← Κύπρος

Χρυστάλλας Διομήδους κ.α. ν. Ανδρομήδη Διομήδους, Αρ. Αγωγής: 4794/06, 30 Μαϊου, 2007

Χρυστάλλας Διομήδους κ.α. ν. Ανδρομήδη Διομήδους, Αρ. Αγωγής: 4794/06, 30 Μαϊου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4794/06 Μεταξύ:

  1. Χρυστάλλας Διομήδους
  2. Πέτρου Διομήδους Εναγόντων και Ανδρομήδη Διομήδους Εναγομένου _ _ _ _ _ _ Μονομερής αίτηση ημερ. 19.7.06 και προσωρινό διάταγμα της ιδίας ημερομηνίας 30 Μαϊου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα. Η. Ιορδάνους για κ.κ. Ελένη Βραχίμη & Σία. Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ου η αίτηση: κα. Ε. Αρότη για κ.κ. Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης. _ _ _ _ _ _ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 19.7.06, κατόπιν μονομερούς αίτησης των Εναγόντων-Αιτητών, εκδόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο εμποδίζετο ο Εναγόμενος-Καθ΄ου η αίτηση να πωλήσει, μεταβιβάσει, διαθέσει, υποθηκεύσει ή καθ΄οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία στη Λευκωσία. Ο καθ΄ου η αίτηση έφερε ένσταση στη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Καταχώρισε γραπτή ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση με επισυνημμένη έκθεση εκτίμησης των επίδικων ακινήτων. Δεν αντεξετάστηκε κανένας από τους ομνύοντες και οι δύο πλευρές καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, η Δ.48 θ.θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Στις γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την αίτηση και την ένσταση, όσο και σε σχετική νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών πιο κάτω. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία (Σεβαστού ν. Σεβαστού

(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980). Θα σκιαγραφήσω, εκεί που χρειάζεται, τα ουσιώδη γεγονότα, για να διαφανεί καλύτερα η ουσία της διαφοράς. Η ουσία επί της οποίας στηρίχθηκε το αίτημα αφορά το ποσό των Λ.Κ.56.087,78 πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο οι Αιτητές, ως εγγυητές, πλήρωσαν στη Σ.Π.Ε. Λατσιών, για λογαριασμό του Καθ΄ου η αίτηση ως πρωτοφειλέτη. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 Χρυστάλλας Διομήδους που υποστηρίζει την αίτηση, ο Καθ΄ου η αίτηση είναι γιος των Αιτητών. Στις 18.12.02 ο Καθ΄ου η αίτηση συνήψε συμφωνία δανείου με τη Σ.Π.Ε. Λατσιών για το ποσό των Λ.Κ.100.000.-. Το δάνειο αυτό εξασφαλίστηκε με την κατάθεση εγγύησης από τους Αιτητές και με την υποθήκευση ενός ακινήτου στον Πεδουλά. Το ακίνητο στον Πεδουλά ήταν ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1 και το είχε μεταβιβάσει επ΄ονόματι του Καθ΄ου η αίτηση στις 19.2.01 δυνάμει δωρεάς αφού επιφυλάχθηκε προς όφελος των Αιτητών δικαίωμα ιδιοκατοίκησης. Αναφορικά με το ακίνητο αυτό εκκρεμεί η αγωγή αρ. 8286/03 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η ομνύουσα ισχυρίζεται περαιτέρω τα ακόλουθα. Στα πλαίσια της συμφωνίας δανείου ο Καθ΄ου η αίτηση έλαβε από τη Σ.Π.Ε. Λατσιών μόνο £50.000.-. Στη συνέχεια οι Αιτητές με επιστολή τους προς τη Σ.Π.Ε. ζήτησαν όπως απαλλαγούν από την εγγύηση τους στο πιο πάνω δάνειο με αποτέλεσμα ο Καθ΄ου η αίτηση να μη δύναται να λάβει το υπόλοιπο ποσό του δανείου. Ο Καθ΄ου η αίτηση παρέλειψε να καταβάλει έγκαιρα και κανονικά τις δόσεις του στο πιο πάνω δάνειο με αποτέλεσμα στις 6.11.05 να καθυστερεί το ποσό των £8.748,
  1. Στη συνέχεια η Σ.Π.Ε. με επιστολή της ημερ. 7.7.06 τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία δανείου και κατέστησε απαιτητό το οφειλόμενο υπόλοιπο παραπέμποντας, παράλληλα, την υπόθεση σε διαιτησία. Προς αποφυγή λήψης οποιωνδήποτε μέτρων από την Σ.Π.Ε. εναντίον τους, καθώς και προς αποφυγή εκποίησης της υποθήκης του ακινήτου στον Πεδουλά, οι Αιτητές στις 17.7.06 υποχρεώθηκαν να εξοφλήσουν το πιο πάνω οφειλόμενο υπόλοιπο που ανερχόταν σε £56.086,
  2. Ο Καθ΄ου η αίτηση από το έτος 2003 έχει εγκατασταθεί στην Αυστραλία όπου διαμένει μέχρι σήμερα με τη σύζυγο του η οποία είναι μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας. Ο Καθ΄ου η αίτηση, εκτός από το ακίνητο στον Πεδουλά που έχει υποθηκευτεί για εξασφάλιση του επίδικου δανείου, είναι επίσης ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου και ενός διαμερίσματος στη Λευκωσία («τα επίδικα ακίνητα»). Το οικόπεδο ο Καθ΄ου η αίτηση το αγόρασε για £40.000.- το 2003 από το ποσό που έλαβε από το δάνειο. Το διαμέρισμα αγοράστηκε το 2001 για £18.000.- αλλά η ομνύουσα πιστεύει ότι είναι βεβαρυμένο με υποθήκη. Απ΄ότι καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει η ομνύουσα, τα δύο αυτά ακίνητα μαζί με το ακίνητο στον Πεδουλά είναι η μόνη περιουσία του Καθ΄ου η αίτηση και υπάρχει άμεσος κίνδυνος αυτός «να προχωρήσει σε αποξένωση του εν λόγω κτήματος και να μεταφέρει το προϊόν της πώλησης στην Αυστραλία όπου είναι εγκατεστημένος με αποτέλεσμα να καταστήσει αδύνατη την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης» την οποία οι Αιτητές ήθελαν εξασφαλίσει στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, η ομνύουσα πιστεύει πως αν ο Καθ΄ου η αίτηση «λάβει γνώση της παρούσας διαδικασίας πριν την έκδοση του διατάγματος . υπάρχει κίνδυνος να επιχειρήσει να αποξενώσει την περιγραφόμενη ακίνητη περιουσία του για να προλάβει το ενδεχόμενο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για να υπάρχει η δυνατότητα απονομής δικαιοσύνης στην υπόθεση. Εξ΄όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει η ομνύουσα υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, καλή βάση αγωγής και πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην ένορκη δήλωση της προς υποστήριξη της αίτησης η ομνύουσα επισυνάπτει μεγάλο αριθμό τεκμηρίων. Ο Καθ΄ου η αίτηση προβάλλει σειρά ενστάσεων που αφορούν τόσο στην ουσία της διαφοράς όσο και στη διαδικασία. Θέτει, πέραν των διαφόρων άλλων ενστάσεων, σε σχέση με την ουσία των γεγονότων της αίτησης, ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν όλα τα γεγονότα στο Δικαστήριο και απέκρυψαν ουσιαστικά στοιχεία που αφορούν στη διαφορά των μερών. Είναι ακόμα η θέση του ότι ελλείπει το κατεπείγον για την έκδοση του διατάγματος. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι η τελευταία αυτή θέση του Καθ΄ου η αίτηση εγκαταλείφθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του στη γραπτή της αγόρευση. Οι άλλοι λόγοι ένστασης είναι, συνοπτικά, οι ακόλουθοι:
  3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  4. Δεν προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά με τη μη έκδοση ή μη διατήρηση του διατάγματος. Δεν αποκαλύπτεται επαρκώς η πιθανότητα αποξένωσης των δεσμευθέντων ακινήτων. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να καταδεικνύεται η αξία των δεσμευθέντων ακινήτων και η οικονομική δυνατότητα του Εναγομένου. Η αίτηση υποβλήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο ώστε να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court). Έχει νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πέραν της ικανοποίησης των τριών θεσμικών προϋποθέσεων, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029). Το πραγματικό νόημα των αποφάσεων είναι πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, 1809). Θεωρώ ότι η θέση της κ. Αρότη ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο θα πρέπει να εξεταστεί άμεσα, προτού προχωρήσω στην επί μέρους εξέταση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία και τούτο γιατί το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, οπότε η υποχρέωση των Αιτητών για αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων βρισκόταν στους ώμους τους. Η υποχρέωση αποκάλυψης όλων των γεγονότων, όπως εξηγείται στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 ενυπάρχει στον αιτητή, στο στάδιο της εκδόσεως μονομερώς ενός διατάγματος, ως θέμα ύψιστης πίστεως και ως υποχρέωση που επιβάλλει την αποκάλυψη όλων των γεγονότων, έστω και αν είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Είναι γι΄αυτόν ακριβώς το λόγο που η εξέταση αυτού του ζητήματος θα πρέπει να εξεταστεί άμεσα και πρωταρχικά, αφού ουσιαστικώς άπτεται του θέματος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αλλά και της ουσίας του εκδοθέντος διατάγματος. Είναι σημαντικό ακόμα να λεχθεί ότι η εξέταση τόσο του πιο πάνω ζητήματος όσο και των λοιπών δεδομένων και προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία, γίνεται μέσα από τις υποστηρίζουσες τις αντίστοιχες θέσεις ένορκες δηλώσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.39. Αποτελεί αναπόφευκτα το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Η ακρόαση της αίτησης διέπεται από τη Δ.48 θ.4. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118). Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Blue Arrow General Trad. Co. Ltd. v. Μικρού
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1427, με την τροποποίηση της Δ.48 θ.4 οι νομολογιακές θέσεις που έχουν διατυπωθεί στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453 έχουν ατονήσει. Διατηρείται όμως και υπάρχει, με την άδεια του Δικαστηρίου, το δικαίωμα αντεξέτασης. Όπως λέχθηκε οι ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν και συνεπώς ο Καθ΄ου η αίτηση δεν αμφισβητήθηκε σε αυτά που ορκίστηκε για λογαριασμό του η δικηγόρος Σοφία Νικολάου (Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528). Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση όλων των εγειρόμενων ζητημάτων θα κριθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αφού όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού (ανωτέρω) το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει, σωρευτικά μάλιστα, τις τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Έχοντας καθορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξεταστεί και κατ΄επέκταση θα γίνει η ακρόαση της αίτησης, θα προχωρήσω να εξετάσω τα πιο πάνω ζητήματα που τέθηκαν από την κ. Αρότη. Θα παραθέσω τους βασικούς ισχυρισμούς του Καθ΄ου η αίτηση όπως αναδύονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση για να διαφανούν καλύτερα οι επί μέρους εισηγήσεις της κ. Αρότη. Σύμφωνα με όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της η ομνύουσα εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση η αποπληρωμή του εν λόγω δανείου θα γινόταν από την είσπραξη χρημάτων στην επιχείρηση που ο Καθ΄ου η αίτηση θα λειτουργούσε στο ακίνητο στον Πεδουλά. Παρόλο ότι καταχωρίστηκε αγωγή από τους Ενάγοντες-αιτητές με αρ. 8286/03 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην οποία ζήτησαν, με μονομερή αίτηση, την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος για την απομάκρυνση του και η μονομερής αίτηση κρίθηκε υπέρ του, εντούτοις ο Καθ΄ου η αίτηση επέλεξε να αποχωρήσει από την επιχείρηση. Ο λόγος που εγκρίθηκε το επίδικο δάνειο και ουσιαστικά ο τρόπος πληρωμής του ήταν να αποπληρωθούν οι δόσεις του δανείου από τα κέρδη της επιχείρησης. Το γεγονός όμως αυτό δεν το αποκάλυψαν οι Ενάγοντες. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς περί δικαιώματος ιδιοκατοίκησης των αιτητών στο ακίνητο στον Πεδουλά η ομνύουσα αναφέρει ότι γι΄αυτό το θέμα εκκρεμεί η πιο πάνω αγωγή αρ. 8286/03 όπου προβάλλεται από πλευράς του Εναγομένου ο ισχυρισμός ότι η δωρεά έγινε με δικαίωμα «οίκησης» μόνο σε σχέση με ένα διαμέρισμα στο εν λόγω ακίνητο και αυτό άλλωστε αναγράφεται και επί του εγγράφου που κατατέθηκε στο κτηματολόγιο. Η ομνύουσα αναφέρει περαιτέρω ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες υποχρεώθηκαν να εξοφλήσουν το εν λόγω δάνειο ή χρέος εφόσο προς εξασφάλιση του υπήρχε ακίνητο υποθηκευμένο και η Σ.Π.Ε. θα προχωρούσε πρώτιστα στην εκποίηση του ή τουλάχιστο υπήρχε και υπάρχει η δυνατότητα για εκποίηση του. Αναφέρει επίσης πως, λόγω του ότι οι Ενάγοντες «εποφθαλμιούσαν και εποφθαλμιούν το αναφερόμενο ακίνητο, επέλεξαν να προχωρήσουν με την παρούσα αίτηση και ουσιαστικά να πιέσουν τον Εναγόμενο με την έκδοση του επίδικου διατάγματος». Σε σχέση με τα ακίνητα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αίτησης, αναφέρει ότι η αξία τους ανέρχεται σε £200.000.-, υπερβαίνουσα έτσι κατά πολύ το ποσό του αποπληρωθέντος δανείου. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της επισυνάπτει έκθεση εκτιμητή ημερ. 20.10.06 (Τεκμήριο 1). Επί του σημείου αυτού οι Αιτητές δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την αξία των επίδικων ακινήτων. Αναφέρει στη συνέχεια ότι οι Ενάγοντες με την προσαχθείσα μαρτυρία δεν απεκάλυψαν συζητήσιμη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας ώστε η προστασία των δικαιωμάτων τους να καθίσταται επείγον ζήτημα. Επί του στοιχείου του «επείγοντος» αναφέρει ότι κανένας κίνδυνος δεν υπάρχει από τον Εναγόμενο να πωλήσει ή να αποξενώσει τα επίδικα ακίνητα. Και ακόμα αυτό να ήταν αληθές, ισχυρίζεται η ομνύουσα, ουδεμία σημασία έχει το γεγονός αποξένωσης τους εφόσον υπάρχει εξασφάλιση του λαβείν των Εναγόντων, δηλαδή στο υποθηκευμένο ακίνητο στον Πεδουλά, σε περίπτωση επιτυχίας τους στην αγωγή. Αναφέρει επίσης ότι ο Εναγόμενος δεν έχει πρόθεση να παραμείνει μόνιμα στο εξωτερικό και πως δεν αποκαλύπτεται επαρκώς η πιθανότητα αποξένωσης των επίδικων ακινήτων παρά μόνο γίνεται μια παραπλανητική αναφορά στο ενδεχόμενο πώλησης τους. Προκύπτει ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντοτε με την ομνύουσα, ότι τυχόν διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ θα επηρεάσει δυσμενώς και τα δικαιώματα του Εναγομένου. Τέλος, αναφέρει ότι οι Αιτητές δεν δίδουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς την οικονομική δυνατότητα του Εναγομένου και ως προς τη δυνατότητα καταβολής άλλης μορφής εγγύησης και/ή δυνατότητας αποπληρωμής οποιουδήποτε ποσού ήθελε επιδικαστεί στο τέλος της δίκης. Τα γεγονότα αυτά παρουσιάζονται υπό το πρίσμα της απόκρυψης τους από το Δικαστήριο όταν οι Αιτητές αποτάθηκαν μονομερώς για την έκδοση του διατάγματος. Σε άμεση συνάρτηση με αυτά, είναι η θέση της κ. Αρότη ότι όχι μόνο οι Αιτητές απέκρυψαν τα πιο πάνω, αλλά ακόμα ότι δεν παρουσίασαν εκτίμηση σχετικά με την αξία των επίδικων ακινήτων. Δεν θα αποφασιστεί τώρα το θέμα αυτό, ανεξάρτητα αν φαίνεται διαφορετική αναφορά στην ένορκη δήλωση των Αιτητών, αφού άπτεται της ουσίας. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι είχε και ο Καθ΄ου η αίτηση υποχρέωση να παρουσιάσει στοιχεία που αφορούν στη διαφορά καθώς και στοιχεία για την αξία των ακινήτων και ότι η αξία τους υπερβαίνει την απαίτηση των Εναγόντων (Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.α., Πολ. Έφεση αρ. 12026 ημερ. 8.9.06), πράγμα το οποίο έπραξε. Άμεσα συναφές με το θέμα αυτό είναι και η εισήγηση της κ. Αρότη ότι οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν την πηγή της πληροφόρησης τους περί του άμεσου κινδύνου που υπάρχει για την εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση αποξένωση των ακινήτων. Έχω ήδη αναφέρει ότι ο Καθ΄ου η αίτηση επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση έκθεση εκτίμησης των δύο ακινήτων του τα οποία δεσμεύτηκαν με το επίδικο διάταγμα. Στη γραπτή αγόρευση τους οι Αιτητές αρνούνται ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο στοιχεία τέτοια που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων και ότι το δικαίωμα οίκησης τους στο ακίνητο στον Πεδουλά τους δίδει αποκλειστικό και άμεσο δικαίωμα κατοχής ολοκλήρου του ακινήτου με αποτέλεσμα το συμφέρον του Εναγομένου σε αυτό να είναι χωρίς αξία. Έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 1237 ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της δεδομένων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και αντιπαραβάλλοντας όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις και τα επισυνημμένα σε αυτές έγγραφα, συνάγεται ότι οι Αιτητές, οι οποίοι είναι γονείς του Καθ΄ου η αίτηση, εγγυήθηκαν τον τελευταίο για δάνειο το οποίο συνήψε από την Σ.Π.Ε. Λατσιών. Ο Καθ΄ου η αίτηση παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις του δανείου κανονικά με αποτέλεσμα η Σ.Π.Ε. Λατσιών να προχωρήσει σε τερματισμό του δανείου και να απαιτήσει άμεση εξόφληση του οφειλόμενου από τον Καθ΄ου η αίτηση ποσού των Λ.Κ.56.087,
  1. Οι Αιτητές, ως εγγυητές, εξόφλησαν το πιο πάνω ποσό στην Σ.Π.Ε. Λατσιών και κίνησαν την παρούσα αγωγή εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού δυνάμει του άρθρου 98 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  2. Να παρεμβάλω ότι οι πάνω κρίσεις δεν αποτελούν προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής επί συγκρουόμενων ενόρκων δηλώσεων, αλλά πρόκειται για μια γενικότερη θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων και του υλικού που παρουσιάστηκε με τις ένορκες δηλώσεις, ώστε να ανευρεθεί και να κριθεί κατά πόσο οι Αιτητές αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι πιο πάνω κρίσεις δεν αποτελούν βέβαια ευρήματα, αφού δεν είναι στο στάδιο αυτό που θα αξιολογηθεί η μαρτυρία προς εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ευρημάτων. Όμως, ως υποδεικνύεται στην Σεβαστού (ανωτέρω), μια αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία, για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και μέσα στα πλαίσια της περιορισμένης σφαίρας εξέτασης τους σε αυτό το στάδιο. Άμεσα συναφές προς τα πιο πάνω είναι και το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Είναι καλά γνωστή η αρχή που διακηρύχθηκε στην Γρηγορίου (ανωτέρω), με αναφορά στη θεμελιακή υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe (C.A.)
(1988)1 W.L.R. 1350 για την υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορούν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Το αποτέλεσμα τέτοιας παράλειψης είναι ότι το Δικαστήριο, χωρίς να εξετάσει την ουσία ακυρώνει αμέσως τη διαταγή γιατί ακριβώς είναι θέμα ύψιστης πίστεως. Τι μπορεί κάθε φορά να αποτελούν ή και να συνιστούν ουσιώδη στοιχεία, εξαρτάται εξ΄αντικειμένου από τη φύση τους, και κατά πόσο είναι ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροασφαλής (Resola Cyprus Ltd v. Χριστοδούλου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Είναι νομολογημένο ότι ουσιώδη στοιχεία, ακόμα και ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο είναι εκείνα που πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής και αν ένα γεγονός είναι ουσιώδες αποφασίζεται από το Δικαστήριο και όχι από τον διάδικο (Αριστοτέλους (ανωτέρω)). Τέθηκε ζήτημα στην ένσταση ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ενήργησαν με κακή πίστη, απέκρυψαν και δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία, προέβησαν σε αβάσιμους, ανακριβείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να εκδώσει το προσωρινό επίδικο διάταγμα. Η πιο πάνω θέση συσχετίζει την απόκρυψη ως ευρισκόμενη σε αντίθεση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Είναι νομολογημένο ότι το καθήκον προς αποκάλυψη συναρτάται προς την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε ζητείται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό. ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες, για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος (Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co. Ltd κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597 και M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791, 1797). Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρώ την εισήγηση περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων εντελώς ατεκμηρίωτη και ανεδαφική. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές έχουν προβεί σε επαρκή εξειδίκευση της απαίτησης τους και, παρόλο ότι δεν αναμένετο να περιλάβουν στην αίτηση τους κάθε αποδεικτικό στοιχείο αυτής, επεσύναψαν στην ένορκη δήλωση τους αριθμό τεκμηρίων τα οποία επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς τους στην ένορκη δήλωση (Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 629, 632). Δεν πρέπει να λησμονείται ότι προς εκδίκαση δεν είναι η ίδια η απαίτηση τους, ως προς την οποία η μαρτυρία που είχαν θα ήταν σχετική, αλλά το αίτημα τους για ενδιάμεσο διάταγμα, ως προς το οποίο το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε ευρήματα αξιοπιστίας σε σχέση με τη συνολική και τελική έκβαση της υπόθεσης αλλά μόνο σε σχέση με την ύπαρξη των προϋποθέσεων για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ο Καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι η αποπληρωμή του εν λόγω δανείου το οποίο συνήψε παρά της Σ.Π.Ε. Λατσιών θα γινόταν από την είσπραξη χρημάτων στην επιχείρηση που θα λειτουργούσε στο ακίνητο στον Πεδουλά. Διατείνεται επίσης ότι το δικαίωμα οίκησης των Αιτητών στο ακίνητο στον Πεδουλά περιορίζεται μόνο σε ένα διαμέρισμα και πως αυτό άλλωστε αναγράφεται επί το εγγράφου που κατατέθηκε στο κτηματολόγιο. Ο Καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους υπάρχει εξασφάλιση του λαβείν τους από το ακίνητο στον Πεδουλά. Σύμφωνα με τους Αιτητές, το συμφέρον του Καθ΄ου η αίτηση στο ακίνητο αυτό είναι χωρίς αξία εφόσον υπόκειται στο δικαίωμα οίκησης των ιδίων με αποτέλεσμα ο Καθ΄ου η αίτηση να μην έχει δικαίωμα άμεσης κατοχής και εκμετάλλευσης του ακινήτου. Η θέση της ομνύουσας εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση είναι ότι το δικαίωμα οίκησης των Αιτητών στο ακίνητο στον Πεδουλά περιορίζεται σε ένα μόνο διαμέρισμα και ότι αυτό αναγράφεται επί του εγγράφου που κατατέθηκε στο κτηματολόγιο. Πρέπει να πω όμως πως το έγγραφο αυτό δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε έχουν δοθεί από τον Καθ΄ου η αίτηση οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και στοιχεία αναφορικά με την αξία του ακινήτου στον Πεδουλά ούτως ώστε το Δικαστήριο να προβεί σε μια γενικότερη θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων. Η θέση του Καθ΄ου η αίτηση χαρακτηρίζεται από μια γενική αοριστία και ασάφεια με αποτέλεσμα να μην μπορούν με ασφάλεια να ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί του για να ελεγχθούν ως θέμα απόκρυψης γεγονότων. Εν πάση περιπτώσει πρέπει να πω ότι η ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας η οποία είναι αδέσμευτη και θα υπόκειτο σε κάθε είδους διάθεση ή χειρισμό ανάλογα με τη βούληση του Εναγομένου, δεν θα παρείχε αφ΄εαυτής, τα εχέγγυα ικανοποίησης πιθανής δικαστικής απόφασης εναντίον του (Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400, 1405). Θα πρέπει να αναφέρω ότι η μη αποκάλυψη έστω των όσων ισχυρίζεται ο Καθ΄ου η αίτηση πιο πάνω καμιά επίδραση δεν μπορεί να έχει στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας για χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας, καθότι δεν αποστερεί το Δικαστήριο γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας (Mitsingas (ανωτέρω)). Υπάρχει όμως ακόμα ένα θέμα που εγείρεται από τον Καθ΄ου η αίτηση και το οποίο προτίθεμαι να εξετάσω. Αφορά την επάρκεια της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Συγκεκριμένα επί του κινδύνου αποξένωσης της επίδικης ακίνητης περιουσίας. Η ομνύουσα στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης της αναφέρει ότι «. πιστεύω ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος ο εναγόμενος να προχωρήσει σε αποξένωση του εν λόγω κτήματος .» και στην παράγραφο 16 αναφέρει «. είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα .» Ηγέρθη από την κ. Αρότη ότι δεν αποκαλύπτεται επαρκώς η πιθανότητα αποξένωσης της υπό δέσμευση περιουσίας και η πηγή της γνώσης της ομνύουσας. Το ζήτημα πραγματεύεται σε όλες τις παραμέτρους του η υπόθεση Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd. κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301 όπου γίνεται γενική ανασκόπηση της νομολογίας, κυρίως στην περίπτωση αποξένωσης περιουσίας άλλης από το αντικείμενο της αγωγής όπως είναι και η παρούσα περίπτωση. Εξηγείται ότι το σχετικό κριτήριο, επί τέτοιων διαταγμάτων, είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντος, στο τέλος της ημέρας, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο που αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο, το Δικαστήριο χορηγεί το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd. v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, υπεδείχθη ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για την πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Πρόκειται για την πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση της απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος. Είναι γεγονός ότι η ομνύουσα εκ μέρους των Αιτητών δεν δίδει λεπτομέρειες σε σχέση με το πού στηρίζει την πίστη της περί άμεσου κινδύνου αποξένωσης των επίδικων ακινήτων από τον Εναγόμενο. Ο ισχυρισμός, όμως, περί πίστης δεν θα πρέπει να εκτιμηθεί κατ΄απομόνωση αλλά σε συσχετισμό με την αλλαγή των σχέσεων των μερών, η οποία επήλθε με τη διασάλευση των σχέσεων τους που οδήγησε στην καταχώριση αγωγών στο Δικαστήριο. Ενόψει των πιο πάνω ο κίνδυνος αποξένωσης καθίσταται υπαρκτός και η ανάγκη παρεμπόδισης πιθανής επίδρασης στην ικανοποίηση τυχόν απόφασης από την αποξένωση δικαιολογημένη. Εξάλλου από την ίδια την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση προκύπτει άμεσα η πρόθεση του Καθ΄ου η αίτηση για αποξένωση των υπό δέσμευση ακινήτων. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης αναφέρεται ότι τυχόν διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του Εναγομένου. Κατά τη γνώμη μου τέτοιος επηρεασμός υφίσταται μόνο αν ο Εναγόμενος έχει πρόθεση να προβεί σε οποιαδήποτε από τις πράξεις οι οποίες έχουν απαγορευτεί με την έκδοση του διατάγματος. Με διαμορφωμένο πλέον το τοπίο επί των πραγματικών γεγονότων τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση κρίνω ότι το κατεπείγον του αιτήματος, εφόσον το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, ως δικαιοδοτικός όρος δικαιολογείτο πλήρως (Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω)). Σημειώνω πως και η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ΄ου η αίτηση στη γραπτή αγόρευση της αναγνωρίζει το στοιχείο αυτό και ως εκ τούτου εγκαταλείπει τη σχετική ένσταση της. Επανερχόμενος στις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος κρίνω ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται με την έννοια ότι η βάση της αγωγής των Εναγόντων στην παρούσα υπόθεση στηρίζεται στο άρθρο 98 του Κεφ.149 το οποίο επιτρέπει την ανάκτηση χρημάτων που πληρώθηκαν από εγγυητή προς πιστωτή και προς όφελος του πρωτοφειλέτη. Με όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Εξετάζοντας και συνεκτιμώντας την πρώτη προϋπόθεση με τη δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών σε σχέση με την ορατότητα πιθανότητας επιτυχίας, και έχοντας υπόψη ότι εκείνο που απαιτείται να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, κρίνω ότι οι Αιτητές, με όσα παρατίθενται πιο πάνω, τα οποία και δεν θα επαναλάβω, έχουν ικανοποιήσει πλήρως και την προϋπόθεση αυτή. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Δοθείσας της αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης από τους Αιτητές με ορατή πιθανότητα επιτυχίας η προστασία των δικαιωμάτων τους καθίσταται επείγον ζήτημα. Αν η επίδικη περιουσία του Εναγομένου δεν εμποδιστεί υπάρχει ο κίνδυνος να αποξενωθεί με αποτέλεσμα να παρεμποδιστούν οι Ενάγοντες από του να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση προς όφελος τους. Η τελική μου κατάληξη είναι ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και το άρθρο 5 του Κεφ.6. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, βρίσκω ότι με βάση όλα τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, θα ήταν επιτρεπτό, δίκαιο και πρόσφορο να οριστικοποιηθεί το ήδη εκδοθέν προσωρινό διάταγμα με κάποιες τροποποιήσεις στις οποίες θα αναφερθώ πιο κάτω. Εάν το επίδικο διάταγμα δεν συνέχιζε, τότε υπάρχει ο ενδεχόμενος κίνδυνος να αποξενωθεί η περιουσία και να μείνει ανικανοποίητη τυχόν απόφαση υπέρ των Εναγόντων. Από την άλλη ο Εναγόμενος δεν φαίνεται να κατέδειξε ότι από την έκδοση ή συνέχιση της ισχύος του διατάγματος θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Εξετάζοντας το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience) δεν μπορώ παρά να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι αυτό ευνοεί τους Αιτητές. Με βάση την εκτίμηση που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση προκύπτει ότι η αξία του οικοπέδου στη Λακατάμια είναι Λ.Κ.170.000.- η δε αξία του διαμερίσματος στη Λευκωσία είναι Λ.Κ.30.000.-. Με βάση τις πιο πάνω εκτιμήσεις είναι η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών ότι δέσμευση μόνο του οικοπέδου και όχι του διαμερίσματος θα είναι αρκετή για την εξασφάλιση των πελατών της. Γι΄αυτό και συμφωνεί όπως το επίδικο διάταγμα καταστεί απόλυτο μόνο σε σχέση με το οικόπεδο στη Λακατάμια και όπως το διαμέρισμα αποδεσμευτεί. Ενόψει όλων των πιο πάνω το ενδιάμεσο διάταγμα ημερ. 19.7.06 τροποποιείται και καθίσταται απόλυτο σε σχέση μόνο με το ½ μερίδιο του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/1275, τεμάχιο 1199, Φύλλο/Σχέδιο 30/4W1, οδός Αγίου Δομετίου, Λακατάμια, Λευκωσία. Το ενδιάμεσο διάταγμα ημερ. 19.7.06 που αφορά στο διαμέρισμα αρ. 5 στην πολυκατοικία που βρίσκεται επί της οδού Αγίου Σάββα 5, Λευκωσία, με αρ. εγγραφής 1/688, τεμάχιο 115, φύλλο/Σχέδιο 21/460609 ακυρώνεται και παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση, θα είναι δε καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............ Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.