← Κύπρος

Σάββα Ι. Γεωργίου ν. Συνεργατική Πιστωτικής Εταιρείας Κοράκου, Αρ. Αίτησης: 792/06, 8/6/07

Σάββα Ι. Γεωργίου ν. Συνεργατική Πιστωτικής Εταιρείας Κοράκου, Αρ. Αίτησης: 792/06, 8/6/07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 792/06 Επί τοις αφορώσι τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 όπως τροποποιήθηκε. Μεταξύ Σάββα Ι. Γεωργίου, εκ Κυπερούντας Αιτητού - Εφεσείοντος Και Συνεργατική Πιστωτικής Εταιρείας Κοράκου, εκ Κοράκου Καθ' ων η Αίτηση- Εφεσίβλητων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/6/07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Χρ. Χριστοφόρου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Ιωαννίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 29.6.06 ο αιτητής έλαβε επιστολή για να παρουσιαστεί σε διαδικασία επίλυσης διαφοράς μεταξύ του και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοράκου. Η επιστολή στάληκε από τον διαιτητή Κυριάκο Νεοφύτου και αφορούσε ληξιπρόθεσμο δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.46.465.96 σ. Με την επιστολή ο αιτητής καλείτο να παρουσιαστεί στα γραφεία της ΣΠΕ Κοράκου την 26.7.07 και ώρα 10.00 π.μ. (τεκμ. Α). Επικοινώνησε με δικηγόρο και του ανάθεσε την υπόθεση. Ο δικηγόρος του την 25.7.06 απέστειλε επιστολή στο διαιτητή και τον πληροφορούσε ότι διορίστηκε δικηγόρος για να εκπροσωπήσει τον αιτητή στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς και περαιτέρω ότι ο πελάτης του αρνείτο το χρέος. Τον παρακαλούσε να ετοιμάσει σχετική έκθεση απαιτήσεως και να την αποστείλει στο γραφείο του για να ετοιμάσει έκθεση υπερασπίσεως και να ορίσει ημερομηνία και ώρα διεξαγωγής της διαδικασίας. (τεκμ. Β). Σύμφωνα με τον αιτητή τις 26.7.06 παρουσιάστηκε στα γραφεία της Σ.Π.Ε και ο διατητής τον ρώτησε τι προτίθεται να κάμει. Του είπε ότι διόρισε δικηγόρο και ότι αμφισβητεί το χρέος γιατί δεν θυμόταν αν εγγυήθηκε τον Ανδρέα Αναστασίου. Τον παρακάλεσε να του δώσει όλα τα έγγραφα για να τα δώσει του δικηγόρου του για έλεγχο και του ανέφερε ότι επιθυμούσε κανονική διεξαγωγή της διαδικασίας με την προσκόμιση μαρτυρίας. Ο διαιτητής του απάντησε ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει γιατί τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και κάποιοι εγγυητές πτώχευσαν και ακολούθως, χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε έγραψε σε ένα έντυπο το υπόγραψε και αφού του το έδωσε του είπε «δώστο του δικηγόρου σου και αυτός ξέρει τι θα κάμει». Επρόκειτο τελικά για απόφαση εναντίον του. (τεκμ. Δ). Το αποτέλεσμα ήταν στις 10.8.06 να υποβάλει αίτηση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή. Ο γραμματέας της ΣΠΕ Κοράκου Μάριος Κυπριανού, που παραβρέθηκε στη διαιτησία υποστήριξε με ένορκη δήλωση την ένσταση που καταχώρησε η ΣΠΕ εναντίον της ΄Εφεσης του αιτητή. Δεν αρνείται ότι στάληκε η πιο πάνω επιστολή από το δικηγόρο του αιτητή. Άλλη όμως είναι η θέση του ως προς τα διαδραματισθέντα κατά τη διάρκεια της διαιτησίας. Είναι η θέση του ότι προσκόμισαν προφορική μαρτυρία, το επίδικο γραμμάτιο καθώς και κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου και δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Συγκεκριμένα ο αιτητής παραδέκτηκε την υπογραφή του στο γραμμάτιο, αλλά χωρίς άλλες λεπτομέρειες ή μαρτυρία αρνήθηκε την οφειλή του. Ο διαιτητής τήρησε πρακτικό της διαδικασίας και έκδωσε αιτιολογημένη απόφαση που επισύναψε ως τεκμ.

  1. Το έγγραφο Τεκμ. Δ που επισύναψε ο αιτητής στην αίτηση του, σύμφωνα με τον ομνύοντα δεν αποτελεί τη διαιτητική απόφαση αλλά την έγγραφη γνωστοποίηση της εκδοθείσας απόφασης του διαιτητή. Με διαμορφωμένο το πιο πάνω τοπίο επί των πραγματικών γεγονότων ο αιτητής ζήτησε και πέτυχε την άδεια του δικαστηρίου να αντεξετάσει τον Μάριο Κυπριανού. Σύμφωνα με όσα προέκυψαν από την αντεξέταση του μάρτυρα ο διαιτητής κρατούσε πρακτικά. Κατά τη διαιτησία ο μάρτυρας είδε και διάβασε την επιστολή του δικηγόρου του αιτητή που ζητούσε αναβολή. Όταν ο διαιτητής ρώτησε τον αιτητή αν υπόγραψε το γραμμάτιο αυτός απάντησε καταφατικά και όταν είδε την κατάσταση λογαριασμού είπε του διαιτητή ότι αρνείτο το χρέος, χωρίς να προβάλει οτιδήποτε. Ο διαιτητής με τα δικαιολογητικά που είχε μπροστά του, το γραμμάτιο με την υπογραφή του αιτητή, την κατάσταση λογαριασμού και τη δική του μαρτυρία έκδωσε απόφαση. Ήταν η θέση του ότι αυτά πρέπει να αναγράφονται στο πρακτικό της διαιτησίας και το τεκμ. Δ είναι η κοινοποίηση της απόφασης. Την ημέρα της διαιτησίας ο αιτητής δεν ζήτησε αναβολή απλώς ο διαιτητής είχε την επιστολή του δικηγόρου του αλλά ο αιτητής δεν ανέφερε για αναβολή. Δεν θυμόταν ο διαιτητής να έδωσε το τεκμ. Δ στον αιτητή και να του είπε να το πάρει στο δικηγόρο του και αυτός ξέρει τι θα κάμει. Ο αιτητής ήταν παρών όταν ο διαιτητής έκδιδε την απόφαση του και η διαιτησία έγινε μέσα στο γραφείο. Διάρκεσε 5-10 λεπτά και υπόγραψε και ένα επίσημο έγγραφο του διαιτητή. Την απόφαση την ετοιμάζει ο διαιτητής στη Λευκωσία και την αποστέλλει στην εταιρεία. Ο διαιτητής έδειξε το γραμμάτιο στον αιτητή τον ρώτησε αν αναγνωρίζει την υπογραφή του και αυτός απάντησε καταφατικά. Του έδειξε επίσης τις καταστάσεις λογαριασμού για τα τρία 3-4 τελευταία χρόνια. Ο αιτητής δεν ζήτησε από τον διαιτητή αντίγραφο του γραμματίου ή των καταστάσεων λογαριασμού. Ο διαιτητής του εξήγησε τη διαδικασία, δηλαδή ποιος ήταν ο λόγος που ήταν εκεί και τι κάμνουν. Του είπε ότι ήταν για ένα δάνειο ως εγγυητής του πρωτοφειλέτη Ανδρέα Αναστασίου που δεν αποπληρωνόταν κανονικά και παραπέμφθηκε σε διαιτησία. Ακολούθως του έδειξε το γραμμάτιο που αναγνώρισε την υπογραφή του και τον ρώτησε αν έχει να πει κάτι. Η απόφαση του διαιτητή ήταν σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού ημερ. 26.7.
  2. Όταν ο διαιτητής του έδωσε τις καταστάσεις λογαριασμού ο αιτητής κοίταξε το υπόλοιπο και δεν ζήτησε να του δοθούν αντίγραφα. Τα πρακτικά της διαδικασίας τα κρατούσε ο διαιτητής. Δεν θυμόταν οτιδήποτε πέραν του γεγονότος ότι ο αιτητής αμφισβήτησε το χρέος, ούτε θυμόταν αν ο διαιτητής του είπε ότι ο πρωτοφειλέτης και οι άλλοι εγγυητές είχαν πτωχεύσει. Παρεμβάλλω πως δεν ρωτήθηκε ο μάρτυρας αν όντως τα περί ου ο λόγος πρόσωπα είχαν πτωχεύσει. Αρνήθη ότι ο αιτητής ζήτησε αντίγραφα όλων των καταστάσεων λογαριασμού και αρνήθη επίσης ότι ζήτησε αναβολή για να παραστεί ο δικηγόρος του. Από ότι θυμόταν ο διαιτητής τον ρώτησε αν θα παραστεί ο δικηγόρος του και ο αιτητής του απάντησε αρνητικά. Την ημέρα της διαιτησίας παρουσιάζουν στο διαιτητή το γραμμάτιο και τις καταστάσεις λογαριασμού. Υπάρχει διαδικασία που αποστέλλουν προηγουμένως επιστολή ποιους παραπέμπουν σε διαιτησία. Ήταν τέλος η θέση του ότι η άρνηση του χρέους από τον αιτητή και η καταγραφή της στα πρακτικά ήταν θέμα του διαιτητή. Προτού αναφερθώ στην ουσία των λόγων έφεσης και στις αντίστοιχες θέσεις των δικηγόρων όπως εκφράζονται στις γραπτές τους αγορεύσεις, κρίνω ότι προηγουμένως πρέπει να γίνει αναφορά στο νομοθετικό και δικονομικό πλαίσιο της διαδικασίας καθώς και στο μαρτυρικό υλικό που απαιτείται κάθε φορά, επί του οποίου θα κρίνει και θα αποφασίσει το Δικαστήριο. ΄Ετσι θα είναι έτσι ευχερέστερο να εξεταστούν αλλά και να απαντηθούν ορισμένα ζητήματα που τίθενται από τις δύο πλευρές στις αγορεύσεις τους. Η διαδικασία για την ακύρωση της απόφασης του Διαιτητή, με βάση τις πρόνοιες του αρ. 52

(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85 όπως έχει τροποποιηθεί γίνεται με ΄Εφεση. Παρενθετικά να αναφέρω ότι η ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης επιτρέπεται για τους περιορισμένους λόγους που αναφέρονται στο αρ. 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4. Επανερχόμενος στη διαδικασία, σχετικός περί τον τύπο της ΄Εφεσης είναι ο Καν. 101
(2)των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών (Co-Operative Societies). Οι θεσμοί αυτοί εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ δυνάμει των προνοιών του αρ. 59
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85όπως έχει τροποποιηθεί, νοουμένου ότι δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις του. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Κ.Δ.Π. 142/87 άρθρα 78 και 79 για τη γενικότερη διαδικασία παραπομπής μιας διαφοράς εις τον ΄Εφορο και ακολούθως σε διαιτησία. Η ΄Εφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή γίνεται με ειδοποίηση ΄Εφεσης (notice of appeal) σύμφωνα με τον καθορισμένο τύπο που προβλέπεται στο Δεύτερο Παράρτημα των Κανονισμών συνοδευόμενη με αντίγραφο της εφεσιβαλλόμενης απόφασης. Στην υπόθεση Ashbank v. Department of Transport, Times 25.7.94 εξηγείται ότι η ορθή διαδικασία για παραμερισμό απόφασης διαιτητή είναι με εναρκτήρια κλήση. (originating motion, βλπ ακόμα Russell on Arbitration 19η εκδ. σελ. 495 επ. και σελ. 604 για το σχετικό τύπο της αίτησης). Ότι η παρούσα ΄Εφεση συνοδεύεται με ένορκη δήλωση, που δεν προβλέπεται ούτε από το Νόμο ούτε τους Θεσμούς, κρίνω πως δεν επηρεάζει το κύρος της διαδικασίας, αφού ούτως ή άλλως το δικαστήριο στο μετέπειτα στάδιο δίνει οδηγίες για την καταχώρηση του μαρτυρικού υλικού, με ένορκες δηλώσεις. Και ο λόγος είναι γιατί η ακολουθητέα διαδικασία είναι εκείνη των πρωτογενών αιτήσεων, στα πλαίσια της οποίας κρίνω πως εντάσσεται και η εξεταζόμενη έφεση. Σχετική προς τούτο είναι η Διαταγή 1 της Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία πρωτογενής κλήση (Originating summons) ορίζεται ως κάθε κλήση και δεν αφορά εκκρεμούσα διαδικασία. (cause of matter). H θέση της νομολογίας είναι πως στην απουσία διαδικαστικών κανονισμών μπορεί να ακολουθείται η αγγλική πρακτική. Στον Odger' s on Pleading and Practice, 20η έκδ. σελ. 355-357 η ακρόαση των πρωτογενών αιτήσεων γίνεται με μαρτυρία που δίνεται μέσα από ένορκες δηλώσεις. Η ακολουθητέα διαδικασία είναι ότι η κυρίως εξέταση αποτελεί το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως, αλλά με αίτημα οποιουδήποτε διαδίκου και με την έγκριση του Δικαστηρίου ο ομνύον μπορεί να διαταχθεί να παρουσιαστεί για να αντεξεταστεί επί της ενόρκου δηλώσεως του. Και στα πλαίσια ακριβώς αυτά και με άδεια του Δικαστηρίου, αντεξετάστηκε ο γραμματέας της καθ' ης η αίτηση Συνεργατικής. Συναφώς προς αυτή την κατεύθυνση, όπως εξηγείται στον Russel ανωτέρω, οποιοδήποτε έγγραφο που είναι σχετικό ή αναγκαίο για τη διαδικασία, τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου με ένορκη δήλωση. Η ακολουθητέα πρακτική και διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Κεφ. 4 και της Δευτερογενούς Νομοθεσίας 2ος τόμος σελ. 14 τηρουμένων των αναλογιών είναι οι ισχύοντες Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. (Τάσου
(2001)1 ΑΑΔ 1372). Το περιεχόμενο συνεπώς των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί το μαρτυρικό υλικό επί του οποίου θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται κάτω από τις πρόνοιες της Δ.
  1. Η ακρόαση της αίτησης διέπεται από τη Δ.48 Θ.
  2. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά η ακρόαση γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο. (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2118). Παρόλο που με την τροποποίηση της Δ.48 Θ.4 οι νομολογιακές θέσεις που έχουν διατυπωθεί στη Louis Vouiton v. Δέρμοσακ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 έχουν ατονήσει, (Blue Arrow General Trading Ltd v. Μικρού
(2000)1 Α.Α.Δ. 1427) διατηρείται και υπάρχει, με την άδεια του δικαστηρίου, το δικαίωμα αντεξέτασης. ΄Ετσι η κρίση του δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση κατά την εξέταση όλων των εγειρόμενων ζητημάτων θα κριθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αφού σε κάθε περίπτωση το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει στον αιτητή. Το θέμα αυτό εισάγει προς συζήτηση ακόμα ένα ζήτημα, σημαντικό κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Διαφάνηκε με σειρά ερωτήσεων κατά την αντεξέταση του μάρτυρα Κυπριανού, τίθεται και στην ένορκη δήλωση του αιτητή, θέμα τήρησης πρακτικών της διαδικασίας από το διαιτητή καθώς και το περιεχόμενο τους. Αυτός εξ' άλλου είναι και ο ουσιαστικός λόγος της επιζητούμενης ακύρωσης της απόφασης του διαιτητή. Στον Russell εξηγείται ότι παρόλο που παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η ΄Εφεση δεν επιδίδεται στο διαιτητή, η σύγχρονη αντίληψη είναι όταν ο αιτητής επικαλείται κακή συμπεριφορά του διαιτητή (misconduct) είτε επί τεχνικών θεμάτων είτε επί πραγματικών γεγονότων, η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται στο διαιτητή. Και ο διαιτητής σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα είτε να έχει πλήρη παρουσία στη διαδικασία, ή να καταχωρήσει ένορκη δήλωση και να θέσει εκείνα τα γεγονότα τα οποία κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν το δικαστήριο, είτε βεβαίως να μην πάρει κανένα μέτρο, θεωρούμενος ότι δεν προτίθεται να κάμει τίποτε περισσότερο παρά να αποδεχθεί την απόφαση του Δικαστηρίου. Η σύγχρονη αυτή αντίληψη εδράζεται στο γεγονός ότι σε κανένα του οποίου η συμπεριφορά τίθεται κάτω από κριτική, ως θέμα φυσικής δικαιοσύνης, δεν θα του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει ή να εξηγήσει. Σχετικός είναι και ο Κανονισμός 101
(2)που προνοεί επίδοση της αίτησης σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, και σε κάθε περίπτωση ο διαιτητής δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Όταν κυρίως όπως στην παρούσα υπόθεση του καταλογίζεται με διάφορους τρόπους κακός χειρισμός και συμπεριφορά κατά τη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς. Μια συμπεριφορά που θα πρέπει όμως να αντικατοπτρίζεται στο πρακτικό της διαδικασίας, θεωρώντας ο κ. Χριστοφόρου, αυτό εξάγεται από την αντεξέταση του μάρτυρα, ότι το τεκμ. Δ της αίτησης αποτελεί το πρακτικό ή έστω το τεκμ. 1 της ένστασης. Όμως, και είναι ορθή επί τούτου η θέση της κας Ιωαννίδου, ότι κανένα από τα δύο αυτά έγγραφα δεν αποτελούν τα πρακτικά της διαδικασίας που διεξήχθη ενώπιον του διαιτητή. Γιατί το μεν τεκ. 1 αποτελεί την απόφαση του διαιτητή, το δε τεκμ. Δ την έγγραφη γνωστοποίηση της απόφασης. Μάλιστα ως σαφώς αναφέρει ο Κυπριανού στην ένορκη του δήλωση, το βεβαίωσε και αντεξεταζόμενος, ο διαιτητής τήρησε πρακτικά, συνάγεται άλλωστε από την απόφαση του τεκμ. 1 στην ένσταση. Τέτοια πρακτικά όμως δεν τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, ώστε να μπορούσαν να αξιολογηθούν και να κριθούν οι διάφορες αιτήσεις του αιτητή περί της κακής συμπεριφοράς του διαιτητή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Υπάρχει μόνο η μαρτυρία του Κυπριανού, που αντικρούει σε όλο της το φάσμα τους βασικούς ισχυρισμούς του αιτητή ως προς τα διαδραματισθέντα ενώπιον του διαιτητή. Και δεν θα ήταν βέβαια δυνατόν να έχει τα πρακτικά η καθ' ης η αίτηση Σ.Π.Ε αφού αυτά τηρήθηκαν από τον διαιτητή. ΄Ετσι για παράδειγμα στην υπόθεση Δημοσθένους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1699 που ήταν επίδικο κατά πόσο ο διαιτητής γνωστοποίησε την απόφαση του στον καθ' ου η αίτηση, έδωσε μαρτυρία ο διαιτητής. (δες ακόμα Μήλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1996). ΄Επεται πως είτε θα έπρεπε να είχε επιδοθεί η αίτηση στο διαιτητή, για να μπορούσαν να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου τα πρακτικά που τήρησε κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, είτε εν πάση περιπτώσει με κάποιο άλλο τρόπο έπρεπε να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου τα πρακτικά αυτά. Να παρεμβάλω ακόμα ότι τέτοια δυνατότητα προσφέρεται στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς (Καν. 98 επ. κυρίως δες Καν. 100
(3), αφού ο φάκελος της υπόθεσης μετά το πέρας της διαδικασίας μαζί με την απόφαση παραδίδονται στον ΄Εφορο Συνεργατικών Εταιρειών. (Registrar). Θα επανέλθω επί του θέματος αυτού και πιο κάτω. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να αναφέρω ότι ο Νόμος και οι Κανονισμοί, πέραν του ότι η απόφαση του διαιτητή πρέπει να είναι γραπτή, δεν προβλέπουν τύπο και δομή της απόφασης. Ως εξηγείται στον Russel σελ. 328 επ. η απόφαση θα πρέπει να είναι διαμορφωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να συμμορφώνεται με τις οδηγίες που του υποβλήθηκαν για να αποφασίσει. Εξηγείται ακόμα (σελ. 333) ότι: «An award, in order to be valid, must be final, certain, consistent and possible, and must decide the maters submitted, and no more than the matters submitted. With regard with the substance of the award, any form of words amounting to a decision of the questions referred will be good as an award. No technical expressions are necessary. But as awards often bind valuable rights for all time, the arbitrator should be precise and clear in his adjudication". Με διαμορφωμένο πλέον το νομικό και πραγματικό βάθρο επί του οποίου θα διεξαχθεί η παρούσα διαδικασία, θα προχωρήσω να εξετάσω δύο διαδικαστικές ενστάσεις της κας Ιωαννίδου. Η μια ότι η αίτηση δεν είναι σύμφωνη με τους ισχύοντες θεσμούς, γιατί το ένδικο μέσο για προσβολή της απόφασης του διαιτητή είναι εσφαλμένο. Η θέση του κ. Χριστοφόρου είναι ότι η αίτηση είναι νομότυπη. Μια ματιά στην υποβληθείσα αίτηση, η διαπίστωση είναι πως πρόκειται για αίτηση διά κλήσεως. Πρόκειται για τον τύπο συνήθων ενδιάμεσων αιτήσεων που υποβάλλονται σε εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες, υποβληθείσα κατά το πρότυπο της Δ.48 Θ.2 (βλπ τον τύπο 46 της αίτησης στο παράρτημα των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σελ. 267). Συνάγεται ότι η αίτηση δεν είναι σύμφωνα με τον προβλεπόμενο τύπο. Αναμφίβολα πρόκειται περί εσφαλμένου τύπου έναρξης της διαδικασίας, και την εναρκτήρια κλήση να υπενθυμίσω εδώ ότι η Δ.1 την εντάσσει στην έννοια του όρου αγωγή (action). Παρόλο που από την πλευρά του αιτητή δεν προβάλλεται οτιδήποτε θα εξετάσω αν η παράλειψη αυτή είναι ουσιώδης. Αν πρόκειται δηλαδή για απλή παρατυπία θεραπεύσιμη ή συνιστά αντικανονικότητα τέτοια που αν οδηγείς ε απόρριψη. Η μόνη σχετική διαταγή που μπορεί να τύχει εφαρμογής είναι η Δ.64. Ως έχει όμως νομολογηθεί (Bank for Foreign Tr. Of Russian Fed. V. ICC Chem. (U.K.) Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1728) η Διαταγή 64 δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στην υπόθεση M. I. Holdings Public Ltd v. Τασούλλα Γεωργίου Παναγή Πολ. Έφεση αρ. 28/05 ημερ. 14.4.06, η αγωγή ηγέρθη βάσει της Δ.2 Θ.1 αντί της Δ.2 Θ.6 και τέθηκε το θέμα κατά πόσο η χρήση λανθασμένου τύπου συνιστά παρατυπία που διορθώνεται από τη Δ.64 Θ.1. Εξηγήθη ότι η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των Θεσμών που πρέπει να τηρούνται και ότι δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς. Θεραπεύει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον είναι θεραπεύσιμες. Δεν παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις και το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως έχει δημιουργηθεί. Η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει. Να προσθέσω σε αυτά ότι ο Κανονισμός 101
(2)προβλέπει με επιτακτικό τρόπο τον τύπο έναρξης της διαδικασίας. (shall be made by notice of appeal in the form set out in the Second Appendix hereto). Κατ' ακολουθίαν έπεται ότι η παρούσα διαδικασία ξεκίνησε με βάση εσφαλμένο ένδικο μέσο που δεν θεραπεύεται. Και ως τέτοια υπόκειται εις απόρριψη. ΄Αμεσα συναφής είναι και η δεύτερη διαδικαστική ένσταση που τέθηκε από την κα Ιωαννίδου. Η αίτηση επιδόθηκε 47 ημέρες από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, όντως αυτό συνάγεται από το φάκελο της υπόθεσης, και κατ' αντίθεση προς τον Κανονισμό 102
(1)σύμφωνα με τον οποίο ΄Εφεση εναντίον απόφασης του διαιτητή θα πρέπει επιτακτικά ως λέχθηκε (shall), να καταχωρείται εντός 21 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης αλλά και να επιδοθεί σε οποιονδήποτε επηρεαζόμενο πρόσωπο εντός της ίδιας περιόδου. Και ως συνάγεται είναι ορθή η θέση ότι υπάρχει παράβαση και αυτού του μέρους του κανονισμού. Παρόλο που η τύχη της αίτησης και της διαδικασίας έχει κριθεί, χάριν πληρότητας της απόφασης θα προχωρήσω να εξετάσω και την ουσία των ισχυρισμών σε συνάρτηση με τους λόγους που προβάλλονται για την ακύρωση της απόφασης. Στα πλαίσια όμως του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου όπως έχει ήδη αναλυθεί πιο πάνω. Δύο βασικά είναι οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται η ακύρωση της απόφασης του διαιτητή. Πρώτον, ότι ο διαιτητής στέρησε από τον αιτητή του δικαιώματος εκπροσώπησης από δικηγόρο της επιλογής του και δεύτερο ότι δεν τηρήθηκε πρακτικό της διαδικασίας και ο διαιτητής δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αιτητή για άρνηση του χρέους και να ακούσει μαρτυρία. Βάση για τον πρώτο λόγο αποτελεί η επιστολή του δικηγόρου του αιτητή Τεκμ. Β στην αίτηση. Ως λέχθηκε στην ειδοποίηση παρουσίας του αιτητή στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς ορίζετο ημερομηνία, ημέρα, ώρα και τόπος που θα διεξαγόταν. Την προηγούμενη ημέρα της δικασίμου στάληκε η επιστολή. Πληροφορούσε τον διαιτητή ότι διορίστηκε δικηγόρος του αιτητή και τον παρακαλούσε να ετοιμάσει σχετική έκθεση απαιτήσεως και να την αποστείλει στο γραφείο του για να ετοιμάσει έκθεση υπερασπίσεως και να ορίσει ημερομηνία και ώρα διεξαγωγής της διαδικασίας. (τεκμ. Β). Την ημέρα που ορίστηκε η διαιτησία, σύμφωνα με τον Κυπριανού ο αιτητής δεν ζήτησε αναβολή και σε ερώτηση του διαιτητή αν θα παραστεί ο δικηγόρος του, απάντησε αρνητικά. Ούτε ο Νόμος ούτε και οι σχετικοί κανονισμοί προνοούν την ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των μερών σε διαιτησία. Στον Russell σελ. 262 εξηγείται ως προς την ανταλλαγή δικογράφων, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι επιθυμητό να παραδίνονται δικόγραφα ή τα σημεία της απαίτησης και της υπεράσπισης, ώστε τα μέρη να γνωρίζουν επακριβώς τα θέματα που θα εκδικαστούν. Εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του διαιτητή να διατάξει την ανταλλαγή δικογράφων. Αφού ακούσει πρώτα τις απόψεις των μερών, μπορεί να διατάξει κάτι τέτοιο αν κρίνει ότι είναι αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς. Είναι σαφές ότι ο διαιτητής δεν ετοιμάζει έκθεση απαιτήσεως για λογαριασμό του ενός ή του άλλου μέρους. Και είναι λογικό βέβαια αφού δεν είναι διάδικος στη διαδικασία. Συνεπώς το αίτημα του δικηγόρου του αιτητή να ετοιμάσει ο διαιτητής έκθεση απαιτήσεως, από μόνο του είναι ανεδαφικό και αντιβαίνει σαφώς στη φιλοσοφία της διαιτησίας που αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική διαδικασία. (Κούλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1 ΑΑΔ 987). Η ουσία σύμφωνα με τον κ. Χριστοφόρου, αποδίδοντας την επιστολή επί του σημείου αυτού σε παραδρομή, παρεμβάλλω πάντως πως αυτό ήταν το περιεχόμενο της επιστολής που είχε ενώπιον του ο διαιτητής, ήταν η επιθυμία του αιτητή να διεξαχθεί διαδικασία με την ανταλλαγή δικογράφων. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 4η εκδ. τόμος 2
(3)σελ. 37 παρα. 43 εξηγείται ότι ο διαιτητής επιλαμβάνεται και αποφασίζει μεταξύ άλλων και όλα τα διαδικαστικά θέματα, όπως κατά πόσο θα ανταλλαγούν δικόγραφα και τη μορφή που θα έχουν, τηρουμένου του δικαιώματος των διαδίκων να συμφωνήσουν σε κάθε θέμα. Η διαιτησία δεν είναι αναγκαίο να ακολουθεί την ίδια διαδικασία που ακολουθείται στις αγωγές, νοουμένου ότι οι απλές διαδικασίες που συνήθως ακολουθούνται στην πράξη δεν θα πρέπει να οδηγούν σε αδικία κάποιο από τα μέρη. Αποφάσεις του διαιτητή επί διαδικαστικών θεμάτων δεν ελέγχονται από το δικαστήριο, όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Exormisis v. Oonsoo
(1975)1 Lloyd's Rep. 432 που το δικαστήριο κρίθηκε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να διατάξει τον διαιτητή να εγκρίνει την τροποποίηση δικογράφου την οποία είχε αρνηθεί να επιστρέψει. Και ο λόγος γιατί η διαιτησία δεν αποτελεί προστάδιο του δικαστηρίου. Μόνο όπου υπάρχει κακοδικία (miscarriage of justice) ή κακή συμπεριφορά είτε γιατί παραβιάστηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, ή γιατί ενώ τα μέρη συμφώνησαν να διεξαχθεί η διαιτησία με συγκεκριμένη αναφορά σε κάποιους κανονισμούς ο διαιτητής δεν τους ακολούθησε, επεμβαίνει το Δικαστήριο. (Russel σελ. 233-234). Στην παρούσα υπόθεση ως συνάγεται από το Τεκ. Α ο διαιτητής όρισε την υπόθεση απευθείας για ακρόαση. Τούτο συνάγεται από το λεκτικό κυρίως της παραγράφου 2 ότι αν ο καθ' ου η αίτηση δεν παρουσιαστεί στη διαδικασία η απόφαση θα εκδοθεί στην απουσία του. ΄Επεται ότι η επιστολή τεκμ. Β στηριζόταν σε εσφαλμένη αντίληψη περί του ρόλου του διαιτητή, ότι δηλαδή δεν ετοιμάζει έκθεση απαιτήσεως αλλά και στο γεγονός ότι θα έπρεπε στην ανταλλαγή των δικογράφων να συγκατατεθεί και η άλλη πλευρά. Και δεν φαίνεται ο αιτητής να απευθύνθηκε σε αυτή. Εδώ να παρεμβάλω ότι η ειδοποίηση του διαιτητή προς τον καθ' ου η αίτηση είναι αρκετά επεξηγηματική με την έννοια ότι περιγράφει επακριβώς το θέμα της διαφοράς. Ότι τον αφορούσε ως εγγυητής ληξιπρόθεσμου απλήρωτου δανείου του Ανδρέα Αναστασίου για το ποσό των Λ.Κ.46,465.96. Καταλήγω συνεπώς ότι η επιστολή, πέραν της πληροφόρησης του διαιτητή περί του διορισμού του ως δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση, το υπόλοιπο περιεχόμενο ήταν άνευ αντικειμένου. Προβάλλεται συνακόλουθα στη γραπτή αγόρευση του κ. Χριστοφόρου ότι ο διαιτητής στέρησε το δικαίωμα του αιτητή να έχει δικηγόρο, αφού ήδη γνώριζε από την προηγούμενη, με το τεκμ. Β το διορισμό δικηγόρου και συνεπώς όφειλε να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης. Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή για τον απλό λόγο ότι ο δικηγόρος του αιτητή παρόλο που απέστειλε την επιστολή δεν παρουσιάστηκε την ορισθείσα ημέρα στην διαιτησία. Αν με την επιστολή επιζητείτο αναβολή της διαδικασίας, το απλούστερο ήταν να ζητηθεί και να το αποφασίσει ο διαιτητής, αφού βεβαίως θα άκουε και την άλλη πλευρά, την ημέρα που ήταν ορισμένη. Δεν ήταν όμως αυτό το νόημα της επιστολής. Οπότε η επιστολή από μόνη της και με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, δεν μπορούσε να επενεργήσει ως λόγος αναβολής της υπόθεσης. Εξ' άλλου η υπόθεση ήταν ήδη ορισμένη για ακρόαση και η παράκληση για ορισμό ημερομηνίας διεξαγωγής της διαδικασίας δεν βλέπω που αποσκοπούσε. Για το τι ακριβώς έγινε την ημέρα της διεξαγωγής της διαιτησίας ως λέχθηκε δεν υπάρχουν ενώπιον του δικαστηρίου τα πρακτικά της διαδικασίας. Υπάρχει όμως η μαρτυρία του Κυπριανού που αντεξετάστηκε και η ένορκη δήλωση του αιτητή. Το πρώτο που συνάγεται είναι ο διαιτητής τήρησε πρακτικά. Αυτό συνάγεται και από το ίδιο το λεκτικό της απόφασης (τεκμ. 1 στην ένσταση) που γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί και έχουν μονογραφηθεί. Η απουσία προσκόμισης των πρακτικών, ουσιαστικά στερεί από το δικαστήριο του ελέγχου τους καθώς και τις αιτιάσεις του αιτητή. Αναφέρει ο κ. Χριστοφόρου στην αγόρευσή του ότι κανένα πρακτικό δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για να διαφανεί σε τελική ανάλυση τι επακριβώς έγινε στη διαδικασία. Θεωρώ ότι το βάρος ήταν στον αιτητή να προσκομίσει τα πρακτικά της διαδικασίας, για να αποδείξει την υπόθεσή του. Και δεν νομίζω ότι μπορεί να καταλογιστεί το βάρος στους καθ΄ ων η αίτηση να προσκομίσουν τέτοια μαρτυρία ούτε και επειδή δεν προσκόμισαν να θεωρηθούν ως δεδομένα αυτά που εισηγείται ο κ. Χριστοφόρου, εν όψει μάλιστα των όσων προέκυψαν από την αντεξέταση του μάρτυρα. Και οι δύο ήταν διάδικοι και παρουσιάστηκαν σε υποχρεωτική εκ του Νόμου διαιτησία και το μέρος που επικαλείται κακή συμπεριφορά του διαιτητή έχει και το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών του. Να επαναλάβω ότι ο διαιτητής μπορούσε να κληθεί ως μάρτυρας για να δώσει μαρτυρία σχετικά με τη διαδικασία που έλαβε χώραν κατά τη διαιτησία. Για λεπτομέρειες ως προς τη μαρτυρία του διαιτητή παραπέμπω στον Russel σελ. 392 επ. ΄Ετσι για παράδειγμα το δικαστήριο αρνήθηκε να ακυρώσει απόφαση του διαιτητή επί προφορικής μαρτυρίας ότι ο διαιτητής μετά την απόφαση, έκαμε δηλώσεις παραδεχόμενος ότι δωροδοκήθηκε, γιατί ο διαιτητής δεν κλήθηκε ως μάρτυρας. (In Re Whiteley and Roberts
(1891)1 Ch. 558). Εδώ να παρεμβάλω ότι ακόμα και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προσφέρονταν για να εκδοθεί κλήση μάρτυρος είτε του Εφόρου είτε ακόμα του διαιτητή στην βάση των προνοιών της Δ.32 Θ.4 για τον περιορισμένο σκοπό προσκόμισης των πρακτικών και όχι για να δώσουν μαρτυρία ( subpoena duces tecum). Θεωρώ πως εν όψει ακριβώς της απουσίας αφ' ενός μαρτυρίας από την πλευρά του διαιτητή ή των πρακτικών αλλά και της μαρτυρίας του Κυπριανού αφ' ετέρου, ουσιαστικά οι διάφορες θέσεις του αιτητή παρέμειναν στο επίπεδο των απλών ισχυρισμών και αναπόδεικτες. Παρόλα αυτά θα εξετάσω τους ισχυρισμούς του υπό το φως της προφορικής μαρτυρίας και όσων προέκυψαν από την αντεξέταση του μάρτυρα σε συνάρτηση με αυτά που αναφέρει ο αιτητής. ΄Εχω ήδη αναφέρει ότι ο Κυπριανού αντικρούει όλο τα φάσμα της μαρτυρίας του αιτητή. Ο μάρτυρας άφησε άριστες εντυπώσεις στο δικαστήριο. Δεν έχω διακρίνει τίποτε από τη μαρτυρία του που να μπορούσε να θεωρηθεί αντιφατικό ή ότι προσπάθησε να αποφύγει κάποια ερώτηση. Σε όλες τις ερωτήσεις απάντησε με ευθύτητα, θετικότητα και ειλικρίνεια και θεωρώ πως πρόκειται για μια πλήρως αξιόπιστη μαρτυρία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο αιτητής ρωτήθηκε από το διαιτητή για το δικηγόρο του και απάντησε ότι δεν θα παραστεί και δεν ζήτησε αναβολή. Και ακριβώς εν όψει αυτού δεν βλέπω το λόγο γιατί ο διαιτητής θα έπρεπε να αναβάλει την υπόθεση. Αφού του εξηγήθηκε ο λόγος της διαιτησίας και του επιδείχθηκε το γραμμάτιο αναγνώρισε την υπογραφή του. Του δόθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες είδε χωρίς να ζητήσει αντίγραφα. Σημειώνω ακόμα πως ο μάρτυρας ανάφερε πως αν ο αιτητής ζητούσε αντίγραφα μπορούσε να του δώσουν και οι ίδιοι. Η διαιτησία διεξήχθη στην παρουσία και των δύο μερών μέσα στο γραφείο του διαιτητή. Η μαρτυρία αυτή που έχει γίνει αποδεκτή από το δικαστήριο δεν υποστηρίζει τις θέσεις του αιτητή, αντίθετα αντικρούει τους ισχυρισμούς του. Ακόμα να σημειώσω ότι παρά την άρνηση του χρέους, ο αιτητής δεν αναφέρει ότι ζήτησε να παρουσιάσει μάρτυρες και ότι διαιτητής αρνήθη να τους ακούσει, ούτε και ο Κυπριανού αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου αυτού σημείου. Και η μαρτυρία αυτή με κανένα τρόπο δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα κακής συμπεριφοράς του διαιτητή κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας. Η διαιτησία διεξάγεται υπό μορφή προφορικής ακρόασης εκτός βέβαια αν οι διάδικοι συμφωνήσουν διαφορετικά. Και φαίνεται πως η κρινόμενη διαιτησία διεξήχθη προφορικά. Ότι κατατέθηκαν αποδεικτικά στοιχεία εξάγεται ευθέως και από το ίδιο το λεκτικό της απόφασης (τεκ. 1 της ένστασης). Ακόμα όμως και πλημμελής να είναι η εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή δεν οδηγεί σε άμεση ακύρωση της απόφασης, αφού η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Μπορεί να διασωθεί μέρος της απόφασης ή ακόμα να παραβλεφθεί. Αν η πλημμέλεια παραβιάζει στο θεμέλιο της την απόφασης και δεν αφήνει περιθώρια διάσωσης, έστω και μέρους της, τότε ακυρώνεται. (A. N. Stasis Estates Co ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006). Ως προς τον τρόπο σύνταξης της απόφασης του διαιτητή και έχοντας υπόψη μου το Τεκ. 1 της ένστασης και όσα έχω αναφέρει επί του θέματος, κρίνω ότι πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Τέλος ένα σύντομο σχόλιο επί της διαφοράς που υπάρχει από την απόφαση του διαιτητή Τεκμ. 1 και της γνωστοποίησης της απόφασης Τεκμ. Δ για το θέμα του τόκου. Τίθεται μεν το θέμα στην γραπτή αγόρευση του κ. Χριστοφόρου, εν τούτοις δεν είναι επίδικο στην αίτηση. Παρόλα ταύτα να αναφέρω ότι υπάρχει σχετική πρόνοια στο αρ. 16 (β) του Κεφ. 4 για την εξουσία του διαιτητή, στο βαθμό που αυτό αποτελεί λάθος, να διορθώνει οποιοδήποτε λάθος στην απόφαση. Η κατάληξη μου είναι με βάση τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί κακή συμπεριφορά του διαιτητή που να δικαιολογεί την ακύρωση της απόφασης του. Ως αποτέλεσμα και για όλους του πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος του αιτητή και υπέρ των καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.