← Κύπρος

Θεογνωσίας Λοϊζου Πέτρου ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου κ.α., Αρ. Αίτησης/ Έφεσης 526/04, 4 Ιουλίου, 2007

Θεογνωσίας Λοϊζου Πέτρου ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου κ.α., Αρ. Αίτησης/ Έφεσης 526/04, 4 Ιουλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/ Έφεσης 526/04 Μεταξύ: Θεογνωσίας Λοϊζου Πέτρου Αιτήτριας/Εφεσιούσας και

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας
  2. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας
  3. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  4. Αντρούλλας Σαββίδου Καθ' ων η Αίτηση/ Εφεσίβλητων 4 Ιουλίου, 2007 Εμφανίσεις Για αιτήτρια/εφεσείουσα: κ. Α. Χάσικος για Μιχαλάκη Κυπριανού & Σία. Για καθ'ων η αίτηση/εφεσίβλητων 1, 2 και 3: κα Ε. Παπαγεωργίου. Για καθ'ης η αίτηση/εφεσίβλητη 4: κα Κ. Γεωργιάδη για Δήμο & Λία Γεωργιάδη & Σία. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση/έφεση ημερ. 21.7.2004 (εφεξής η αίτηση), η αιτήτρια, ζητώντας διάφορα διατάγματα και δηλώσεις, προσβάλλει απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας (εφεξής ο Διευθυντής) ημερ. 21.6.2004 (τεκμήριο 9 στην αίτηση). Με την προαναφερθείσα απόφαση του, ο Διευθυντής δυνάμει του άρθρου 61 του Κεφ. 224 καταχώρησε στην εγγραφή 7357 του τεμαχίου 790 (πρώην 306/2) ιδιοκτησίας της αιτήτριας, δικαίωμα διαβάσεως, που από το 1931 παραχωρήθηκε, καταχωρήθηκε και φαίνεται στην εγγραφή 6834 του συνορεύοντος τεμαχίου 951 (πρώην 306/3) ιδιοκτησίας της καθ' ης η αίτηση 4 και το οποίο εκ λάθους δεν είχε προηγουμένως καταχωρηθεί στην εγγραφή του τεμαχίου της αιτήτριας. Κατά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της αιτήτριας, ο Διευθυντής όφειλε, κατόπιν της ένστασης που υπέβαλε (τεκμήριο 8 στην αίτηση), να διαγράψει την προαναφερθείσα καταχώρηση. Η δε άρνηση του να το πράξει έγινε χωρίς να εξετάσει κατά τον δέοντα τρόπο και στο σύνολο τους τα περιστατικά της υπόθεσης. Επιπλέον η απόφαση του Διευθυντή είναι παράτυπη καθ' ότι αφενός αναφέρεται σε "διόρθωση λάθους" ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί συμπλήρωση εξακριβωθέντος κενού στα βιβλία του κτηματολογίου και αφετέρου διότι αυτή η συμπλήρωση κενού έπρεπε να γίνει με στοιχειοθέτηση σχετικής και αποδεκτής μαρτυρίας από πρόσωπα και έγγραφα και ύστερα από νομότυπες επιτόπιες εξετάσεις, προϋποθέσεις που υπό τις περιστάσεις δεν εκπληρώθηκαν. Κατά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της καθ'ης η αίτηση 4, ως αυτοί εκτίθενται στην ένσταση της ημερ. 1.11.2004, ο Διευθυντής ενήργησε ορθά και νόμιμα καθ' ότι: "(α) Η απόφαση του είναι αιτιολογημένη και στηρίζεται στην έρευνα από τα μητρώα εγγραφής του χωριού Γερακιές. (β) Το ακίνητο της Εφεσείουσας υπόκειται σε δικαίωμα διαβάσεως που γράφτηκε και καταχωρήθηκε στα κτηματικά μητρώα από το 1931 με το φάκελο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας αρ. Α1370/1931 προς όφελος των γειτονικών ακινήτων με αρ. τεμαχίου 951 (πρώην τεμάχιο 306/3), 1218 και 1219 (πρώην τεμάχιο 306 όχι αρχικό). (γ) Το πιο πάνω δικαίωμα διαβάσεως λογίζεται ως προσηρτημένο στην εν λόγω ιδιοκτησία και περιλαμβάνεται σε οποιαδήποτε συναλλαγή που διενεργείται, αναφορικά με την ιδιοκτησία αυτή. (δ) Η μη εγγραφή του δικαιώματος διάβασης στη σχετική εγγραφή του τεμαχίου 790 πρώην 306/2 με αρ. 7375, έγινε λόγω λάθους ή παράλειψης, ενώ έχει καταχωρηθεί και είναι καταχωρημένο στις εγγραφές 6834, τεμάχιο 951, 7529 (τεμάχιο 1218) και 7530 τεμάχιο 1219 και στις προγενέστερες εγγραφές αυτών. (ε) Το λάθος αυτό ορθά αποφάσισε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με βάση το άρθρο 61

(3)των Νόμων Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κεφ. 224 και Ν. 3/60-123
(1)/2001 να διορθωθεί και να κατοχυρώσει το δικαίωμα διάβασης και στην εγγραφή 7357 τεμάχιο 790 πρώην 306/2 ημερ. 7.7.95 του χωριού Γερακιές. (στ) Μετά την σχετική έρευνα ο Διευθυντής με επιστολή ημερ. 13.5.04 πληροφορούσε την Εφεσείουσα ότι προτίθεται ασκώντας τις εξουσίες που του δίδει το άρθρο 61
(3)των πιο πάνω Νόμων ότι, προτίθεται να διορθώσει το λάθος αυτό, καταχωρώντας το εν λόγω δικαίωμα διαβάσεως και στην εγγραφή 7357 (τεμάχιο 790) πρώην 306/2 ημερ. 7.7.95 του χωριού Γερακιές) δίδοντας της το δικαίωμα να καταχωρήσει ένσταση εντός
(30)ημερών από την ημερομηνία της ταχυδρόμησης της εν λόγω ειδοποίησης της. (ζ) Ο Διευθυντής αφού εξέτασε την ένσταση της Εφεσείουσας προχώρησε στην απόφαση του, την οποία απέστειλε με την επιστολή ημερ. 21.6.04 με κοινοποίηση στον Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για την αγωγή αρ. 2076/98 και στους Δικηγόρους της Ενάγουσας Αντρούλλας Σαββίδου στην πιο πάνω αγωγή και Εφεσίβλητης 4 στην παρούσα Έφεση." Ομοίως κατά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 (εκ των οποίων αναγκαίος διάδικος ήταν μόνο ο καθ' ου η αίτηση 1) η αίτηση της αιτήτριας θα πρέπει να αποτύχει καθ' ότι: "(α) Το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 790 (πρώην 306/2), του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου 37/9 σε κλίμακα 1:5000, του χωριού Γερακιές που είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Αιτήτριας με αριθμό εγγραφής 7357, ημερομηνίας 7.7.1995, υπόκειται σε δικαίωμα διαβάσεως, που εγγράφηκε και καταχωρήθηκε στα κτηματικά μητρώα από το 1931 με το φάκελο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας αρ. Α1370/1931, προς όφελος των γειτονικών ακινήτων με αρ. τεμαχίου 951 (πρώην τεμ. 306/3), 1218 και 1219 (πρώην τεμ.306-όχι αρχικό τεμάχιο), που είναι εγγεγραμμένα στο όνομα των Ανδρούλλας Σαββίδου από την Αγλαντζιά και Ελένης Ανδρέα Χριστοδούλου από τις Γερακιές αντίστοιχα, σύμφωνα με τις εγγραφές 6834, 7529 και 7530 αντίστοιχα, και επειδή το πιο πάνω δικαίωμα διαβάσεως σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία λογίζεται ως προσηρτημένο στην εν λόγω ιδιοκτησία και περιλαμβάνεται σε οποιαδήποτε συναλλαγή που διενεργείται, αναφορικά με την ιδιοκτησία αυτή, και επειδή, έχει εξακριβωθεί από τα κτηματικά μητρώα ότι το εν λόγω δικαίωμα διαβάσεως, λόγω λάθους ή παράλειψης δεν έχει καταχωρηθεί στην σχετική εγγραφή του τεμαχίου της Αιτήτριας (αρ. 790 πρώην 306/2) με αρ. 7357, ενώ έχει καταχωρηθεί και είναι καταχωρημένο στις εγγραφές 6834 (τεμ. 751), 7529 (τεμ. 1218) και 7530 (τεμ. 1219) και στις προγενέστερες εγγραφές αυτών, και επειδή η παράλειψη αυτή δημιουργεί ζήτημα λάθους όπως προνοείται στο άρθρο 61 των Νόμων που αναφέρονται πιο πάνω, γι' αυτό, ασκώντας τις εξουσίες που χορηγούνται από το άρθρο 61
(3)των Νόμων που αναφέρονται πιο πάνω, ο Διευθυντής Κτηματολογίου προχώρησε στην διόρθωση του λάθους αυτού, καταχωρώντας το εν λόγω δικαίωμα διαβάσεως και στην εγγραφή 7357 (τεμ. 790), ημερομηνίας 7.7.95 του χωριού Γερακιές. (β) Η πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και είναι ορθή και νόμιμη." Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η ακρόαση, να σημειωθεί, ξεκίνησε πριν τη θέσπιση του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικού Κανονισμού 21/2006 ημερ. 22.11.2006 και έτσι διεξήχθη με βάση το τότε ισχύων διαδικαστικό καθεστώς, δηλαδή με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Από πλευράς αιτήτριας, κατάθεσε η ίδια (Μ.Ε.1) και ο σύζυγος της, Θεοδόσης Λοϊζου (Μ.Ε.2). Από πλευράς καθ' ων η αίτηση 1-4, οι οποίοι τήρησαν κοινή στάση και παρουσίασαν κατά τρόπο ενιαίο την υπόθεση τους, κατάθεσαν οι υπάλληλοι του κτηματολογίου, Ειρήνη Κίσσα (Μ.Υ.1) και Ανδρέας Ματσουκάρης (Μ.Υ.2) και ο σύζυγος της καθ'ης η αίτηση 4, Χρίστος Σαββίδης (Μ.Υ.3). Σύμφωνα με τα λεγόμενα της αιτήτριας και του συζύγου της, Μ.Ε.2, που ως επί το πλείστον συνέπιπταν, παντρεύτηκαν το 1954, χρονολογία κατά την οποία ο πατέρας της αιτήτριας της παραχώρησε το τεμάχιο 790 (πρώην 306/02) στο οποίο είχε ανεγερθεί κατοικία από το
  1. Το κτήμα προηγουμένως ήταν αμπέλι και κατέχετο από τον πατέρα της αιτήτριας από το
  2. Από το 1952 που είχε ανεγερθεί η κατοικία μέχρι το 1954, διέμεναν σ' αυτή οι γονείς της αιτήτριας ενώ από το 1954-1960 διέμεναν στην κατοικία οι ίδιοι. Το 1960 ξανά έλαβαν κατοχή οι γονείς της αιτήτριας, αφού η αιτήτρια μαζί με το σύζυγο της μετανάστευσαν στην Αγγλία. Επί του εν λόγω τεμαχίου ουδέποτε παραχώρησαν δικαίωμα διαβάσεως στην καθ'ης η αίτηση 4, ούτε και φαινόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας της αιτήτριας τέτοιο δικαίωμα. Είναι γεγονός ότι από το 1958 (περίπου) που ανεγέρθηκε η κατοικία στο τεμάχιο της καθ'ης η αίτηση 4 και εντεύθεν, οι πρόγονοι της και αργότερα η ίδια και οι οικείοι της, περνούσαν από το τεμάχιο της αιτήτριας. Τούτο όμως γινόταν αυθαίρετα με αποτέλεσμα οι σχέσεις τους να ήταν και είναι διαταραγμένες με συνεχείς προστριβές και καβγάδες. Σε κάποια στιγμή μετά το 1960 ο πατέρας της αιτήτριας, χωρίς να το γνωρίζουν οι ίδιοι και χωρίς να είχε τέτοιο δικαίωμα (γεγονός το οποίο οδήγησε σε καβγάδες με τον Μ.Ε.2), περιέφραξε το τεμάχιο της αιτήτριας αφήνοντας όμως απ' έξω το επίμαχο κομμάτι. Την περίφραξη αυτή την είδαν για πρώτη φορά το
  3. Για πολλά χρόνια δεν είχαν χρόνο να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους, αλλά το 1998 αποφάσισαν να το πράξουν, ανεγείροντας νέα περίφραξη, περιλαμβάνοντας όμως αυτή τη φορά το επίμαχο κομμάτι του τεμαχίου της αιτήτριας. Την περίφραξη αυτή τη χάλασαν οι οικείοι της καθ'ης η αίτηση
  4. Σε επιτόπια εξέταση κλήθηκαν και παρέστησαν μόνο για τη συνοριακή διαφορά στα πλαίσια της αγωγής 2076/98 και όχι σε σχέση με κατ' ισχυρισμό δικαίωμα διαβάσεως. Ούτε και το 2003 τους ζητήθηκε από το κτηματολόγιο και δη τον Μ.Υ.2 να συγκατανεύσουν στη διόρθωση του λάθους. Για πρόσβαση στο τεμάχιο της καθ'ης η αίτηση 4 υπήρχε και υπάρχει άλλη διάβαση από τον δημόσιο δρόμο που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του τεμαχίου. Η Μ.Υ.1, κτηματολογικός γραφέας στον κλάδο επιτόπιων ερευνών, συνεπικουρούμενη και από τον ανώτερο κτηματολογικό λειτουργό Μ.Υ.2, αναφέρθηκε εκτενώς στην ιστορική εξέλιξη των υπό αναφορά τεμαχίων και σε κάθε σχετικό ζήτημα που αφορούσε στην διαμόρφωση του τίτλου ιδιοκτησίας των. Μολονότι ανέφερε πως ο αρχικός κτηματολογικός φάκελος διαχωρισμού του 1931 δεν ανευρίσκεται, κατάθεσε διάφορα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και παλαιό τίτλο ιδιοκτησίας του τεμαχίου (όχι αρχικό-not original) που περιλαμβάνει το σημερινό τεμάχιο της καθ' ης η αίτηση 4 (τεκμήριο 8) που βρήκε σε κτηματολογικό φάκελο του 1941 και στον οποίο είναι καταχωρημένο το δικαίωμα διαβάσεως επί του σημερινού τεμαχίου της αιτήτριας. Ομοίως κατάθεσε παλαιό τίτλο ιδιοκτησίας του τεμαχίου 306/2 (δηλαδή του σημερινού τεμαχίου 790 ιδιοκτησίας της αιτήτριας), που βρήκε σε κτηματολογικό φάκελο του 1941 και στον οποίο επίσης είναι καταχωρημένο δικαίωμα διαβάσεως, μεταξύ άλλων, προς όφελος του σημερινού τεμαχίου της καθ'ης η αίτηση 4 (τεκμήριο 9). Όσον αφορά το υπό εξέταση λάθος, εξήγησε πως διαπιστώθηκε όταν ξεκίνησε η μηχανογράφηση και η μεταφορά των δεδομένων από τα κτηματολογικά μητρώα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Ανοίχθηκε τότε ο φάκελος Α799/
  5. Η πρώτη επιτόπια επίσκεψη έγινε στις 15.9.98, στην παρουσία του αντιπροσώπου της αιτήτριας κ. Ανδρέα Γερακιώτη. Του εξηγήθηκε το λάθος αλλά αρνήθηκε να συγκατατεθεί στη διόρθωση του. Το 1998 κατατέθηκε εκ μέρους της αιτήτριας ο φάκελος Α392/98 για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Στα πλαίσια αυτού του φακέλου έγιναν τρεις επιτόπιες επισκέψεις, η τελευταία εκ των οποίων στις 10.9.
  6. Η επίσκεψη αυτή κάλυψε και τους δύο φακέλους. Σ' αυτή παρέστησαν, μεταξύ άλλων, η αιτήτρια, ο σύζυγος της και η καθ'ης η αίτηση
  7. Εξηγήθηκε στην αιτήτρια το λάθος, της ζητήθηκε να συγκατατεθεί στη διόρθωση του αλλά αυτή αρνήθηκε. Έτσι ο Διευθυντής προχώρησε στη νενομισμένη διαδικασία για διόρθωση του λάθους. Σε κάποιο στιγμή εξασφαλίστηκε και πιστοποιητικό από τον κοινοτάρχη των Γερακιών που επιβεβαίωνε την ύπαρξη του δικαιώματος διαβάσεως (τεκμήριο 10), το οποίο αν και κατατέθηκε στον κτηματολογικό φάκελο διόρθωση λάθους, δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη από τον Διευθυντή στη λήψη της απόφασης του. Τέλος ανέφερε πως δεν εξετάστηκε το ενδεχόμενο εναλλακτικής διόδου καθ' ότι αυτό αφορούσε άλλη διαδικασία, εντελώς διαφορετική. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2, κινήθηκε στα ίδια πλαίσια όπως και της Μ.Υ.
  8. Επανέλαβε πως το λάθος εντοπίστηκε κατά τη μηχανογράφηση και πως η αιτήτρια αρνήθηκε στην επιτόπια εξέταση να συγκατατεθεί στη διόρθωση του. Έτσι η υπόθεση διαβιβάστηκε στα κεντρικά γραφεία του τμήματος για τα περαιτέρω. Επεστράφη στη συνέχεια στον ίδιο και εκ μέρους του Διευθυντή ακολούθησε τη νενομισμένη διαδικασία για διόρθωση του λάθους. Περαιτέρω, παρά την επιμονή του συνηγόρου της αιτήτριας περί του αντιθέτου, επανέλαβε πως δεν έλαβε καθόλου υπόψη το πιστοποιητικό του κοινοτάρχη (τεκμήριο 10). Τέτοια πιστοποιητικά, ως εξήγησε, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τη διόρθωση λαθών συμφώνως του άρθρου
  9. Ο Μ.Υ.3 ανέφερε πως από το 1981 που γνωρίζει την καθ'ης η αίτηση 4 σύζυγο του, περνούν από την επίμαχη δίοδο για να πάνε στο ακίνητο τους. Τόσο στον τίτλο της συζύγου του όσο και στους προγενέστερους τίτλους των πεθερικών του, είναι καταχωρημένο το δικαίωμα διαβάσεως τους. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Υ.3 ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δικηγόρων. Ο κ. Χάσικος εκ μέρους της αιτήτριας υποστήριξε πως το θέμα αφορά κατ' ουσία διεκδίκηση μέρους ακινήτου και έτσι κείται εκτός των πλαισίων του άρθρου
  10. Για να επιλυόταν εξήγησε, έπρεπε να ληφθεί και να αξιολογηθεί μαρτυρία κάτι που εκφεύγει των αρμοδιοτήτων του Διευθυντή. Επ' αυτού υποστήριξε πως οι αρμόδιοι υπάλληλοι του κτηματολογίου Μ.Υ.1 και 2, παράτυπα έλαβαν υπόψη μαρτυρία, ήτοι το πιστοποιητικό του κοινοτάρχη (τεκμήριο 10), για να καταλήξουν σε συμπεράσματα. Στη βάση των πιο πάνω επιχειρημάτων, που πλαισιώθηκαν με διάφορες παραπομπές σε νομολογία, ζήτησε τον παραμερισμό της απόφασης του Διευθυντή. Στον αντίποδα, η κα Γεωργιάδου αναπτύσσοντας την κοινή επιχειρηματολογία των καθ' ων η αίτηση, αναφέρθηκε εκτενώς στο ιστορικό της όλης υπόθεσης και στη δοθείσα μαρτυρία για να υποστηρίξει τελικώς την ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή. Στη βάση της πιο πάνω θέσης που επίσης πλαισιώθηκε με παραπομπή σε νομολογία, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας. Έχοντας συνοψίσει τις εκατέρωθεν θέσεις και την προσαχθείσα μαρτυρία των μερών, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς ξεκινώντας από το θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Μολονότι η διαφορά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νομικό τεχνικής φύσεως, έχοντας να κάνει περισσότερο με κτηματολογικά μητρώα, εγγραφές, τίτλους ιδιοκτησίας και νομοθετικές διατάξεις παρά με την υποκειμενική περιγραφή των γεγονότων από πλευράς μαρτύρων, η εν γένει διάθεση και προσπάθεια των μαρτύρων είτε να αποκαλύψουν είτε να συσκοτίσουν την αλήθεια έχει πιστεύω τη δική της, ιδιαίτερη, σημασία. Η αιτήτρια και ο σύζυγος της Μ.Ε.2 αναμφίβολα εμπίπτουν στη δεύτερη κατηγορία. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια τους να αποκρύψουν τόσο την επικρατούσα επιτόπια κατάσταση των πραγμάτων όσο και την εικόνα από πλευράς κτηματολογίου. Η προσπάθεια τους αυτή τους οδήγησε σε κάποια σημεία σε ακρότητες, όπως λόγου χάρη στο να αμφισβητήσουν τις διαθέσεις και τα δικαιώματα σε σχέση με το τεμάχιο ακόμα και του αποθανόντος πατέρα της αιτήτριας. Πέραν τούτου υπήρξαν και ανειλικρινείς, όπως για παράδειγμα στην αναφορά τους πως το κτηματολόγιο δεν ζήτησε από την αιτήτρια να συγκατανεύσει στη διόρθωση τους λάθους. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως στην πραγματικότητα, ως ανέφεραν οι Μ.Υ.1 και 2, ζητήθηκε η συγκατάθεση της. Η προσπάθεια τους να διαψεύσουν το γεγονός εντάσσεται προφανώς στη γενικότερη προσπάθεια τους να καταδείξουν πλήρη άγνοια για την ύπαρξη του λάθους και τη δρομολογηθείσα διαδικασία για διόρθωση του. Στα ίδια πλαίσια εμπίπτουν σαφώς και οι (αναληθείς) ισχυρισμοί τους πως για πάρα πολλά χρόνια δεν είδαν τίτλο ιδιοκτησίας του τεμαχίου της αιτήτριας και πως δεν αντιλήφθηκαν πως η επιτόπια εξέταση που έλαβε χώρα στις 10.9.2003 αφορούσε και το θέμα διόρθωσης του λάθους. Εν όψει των πιο πάνω, στο βαθμό που η μαρτυρία τους συγκρούεται με την αντίστοιχη των Μ.Υ.1 και 2, την απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Οι Μ.Υ.1 και 2 μου προξένησαν πολύ καλή εντύπωση. Αμφότεροι πρόθυμα, τεκμηριωμένα και με ευθύτητα απάντησαν σε όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν χωρίς περιστροφές και επιφυλάξεις και χωρίς να υποπέσουν σε καμία αντίφαση. Σε αντιδιαστολή της εισήγησης του κ. Χάσικου, σε καμία στιγμή δεν διαπίστωσα προσπάθεια συγκάλυψης ή απόκρυψης της αλήθειας από μέρους των μαρτύρων αυτών. Ομοίως δεν δέχομαι ότι προκύπτει από τη μαρτυρία τους ότι, εξ ονόματος του Διευθυντή έλαβαν υπόψη είτε το πιστοποιητικό (τεκμήριο 10), είτε οποιανδήποτε άλλη μαρτυρία για να καταλήξουν σε συμπεράσματα. Αμφότεροι ήταν κάθετοι στο ότι δεν το έλαβαν υπόψη και δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω την τοποθέτηση αυτή. Έτσι κι' αλλιώς η ύπαρξη του σφάλματος ήταν κάτι περισσότερο από έκδηλη από τα υπάρχοντα γραπτά στοιχεία που είχε στη διάθεση του το κτηματολόγιο, χωρίς να χρειαζόταν έτσι η συνδρομή του κοινοτάρχη. Η ύπαρξη και μόνο του εν λόγω πιστοποιητικού στον κτηματολογικό φάκελο ουδόλως καταδεικνύει ότι λήφθηκε υπόψη ή ότι διαδραμάτισε οποιονδήποτε ρόλο στη διαμόρφωση της κρίσης του Διευθυντή. Εν όψει των πιο πάνω αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους, η οποία αποτελεί συνάμα και τα ευρήματα του δικαστηρίου σε ότι αφορά τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Έρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης, ξεκινώντας από το άρθρο 61 του Κεφ. 224 που αποτελεί το νομοθετικό υπόβαθρο για τη διόρθωση λαθών. Αναφέρει τα εξής: "
  11. -
(1)Ο Διευθυντής δύναται να διορθώσει οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη στο Κτηματικό Μητρώο ή σε οποιοδήποτε βιβλίο ή σχέδιο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, ή σε οποιοδήποτε πιστοποιητικό εγγραφής, και κάθε τέτοιο Μητρώο, βιβλίο, σχέδιο ή πιστοποιητικό εγγραφής που διορθώθηκε με τον τρόπο αυτό έχει την ίδια εγκυρότητα και ισχύ όπως αν το λάθος αυτό ή η παράλειψη αυτή να μην είχε γίνει.
(2)Όταν λόγω λάθους, παράλειψης, ψευδούς βεβαίωσης ή ψευδούς παράστασης που έγινε καλή τη πίστει ή δόλια, διενεργηθεί οποιαδήποτε εγγραφή σε οποιοδήποτε βιβλίο Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, ο Διευθυντής δύναται, μετά την διαπίστωση των αληθινών γεγονότων, να προβεί σε ακύρωση της εγγραφής αυτής καθώς και κάθε πιστοποιητικού που σχετίζεται με την εγγραφή αυτή.
(3)Καμιά τροποποίηση, διόρθωση ή ακύρωση δεν διενεργείται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)ή
(2)εκτός αν δοθεί από το Διευθυντή προηγούμενη ειδοποίηση τριάντα ημερών σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δύναται να επηρεάζεται από αυτή, και οποιοδήποτε πρόσωπο δύναται, εντός της περιόδου των τριάντα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε η ειδοποίηση αυτή, να καταχωρήσει ένσταση στο Διευθυντή ο οποίος για τούτο εξετάζει αυτή και δίνει ειδοποίηση για την απόφασή του επί αυτής στον ενιστάμενο." Η φύση της διαφοράς που υπόκειται στην αρμοδιότητα του Διευθυντή του κτηματολογίου και μπορεί να επιλυθεί βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 61, περιορίζεται σε κτηματολογικά θέματα της αρμοδιότητας του που η πραγματογνωμοσύνη του τμήματος και τα μέσα και στοιχεία που έχει στη διάθεση του, καθιστούν τον Διευθυντή τον φυσιολογικό φορέα επίλυσης τους (βλ. Papaloizou v. Themistokleous, 22 C.L.R., 177, Φίλιππου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 448, Χ" Iωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844 και Στυλιανού v. Λουκά
(2004)1 Α.Α.Δ. 1497). Η διόρθωση λάθους συνιστά κατεξοχήν διοικητική λειτουργία η οποία ανάγεται στην αρμοδιότητα του τμήματος το οποίο είναι υπεύθυνο για το λάθος. Άλλωστε, το κτηματολόγιο είναι εξόχως σε θέση να διαπιστώσει λάθη σε κτηματολογικές εγγραφές και μητρώα. Πρόκειται για διοικητική λειτουργία στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Κυριάκου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 362, 371 τονίστηκε ότι "η εφαρμογή του άρθρου 61 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που το λάθος μπορεί να ευρεθεί και να διορθωθεί από τα σχέδια και βιβλία του κτηματολογίου χωρίς περαιτέρω έρευνα". Παρομοίως στην υπόθεση Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, 754, λέχθηκε πως "ό,τι υπόκειται σε διόρθωση είναι το λάθος ή η παράλειψη. Η διόρθωση σκοπεί στην αποκατάσταση της αυθεντικότητας των κτηματολογικών σχεδίων βιβλίων και εγγράφων." Στην υπόθεση Papaloizou (ανωτέρω) υποδείχθηκε πως όπου υπάρχει ισχυρισμός για λάθος στα βιβλία ή σχέδια του κτηματολογίου, λόγω του συνδυασμού των άρθρων 75 και 59 του Κεφ. 231 (τώρα τα άρθρα 80 και 61 του Κεφ. 224), το θέμα θα πρέπει κατά πρώτον να παραπέμπεται στο Διευθυντή του κτηματολογίου για την απόφαση του και μόνο αφού αυτός αποφασίσει μπορεί το θέμα να αχθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με έφεση. Ο δικαστικός έλεγχος που προβλέπεται από το άρθρο 80 διασφαλίζει στο ακέραιο το δικαίωμα του πολίτη για προσφυγή στο δικαστήριο για την προστασία των δικαιωμάτων του που θίγονται από σφάλματα των διοικητικών αρχών. Εφόσον το θέμα αφορά κατεξοχήν ιδιωτικά δικαιώματα, δικαιοδοσία για την αναθεώρηση διοικητικής απόφασης παρέχεται στα πολιτικά δικαστήρια (βλ. Valana v. Republic, 3 R.S.C.C. 41, Hadjikyriacou v. Hadjiapostolou and Others, 3 R.S.C.C. 89, Charalambides v. Republic, 4 R.S.C.C. 114, Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623 και Machlouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2342). Το δικαστήριο, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας ελέγχει τόσο τη νομιμότητα όσο και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και έχει εξουσία να ακυρώνει, να τροποποιεί ή να αντικαθιστά την απόφαση ανάλογα με ό,τι κρίνεται δίκαιο σε κάθε περίπτωση (βλ. Χ"Iωάννου ν. Κωνσταντίνου (ανωτέρω), Αθανάση κ.ά. ν. Χ"Μάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. και Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906). Τούτου λεχθέντος, το δικαστήριο δεν αντικαθιστά εύκολα τη δική του κρίση σε βάρος αυτής του Διευθυντή. Το πράττει μόνον όταν συντρέχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Η εξουσία που έχει ο Διευθυντής με βάση τον νόμο και τους κανονισμούς είναι ευρεία και είναι το πιο αρμόδιο πρόσωπο να αποφασίσει, ως ειδικός, τα θέματα που εγείρονται ενώπιον του. Το δικαστήριο στην απουσία συγκεκριμένων και ισχυρών λόγων δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματα του (βλ. Peyiotis and another v. Polemitis
(1982)1 C.L.R. 442, Σολομώντος (ανωτέρω) και Αριστοτέλους v. Χ" Κυριάκου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 100). Σε περίπτωση αμφισβητουμένων γεγονότων το βάρος είναι στους ώμους του αιτητή να προσκομίσει στοιχεία για να αποδείξει ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη (βλ. Kafieros & Another v. Theocharous & Others
(1978)1 C.L.R. 619, Κτωρίδη v. Έπαρχου Λεμεσού κ.α
(2005)1 Α.Α.Δ. 541 και Καν. 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956). Με βάση τις πιο πάνω αρχές, το πρώτο πράγμα που εδώ προκύπτει είναι πως η απόρριψη της μαρτυρίας της αιτήτριας και του συζύγου της σφραγίζει βασικά και την τύχη της υπόθεσης, αφού ελλείψει πλέον αποδεκτής μαρτυρίας, αποτυγχάνει η αιτήτρια να αποσείσει το βάρος με το οποίο ήταν επωμισμένη. Πέραν τούτου όμως από την προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς καθ' ων η αίτηση, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι η διορθωτική ενέργεια του Διευθυντή, ως εκδηλώνεται στην απόφαση του ημερ. 21.6.2004, την οποία και υιοθετώ, ήταν πέρα για πέρα ορθή αλλά και νόμιμη ως εμπίπτουσα στα πλαίσια του άρθρου 61 του Κεφ. 224. Επρόκειτο καθαρά για διόρθωση λάθους, γεγονός που προκύπτει από τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του το κτηματολόγιο, μεταξύ των οποίων και τα τεκμήρια 8 και 9, στα οποία αναφέρθηκα προηγουμένως. Τα τεκμήρια αυτά υπενθυμίζω, που προήλθαν από κτηματολογικούς φακέλους του 1941, καταδεικνύουν την ύπαρξη του δικαιώματος διαβάσεως τόσο προς όφελος των τεμαχίων που μετεξελίχθηκαν σε τεμάχια που περιλαμβάνουν και το τεμάχιο της καθ'ης η αίτηση 4 όσο και σε βάρος του τεμαχίου που μετεξελίχθηκε στο σημερινό τεμάχιο της αιτήτριας. Το επιχείρημα του συνηγόρου της αιτήτριας κ. Χάσικου, πως το θέμα αφορούσε κατ' ουσία διεκδίκηση μέρους ακινήτου και άρα κείται εκτός των πλαισίων του άρθρου 61, με κάθε εκτίμηση, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο Διευθυντής με την απόφαση του ουδόλως καθόρισε ή επηρέασε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των μερών. Απλά διόρθωσε την εγγραφή του τεμαχίου της αιτήτριας ώστε να συνάδει και να συμβαδίζει με τα κτηματολογικά μητρώα και αυτό το έπραξε αποκλειστικά από τα καταχωρημένα στοιχεία και έγγραφα που είχε στη διάθεση του. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν χρειαζόταν η λήψη οποιασδήποτε μαρτυρίας και κατ' επέκταση η εξ αρχής προσφυγή σε πολιτικό δικαστήριο για επίλυση του θέματος. Επ' αυτού να σημειώσω πως το δικαίωμα διόδου αποτελεί απλώς δουλεία. Δεν αποτελεί ανεξάρτητο στοιχείο ιδιοκτησίας αλλά στοιχείο αλληλένδετο με την ιδιοκτησία του δεσπόζοντος ακινήτου και αντίστοιχα βάρος, περιοριστικό της ιδιοκτησίας του δουλεύοντος ακινήτου (βλ. Κανάρα v. Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801,807). Περαιτέρω σε ότι αφορά τη θέση που διατυπώνεται στην αίτηση ότι η απόφαση του Διευθυντή συνιστά συμπλήρωση κενού και όχι διόρθωση λάθους, να σημειώσω απλώς ότι οι δύο όροι κατ' ουσία συμπίπτουν και τελούν υπό τη σκέπη του άρθρου 61. Η διόρθωση λάθους με βάση το άρθρο 61 καλύπτει μια ευρεία κατάσταση πραγμάτων. Δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η καταχώρηση "Β" θα έπρεπε να ήταν καταχώρηση "Α" αλλά καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει καταχώρηση αλλά θα έπρεπε κανονικά να υπήρχε, εξού και η συμπερίληψη της λέξης "παράλειψη" στο άρθρο 61 στην περιγραφή των περιπτώσεων όπου ο Διευθυντής μπορεί να παρέμβει διορθωτικά. Τέλος σε ότι αφορά τον ισχυρισμό για απευθείας πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο που φέρεται να υπάρχει βόρεια του τεμαχίου της καθ'ης η αίτηση 4, γεγονός που τέθηκε αρκετές φορές κατά την ακρόαση και γενικότερα από την πλευρά της αιτήτριας, θεωρώ πως ορθώς το κτηματολόγιο δεν εξέτασε αυτόν τον ισχυρισμό. Ο λόγος είναι διότι τέτοιο ενδεχόμενο δεν αφορά την παρούσα διαδικασία, αλλά διαδικασία που θα έπρεπε να ενεργοποιηθεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 12
(3)του Κεφ.
  1. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο επιδικάζονται σε βάρος της αιτήτριας και προς όφελος των καθ' ων η αίτηση. Διευκρινίζεται ότι επιδικάζονται δύο σετ εξόδων. Ένα προς όφελος των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 και ένα προς όφελος της καθ' ης η αίτηση
  2. (Υπ.) ......... Στ. Σταύρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.