Ιωάννη Ιωάννου ν. Ειρήνη Α. Ιωάννου Χαραλάμπους, Αρ. Υποθ.: 6226/06, 31.5.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 6226/06 Μεταξύ Ιωάννη Ιωάννου Ενάγοντα και Ειρήνη Α. Ιωάννου Χαραλάμπους. Εναγόμενης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.5.07 Αίτηση ημερομηνίας 9.2.07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την εναγόμενη - αιτήτρια: κα Α. Ιακώβου Για τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: Χ. Ματθαίου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22.9.06 κατεχωρήθη η εν τίτλω αγωγή εναντίον της εναγομένης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο ενάγων, γαμπρός της εναγομένης έκτισε μαζί με την σύζυγο του στο Τσέρι ένα σπίτι σε μισό ακίνητο. Το υπόλοιπο μισό ανήκε στην εναγομένη και το οποίο προόριζε να το μεταβιβάσει στην σύζυγο του ενάγοντα για επέκταση της κατοικίας τους και για ανέγερση πισίνας. Στα πλαίσια αυτά ο ενάγων με την συγκατάθεση της εναγομένης, ρητή και/ή σιωπηρή κατασκεύασε πισίνα και προέβη σε επεκτάσεις του συζυγικού οίκου ξοδεύοντας το ποσό των Λ.Κ.20.050.10 σ. Στις 11.7.06 επήλθε διάσταση μεταξύ του ενάγοντα και της συζύγου του και η εναγόμενη δεν μεταβίβασε το 1/2 μερίδιο του πιο πάνω ακινήτου στην κόρη της και αρνείται να αποζημιώσει τον ενάγοντα. Αξίωνε από την εναγομένη το ποσό των Λ.Κ.20.050.10 στην βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και παράβαση συμφωνίας και ή δυνάμει εμπιστεύματος. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε προσωπικά στην εναγομένη στις 22.9.
- Δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και ο ενάγων την 3.10.06 καταχώρησε αίτηση για την έκδοση απόφασης εναντίον της. Ως αποτέλεσμα την 9.10.06 εκδόθηκε ερήμην της δικαστική απόφαση για το πιο πάνω ποσό, πλέον τόκους και έξοδα. Την 9.2.07 η εναγόμενη καταχώρισε αίτηση με αίτημα τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης. Νομικό βάθρο της αίτησης είναι η Δ.17 Θ.10 και η Δ.48 Θ.1-9 και πραγματικό υπόβαθρο, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ιδίας. Αντέδρασε ο αιτητής και έφερε ένσταση που την καταχώρισε γραπτώς. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση την 23.5.
- Κατά την ακρόαση της αίτησης, κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε και οι δυο πλευρές καταχώρισαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Απο όσα έχουν παρατεθεί είναι σαφές ότι η εκδοθείσα απόφαση είναι κανονική και λήφθηκε νομότυπα. Επομένως το δικονομικό πλαίσιο που ρυθμίζει την παρούσα αίτηση είναι η Δ.
- Σύμφωνα με τη πάγια νομολογία, δύο είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να συντρέχουν ώστε να ασκηθεί υπέρ του αιτούντος τον παραμερισμό απόφασης, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρώτο, ότι έχει δείξει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης και δεύτερο ότι υπάρχει σοβαρός λόγος για την παράλειψη του να μην καταχωρήσει εντός των προθεσμιών υπεράσπιση ή να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Επανειλημμένα τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι η ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης, δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Αρχή που είναι στενά συνυφασμένη με την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία επιφέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη (1997( 1 Α.Α.Δ.
- Με βάση τα πιο πάνω, θα εξετάσω τους δύο παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ξεχωριστά. Περιληπτικά, η αιτήτρια αναφέρει ότι μόλις της επιδόθηκε η αγωγή επισκέφθηκε την δικηγόρο της στην Λάρνακα και της υπέγραψε έντυπο διορισμού δικηγόρου και της έδωσε οδηγίες να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση. Όταν τέλος Νοεμβρίου πήγε στην δικηγόρο της για να πληροφορηθεί την πορεία της υπόθεσης, με έκπληξη την πληροφόρησε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Στις 4.12.06 η δικηγόρος την πληροφόρησε και γραπτώς ότι είχε αποστείλει έγκαιρα το σημείωμα εμφάνισης σε συνάδελφο της στη Λευκωσία για να το καταχωρίσει, πλήν όμως δεν καταχωρήθηκε με αποτέλεσμα ο ενάγων να εκδόσει απόφαση. Μετά την έκδοση της απόφασης η δικηγόρος της είχε επανειλημμένες επαφές με τον δικηγόρο του ενάγοντα, αλλα δυστυχώς δεν έγινε κατορθωτή η εξεύρεση λύσης, ούτε για τα θέματα ουσίας ούτε και για την έκδοση της απόφασης, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να καταχωρίσει την υπο κρίση αίτηση. Αντιτάσσει ο καθ' ου η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν αποτελούν εξηγήσεις αφού ενημερώθηκε για την έκδοση απόφασης εναντίον της τουλάχιστον με βάση τους δικούς της ισχυρισμούς, από την 20.10.06 και η αίτηση καταχωρήθηκε στις 9.2.
- Αναφέρει ακόμα ότι ο ίδιος προσωπικά την ενημέρωσε από την ίδια ημέρα, την 9.10.06, ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Αρνείται με βάση την πληροφόρηση του δικηγόρου του, ότι έγιναν επαφές με την δικηγόρο της αιτήτριας και όσα αναφέρει επι τούτου η αιτήτρια είναι ανυπόστατα και εκ των υστέρων για να δικαιολογηθεί. Είναι η σταθερή και πάγια θέση της νομολογίας ότι το λάθος ή και η αμέλεια του δικηγόρου δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για ακύρωση και παραμερισμό νομότυπα εκδοθείσης δικαστικής απόφασης. Στην υπόθεση Καλλής v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 A.A.Δ 794 το θέμα τίθεται ως εξής : « Ο διάδικος δεν μπορεί κατα κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει παράταση των προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Απο τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Metropolitan Nominee (No.2) Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992. " The court should not astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded." Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης ». ¨Όσα λέχθηκαν στην υπόθεση K.C.P Commission Agent and Importers Ltd κ.ά ν. Μιχαήλ εμπορευομένου υπό την επωνυμία Vasco Trading House
(1993)1 Α.Α.Δ. 415, ίδε ακόμα Editc Ltd v. Makis Michaelides & Associates κ.ά
(2003)1 Α.Α.Δ. 1887, με ανάλογα γεγονότα όπως την παρούσα, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής, με την έννοια ότι η αιτήτρια δεν αιτιολόγησε την απραξία της σε βαθμό που ο καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να στερηθεί των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε πρός όφελος του. Εν πάση περιπτώσει, ως έχει νομολογηθεί θέματα που αφορούν σφάλματα, παράλειψη ή τον τρόπο λειτουργίας του γραφείου του δικηγόρου του διαδίκου, δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως λόγοι που βρίσκονται πέραν των δυνάμεων του, ούτε και δικαιολογούν την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. (Θωμά ν. Ευσταθίου
(2005)1 Α.Α.Δ. 631.) Όμως αυτά αποτελούν την μιά όψη του νομίσματος. Την παράλειψη έγκαιρης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Το θέμα όμως ως είναι φανερό έχει ακόμα μια όψη. Αφορά τον χρόνο που διέρρευσε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώριση της κρινόμενης αίτησης. Ακόμα και να αντιπαρέλθω όσα ο αιτητής αναφέρει που παρέμειναν αναντίλεκτα το ζήτημα παραμένει προς εξέταση. Εδώ κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η εξέταση τόσο των δύο πιο πάνω ζητημάτων όσο και των λοιπών δεδομένων και προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία, γίνεται μέσα από τις υποστηρίζουσες τις αντίστοιχες θέσεις ένορκες δηλώσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται κάτω από τις πρόνοιες της Δ.
- Αποτελεί αναπόφευκτα το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Η ακρόαση της αίτησης διέπεται από τη Δ.48 Θ.
- Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο. (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd (2001( 1 A.A.Δ. 2118). Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Blue Arrow General Trading Ltd v. Μικρού
(2000)1 Α.Α.Δ 1427, με την τροποποίηση της Δ.48 Θ.4 οι νομολογιακές θέσεις που έχουν διατυπωθεί στη Louis Vouiton v. Δέρμοσακ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 έχουν ατονήσει. Διατηρείται όμως και υπάρχει, με την άδεια του δικαστηρίου, το δικαίωμα αντεξέτασης. Όπως λέχθηκε οι ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν και συνεπώς ο καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβητήθηκε σε αυτά που ορκίστηκε. (Κυρίλλου ν. Λάμπου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). ΄Ετσι η κρίση του δικαστηρίου κατά την εξέταση όλων των εγειρόμενων ζητημάτων θα κριθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αφού σε κάθε περίπτωση το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει στην αιτήτρια. Επανερχόμενος στο θέμα έχω την άποψη πώς από όσα η αιτήτρια αναφέρει, συνάγεται πως ήταν δική της η επιλογή να μην καταχωρήσει έγκαιρα την κρινόμενη αίτηση. Ήδη απο τον Οκτώβριο γνώριζε ότι εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον της. Η αναντίλεκτη μαρτυρία του αιτητή ήταν πώς την πληροφόρησε από την ίδια ημέρα που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση. Άφησε όμως το θέμα και τον χρόνο να διαρρεύσει, παρά τις έμμεσες προς τούτο υποδείξεις της τότε δικηγόρου της, σχετικό είναι το τεκμ.Α που της αναφέρει ότι ελπίζει να μην υπάρξει πρόβλημα στο μέλλον και απεύχεται να την χρειαστεί. Δικαιολογεί την καθυστέρηση στο γεγονός οτι προσπαθούσε να εξεύρει λύση τόσο για την ουσία της υπόθεσης όσο και για την απόφαση. Εδώ παρεμβάλλω ότι από τις επιστολές της δικηγόρου της (τεκμ.Α και Γ) φαίνεται ότι θα καταχωρούσε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης απο την 31.10.06 (τεκμ.Γ) ενώ στις 4.12.06 διαφαίνεται ότι η αιτήτρια διαπραγματευόταν μόνη της το θέμα, έστω και αν ο αιτητής αρνείται όσα η ίδια αναφέρει. Θα συμφωνήσω με την εισήγηση του κ. Ματθαίου ότι οι επιστολές της δικηγόρου της όχι μόνο δεν την βοηθούν, αντίθετα επιβεβαιώνουν ότι γνώριζε για την έκδοση της απόφασης εναντίον της από τον Οκτώβριο και όχι τέλος Νοεμβρίου, ως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση. Τίποτε από όσα αναφέρει δεν δικαιολογούν την παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Επί τετράμηνο από την έκδοση της απόφασης, αδιαφόρησε και όταν η ίδια έκρινε κατάλληλο αποφάσισε να δώσει οδηγίες στον δικηγόρο της να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση. Σύμφωνα με την νομολογία το γεγονός πως ο δικηγόρος της μιας πλευράς συζητούσε με τον δικηγόρο της άλλης για την εκ συμφώνου ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης και γι' αυτό καθυστέρησε η υποβολή της αίτησης, δεν εξηγεί επαρκώς και δεν αποτελεί δικαιολογία για την καθυστερηση για 4 ολόκληρους μήνες, ως ήταν για παράδειγμα τα γεγονότα στην παρόμοια υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1283. Σχετική ακόμα είναι και η υπόθεση Ευστρατίου ν. Panart Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 1407 που παρέπεμψε ο κ. Ματθαίου, που ο χρόνος 30 ημερών που μεσολάβησε απο την ημέρα που ο αιτητής έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παρέμεινε χωρίς δικαιολογία. Ως υπεδείχθη (Sazen Food ανωτέρω) το θέμα ήταν σημαντικό και οι αιτητές όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για επιτευχθεί τελεσιδικία εντός λογικού χρονικού διαστήματος. Και να προσθέσω επ' αυτού, πώς τίποτε δεν εμπόδιζε την εναγομένη να προσφύγει αμέσως στο δικαστήριο για ακύρωση της απόφασης και παράλληλα να προσπαθούσε να εξεύρει συμβιβαστικές λύσεις. Είτε μόνη της είτε με τον δικηγόρο της. Και δεν τίθεται ζήτημα ευκολίας των διαδίκων αλλά τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Υπό τις περιστάσεις όπως αυτές αναδύονται μέσα από τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία και αποτελουν αναμφισβήτητα στοιχεία μαρτυρίας, θεωρώ ότι η συμπεριφορά της εναγομένης είναι τέτοια που ισοδυναμεί με ασυγχώρητη και περιφρονητική συμπεριφορά έναντι των θεσμών, αλλά και στα δικαιώματα του αντιδίκου τους. (Κώστας Φραντζής ν. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1094). Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει μία υπόθεση, εάν η διαγωγή του διαδίκου είναι τέτοια, που να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Μόνο όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια μπορεί να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Είναι η κρίση μου ότι όλα τα πιο πάνω δεδομένα όπως διαγράφονται, υπό το πρίσμα της συμπεριφοράς της εναγομένης και τις διάφορες ανεπαρκείς δικαιολογίες που έδωσε, δεν μπορούν να αξιολογηθούν και να κριθούν ως ικανοποιητικές εξηγήσεις, αλλά συνιστούν αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ανεξήγητη έλλειψη προώθησης της αίτησης για παραμερισμό. Πρόκειται για μια συμπεριφορά που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία που αποβαίνει ως παράγων αποτυχίας της αίτησης, ( Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893), αφού σε τελική ανάλυση συνιστά και απολήγει σε καταφρόνηση αλλά και περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Ως υπεδείχθη στην Καλλής ανωτέρω όταν το δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπάρχει όντως τέτοια συμπεριφορά δικαίως μπορεί να αρνηθεί το αίτημα για παραμερισμό της απόφασης. Στην υπόθεση Γερολέμου ν. Σ.Π.Ε. Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 επαναβεβαιώθηκε η αρχή ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ενεργοποίηση ή προβολή δικαιώματος δεν επιτρέπει τη συζήτηση θέματος για την παροχή δικαστικής θεραπείας. Ιδιαίτερα όταν διαπίστωνεται περιφρονητική συμπεριφορά στην δικαστική διαιδικασία. Παρόλα αυτά και χάριν πληρότητας της απόφασης θα προχωρήσω να εξετάσω κατα πόσο προβάλλει συζητήσιμη υπεράσπιση. Έχω παραθέσει την βάση της αγωγής του ενάγοντα. Αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι η αιτήτρια ουσιαστικά δεν αμφισβητεί το ποσό της απαίτησης. Η αναφορά της ότι τα ποσά αντικειμενικώς είναι απαράδεκτα και διογκωμένα και δεν αντιπροσωπεύουν το ποσό που δαπάνησε ο ενάγων οδηγεί με ασφάλεια και βεβαιότητα σε κάποια απλά συμπεράσματα. Πρώτο ότι αποδέχεται ότι ο ενάγων κατασκεύασε με δικά του έξοδα την πισίνα και την επέκταση του συζυγικού οίκου και δεύτερο, ότι δεν υπάρχει ουσιαστική αμφισβήτηση ως προς το ύψος των εξόδων. Ακόμα και η αναφορά της πως από πληροφορίες που έχει συλλέξει το κόστος κατασκευής μίας πισίνας δεν μπορεί να υπερβεί τις Λ.Κ.6.000 - Λ.Κ.7.000 επιβεβαιώνει ουσιαστικά ότι με γενικότητες και αοριστίες προσπαθεί απλώς να δώσει μια απάντηση χωρίς κάποια στοιχεία που να δίνουν έστω και ένα φαινομενικό υπόβαθρο στον ισχυρισμό της. Σημειώνω πώς ο καθ' ου η αίτηση επισυνάπτει τις αποδείξεις που πλήρωσε, αλλά βεβαίως δεν είναι στον ίδιο να αποδείξει την απαίτηση του, αφού άλλωστε έχει ήδη εκδοθεί απόφαση προς όφελος του, αλλά το βάρος είναι στον αιτητή να δείξει στοιχεία που κατ' αρχήν και δυνητικά σε αντικειμενική θεώρηση να ενέχουν το στοιχείο της πειστικότητας της υπεράσπισης. Η οποία να είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Αναφορικά με το θέμα που προβάλλει, ότι οι κατασκευές ανεγέρθηκαν χωρίς άδεια από την αρμοδία αρχή γεγονός που ισοδυναμεί με παρανομία που στερεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή, πρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην πρόσφατη υπόθεση Conqueror Developments Ltd v. Dreamland Developments Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 170. Εξηγήθηκε ότι, με αναφορά στα άρθρα 23 και 24 του Περι Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το γεγονός ότι η ανέγερση των ημιτελών οικοδομών, που να σημειώσω ήταν το αντικείμενο αντιπαροχής, έγινε χωρίς να προηγηθεί η έκδοση της άδειας οικοδομής δεν καθιστά, απο μόνο του την αντιπαροχή ή το σκοπό της συμφωνίας παράνομο και τη συμφωνία άκυρη. Οι εφεσίβλητοι δεν εμποδίζονταν να διεκδικήσουν το λαβείν τους απο τους εφεσείοντες. Ως προς δε τους λοιπούς ισχυρισμούς της, και όσα παραθέτει επί του θέματος αυτού απέχουν και μάλιστα κατά πολύ από το να κριθούν ότι αποκαλύπτει μια κατ' αρχήν και εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Εγείρονται όμως ακόμα κάποια θέματα υπό μορφή υπεράσπισης. Ότι η ίδια δεν έδωσε την συγκατάθεση της για τις κατασκευές και πληροφορήθηκε την ύπαρξη της μετά που έγιναν οι εργασίες. Συνακόλουθα με αυτό ότι το μερίδιο επί του οποίου έγιναν οι κατασκευές το προόριζε για την άλλη της κόρη που εκπόνησε μάλιστα και αρχιτεκτονικά σχέδια. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός κρίνω ότι είναι αλληλένδετος με τον ισχυρισμό της ότι ως ιδιοκτήτρια θα έπρεπε η ίδια να υποβάλει την αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής και δεν έπραξε κάτι τέτοιο. Κατ΄αρχήν ως συνάγεται η πισίνα και οι άλλες κατασκευές έγιναν επί του μέρους του ακινήτου που ανήκει στην εναγομένη αφού στο άλλο μέρος που ανήκει στην σύζυγο του ενάγοντα έχει ήδη ανεγερθεί η κατοικία. Έμμεσως πλην σαφώς αυτό το παραδέχεται και η αιτήτρια άλλως δεν θα είχε κανένα λόγο να ισχυρίζεται ότι το μέρος του ακινήτου που έγιναν οι κατασκευές το προόριζε για την άλλη της κόρη. Επί του συγκεκριμένου αυτού ισχυρισμού, παρεμβάλλω πάντως πώς είναι άσχετο αν και σε ποιον προόριζε το μερίδιο της, η ουσία είναι αν έγιναν οι κατασκευές από τον ενάγοντα. Παρά ταύτα αν πραγματικά υπήρχαν αρχιτεκτονικά σχέδια της κόρης της για να κτίσει, το απλούστερο ήταν να παρουσιάσει μαρτυρία προς αυτή τη κατεύθυνση είτε από τον αρχιτέκτονα που κατ' ισχυρισμόν εκπόνησε τα σχέδια, είτε ακόμα από την άλλη της κόρη. Θεωρώ ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στερούνται ουσιαστικής θεμελίωσης και είναι χωρίς ίχνος υποστηρικτικής μαρτυρίας. Κρίνονται ως μια προσπάθεια εκ μέρους της για την προβολή κάποιων απλών ισχυρισμών και τίποτε περισσότερο. Όσο για τον ισχυρισμό της ότι μετά που έγιναν οι κατασκευές πληροφορήθηκε την ύπαρξη τους, θεωρώ ότι εντάσσεται στα ίδια πιο πάνω πλαίσια, και πρόκειται περί ενός ισχυρισμού χωρίς μάλιστα με ιδιαίτερη ευρηματικότητα. Αλλά και αν ακόμα έχουν κάποια βάση οι διάφοροι ισχυρισμοί της, δεν φαίνεται να διαμαρτυρήθηκε στον ενάγοντα για την παράνομη επέμβαση και για την ανέγερση παράνομης και χωρίς την συγκατάθεση της πισίνα και άλλες επεκτάσεις. Τα πιο πάνω απαντούν και στην θέση της ότι δεν έχει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο αλλά το Οικογενειακό Δικαστήριο. H αγωγή όπως και η δικαστική απόφαση στρέφεται εναντίον της ως ιδιοκτήτης του μεριδίου του ακινήτου επί του οποίου έγιναν οι κατασκευές. Έχω ήδη παραθέσει την βάση της αγωγής του ενάγοντα. Είναι καλά νομολογημένο πως όταν τίθεται ζήτημα δικαιοδοσίας, το βάθρο για την εξέταση του είναι η διαφορά όπως καθορίζεται στο δικόγραφο το οποίο και προσδιορίζει το επίδικο θέμα και ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. ( Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1192.) Συνάγεται από την έκθεση απαίτησης ότι το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία είναι το παρόν δικαστήριο. Ως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς όμως να υπεισέρχεται στην ουσία της. (Χρυσάνθου ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1129). Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd Αίτηση για αναθεώρηση στην Αγ. Ναυτοδικείου 55/97 ημερ. 21.7.99 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας που δίδεται με ένορκες δηλώσεις, αλλά το κριτήριο είναι αντικειμενικό και ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να περιέχει πλήρεις λεπτομέρειες των γεγονότων. Τόσο η Αγγλική, όσο και η Κυπριακή Νομολογία, χρησιμοποιούν τον όρο «καλόπιστη συζητήσιμη υπεράσπιση» ή «εκ πρώτης όψεως υπόθεση». Κοινή όμως συνισταμένη, αποτελεί η αποφυγή εκδίκασης της υπόθεσης δύο φορές και σε δύο διαφορετικά στάδια, επί του προκειμένου της αίτησης παραμερισμού της απόφασης και της ουσίας της αγωγής μεταγενέστερα. ΄Οπως τέθηκε στην υπόθεση Hissin ν. Κωνσταντινίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1774, δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται. ( Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd 2001
(1)Α.Α.Δ 2118.). Στην παρούσα υπόθεση με δεδομένη την προβαλλόμενη υπεράσπιση, ως έχει εξηγηθεί και αναλυθεί ανωτέρω, το ερώτημα που τίθεται είναι αν εκ πρώτης όψεως υπάρχει ή τίθεται θέμα προς εκδίκαση. Δεν θα αποφασιστεί βέβαια στο στάδιο αυτό ούτε και θα κριθεί η δυναμική της υπεράσπισης. Τα διάφορα όμως θέματα που τίθενται υπό μορφή υπεράσπισης κρίνω πως είτε στερούνται ουσιαστικής πραγματικής βάσης, είτε είναι εντελώς ανυποστήρικτα, γενικά και αόριστα. Με κανένα τρόπο δεν δημιουργούν σοβαρό και καλόπιστο συζητήσιμο θέμα ή εκ πρώτης όψεως όψεως υπεράσπιση. Η απλή παράθεση μιας αόριστης και γενικής εκδοχής ή ακόμα η γενική άρνηση, δεν είναι αρκετά για να καταδείξουν μια καλόπιστη υπεράσπιση. Θα πρέπει να προβάλλονται ισχυρισμοί τέτοιοι που να εμπεριέχουν σε κάποιο βαθμό πειστικότητα και γνησιότητα που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκείται επί ματαίω αλλά μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Στην παρούσα υπόθεση και αυτή είναι η κατάληξη του δικαστηρίου, θεωρώ ότι δεν έχει τεθεί κανένα σοβαρό υπόβαθρο ή στοιχείο ούτε και η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο στο αναγκαίο επίπεδο και βαθμό, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος της. Ως αποτέλεσμα η αίτηση για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο