Άντη Τριανταφυλλίδη κ.α. ν. Jadefields Ltd, Αγωγή αρ. 1466/07, 31.5.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1466/07 Μεταξύ:
- Άντη Τριανταφυλλίδη και
- Στέλιου Μυλωνά, ως διαχειριστών της περιουσίας του Γιώργου Πιερίδη, τέως από τη Λευκωσία Εναγόντων - και - Jadefields Ltd, από Λευκωσία Εναγομένης Αίτηση εναγόντων ημερ. 2.3.07 για ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα ......... Ημερομηνία: 31.5.07 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: κα Κότσαπα για Α. Τριανταφυλλίδης & Υιοί Για εναγομένη/καθ΄ ης: κ. Χρ. Κληρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αντιδικία των διαδίκων έχει στο επίκεντρο της κτήμα μεγάλης αξίας, το υπ΄ αρ. εγγραφής 4/2614, Τεμ. 2479, Φ/Σχ. ΧΧΙ/23W1, στην Έγκωμη (στο εξής το κτήμα). Το κτήμα, όπως είναι κοινά παραδεκτό, ήταν ιδιοκτησία της Πολίνας Πιερίδου, η οποία απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1996 αφήνοντας ως μόνο κληρονόμο τον (θετό) γιο της Γιώργο Πιερίδη. Μετά το θάνατό της, διορίσθηκε ως διαχειριστής της περιουσίας της ο δικηγόρος Δ. Κρονίδης, ο οποίος πώλησε το κτήμα στην εναγόμενη (στο εξής η καθ΄ ης η αίτηση) αντί του ποσού του £1.400.000, τίμημα που η καθ΄ ης κατέβαλε όπως προνοούσε το μεταξύ τους Συμβόλαιο ημερ. 8.7.05 και στις 21.12.05 το κτήμα γράφτηκε επ΄ ονόματι της. Ένα χρόνο μετά, στις 1.12.06, απεβίωσε και ο Γιώργος Πιερίδης αφήνοντας κληρονόμους, μεταξύ των οποίων και τον αδελφό του Στέλιο Πιερίδη. Αυτός, με το θάνατο του αδελφού του, αμφισβήτησε την εγκυρότητα της πώλησης και μεταβίβασης του κτήματος επ΄ ονόματι της καθ΄ ης. Προς τούτο απευθύνθηκε σε δικηγόρους, τους Α. Τριανταφυλλίδη και Υιοί, οι οποίοι απέστειλαν επιστολή στην καθ΄ ης ημερ. 11.12.06, ζητώντας απάντηση σε τρία
(3)ερωτήματα που σχετίζονταν με την πώληση και μεταβίβαση του κτήματος. Η επιστολή αυτή ήταν το έναυσμα ανταλλαγής επιστολών μεταξύ των εκατέρωθεν δικηγόρων, με κατάληξη - αφού στο μεταξύ οι ενάγοντες (στο εξής οι αιτητές) διορίσθηκαν, στις 2.2.07, διαχειριστές της περιουσίας του Γιώργου Πιερίδη - την έγερση της παρούσας αγωγής. Με την αγωγή τους, η οποία καταχωρίστηκε σε κλητήριο της Δ.2 Θ.1, ζητούν Δηλωτική απόφαση ότι η πώληση και εγγραφή του κτήματος επ΄ονόματι της καθ΄ ης είναι άκυρη ως και αντίστοιχο ακυρωτικό διάταγμα, για επανεγγραφή του κτήματος επ΄ ονόματι του αποβιώσαντος και/ή των ιδίων ως διαχειριστών της περιουσίας του. Ταυτόχρονα δε απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο και πέτυχαν μονομερώς - επικαλούμενοι προς τούτο τα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - στην έκδοση διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στην καθ΄ ης να πωλήσει και/ή επιβαρύνει και/ή διαθέσει και/ή αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο το κτήμα μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των αιτητών, προσέκρουσε σε ένσταση της καθ΄ης. Με αυτή προβάλλονται εννέα
(9)λόγοι για ακύρωση του διατάγματος, οι οποίοι υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του διευθύνοντος συμβούλου της. Διεξήλθα με προσοχή το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και τι σχετικά υποστηρίχθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους στο στάδιο των αγορεύσεων. Περιστρέφονται, βασικά, γύρω από τα ακόλουθα θέματα: (Ι) Τη νομική κατάσταση του αποβιώσαντος κατά το χρόνο πώλησης του κτήματος. Όπως προκύπτει από τις δύο ενόρκους δηλώσεις ο αποβιώσας κατά τον επίδικο χρόνο ήταν πτωχεύσας. Το σχετικό διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε στις 27.1.99 στο πλαίσιο της αίτησης 445/98 και ως διαχειριστής διορίσθηκε ο Επίσημος Παραλήπτης. Αποκαταστάθηκε, όμως, στις 9.12.05 με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο ακύρωσε το διάταγμα παραλαβής. Επισημαίνεται, επίσης, ότι στο Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 8.7.05 (τεκμ. 1, της ένορκης δήλωσης της καθ΄ ης) αναφέρεται ότι ο αποβιώσας ήταν πτωχεύσας και η πώληση έγινε κατ΄ ακολουθία γραπτής συγκατάθεσής του, με την οποία δέσμευσε το διαχειριστή Κρονίδη να χρησιμοποιήσει μέρος του προϊόντος της πώλησης για εξόφληση οφειλών προς διάφορους πιστωτές, συμπεριλαμβανομένης και οφειλής προς τον αδελφό του Στέλιο Πιερίδη προκειμένου να ακυρωθεί η εγγραφή Δικαστικής Απόφασης (Μemo), με την οποία ο Στέλιος Πιερίδης είχε επιβαρύνει το κτήμα. Τέλος, σε σχέση με το υπό αναφορά ζήτημα, αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι στις 12.6.06 (τεκμ. 3Α, της ένορκης δήλωσης της καθ΄ης) ο αποβιώσας ενέκρινε γραπτώς την απογραφή και τους λογαριασμούς, που αφορούσαν τη διαχείριση της περιουσίας της μητέρας του και ζητούσε την απαλλαγή του διαχειριστή από τα καθηκόντά του ούτως ώστε να «κλείσει» η διαχείριση. Η νομική κατάσταση του αποβιώσαντος κατά το χρόνο πώλησης του κτήματος αποτελεί την πεμπτουσία της υπόθεσης των αιτητών. Ο αποβιώσας, υποστηρίχθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο τους, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ο δικαιούχος και πραγματικός ιδιοκτήτης του κτήματος. Επειδή όμως ήταν πτωχεύσας, δεν μπορούσε να διαθέσει και/ή να λάβει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία χωρίς την έγκριση και/ή άδεια του Παραλήπτη. Παρέπεμψε, σχετικά, στα άρθρα 19 και 41(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, για να επισημάνει ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες των εν λόγω άρθρων η περιουσία του πτωχεύσαντος περιέρχεται στον Παραλήπτη και σ΄ αυτή περιλαμβάνεται κάθε περιουσία που αποκτάται ή περιέρχεται στο πτωχεύσαντα πριν την αποκατάστασή του. Παρέπεμψε, επίσης, στις πρόνοιες του άρθρου 31 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, για να υποστηρίξει ότι μόνο ο Παραλήπτης θα μπορούσε να προβεί στην επίδικη πώληση και η εκ των υστέρων έγκριση των λογαριασμών από τον αποβιώσαντα, έστω κι αν στο μεταξύ αποκαταστάθηκε, δεν δίδει εγκυρότητα στην πώληση και μεταβίβαση του κτήματος. Στη βάση των πιο πάνω, είναι θέση των αιτητών ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 - η ύπαρξη δηλαδή σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας - και όσον αφορά την τρίτη - την πιθανότητα, δηλαδή, να υποστούν οι αιτητές ανεπανόρθωτη ζημία, σε περίπτωση που δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και τελικά πετύχουν στην αγωγή τους - επισήμαναν ότι η αξία του κτήματος χρόνο με το χρόνο αυξάνεται και είναι αδύνατο στο παρόν στάδιο, να υπολογισθεί το ύψος των αποζημιώσεων που τυχόν θα δικαιούνται, αν τελικά επιτύχουν στην αγωγή τους. Τόνισαν, επίσης, ότι το κτήμα είναι αντικείμενο της αγωγής και έκαναν αναφορά στη ρευστή οικονομική κατάσταση της καθ΄ ης, για να υποστηρίξουν ότι αν δεν οριστικοποιηθεί το διάταγμα θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για όλα τα πιο πάνω παρέπεμψαν σε σχετική νομολογία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ ης, αντικρούοντας τις πιο πάνω θέσεις και αναπτύσσοντας τους πέντε
(5)από τους εννέα
(9)λόγους της ένστασης (τους 1, 3, 6, 7 και 8), εισηγήθηκε ότι καμιά από τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 δεν ικανοποιείται και, επομένως, το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Υπενθυμίζοντας, επί του προκειμένου, ότι ο ζητών την έκδοση προσωρινού διατάγματος με ex parte αίτηση φέρει μέχρι τέλους το βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 (Φεσσάς
(1990)1 ΑΑΔ 704), υποστήριξε ότι οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος αυτό για τους πιο κάτω λόγους:- 1. Η ένορκη δήλωση των αιτητών δεν έγινε από τους ίδιους, αλλά ανεπιθύμητα και μη απαραίτητα από δικηγόρο (Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 CLR 1). Το να αποκαλύπτει δε κατά τρόπο γενικό την πηγή της πληροφόρησής της - έγγραφα, δηλαδή, και τους διαχειριστές - δεν είναι αρκετό, τη στιγμή μάλιστα που με την παρ. 8 της ένορκης δήλωσης της αποδίδει στην καθ΄ ης κακή πίστη (mala fida), κάτι που δεν μπορεί να προέρχεται από δικηγόρο. Επομένως, εισηγήθηκε, η σχετική ένορκη δήλωση θα πρέπει να αγνοηθεί με όλες τις συνέπειες για την τύχη του διατάγματος.
- Οι αιτητές δεν έχουν καμιά πιθανότητα να επιτύχουν στην αγωγή τους, ούτε έχουν αποδείξει ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά χωρίς το διάταγμα. Πιο αναλυτικά τα βασικά επιχειρήματα του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ΄ης θα μπορούσαν να διατυπωθούν όπως πιο κάτω:- (α) Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα - όπως είναι η ζητούμενη από τους αιτητές θεραπεία - για επανεγγραφή του κτήματος επ΄ ονόματι του αποβιώσαντος ή για εγγραφή επ΄ ονόματι των αιτητών. Το κτήμα, σε περίπτωση ακύρωσης της πώλησης και μεταβίβασης, θα πρέπει «να πάει» στο όνομα του Διαχειριστή Κρονίδη, ο οποίος δεν είναι διάδικος. Και αν ήταν, πού θα βρει £1.400.000 για να το επιστρέψει στην καθ΄ ης, τη στιγμή που η διαχείριση ολοκληρώθηκε; Μη διάδικος, επίσης, είναι και ο Στέλιος Πιερίδης, το πρόσωπο δηλαδή που βρίσκεται πίσω από τη διαδικασία, ο οποίος είσπραξε από το προϊόν της πώλησης £200.000 και για υλοποίηση της αφαίρεσε απ΄ αυτό την προς όφελος του επιβάρυνση (παρ. 11 ένορκης δήλωσης της καθ΄ ης). Τέλος, με το διάταγμα επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων που δεν είναι διάδικοι και αυτοί είναι η Τράπεζα Κύπρου, προς όφελος της οποίας η καθ΄ ης υποθήκευσε το κτήμα για £1.600.
- Παρέπεμψε, σχετικά στις υποθέσεις Tsiaos ν. Κυριάκου
(1982)1 CLR 839, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Constantinides v. Makrigiorgou
(1983)1 CLR 585, Πουργουρίδης ν. Μελά
(1994)1 ΑΑΔ 201 και Metro Shipping v. Global Cruises
(1984)1 CLR 182. (β) Η πώληση του κτήματος έγινε από το διαχειριστή Κρονίδη καθ΄ όλα νόμιμα και στο πλαίσιο του άρθρου 32
(1)του Κεφ. 189 και αυτή έχει εγκριθεί από τον αποβιώσαντα σε χρόνο που δεν ήταν πτωχεύσας, με αποτέλεσμα να «κλείσει» η διαχείριση. Επεσήμανε, επί του προκειμένου, την προστασία που παρέχει το άρθρο 36
(1)στους Διαχειριστές, για να υποδείξει ότι οι αιτητές δεν ισχυρίζονται κακή πίστη του Διαχειριστή, ούτε κίνησαν αγωγή εναντίον του και, επομένως, δεν έχουν δικαίωμα να ζητούν ακύρωση της επίδικης πράξης ούτε να στρέφονται εναντίον της καθ΄ ης και, (γ) Αν πράγματι οι αιτητές έχουν βάση αγωγής, το μόνο δικαίωμα που μπορεί να τους αναγνωρισθεί είναι «να στραφούν» εναντίον του διαχειριστή Κρονίδη για misfeasance ή κακή διαχείριση. Σε τέτοια περίπτωση υπάρχουν εγγυήσεις, θα ανοίξει εκ νέου η διαχείριση και δεν τίθεται θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς. Αν δε ο αποβιώσας «συνέτεινε στην κακή διαχείριση, αυτό αντανακλά στον ίδιο και στις αιτούμενες θεραπείες. (ΙΙ) Την απόκρυψη ή παραποίηση από την ενόρκως δηλούσα της αιτήτριας γεγονότων και αν η αιτήτρια απευθύνθηκε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η θέση ότι η αιτήτρια απευθύνθηκε στο δικαστήριο με μη καθαρά χέρια (4ος λόγος της ένστασης) διατυπώνεται στην παρ. 14(γ) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και στηρίζεται στο ότι πίσω από τη διαδικασία βρίσκεται ο Στέλιος Πιερίδης, ο οποίος ενέκρινε την πώληση και για υλοποίηση της αφαίρεσε το Memo που είχε εγγράψει στο κτήμα. Η ίδια θέση προωθήθηκε και στο στάδιο της αγόρευσης. Όσον δε αφορά την απόκρυψη ή παραποίηση γεγονότων (5ος λόγος της ένστασης), προβλήθηκε η θέση ότι η ενόρκως δηλούσα της αιτήτριας δεν αποκάλυψε:- (α) τις επιστολές που ανταλλάγηκαν μεταξύ των εκατέρωθεν δικηγόρων για το θέμα, (β) ότι το κτήμα είναι υποθηκευμένο για £1.600.000 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και (γ) ότι πίσω από τις ενέργειες των αιτητών «κρύβεται» ο Στέλιος Πιερίδης, ο οποίος ενέκρινε την πώληση και αφού είσπραξε £200.000 αφαίρεσε το Memo, με αποτέλεσμα να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του στην καθ΄ ης. Οι αιτητές (μέσω του Δικηγόρου τους) απέρριψαν τις αιτιάσεις της καθ΄ ης, παραπέμποντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους. Σ΄ αυτή, πράγματι, γίνεται αναφορά στις σχετικές επιστολές (παρ. 9 και 18), στο ότι το κτήμα είναι υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου (παρ. 18) και στο ότι ο Στέλιος Πιερίδης πήρε από το προϊόν της πώλησης £200.000 (παρ. 9(γ) ένορκης δήλωσης). Όσον δε αφορά τη θέση ότι πίσω από τη διαδικασία «κρύβεται» το εν λόγω πρόσωπο ως και τα κίνητρα του, αντιτάσσουν ότι καθήκον των αιτητών είναι να διαφυλάξουν τα δικαιώματα της διαχείρισης και ο Στέλιος Πιερίδης δεν είναι ο μοναδικός κληρονόμος. (ΙΙΙ) Την υπέρβαση ή όχι του χρονικού πλαισίου που καθορίζεται από το άρθρο 9 του Κεφ.6 (2ος λόγος ένστασης) Είναι θέση του ενόρκως δηλούντα της καθ΄ ης (παρ.6, 14 και 16 της ένορκης δήλωσης), κάτι που υποστηρίχθηκε και στο στάδιο των αγορεύσεων από το συνήγορό του, ότι υπάρχει υπέρβαση του δικαιοδοτικού όρου του άρθρου 9 για δύο λόγους. Ο πρώτος, γιατί το διάταγμα παρέμεινε σε ισχύ για 11 ημέρες, χρονικό διάστημα πέραν του αναγκαίου για επίδοση του στην καθ΄ ης (Αντωνίου (Αρ.2)
(2000)1(Γ) AAΔ 1992 και Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)1 AAΔ 1010). Ο δεύτερος, οι αιτητές καθυστέρησαν να αποταθούν για Γράμματα Διαχείρισης και, στη συνέχεια, σε καταχώρηση αγωγής. Επισημάνθηκε, επί του προκειμένου, ότι ο Γ. Πιερίδης απεβίωσε 1.12.06, τα γράμματα λήφθηκαν 2.2.07 και τόσο η αγωγή όσο και η αίτηση καταχωρήθηκαν στις 2.3.07. Η συνήγορος των αιτητών αντέκρουσε και αυτή τη θέση. Το έργο του Δικαστηρίου, επεσήμανε, για τον καθορισμό του χρόνου είναι διαπιστωτικό και συναρτάται με το πόσο σύντομα μπορεί να γίνει η επίδοση και πόσο σύντομα μπορεί να εμφανισθεί η άλλη πλευρά και να ενστεί (Άνθιμου
(1991)1 ΑΑΔ 41, ΒP Cyprus Ltd, αιτ. 143/96, κλπ). Στην παρούσα περίπτωση το διάταγμα ορίσθηκε για επίδοση/επιστρεπτέο σε 10 ημέρες, χρόνος εύλογος. Δεν παρέλειψε, συναφώς, να επισημάνει ότι ενώ το διάταγμα επιδόθηκε αμέσως ο καθ΄ ου καταχώρησε την ένσταση του 1 μήνα μετά, δηλαδή στις 4.4.07. Όσον αφορά το δεύτερο λόγο, τόνισε ότι οι αιτητές κινήθηκαν πολύ γρήγορα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο αποβιώσας απεβίωσε 1.12.06 και αμέσως μετά έγιναν διαδικασίες για διορισμό τους ως διαχειριστών και στη συνέχεια καταχωρήθηκε τόσο η αγωγή όσο και η αίτηση. (IV) Το ισοζύγιον της ευχέρειας (Balance of Hardship, 9ος λόγος ένστασης) Η καθ΄ ης, διατείνεται ο ενόρκως δηλών της, έχει καταβάλει £1.400.000 και έχει άμεση ανάγκη να πωλήσει το κτήμα. Διαφορετικά, όπως υποστηρίχθηκε από το δικηγόρο της, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και θα οδηγηθεί σε πτώχευση, συμπαρασύροντας και άλλες 3 εξηρτημένες εταιρείες και, περαιτέρω, θα απωλέσει την αντιπροσωπεία άλλων 5 εταιρειών. Αντίθετα, οι αιτητές ενεργούν εκ του ασφαλούς γιατί o αποβιώσας στερείται κινητής και ακίνητης περιουσίας. Επομένως, δεν είναι ορθό και δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα. Θέση της συνηγόρου των αιτητών είναι ότι το ζήτημα της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της διατήρησης σε ισχύ του διατάγματος. Παρόλο, εισηγήθηκε, που η καθ΄ ης δεν τεκμηριώνει την ανάγκη για ρευστοποίηση της αξίας του κτήματος, η δεδηλωμένη πρόθεση της να το πωλήσει συνηγορεί υπέρ της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος. Διαφορετικά θα απωλεσθεί το αντικείμενο της αγωγής και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Μελέτησα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα, με αναφορά, βεβαίως, το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων. Κρίνω ότι προηγείται η εξέταση των θεμάτων υπό (ΙΙ) και (ΙΙΙ), ανωτέρω. Είναι καλά γνωστό ότι αυτός που προσφεύγει στο Δικαστήριο για θεραπεία του Δικαίου της Επιείκειας πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια και να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση (βλ. μεταξύ άλλων, United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company,
(2002)1 (B) A.A.Δ. 938, Μαυρομμάτης ν. Μιχαήλ,
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 467). Παράβαση του καθήκοντος αυτού επιφέρει, άνευ ετέρου, την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντως διατάγματος. Το πρώτο, επομένως, ερώτημα που τίθεται είναι αν οι αιτητές, στη βάση του συνόλου του υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν ή όχι παραβεί το καθήκον αυτό. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι, κατά την άποψή μου, σαφώς αρνητική. Τέτοια απόκρυψη δεν διαπιστώνεται και επί τούτου είναι αρκετό να παραπέμψω πιο πάνω, όπου γίνεται αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων, από τις οποίες προκύπτει ότι οι αιτητές έθεσαν σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι η καθ΄ ης αιτιάται ότι παρέλειψαν να πράξουν. Όσον αφορά τη θέση ότι οι αιτητές δεν προσέφυγαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, γιατί πίσω από την υπόθεση κρύβεται ο εκ των κληρονόμων Στέλιος Πιερίδης, ο οποίος είσπραξε από το προϊόν της πώλησης £200.000 και αφαίρεσε το Memo από το κτήμα - συνεργώντας έτσι στην υλοποίηση της πώλησης - θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι διάδικος δεν είναι το πρόσωπο αυτό αλλά οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος. Επομένως, κι αν ακόμη η θέση αυτή ευσταθεί - και όπως φαίνεται δεν είναι και τόσο αβάσιμη - αυτό αφ΄ εαυτού δεν μπορεί να οδηγήσει στην υιοθέτηση της υποστηριχθείσας από τον ευπαίδευτο συνήγορο της καθ΄ ης θέση. Αυτό γιατί, σε τελευταία ανάλυση, το πιο πάνω πρόσωπο είναι ένας από τους κληρονόμους και οι οποιεσδήποτε πράξεις ή ενέργειες του, όσο κι αν φαίνονται επιλήψιμες, δεν μπορούν να έχουν επιπτώσεις, στο παρόν τουλάχιστο στάδιο, και έναντι των άλλων κληρονόμων ή της διαχείρισης. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η σχετική θέση της καθ΄ ης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Έκδηλα αβάσιμη είναι και η θέση ότι υπάρχει υπέρβαση του χρονικού πλαισίου που καθορίζεται από το άρθρο 9 του Κεφ.6. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το διάταγμα θα έπρεπε να ορισθεί για επίδοση/επιστρεπτέο σε 11 ημέρες. Κι αυτό για να δοθεί η δυνατότητα στους αιτητές να το επιδόσουν και στην καθ΄ ης να εμφανιστεί στη διαδικασία και να ενστεί. Το χρονικό αυτό διάστημα, που αντιστοιχεί σε έξι
(6)εργάσιμες ημέρες, σε καμιά περίπτωση κατά την άποψή μου δεν μπορεί να κριθεί ότι είναι εκτός του εν λόγω πλαισίου. Ναι μεν η αίτηση/διάταγμα θα μπορούσε να επιδοθεί, και επιδόθηκε, άμεσα, αλλά θα έπρεπε να συνεκτιμηθεί και ο χρόνος μέσα στον οποίο θα μπορούσε η καθ΄ ης να εμφανιστεί και να ενστεί. Επί του προκειμένου είναι άξιο απορίας να εγείρει η καθ ΄ης τέτοιο ζήτημα τη στιγμή που καθυστέρησε για ένα ολόκληρο μήνα να καταχωρήσει την ένστασή της. Αν, επομένως, ο χρόνος που ορίσθηκε το διάταγμα για επίδοση/επιστρεπτέο ήταν εκτός του πλαισίου του άρθρου 9 τότε γιατί δεν καταχώρησε την ένστασή της πριν εκπνεύσει το χρονικό διάστημα που όρισε το Δικαστήριο; Έπεται ότι κι αυτός ο λόγος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ακολουθεί η εξέταση του επόμενου ζητήματος. Αν δηλαδή ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και άρθρου 5 του Κεφ.6, ενόψει του αναντίλεκτου γεγονότος ότι η πώληση του κτήματος έγινε σε χρόνο που ο αποβιώσας ήταν πτωχεύσας. Είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 για έκδοση διατάγματος της εξεταζόμενης φύσης, όπως και ο συσχετισμός τους με τις αντίστοιχες του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Ενδεικτικά παραπέμπω, σ΄ ότι αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, στις υποθέσεις Karydas Taxi Ltd v. Komodikis
(1975)1 AΑΔ 321, Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 AΑΔ 557, Depol v. Papavasiliou
(1994)1 AAΔ.769, Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231 και, σ΄ ότι αφορά τον αναφερθέντα συσχετισμό, στις υποθέσεις Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 ΑΑΔ 520, Zεμενίδης ν. Ζεμενίδης
(1992)1 ΑΑΔ 54, Τσολάκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) ΑΑΔ
- Για να επιτύχει ένας αιτητής σε έκδοση (ή, στη συνέχεια, οριστικοποίηση) ενός διατάγματος της εξεταζόμενης φύσης θα πρέπει να καταδείξει ότι:-
- Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
- Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του και
- Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πρώτη από τις πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιείται με την κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο αποβιώσας ήταν ο μόνος δικαιούχος του κτήματος και κατά το χρόνο πώλησής του ήταν πτωχεύσας. Εγείρεται, επομένως, προς συζήτηση θέμα κατά πόσο θα μπορούσε ο διαχειριστής να προχωρήσει σε πώληση του κτήματος χωρίς την άδεια ή έγκριση του Παραλήπτη. Στη βάση αυτή, κατά την άποψή μου, καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση και συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η δεύτερη προϋπόθεση, όπως κατ΄ επανάληψη έχει τονισθεί, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής, όπως διασαφηνίστηκε στην υπόθεση Kυτάλα (ανωτέρω), πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας, συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Υπό τα περιστατικά της κρινόμενης περίπτωσης ναι μεν (στο παρόν στάδιο) δεν θα΄ ταν ορθό να αποφασισθεί ότι οι αιτητές στερούνται παντελώς τέτοιας πιθανότητας αλλά, κατά την άποψή μου, εντοπίζονται τέτοια στοιχεία που την καθιστούν δυσδιάκριτη. Τα ακόλουθα: (α) Η πώληση του κτήματος έγινε από το Διαχειριστή Κρονίδη στο πλαίσιο της διαχείρισης. Αποτελεί, επομένως, πράξη διαχείρισης η οποία δεν προσβάλλεται με την αγωγή, ούτε ο διαχειριστής είναι διάδικος. Ό,τι προσβάλλεται είναι η εγκυρότητα της αγοράς από την καθ΄ ης, στη βάση ότι δεν ενήργησε «καλόπιστα αλλά εν γνώσει της ενήργησε με τρόπο που να παρακάμπτεται ο Παραλήπτης στην πώληση του κτήματος» (Παρ.8 της ένορκης δήλωσης των αιτητών). Πώς, όμως, δεν ενήργησε καλόπιστα τη στιγμή που αναντίλεκτα η πώληση έγινε από δικηγόρο-διαχειριστή, ο οποίος αφ΄ ενός μεν έκαμε αναφορά στο Πωλητήριο για τη νομική κατάσταση του αποβιώσαντος και αφ΄ ετέρου μερίμνησε να εξασφαλίσει και τη γραπτή του συγκατάθεση; Αν, επομένως, παρακάμφθηκε ο Παραλήπτης αυτό έγινε από το διαχειριστή και όχι την καθ΄ ης. Κι όμως οι αιτητές δεν στράφηκαν εναντίον του διαχειριστή αλλά, παρακάμπτοντας τον, αποδίδουν γενικά και αόριστα έλλειψη καλής πίστης στην καθ΄ ης κι αυτό για να καταδείξουν πιθανότητα επιτυχίας. Ο γενικός και αόριστος αυτός ισχυρισμός «στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση αυτή». (Βλ. Κυτάλα, ανωτέρω, σελ. 258). (β) Προβλήθηκε η θέση ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 και 41(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου η περιουσία του αποβιώσαντος θα έπρεπε να περιέλθει στον Παραλήπτη και ότι μόνο αυτός θα μπορούσε να προβεί στην επίδικη πώληση. Είναι γνωστό ότι η πτωχευτική διαδικασία αποβλέπει στην προστασία της περιουσίας του πτωχεύσαντος προς όφελος των πιστωτών του. Νοουμένου ότι ευσταθεί η πιο πάνω θέση των αιτητών, έχω την άποψη ότι μόνο ο Παραλήπτης ή οι πιστωτές θα μπορούσαν να προσβάλουν την εγκυρότητα της πώλησης. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν έγινε αλλά ένας εκ των πιστωτών και κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο Στέλιος Πιερίδης - το πρόσωπο δηλαδή που είχε την πρωτοβουλία για έναρξη της παρούσας διαδικασίας (βλ. τεκμ. 5 και 6 της ένορκης δήλωσης των αιτητών) - συνήργησε καταλυτικά στην υλοποίηση της πώλησης, αφού πρώτα είσπραξε από το προϊόν της το ποσό των £200.
- (γ) Η μεταβίβαση του κτήματος έγινε σε χρόνο που ο αποβιώσας δεν ήταν πτωχεύσας. Επομένως, κι αν ακόμη ο διαχειριστής έπρεπε να πάρει την έγκριση ή άδεια του Παραλήπτη για την πώληση, τέτοια άδεια ή έγκριση δεν απαιτείτο για τη μεταβίβαση, η οποία φαίνεται να είναι καθ΄ όλα έγκυρη και νόμιμη. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας, κατάληξη που προδιαγράφει και την τύχη του διατάγματος, χωρίς να απαιτείται ενασχόληση με οτιδήποτε άλλο (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 AAΔ 1980, σελ. 1988 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 AAΔ 248, σελ. 264). Το προσωρινό διάταγμα, επομένως, που έκδωσε το Δικαστήριο στις 2.3.07 ακυρώνεται και παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ. Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι προς όφελος της καθ΄ ης και εναντίον των αιτητών. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο