ΣΧΟΛΑΙ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΛΤΔ ν. IGVP ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ -ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ Ε.Π.Ε, Αρ. Αγωγής: 7301/02, 25 Μαΐου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7301/02 Μεταξύ: ΣΧΟΛΑΙ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΛΤΔ εμπορευόμενη με την εμπορική επωνυμία FREDERICK INSTITUTE OF TECHNOLOGY Ενάγουσα και IGVP ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ -ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ Ε.Π.Ε Εναγόμενη ----------------------------- 25 Μαΐου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Α. Παπαντωνίου (στην εκφώνηση της απόφασης η κα Παπαμιχαήλ). Για την Εναγόμενη: κ. Γ. Τριλλίδης για Πολάκη Σαρρή & Σία. Α Π Ο Φ Α Σ Η Περί Ευρωπαϊκών κονδυλίων ο λόγος. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 1999 οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης της ανέθεσαν ως αναδόχου φορέα (promoter) την εκπόνηση έργου εντός των πλαισίων του Ευρωπαϊκού προγράμματος γνωστού ως LEONARDO DA VINCI. Υπό την ως άνω ιδιότητα, η Ενάγουσα ζήτησε από διάφορες εταιρείες και οργανισμούς να επιβεβαιώσουν το ενδιαφέρον τους για συμμετοχή στο προαναφερθέν έργο το οποίο θα είχε ως θέμα "Development of an integrated distance learning training module for the oil industry". Μεταξύ αυτών που εκδήλωσαν ενδιαφέρον να λάβουν μέρος ως συμμετέχων φορέας (partner) ήταν και η Εναγομένη, η οποία είναι Ελληνική εταιρεία που ανάμεσα στις δραστηριότητες της είναι και η συμμετοχή σε Ευρωπαϊκά προγράμματα. Για επισφράγιση και ρύθμιση της μεταξύ των μερών συνεργασίας υπέγραψαν συμφωνία ημερ. 19.4.
- Βάσει της εν λόγω συμφωνίας, η Εναγόμενη ήταν επιφορτισμένη με τη διεκπεραίωση τριών κύριων έργων-μελετών. Μολονότι ο προϋπολογισμός του έργου αναπροσαρμόστηκε ώστε να μπορέσει η Εναγόμενη να έχει τη συνδρομή υπεργολάβου (sub contractor) για τη διεκπεραίωση των εργασιών της, αυτή απέτυχε να ανταποκριθεί αφού εκ των τριών έργων-μελετών ολοκλήρωσε μόνο το δεύτερο. Πέραν των πιο πάνω η Εναγόμενη ενεργώντας αντισυμβατικά απέτυχε να υποβάλει εμπρόθεσμα οικονομική έκθεση των εργασιών της. Όταν τελικώς το έπραξε (εκπρόθεσμα), δεν υπήρχαν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία και παραστατικά με αποτέλεσμα η Ενάγουσα παράλληλα με την οικονομική έκθεση της Εναγόμενης, να αναγκαστεί να υποβάλει και νέα έκθεση, βάσει των υπαρχόντων στοιχείων, προς τις αρμόδιες αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η οικονομική έκθεση της Εναγόμενης απερρίφθη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένεκα των πιο πάνω η Ενάγουσα υπέστη συνολική ζημιά και διεκδικεί από την Εναγόμενη ποσό €20.312,60 ήτοι €14.916 που κατέβαλε περισσότερα στην Εναγόμενη απ' ότι εδικαιούτο και το οποίο οφείλει να της επιστρέψει πλέον €5.390,60 που κατακράτησε η Εναγόμενη από την αμοιβή του συνεργάτη της Λεωνίδα Κωνσταντίνου, ποσό που όφειλε να αποδώσει στην ελληνική εφορία. Αυτό το ποσό θα πρέπει να το επιστρέψει η Ενάγουσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση αφού το έχει χρεωθεί και/ή της έχει αποκοπεί από την αμοιβή της. Παρενθετικά να σημειώσω ότι το σωστό άθροισμα των δύο υπό διεκδίκηση ποσών είναι €20.306,60 και όχι €20.312,
- Η Εναγόμενη με τους δικούς της δικογραφημένους ισχυρισμούς αρνείται τις βασικές θέσεις και αξιώσεις της Ενάγουσας. Αναγνωρίζει μεν τη μεταξύ τους συνεργασία και συμβατική σχέση αλλά ισχυρίζεται ότι ουδόλως ενήργησε αντισυμβατικά. Τουναντίον διεκπεραίωσε στο ακέραιο τα πρώτα δύο έργα-μελέτες που της ανετέθησαν ενώ το τρίτο είναι εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας που δεν το διεκπεραίωσε αφού ουδέποτε παρέλαβε το τελικό προϊόν του όλου έργου της μελέτης, ήτοι το απαραίτητο CD-ROM, για να μπορέσει να το πράξει. Πέραν τούτου συμπλήρωσε και υπέβαλε την οικονομική της έκθεση στις 5.9.01, εντός δηλαδή της προθεσμίας που τέθηκε από την Ενάγουσα. Στην οικονομική αυτή έκθεση, η οποία συνοδεύεται από τα αναγκαία δικαιολογητικά, προσδιορίζονται δαπάνες ύψους €57.
- Από την Ενάγουσα έλαβε ποσό μόνο €12.600 (και όχι €37.669, ως η ίδια ισχυρίζεται). Ως εκ τούτου η Εναγόμενη με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία έπρεπε να λάβει ποσό €42.145,4 (ήτοι 72.79% που ήταν το ποσοστό συνεισφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί των συνολικών δαπανών των €57.000). Συνεπώς της οφείλεται ποσό €29.545,41 το οποίο και ανταπαιτεί. Με βάση τις πιο πάνω συγκρουόμενες θέσεις η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατέθεσαν δύο μάρτυρες, η κα Όλγα Πουλίδα (Μ.Ε.1), διδάκτωρ Φυσικής στο Frederick Institute of Technology και υπεύθυνη του όλου έργου από πλευράς Ενάγουσας και ο κ. Ιάκωβος Κουμίδης (Μ.Υ.1) διαχειριστής της Εναγόμενης, ως ανέφερε, και ενεργά αναμεμειγμένος με το επίδικο έργο. Μολονότι οι μάρτυρες ήσαν μόνο δύο, η μαρτυρία τους ήταν αρκετά εκτενής. Μαζί καταλαμβάνει πέραν των 100 δακτυλογραφημένων σελίδων και έτσι για σκοπούς σύντμησης και ευχερέστερης ανάγνωσης θα αποφύγω την καταγραφή της μαρτυρίας τους. Τούτου λεχθέντος, αναφορά σε επιμέρους σημαντικά μέρη της μαρτυρίας θα γίνει σε αρκετά κατοπινά σημεία αυτής της απόφασης. Ως επίσης αναφορά θα γίνει και σε σημαντικά τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Παράλληλα κατά την εξέταση των διαφόρων πτυχών της υπόθεσης, να επισημάνω εκ των προτέρων πως έλαβα υπόψη μου την επιχειρηματολογία των μερών, ως αυτή αναπτύχθηκε στις ομολογουμένως ενδιαφέρουσες και εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων τους. Συνολικά υπάρχουν τρεις χρηματικές αξιώσεις. Δύο από πλευράς Ενάγουσας και μια από πλευράς Εναγομένης. Τις εν λόγω αξιώσεις θα τις εξετάσω ξεχωριστά, καθ' ότι τα νομικά και πραγματικά δεδομένα που τις διέπουν είναι διαφορετικά και πιστεύω θα γίνουν καλύτερα κατανοητές οι εκτιμήσεις και θέσεις του Δικαστηρίου μ΄ αυτόν τον τρόπο. Κατά την εν λόγω εξέταση, θα σχολιαστούν και διάφορες πτυχές της μαρτυρίας και τελικώς θα εκφρασθεί κρίση και σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων. (Α) Η αξίωση της Ενάγουσας για €14.916 Η διεκδίκηση του ποσού αυτού εδράζεται στην κατ' ισχυρισμό παράλειψη της Εναγόμενης να φέρει σε πέρας τις υποχρεώσεις που της αναλογούσαν με βάση τη συμφωνία ημερ. 19.4.2000 (τεκμήριο 2). Με άλλα λόγια η νομική βάση της διεκδίκησης είναι η παράβαση συμβολαίου. Σε σχέση με την αξίωση αυτή έχω να παρατηρήσω τα εξής:
(1)Η Μ.Ε.1 περιέγραψε με περισσή λεπτομέρεια τις διαβουλεύσεις που έλαβαν χώραν πριν την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας αλλά και τις απορρέουσες υποχρεώσεις της Εναγόμενης. Από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 προκύπτει σαφέστατα πως οι βασικοί συντελεστές, οι προεξάρχοντες θα έλεγα της συμφωνίας ήταν η Ενάγουσα και η Εναγόμενη και η συμμετοχή τρίτων, όπως του συνεργάτη κ. Λεωνίδα Κωνσταντίνου (του συζύγου της Μ.Ε.1 ως διαφάνηκε) ήταν κάτι που προέκυψε στην πορεία, κατόπιν μάλιστα επιθυμίας της Εναγόμενης. Ας δούμε όμως κατά πόσο η θέση αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η προηγηθείσα ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των μερών είναι αρκούντως αποκαλυπτική. Ξεκινώ από το ηλεκτρονικό μήνυμα της Μ.Ε.1 ημερ. 1.2.2000 (τεκμήριο 17) όπου προετοιμάζεται το έδαφος για υπογραφή της συμφωνίας (τεκμήριο 2). Γράφει (μεταξύ άλλων) η Μ.Ε.1 στην Εναγόμενη: (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). "Όπως είχαμε συμφωνήσει πριν περίπου 1 χρόνο όταν μιλήσαμε για το project, ο Λεωνίδας ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για το 1 από τα 3 κομμάτια του project θα εμφανίζεται ως δικός σας συνεργάτης. Ο χρόνος που θα απαιτηθεί από τα μέλη της IGVP να δαπανήσουν στο project θα είναι σχετικά πολύ μικρός, αλλά η εταιρεία θα εμφανίζεται ως ο συμμετέχον οργανισμός, θα αναλάβει τις επαφές με τα διάφορα Διυλιστήρια τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα ασχοληθεί με το dissemination του project και θα έχει βέβαια δικαίωμα χρήσης του end-product. Το τελικό προϊόν να γίνει προσπάθεια να είναι υψηλής ποιότητας έτσι ώστε να υπάρξει η δυνατότητα παροχής άδειας για commercialization. Παράλληλα, θα μπει στην εταιρεία κάποιο ποσό (περίπου 20%) τόσο ως pay-off της συμμετοχής του Λεωνίδα, όσο και για έξοδα ταξιδιών και για το λίγο χρόνο που θα απαιτηθεί για τις παραπάνω δραστηριότητες." Την επομένη κιόλας ημέρα απάντα η Εναγόμενη με δικό της ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 18) διατυπώνοντας την εξής απορία: "Πως ακριβώς θα φαίνεται συνεργάτης μας ο Λεωνίδας; Αν υπογράψουμε ένα συμβόλαιο για xx Ευρώ ως συμμετοχή στο project και από αυτά ο Λεωνίδας πάρει 0.8xx Ευρώ τότε θα πρέπει να υπογραφεί ένα συμφωνητικό συνεργασίας με εμάς και τον Λεωνίδα και να "περάσουν" τα χρήματα από το λογιστήριο της IGVP (προκειμένου να μην είμαστε εμείς εκτεθειμένοι στην Εφορεία). Επίσης ο Λεωνίδας θα πρέπει να κόψει παραστατικό για τα χρήματα που θα πάρει (στην Ελλάδα υπάρχει το δελτίο παροχής υπηρεσιών)." Στις 8.2.2000 η Εναγόμενη λαμβάνει ηλεκτρονικό μήνυμα από την Μ.Ε.1 (τεκμήριο 15) με την οποία λύνεται η απορία της με αναφορά στα εξής: "Σχετικά με το πλαίσιο συμμετοχής του Λεωνίδα, προφανώς όλα θα γίνουν έτσι ώστε να μην είναι εκτεθειμένη η εταιρεία σας. Δηλαδή, θα υπάρξει κάποιο συμφωνητικό μεταξύ της IGVP και του Λεωνίδα, όπου θα φαίνονται τα καθήκοντα του, και ο Λεωνίδας θα εγγραφεί στο ταμείο ελεύθερων επαγγελματιών, θα έχει διατρημένες από την εφορεία αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και το ποσό του LDV θα περάσει μέσα από το λογιστήριο σας. Όπως φαίνεται και στο επισυναπτόμενο "agreement letter" το ποσό που έχει εγκριθεί για την IGVP είναι 42000 Ευρώ, από τα οποία το 20% (δηλαδή 8400 Ευρώ) θα έρθει στην εταιρεία σας ως "pay-off" (βέβαια στα financial reports για τη Commission, το ποσό αυτό θα δικαιολογηθεί με άλλο τρόπο), 600 Ευρώ θα έρθουν σε εσάς για να καλύψουν τα δύο εισιτήρια του κ. Λαττά (σύμφωνα με τις τιμές των εισιτηρίων το εισιτήριο Αθήνα-Βουκουρέστι είναι μόλις 170 Ευρώ, δηλαδή τα 600 Ευρώ υπερκαλύπτουν την ηθική μου υποχρέωση) και το υπόλοιπο ποσό των 33000 Ευρώ θα καλύψουν τα έξοδα της δουλειάς και των ταξιδιών του Λεωνίδα. Βέβαια θα πρέπει να εμφανιστούν και own funds της εταιρείας, τα οποία, όπως ξέρεις πολύ καλά είναι εικονικά ποσά, και θα πάνε πάνω σε personnel costs κυρίως. Πιστεύω ότι η παραπάνω διευθέτηση κάθε άλλο παρά μπορεί να κριθεί οικονομικά ζημιογόνα για την εταιρεία." Από το πιο πάνω είναι προφανές πως η Εναγόμενη στην πραγματικότητα θα ενεργούσε εν πολλοίς ως πληρωμένος κομπάρσος ενώ οι ουσιαστικοί συντελεστής θα ήταν η Ενάγουσα από τη μια και ο κ. Λεωνίδας Κωνσταντίνου από την άλλη. Τούτο καταδεικνύει πως οι εκτενείς περιγραφές της Μ.Ε.1 αφορούσαν μόνο την επιφάνεια του πράγματος, ενώ στο βάθος υπήρχε άλλη συγκεκαλυμμένη συνεννόηση μεταξύ των μερών. Ομοίως καταδεικνύεται μια περίεργη αντίληψη της Μ.Ε.1 για "τη χρηστή διαχείριση Ευρωπαϊκών κονδυλίων" την οποία υποστήριξε με ιδιαίτερη επίταση κατά την ακροαματική διαδικασία. Παράλληλα αυτή είναι η προεργασία και η διαβούλευση που προηγήθηκε της συμφωνίας (τεκμήριο 2) της οποίας η Ενάγουσα επικαλείται τη διάρρηξη. Δηλαδή ενώ βάσει της εξ υπαρχής συνεννόησης, η Εναγόμενη θα έπαιρνε ως "pay off" το 20% του συνόλου των €42.000, δηλαδή όλα κι όλα €8.400 και τα υπόλοιπα θα ήταν για την εργασία του Λεωνίδα Κωνσταντίνου, διεκδικούνται από την Εναγόμενη €14.916 (ποσό μεγαλύτερο δηλαδή του "pay off") για μη εκτελεσθείσα εργασία της ίδιας και όχι του Λεωνίδα Κωνσταντίνου. Τα προαναφερθέντα τα παρέθεσα, όχι για να επιχειρήσω αλλοίωση των όρων της συμφωνίας (τεκμήριο 2), αλλά απλώς ως ένδειξη ή καλύτερα απόδειξη της αναξιοπιστίας της Μ.Ε.1, που ουδόλως αποκάλυψε τις πραγματικές προθέσεις των μερών.
(2)Σε ότι αφορά την ίδια τη συμφωνία (τεκμήριο 2), προκύπτει από την εισαγωγική της παράγραφο πως θα υπόκειται στους όρους της συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αυτή η συμφωνία ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα η συμβατική εικόνα των πραγμάτων να είναι κατά κάποιο τρόπο ημιτελής. Πέραν τούτου, δεν δέχομαι τη θέση ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να εκπληρώσει το πρώτο έργο-μελέτη που της αναλογούσε. Στο παράρτημα 1 της συμφωνίας όπου περιγράφονται οι εργασίες της Εναγόμενης δεν γίνεται καμία αναφορά στον αριθμό των ερωτηματολογίων που θα έπρεπε να συμπληρωθούν για να εθεωρείτο το έργο πλήρες. Συνεπώς θεωρώ τη θέση της Μ.Ε.1 ότι τα 16 ερωτηματολόγια που της εστάλησαν ήταν ανεπαρκή, ως αυστηρά προσωπική άποψη που δεν βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες της συμφωνίας. Επ' αυτού δεν μπορεί να αγνοηθεί και το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 12.12.2000 (τεκμήριο 13) με το οποίο η Μ.Ε.1 ευχαριστεί την Εναγόμενη για την αποστολή των εν λόγω ερωτηματολογίων. Έστω και αν η Μ.Ε.1, ως ισχυρίστηκε, έστειλε το μήνυμα προτού προλάβει να κοιτάξει τα ερωτηματολόγια, θα μπορούσε, αφού ένα από τα κύρια προβλήματα ήταν και ποσοτικό, τουλάχιστον να διαμαρτυρόταν για τον ανεπαρκή αριθμό των ερωτηματολογίων και όχι ανεπιφύλακτα να ευχαριστήσει την Εναγόμενη για την αποστολή τους. Ούτε και υπάρχει άλλη γραπτή διαμαρτυρία της Μ.Ε.1 σε σχέση με το θέμα αυτό, παρά την πλειάδα ηλεκτρονικών και άλλων μηνυμάτων που αντάλλαξαν τα μέρη, ακόμα και για δευτερεύοντα θέματα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας κατά την τελική του αγόρευση για να υποστήριξη τη θέση ότι ο αριθμός των ερωτηματολογίων ήταν ανεπαρκής, ανέφερε πως από την Κύπρο εστάλησαν 80-90 ερωτηματολόγια. Τέτοια μαρτυρία όμως δεν δόθηκε κατά τη δίκη, με αποτέλεσμα το εν λόγω επιχείρημα να παραμένει ουσιαστικά μετέωρο, όπως μετέωρες παρέμειναν και οι διάφορες υποβολές που έγιναν προς τον Μ.Υ.1 σε σχέση με το εν λόγω θέμα και οι οποίες δεν πλαισιώθηκαν με την ανάλογη μαρτυρία. Τέλος σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει να σημειώσω και την παράλειψη παρουσίασης αυτών καθαυτών των ερωτηματολογίων ή τουλάχιστον ενός δείγματος, ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο να είχε ιδίαν γνώση του περιεχομένου, πράγμα που θα επέτρεπε ορθολογικό έλεγχο των εκατέρωθεν ισχυρισμών των μερών σε σχέση με την ποιοτική τουλάχιστον επάρκεια τους.
(3)Ομοίως δεν δέχομαι ότι η Εναγόμενη εξ υπαιτιότητας της ιδίας παρέλειψε να εκτελέσει το τρίτο έργο που της αναλογούσε, ήτοι την ποικιλότροπη διάδοση του τελικού προϊόντος (CD ROM). Επ' αυτού υπήρξε διαφωνία στο κατά πόσο το εν λόγω CD ROM εστάλη η όχι στην Εναγόμενη. Παρά τη σπουδαιότητα του όλου θέματος, η Μ.Ε.1 πάλι απέτυχε να παρουσιάσει οποιονδήποτε γραπτό στοιχείο που να αποδείκνυε την αποστολή του εν λόγω CD ROM. Γενικά και αόριστα και χωρίς ποσώς να πείθει επί του προκειμένου, ισχυρίστηκε ότι απέστειλε δέσμη CD ROM με απλό ταχυδρομείο, χωρίς ως εκ τούτου να έχει οποιαδήποτε απόδειξη αποστολής. Ομοίως παρέλειψε να παρουσίασε γραπτό μήνυμα (πλην του τεκμηρίου 5Β ημερ.11.8.01 με τα όσα ακροθιγώς αναφέρονται εκεί) που να καταδεικνύει ότι προέβη σε έγκαιρες παραστάσεις προς την Εναγόμενη σε σχέση με το θέμα αυτό. Ερωτηθείσα από τον συνήγορο της Εναγόμενης αναφορικά με τις παραλείψεις αυτές, αντέστρεψε το σκηνικό υποδεικνύοντας πως η Εναγόμενη ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τη μη παραλαβή του τελικού προϊόντος. Η θέση της αυτή όμως καταρρίπτεται από το ηλεκτρονικό μήνυμα της Εναγόμενης ημερ. 18.8.2001 (τεκμήριο 23), όπου ρητώς ζητά την αποστολή του τελικού προϊόντος και των επικουρικών αυτού εγγράφων. Αν ήταν αυθεντική η θέση της Μ.Ε.1, ότι το τελικό προϊόν εστάλη από τον Ιούλιο, θα έπρεπε τουλάχιστον να θορυβηθεί και να απαντήσει στον εν λόγω ισχυρισμό, πράγμα που δεν φαίνεται να έπραξε.
(4)Πολύς λόγος έγινε για την καθυστέρηση υποβολής της οικονομικής έκθεσης από πλευράς Εναγόμενης. Το θέμα αυτό όμως δεν προσφέρει ερείσματα στην Ενάγουσα να επικαλείται παράβαση της σύμβασης, πρώτον διότι ακόμα και αν υπήρξε καθυστέρηση, δίδονταν παρατάσεις από την ίδια την Ενάγουσα με τελευταία αυτή που δόθηκε με την επιστολή (τεκμήριο 5Δ), με την οποία υπήρξε συμμόρφωση και δεύτερον, ως έγινε δεκτό η όποια καθυστέρηση δεν επηρέασε καθόλου την υλοποίηση του όλου έργου και άρα δεν μπορεί να προκάλεσε οποιανδήποτε ζημιά.
(5)Δεν υπήρξε καν αλληλουχία και συνοχή από πλευράς Ενάγουσας σε ότι αφορά τα υποβληθέντα έξοδα από πλευράς Εναγόμενης που συνοδεύονταν από τα αναγκαία δικαιολογητικά. Στην επιστολή ημερ. 16.8.01 (τεκμήριο 5Γ) αναφέρεται πως το ποσό των δικαιολογημένων εξόδων είναι €34.054.
- Στην επιστολή όμως ημερ. 29.8.01 (τεκμήριο 5Δ) αναφέρεται πως το ποσό αυτό είναι μόλις €30.
- Η Μ.Ε.1 ρωτήθηκε ευθέως σε σχέση με την ανακολουθία αυτή αλλά δεν ήταν σε θέση να τη συμβιβάσει με οποιοδήποτε τρόπο. Επ΄ αυτού αξίζει να σημειωθεί πως στην αγωγή δεν χρησιμοποιήθηκε ούτε το ένα ποσό ούτε το άλλο, αλλά ένα τρίτο, ήτοι το ποσό των €31.
- Αυτές οι ανεξήγητες διαφορές ενισχύουν την άποψη πως η συγκεκριμένη αξίωση της Ενάγουσας είναι ανεδαφική.
(6)Η βάση με την οποία διεκδικείται το ποσό αυτό δεν συνάδει με τα όσα αναφέρονται στα κατατεθέντα τεκμήρια. Συγκεκριμένα στο τεκμήριο 5Γ αναφέρεται πως το επιπλέον ποσό που φέρεται να εισέπραξε η Εναγόμενη, που εκεί προσδιορίζεται σε €12.880,23 θα πρέπει να επιστραφεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω της Ενάγουσας, (". .... the difference between the total amount that your Company received for the purposes of the project and the contribution of the Commission, that is €12.880,23 must be refunded back to the Commission through the Contrαcting Organization". Τα ίδια επαναλαμβάνονται στην επιστολή ημερ.19.2.2002 (τεκμήριο 9), η οποία χρονικά προηγείται μόλις τεσσερισήμισι μήνες της καταχώρησης της υπό συζήτηση αγωγής. Εκεί αναφέρεται "In case that your Organization fails to submit the above mentioned document (απόδειξη της ελληνικής εφορείας), then your Organization is obliged to return to the Commission the total amount of €20.313". Ενώ λοιπόν τεσσερισήμισι μήνες πριν την καταχώρηση της αγωγής (άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος δόθηκε ακόμα πιο πριν) το εν λόγω ποσό φέρεται να οφείλεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αίφνης το μεγαλύτερο του μέρος, ήτοι τα €14.916 διεκδικείται ως ειδική ζημιά της ίδιας της Ενάγουσας. Η Μ.Ε.1 θυμήθηκε μάλιστα"...πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει κaμία πλέον δικαιοδοσία να απαιτήσει το ποσό. Ποσό απαιτεί ο ανάδοχος φορέας για να το επιστρέψει στους συνεργαζόμενους φορείς στους οποίους το χρωστά". Η τελευταία αυτή εκδοχή που δεν αναφέρεται (ρητά τουλάχιστον) καν στα δικόγραφα, από πλευράς μαρτυρίας παρέμεινε γενική και αόριστη. Πέραν του ισχυρισμού πως οι άλλοι συνεργαζόμενοι φορείς αναμένουν το αποτέλεσμα της παρούσας δίκης για να εισπράξουν, γεγονός για το οποίο και πάλι η Μ.Ε.1 δεν είχε κανένα στοιχείο να παρουσιάσει, καμία συγκεκριμενοποίηση δεν υπήρξε. Διαισθανόμενος προφανώς αυτό το κενό, ο συνήγορος της Ενάγουσας παρουσίασε κατά την αγόρευση του κάποιο πίνακα που φέρεται να δεικνύει ποια ποσά έχει να λαμβάνει ο καθένας. Παρά το φιλότιμο της προσπάθειας, αυτός ο πίνακας δεν αποτελεί μαρτυρία, ούτε μπορεί βεβαίως να συμπληρώσει τα κενά στο δικόγραφο και τη μαρτυρία της Μ.Ε.1. (Β) Η αξίωση της Ενάγουσας για €5.390,60 Το ποσό αυτό ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης διεκδικείται για να αποδοθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η διεκδίκηση του ποσού αυτού, ως θα προσπαθήσω να εξηγήσω στη συνέχεια, παρουσιάζει όχι μόνο πραγματικά προβλήματα αλλά και νομικά. Συγκεκριμένα επισημαίνω τα εξής:
(1)Το προαναφερθέν ποσό αποτελεί το 20% της αμοιβής του κ. Λεωνίδα Κωνσταντίνου, το οποίο ως ελέχθη, κατακράτησε η Εναγόμενη συμφώνως της ελληνικής νομοθεσίας για να το αποδώσει στην ελληνική εφορία, χωρίς όμως ποτέ να το πράξει. Τα παρόν Δικαστήριο αγνοεί κατά πόσο υπάρχει τέτοια πρόνοια στο ελληνικό δίκαιο, ως επίσης αγνοεί κάθε τι που αφορά το δίκαιο ξένων χωρών. Η επίκληση προνοιών αλλοδαπού δικαίου αποτελεί πραγματικό και όχι νομικό γεγονός που θα πρέπει απαρέγκλιτα να αποδειχθεί με μαρτυρία πραγματογνώμονα (βλ. Ηλιάδης, "Το Δίκαιο της Απόδειξης", σελ.144-146). Συνεπώς και εδώ αν η Ενάγουσα ήθελε να στηριχθεί σε μια τέτοια πρόνοια και να οικοδομήσει επ' αυτής, ως κατ' ουσία έπραξε, όφειλε να προσκομίσει και την ανάλογη μαρτυρία. Τέτοιαν μαρτυρία όμως ουδέποτε προσκόμισε με αποτέλεσμα η επίκληση του προαναφερθέντος ισχυρισμού να παραμένει μετέωρη.
(2)Ακόμα και αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα και αποδεικνυόταν μια τέτοια υποχρέωση από πλευράς Εναγόμενης, δεν θεωρώ ότι η Ενάγουσα δια της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 απέδειξε το γεγονός. Οι αναφορές της ήταν γενικές και αόριστες και δεν πλαισιώθηκαν με κανένα γραπτό πειστήριο. Τουναντίον ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες επαφές που είχε με την ελληνική εφορία σε σχέση με το ζήτημα αυτό και σε συνακόλουθες ενέργειες στις οποίες προέβη η Εναγόμενη. Παρουσίασε μάλιστα και το τεκμήριο 20 που είναι απόδειξη παραλαβής από υπάλληλο της ελληνικής εφορίας της απόδειξης είσπραξης του Λεωνίδα Κωνσταντίνου (τεκμήριο 11). Η εν λόγω απόδειξη είναι βεβαίως εξ ακοής μαρτυρία, αλλά σε συνδυασμό με τα όσα πειστικά επί του σημείου ανέφερε ευθέως ο Μ.Υ.1, συντείνει στο να καταδειχθεί το αβάσιμο του ισχυρισμού της Ενάγουσας. Να επισημάνω επ' αυτού πως καμιά ουσιαστική αντίκρουση του τεκμηρίου 20 δεν υπήρξε από πλευράς Ενάγουσας, ούτε και επιχειρήθηκε η ενεργοποίηση των προνοιών του περί Αποδείξεως Νόμου που παρέχουν το δικαίωμα αντεξέτασης. Έτσι κι αλλιώς διαφάνηκε πως καμία παρακράτηση χρημάτων δεν μπορεί να υπήρξε αφού η αμοιβή του κ. Κωνσταντίνου, ασχέτως του ποιος έδωσε οδηγίες, καταβλήθηκε με απευθείας εμβάσματα από την Ενάγουσα στον κ. Κωνσταντίνου. Το ποσό, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν καταβλήθηκε πρώτα από την Εναγόμενη προς τον κ. Κωνσταντίνου και στη συνέχεια να αποζημιώθηκε η Εναγόμενη από την Ενάγουσα με το ποσό αυτό, πλέον το ποσό που θα έπρεπε να αποδοθεί στην εφορεία, ώστε να προέκυπτε ενδεχόμενο παράνομης παρακράτησης του τελευταίου αυτού του ποσού.
(3)Η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται καν να διεκδικεί αυτό το ποσό. Η αξίωση υπενθυμίζω υποβλήθηκε εξ ονόματος και για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ή για την ελληνική εφορεία ως όψιμα αναφέρθηκε κατά την ακρόαση). Με άλλα λόγια η Ενάγουσα διεκδικεί το εν λόγω ποσό ως αντιπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όμως, ως καταδεικνύεται ξεκάθαρα στην επιστολή της ημερ. 21.11.2006 (τεκμήριο 22), η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε, τέτοια αξίωση δεν έχει. Η προτελευταία παράγραφος της εν λόγω επιστολής είναι αρκούντως διαφωτιστική. Αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Nevertheless to your question as whether the project has been completed and is financially closed, the Commission is entitled to answer positively. The final grant was established and the balance paid to the Contractor. For the Commission the file was closed in August 2002". Μετά την κατάθεση της πιο πάνω επιστολής θα ανέμενε κανείς μια αναδίπλωση και επαναξιολόγηση της αξίωσης από πλευράς Ενάγουσας. Αντ' αυτού όμως συνέχισε απτόητη τη διεκδίκηση του εν λόγω ποσού. Ο συνήγορος της Ενάγουσας υπέβαλε (ανεπιτυχώς) προς τον Μ.Υ.1 πως παρά την ύπαρξη της πιο πάνω επιστολής, η Επιτροπή διατηρεί για περίοδο πέντε ετών το δικαίωμα να επανέλθει. Τέτοια μαρτυρία όμως, παρά τα όσα υποστήριξε ο συνήγορος κατά την αγόρευση του, ουδέποτε δόθηκε από τη Μ.Ε.
- Εν πάση περιπτώσει η θέση αυτή απολήγει στο ότι η Ενάγουσα τελικώς υπέβαλε απαίτηση για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μήπως και η τελευταία απεφάσιζε στο μέλλον να επανανοίξει ένα ήδη κλειστό φάκελο και να ζητήσει επιστροφή του εν λόγω ποσού. Το εξωπραγματικό της εκδοχής αυτής πιστεύω βοά και δεν χρειάζεται να το σχολιάσω περαιτέρω. Κλείνοντας με αυτό το ζήτημα να σημειώσω παρενθετικά πως ελλείψει εκχώρησης δικαιωμάτων, ο αντιπρόσωπος δεν έλκει αυτοτελή δικαιώματα και δεν δικαιούται να διεκδικεί εξ ονόματος του ποσά που υποτίθεται οφείλονται στον αντιπροσωπευόμενο (βλ. άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και το σύγγραμμα Bowsteαd & Reynolds on Agency, (16η έκδοση), όπου στη σελ.548 αναφέρονται τα εξής: Σε ελεύθερη μετάφραση, "Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία όσον αφορά τον γενικό κανόνα που αφορά ένα αντιπρόσωπο. Όταν ένα πρόσωπο συμβληθεί ως αντιπρόσωπος για αντιπροσωπευόμενο, η σύμβαση είναι σύμβαση του αντιπροσωπευόμενου και όχι του αντιπροσώπου, και εκ πρώτης όψεως, στο κοινό δίκαιο το μόνο πρόσωπο που δύναται να ενάγει είναι ο αντιπροσωπευόμενος και το μόνο πρόσωπο που δύναται να εναχθεί είναι ο αντιπροσωπευόμενος." Στη βάση όλων των προαναφερθέντων, αβίαστα απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και μαζί τις δύο αξιώσεις της Ενάγουσας, οι οποίες συνακόλουθα παραμένουν ατεκμηρίωτες και αναπόδεικτες. (Γ) Η αξίωση της Εναγόμενης για €29.545,41 (η Ανταπαίτηση) Η αξίωση αυτή στηρίζεται στο ότι η οικονομική έκθεση που ετοίμασε η Εναγόμενη στις 5.9.2001 για συνολικές δαπάνες €57.000, θα έπρεπε να προωθηθεί από την Ενάγουσα προς έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφού συνοδευόταν απ΄ όλα τα αναγκαία παραστατικά. Αν γινόταν τούτο θα λάμβανε €42.145,41 (€57.900 Χ 72.79%) αντί €12.
- Η συλλογιστική αυτή δεν αναγνωρίζει τις €25.000 που πληρώθηκαν από την Ενάγουσα στον κ. Κωνσταντίνου με τα εμβάσματα (τεκμήριο 10), αφού κατά τους προβληθέντες ισχυρισμούς τα εμβάσματα δεν εξουσιοδοτήθηκαν από την Εναγόμενη. Παρά τη γενικά καλή εντύπωση που μου προξένησε ο μάρτυρας της Εναγόμενης, Μ.Υ.1, γεγονός που εκδηλώνεται εξάλλου δια της προηγηθείσας αποδοχής των θέσεων του σε σχέση με τις απαιτήσεις της Ενάγουσας, θεωρώ πως αυτή η αξίωση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να πετύχει. Κατ' αρχάς δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η αναγκαία εξειδικευμένη και λεπτομερής μαρτυρία ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση της εν λόγω οικονομικής έκθεσης της Εναγομένης από μέρους του Δικαστηρίου. Τέτοια ζητήματα απαιτούν την προσκόμιση μαρτυρίας πραγματογνώμονα, ο οποίος μαζί με την κατάθεση των απαραιτήτων πειστηρίων, θα εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία εφόδια ώστε να μπορέσει από μόνο του να σχηματίσει ανεξάρτητη άποψη. Εδώ κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Η εν λόγω οικονομική έκθεση αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 7 που κατατέθηκε από τη Μ.Ε.
- Πέραν τούτου δεν υπήρξε συγκροτημένη προσπάθεια επεξήγησης της έκθεσης από τον Μ.Υ.1 (ούτε και κατάθεσε άλλος μάρτυρας επ' αυτού) ώστε να δικαιολογείται εύρημα του Δικαστηρίου στη βάση της προαναφερθείσας εκδοχής. Πέραν τούτου δεν νομίζω να δικαιολογείται η μη αναγνώριση από μέρους της Εναγόμενης της πληρωμής των €25.000 που έγινε από την Ενάγουσα προς τον κ. Κωνσταντίνου. Η πληρωμή αυτή όχι απλώς δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη αλλά μάλλον επιβεβαιώθηκε με την κατάθεση της επιστολής της Τράπεζας Κύπρου - τεκμηρίου
- Το τεκμήριο 24, παρά το γεγονός ότι αναφέρει πως τα εμβάσματα προς τον κ. Κωνσταντίνου έγιναν κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας, δεν αρκεί για να καταδείξει πως όλα έγιναν με πρωτοβουλία της Ενάγουσας και εν αγνοία της Εναγόμενης, ως θέλησε τροπόν τινά να καταδείξει με τη μαρτυρία του ο Μ.Υ.
- Στην πραγματικότητα φρονώ πως η Εναγόμενη εξουσιοδότησε ή τουλάχιστον ήταν πλήρως ενήμερη για τα εν λόγω εμβάσματα, γεγονός που προκύπτει από τη συμμετοχή της στα της έκδοσης της απόδειξης (τεκμήριο 11), η οποία ως γνωστό, ήταν το προαπαιτούμενο για να γίνει η πληρωμή. Επομένως δεν είναι νοητό η Εναγόμενη τώρα, να μην αναγνωρίζει αυτή την πληρωμή, η οποία ειρήσθω εν παρόδω έγινε προς τον συνεργάτη της (ουσιαστικό ή κατ' όνομα), με τον οποίο είχε συμβατική σχέση και ο οποίος σύμφωνα και με τη δική της εκδοχή των πραγμάτων ανέλαβε ένα μεγάλο μέρος του όλου έργου. Εν πάση περιπτώσει και διαφορετικά να ήταν τα πράγματα, θεωρώ πως η προκύπτουσα διαφωνία αφορά τη σχέση της Εναγόμενης με τον κ. Κωνσταντίνου και όχι τη σχέση της Ενάγουσας με την Εναγόμενη. Αυτή η σχέση, ως η Εναγόμενη και οι μάρτυρες της ανέφεραν, δεν αφορά την παρούσα υπόθεση, ούτε και γενικότερα τα κυπριακά Δικαστήρια. Για τους λόγους αυτούς κρίνω πως η εν λόγω αξίωση δεν μπορεί να πετύχει. Στη βάση λοιπόν όλων όσων έχουν αναφερθεί, τόσο η Απαίτηση όσο και η Ανταπαίτηση απορρίπτονται. Ενόψει της κατάληξης αυτής θεωρώ δικαιότερο η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ) .............................. Στ. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο