αθέμιτου ανταγωνισμού και της αντιποίησης εμπορευμάτων και με όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση. Καταλήγω ότι οι αιτητές έχουν αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση. Αναγνωρίζει και ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση ότι συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, πλην όμως είναι η θέση του ότι δεν συντρέχουν οι άλλες δύο προϋποθέσεις. Εξετάζοντας και συνεκτιμώντας την πρώτη προϋπόθεση με τη δύναμη της υπόθεσης των αιτητών σε σχέση με τη ορατή πιθανότητας επιτυχίας, και έχοντας υπόψη ότι εκείνο που απαιτείται να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, είναι η κρίση μου ότι οι αιτητές με όσα παρατίθενται πιο πάνω, τα οποία και δεν θα επαναλάβω, έχουν ικανοποιήσει πλήρως και την προϋπόθεση αυτή. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Mitsingas ανωτέρω, που αφορούσε παρόμοιο θέμα με την υπό κρίση υπόθεση λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με το κριτήριο αυτό. «Δοθείσας της αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης από τους εφεσίβλητους με ορατή πιθανότητα επιτυχίας η προστασία των δικαιωμάτων τους καθίστατο επείγον ζήτημα λόγω της φύσης των παραβιάσεων και των ζημιογόνων επιδράσεων στα δικαιώματα τους ... Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου για θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα». Τέλος και σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας έχει εξηγηθεί (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788) ότι ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα αυτό είναι η διατήρηση του status quo και ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και που οι πωλήσεις και η επένδυση του κεφαλαίου του είναι μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση. Ακριβώς όπως συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, αφού από τη μια ο αιτητής ως αναφέρει δραστηριοποιείται εδώ και 40 χρόνια στην Κυπριακή αγορά στον τομέα της εμπορίας πούρων, σε αντίθεση με τον καθ' ου η αίτηση που κατέθεσε ότι ασχολείται 7 χρόνια με εξαγωγές πούρων στο Ιράκ και είναι η πρώτη του προσπάθεια για την Κυπριακή αγορά. Σημειώνω ακόμα ότι τα εμπορεύματα παραμένουν ακόμα στο τελωνείο και δεν έχουν εισαχθεί προς πώληση στην εγχώρια αγορά. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237 δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της δεδομένων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης. Συνοψίζοντας όσα προέκυψαν από τις ένορκες δηλώσεις και τη μαρτυρία και χωρίς αυτά βεβαίως να αποτελούν ευρήματα του δικαστηρίου, αλλά μια προκαταρκτική θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων στα πλαίσια και μόνο του περιορισμένου σκοπού του ενδιαμέσου διατάγματος, προκύπτει ότι οι ενάγοντες αρ. 1 είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση μεταξύ άλλων, των εμπορικών σημάτων Habanos, Cohiba, TTT Trinidad, Havanα-Cuba, Montecristo, Romeo & Julietta Habana. (Τεκμ. Β). Η ενάγουσα 2 ανέλαβε πλήρως την αντιπροσώπευση και τη διανομή των κουβανέζικων πούρων Habanos (Τεκμ. Γ). Η ενάγουσα αρ.2 ως εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος των εναγόντων αρ. 1 έγινε αποδεκτή από το τελωνείο ως παρεμβαίνουσα δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης 1383/03, καθώς και των προνοιών του προγενέστερου Κανονισμού 3295/94 που καταργήθηκε, και των ημεδαπών Νομοθεσιών 31
(1)/02 που καταργήθηκε από το Νόμο 133
(1)/
- Τα προς τελωνισμό εμπορεύματα του καθ' ου η αίτητη φέρουν ως έχει καταδειχθεί, πέραν των υπολοίπων, επί της συσκευασίας τους κατοχυρωμένο εμπορικό σήμα των εναγόντων αρ.
- Ειδικότερα επι των κουτιών των εμπορευμάτων υπάρχει αναγραμμένη η λέξη Habanos καθώς και χρήση των πιο πάνω λογοτύπων και εμπορικών σημάτων. Σύμφωνα δε με όσα προέκυψαν δεν υπάρχει ούτε άδεια του κατασκευαστή τους, ούτε πιστοποιητικό αυθεντικότητας των πούρων γιατί δεν αγοράστηκαν από την Κούβα, αλλά από Αιγυπτιακή εταιρεία και τα εμπορεύματα αποτελούν παράνομη εξαγωγή από την Κούβα. Εν όψει όλων των πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένος ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Ως εκ τούτου το ενδιάμεσο διάταγμα διά του παρόντος καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των αιτητών και σε βάρος του καθ' ου η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο