← Κύπρος

Επίσημου Παραλήπτου ως Εκκαθαριστού της Εταιρείας ΕΡΜΑΠΛΕΞ ΛΤΔ ν. ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 480/02, 6 Iουλίου, 2007

Επίσημου Παραλήπτου ως Εκκαθαριστού της Εταιρείας ΕΡΜΑΠΛΕΞ ΛΤΔ ν. ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 480/02, 6 Iουλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 480/02 Μεταξύ: Επίσημου Παραλήπτου ως Εκκαθαριστού της Εταιρείας ΕΡΜΑΠΛΕΞ ΛΤΔ Ενάγοντα - και - ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση για τροποποίηση ημερ. 19.6.06 Ημερομηνία: 6 Iουλίου, 2007 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα/αιτητή: κα Αρότη για κκ. Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδη Για εναγόμενους/καθ΄ ης: κα Σπύρου για κκ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας είναι η εξέταση αιτήματος του ενάγοντα (στο εξής ο αιτητής) για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησής του, με την προσθήκη νέας παραγράφου. Η προσθήκη, όπως υποστηρίζεται από τη συνοδευτική ένορκη δήλωση, είναι αναγκαία για σκοπούς πληρότητας τόσο όσον αφορά το νομικό υπόβαθρο της αγωγής όσο και τη βάση της. Προτού όμως γίνει αναφορά στη φύση και περιεχόμενο της σκοπούμενης προσθήκης, ως και στους λόγους ένστασης που πρόβαλε η εναγόμενη (στο εξής η καθ΄ ης), θα΄ ταν χρήσιμο να σκιαγραφηθεί το ιστορικό της (εξαιρετικά ταλαιπωρημένης) διαδικασίας. Έχει ως ακολούθως: Στις 6.9.88 εξερράγη πυρκαγιά στο εργοστάσιο της ΕΡΜΑΠΛΕΞ ΛΤΔ (στο εξής η Εταιρεία), στην Ανθούπολη, με αποτέλεσμα - όπως προβάλλεται - την πρόκληση ζημιών ύψους £609.757. Το εργοστάσιο ήταν ασφαλισμένο από την καθ΄ ης δυνάμει συμβολαίου ημερ. 2.7.88 και, όπως ήταν αναμενόμενο, η Εταιρεία υπέβαλε απαίτηση για κάλυψη των ζημιών. Η καθ΄ ης, όμως, δεν ανταποκρίθηκε θετικά με επακόλουθο να εγερθεί στις 20.10.88 η υπ΄ αρ. 7905/88 αγωγή. Ένα χρόνο μετά, στις 4.10.89, εκδόθηκε εναντίον της Εταιρείας διάταγμα εκκαθάρισης και η αγωγή συνεχίσθηκε από τον Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος είχε διορισθεί εκκαθαριστής της Εταιρείας, μέχρι τις 15.11.96 που αποσύρθηκε με εκατέρωθεν δηλώσεις. Σ΄ αυτό ακριβώς αποσκοπεί η αίτηση. Να συμπεριληφθεί, δηλαδή, στο σώμα της έκθεσης απαίτησης νέα παράγραφος με το ακόλουθο περιεχόμενο:- «6(α) Η παρούσα αγωγή εγείρεται με βάση το ασφαλιστήριο έγγραφο το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2α της Έκθεσης Απαιτήσεως ως τούτο ετροποποιήθη με δήλωση συμφωνίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που έχει ως ακολούθως:- Ημερομηνία 15.11.1996 κ. Κληρίδης: «Έχει συμφωνηθεί όπως τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση αποσυρθούν με πλήρη επιφύλαξη δικαιωμάτων. Η απόσυρση της αγωγής γίνεται άνευ επηρεασμού των θέσεων τόσο των εναγόντων όσο και των εναγομένων όπως διατυπώνονται στα δικόγραφα ή και γενικότερα και οι εναγόμενοι αναγνωρίζουν ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να καταχωρήσουν νέα αγωγή νομοτύπως. Σε τέτοια περίπτωση οι εναγόμενοι δεν θα εγείρουν οποιαδήποτε νέα υπεράσπιση και νέα ανταπαίτηση προκύπτουσα από το μεταξύ των μερών ασφαλιστικό συμβόλαιο πέραν των ήδη εγειρόμενων στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή εκτός επί θεμάτων τα οποία ενδεχόμενα να εγερθούν στην νέα αγωγή και τα οποία δεν εγείρονται στην παρούσα αγωγή. Τα έξοδα της απαίτησης και της ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή θα είναι έξοδα δίκης της νέας αγωγής αλλά εν πάση περιπτώσει όχι εναντίον των εναγομένων. Σε περίπτωση δε μη έγερσης νέας αγωγής η κάθε πλευρά θα αναλάβει τα έξοδα της και οι προηγούμενες διαταγές θα θεωρούνται ως ακυρωθείσες. (Υπ.) Δ. Χατζηχαμπής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Τ. Οικονόμου, Ε.Δ.» Πέντε

(5)και πλέον χρόνια μετά, στις 16.1.02, ο αιτητής επανήλθε με νέα αγωγή, την παρούσα. Όπως σχετικά διατείνεται στην παρ. 6 της έκθεσης απαίτησης του, στην οποία επιθυμεί να προσθέσει την πιο πάνω νέα παράγραφο ως 6(α), «Η παρούσα αξίωση ηγέρθη και με την αγωγή 7905/88 η οποία όμως αποσύρθηκε άνευ βλάβης και με δικαίωμα έγερσης νέας αγωγής, μετά από υπόσχεση των εναγομένων ότι θα συζητούσαν καλόπιστα εξώδικη διευθέτηση για την οποίαν όμως οι εναγόμενοι ουδέν ενδιαφέρον επέδειξαν». Η καθ΄ ης αντέδρασε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής με Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι η προβολή με την (τροποποιηθείσα) έκθεση υπεράσπισης πέντε προδικαστικών ενστάσεων οι οποίες, όπως προβάλλεται, αποτελούν ταυτόχρονα και ουσιαστική υπεράσπιση στην απαίτηση του αιτητή. Η πρώτη σχετίζεται με τον Όρο 19 του Συμβολαίου. Προβλήθηκε, σχετικά, ότι η καθ΄ ης έπαυσε να ευθύνεται για τη ζημιά της Εταιρείας γιατί η απαίτηση της δεν προωθήθηκε δικαστικά ή μέσω διαιτησίας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 12 μηνών, αλλά μετά από πολλά χρόνια. Οι υπόλοιπες τέσσερεις έχουν στο επίκεντρό τους τις νομικές συνέπειες από την απόσυρση της αγωγής 7905/
  1. Η απόσυρση, προβάλλει η καθ΄ ης, αποτελεί δεδικασμένο και η καταχώρηση της παρούσας συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, αποτελεί εμπόδιο και/ή εμποδισμό επίδικου θέματος (issue estopel) και/ή εμποδισμό αιτίας αγωγής (cause of action estopel) και εν πάση περιπτώσει καταχωρήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση. Είναι προφανές ότι η σκοπούμενη τροποποίηση/προσθήκη σχετίζεται με τις πιο πάνω προδικαστικές ενστάσεις/υπερασπίσεις, εξού και η αιτιολόγηση του αιτήματος που περιέχεται στην παρ. 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, η οποία (αυτούσια) έχει ως ακολούθως:- «
  2. Φρονώ ότι είναι δίκαιο και ορθό όπως δια σκοπούς πληρότητας διατυπωθεί καθαρά το νομικό υπόβαθρο και η βάση της αγωγής που είναι τόσο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο όσο και η δήλωση των δύο πλευρών και/ή αποφάσεως του Δικαστηρίου ημερ. 15.11.96.» Η αίτηση προσέκρουσε σε 7 λόγους ένστασης, που αναπτύσσονται εκτεταμένα στη συνοδευτική ένορκη δήλωση. Κατά την ακρόαση, όμως, προωθήθηκαν οι έξι και οι εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα - όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την αίτηση και ένσταση - περιστρέφονται (βασικά) γύρω από δύο θέματα, τα ακόλουθα:-
  3. Στο χρόνο καταχώρισης της αίτησης (Λόγοι (β), (ε) και (στ) της Ένστασης) και τις συνέπειές της. Είναι θέση της καθ΄ ης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση και δεν δίδεται κανένας λόγος για αιτιολόγηση της καθυστέρησης. Επισημάνθηκε, συναφώς, ότι τα γεγονότα που σχετίζονται με την αιτούμενη τροποποίηση ήταν γνωστά στον αιτητή από το 1996 και εν πάση περιπτώσει πολύ πριν την καταχώριση, στις 30.9.05, της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Περαιτέρω, το στάδιο που καταχωρήθηκε είναι τέτοιο που επηρεάζει τα δικαιώματα της καθ΄ ης, σε βαθμό που η ζημιά που θα της προκληθεί να μη θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων. Η θέση αυτή συσχετίσθηκε με την αίτηση της ημερ. 12.4.06 για εκδίκαση των προδικαστικών της ενστάσεων, που μέχρι τώρα δεν εκδικάσθηκε λόγω της καταχώρισης της παρούσας. Η καθυστέρηση, αντέτεινε ο αιτητής, δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο. Η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και θα πρέπει να εγκριθεί για να διευκρινισθεί τόσο το νομικό υπόβαθρο της αγωγής όσο και η βάση της. Ότι, δηλαδή, η αγωγή βασίζεται στο ασφαλιστήριο ημερ. 2.7.86, όπως τροποποιήθηκε με τις δηλώσεις των δικηγόρων ημερ. 15.11.96 στην προηγούμενη αγωγή.
  4. Στη φύση της τροποποίησης κι αν ο αιτητής ικανοποίησε για την αναγκαιότητα της (Λόγοι (γ), (δ) και (ζ) της ένστασης. Η θέση του αιτητή για την αναγκαιότητα της τροποποίησης έχει εκτεθεί πιο πάνω. Η αποδοχή της, υποστηρίχθηκε, εξυπηρετεί τους σκοπούς της δίκαιης δίκης και θα οδηγήσει «στην ταχεία και ορθότερη επίλυση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς», χωρίς να επηρεάζει τα δικαιώματα της καθ΄ ης. Αντίθετα τα διασαφηνίζει. Η καθ΄ ης υποστήριξε, επί του προκειμένου, ότι ο αιτητής δεν διασαφηνίζει για ποιο σκοπό ζητεί την τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει με αυτή εισάγεται νέα βάση αγωγής επιφέρουσα διαμόρφωση της Απαίτησης. Τέλος, επεσήμανε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η συμπερίληψη αυτούσιων δηλώσεων που έγιναν στο πλαίσιο άλλης αγωγής, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό. Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδης
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 685. Οι πιο πάνω (βασικές) θέσεις αναπτύχθηκαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, όπου γίνεται και παραπομπή στην πλούσια νομολογία που υπάρχει επί του θέματος (Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1998)1(E) AAΔ.33, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 (A) AAΔ.44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 704, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Fereos v. Martin Brothers
(1997)1 AAΔ.370, Pelekanos v. Πελεκάνου
(2001)1 ΑΑΔ 2075, Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 AAΔ 156, Στυλιανού ν. Λαϊκής
(2002)1 ΑΑΔ 746, Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ και άλλες). Από τη θεώρηση της πιο πάνω νομολογίας προκύπτουν (σε συντομία) τα ακόλουθα: Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, λαμβάνονται υπόψη σειρά παραγόντων. Μεταξύ αυτών και οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ως και ο χρόνος υποβολής του αιτήματος. Ο χρόνος, όμως, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Θα πρέπει, όμως, να δικαιολογείται κάθε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, βάρος που επαυξάνει αναλόγως της καθυστέρησης. Ένας άλλος παράγοντας που συνεκτιμάται είναι και η δυνατότητα που είχε ο αιτητής για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, αλλά η σύγχρονη τάση είναι να εγκρίνονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις έστω κι αν παρατηρήθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση. Περιεκτικά, τέλος, η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα, εκτός στις περιπτώσεις που προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα. Ακόμη και όταν εισάγεται νέο θέμα, νοουμένου ότι οι συνέπειες του δεν θα είναι καταλυτικές για τον αντίδικο, όπως π.χ. η απώλεια υπεράσπισης για παραγραφή. Υπό τα περιστατικά της κρινόμενης περίπτωσης το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι αν η σκοπούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία. Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι εν μέρει καταφατική. Αφορά τις επιπτώσεις - αν βέβαια επήλθαν τέτοιες - στους όρους του ασφαλιστηρίου ημερ. 2.7.88 ως αποτέλεσμα των δηλώσεων ημερ. 15.11.96 στην αγωγή 7905/88. Το αν επήλθαν ή όχι είναι θέμα που θα εξετασθεί στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς. Επί του παρόντος η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να επικεντρωθεί στο κατά πόσο θα επιτραπεί στον αιτητή να τροποποιήσει το δικόγραφό του, με τον τρόπο που ο ίδιος επιθυμεί, ώστε να μην αφήνεται καμιά αμφιβολία ότι στο κατάλληλο στάδιο θα έχει τη δυνατότητα να προωθήσει τη θέση του ότι οι εν λόγω δηλώσεις είχαν συνέπειες στους όρους του ασφαλιστηρίου. Κατά την άποψή μου κάτι τέτοιο είναι επιτρεπτό, για περαιτέρω διασαφήνιση της βάσης της αγωγής του, και με αυτή την έννοια κρίνεται αναγκαία. Δεν κρίνεται όμως αναγκαία η συμπερίληψη στο σώμα της έκθεσης απαίτησης αυτούσιας της σχετικής δήλωσης, γιατί κάτι τέτοιο θα παραβίαζε την αρχή ότι σε ένα δικόγραφο δεν έχει θέση η μαρτυρία (βλ. Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 689, σελ. 689-690). Επομένως, τελικά, αν θα επιτραπεί η τροποποίηση αυτή δεν θα είναι όπως ζητείται, αλλά θα αποκλείει την καταγραφή στο δικόγραφο αυτούσιας της ισχυριζόμενης δήλωσης. Το δεύτερο ερώτημα που εγείρεται αφορά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης υπό το φως του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι η δήλωση ημερ. 15.11.96 ήταν σε γνώση του αιτητή από τότε. Το γεγονός αυτό, κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να είναι καταλυτικής σημασίας, σε βαθμό που να μη επιτραπεί στον αιτητή να διασαφηνίσει τη βάση της αγωγής του, όπως ο ίδιος το επιθυμεί. Το σημαντικό, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι η καθ΄ ης δεν ήγειρε στην υπεράσπισή της ευθύς εξ αρχής όλες τις προδικαστικές ενστάσεις που θα μπορούσε να εγείρει. Πιο συγκεκριμένα, αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης - την οποία και πέτυχε - και σ΄ αυτή πρόσθεσε νέα προδικαστική ένσταση που σχετίζεται με τον όρο 19 του Συμβολαίου, που αυτή πυροδότησε τον προβληματισμό του αιτητή για την ανάγκη περαιτέρω διασαφήνισης της βάσης της αγωγής του. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα δεν θα ασκούσα τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εναντίον της αποδοχής της αίτησης λόγω καθυστέρησης στην καταχώρησή της. Ούτε συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο της καθ΄ ης ότι εισάγεται νέα βάση αγωγής. Ό,τι στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι διασαφήνιση της υπάρχουσας βάσης και τίποτα περισσότερο. Τέλος, δεν υιοθετώ τη θέση ότι αποδοχή της αίτησης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στην καθ΄ ης, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση εξόδων. Η εκδίκαση της αγωγής δεν άρχισε ακόμη και αν, ενδεχομένως, η σκοπούμενη τροποποίηση θα΄ χει συνέπειες στην προδικαστική ένσταση που σχετίζεται με τον όρο 19 του Συμβολαίου, αυτό αφ΄ εαυτού δεν είναι ικανοποιητικό στοιχείο για να μη επιτραπεί στον αιτητή να προωθήσει την υπόθεση του όπως ο ίδιος κρίνει καλύτερα. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω, ασκώντας προς τούτο τη σχετική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ότι η αίτηση θα πρέπει να ικανοποιηθεί μερικώς. Εκδίδεται, επομένως, διάταγμα με το οποίο προστίθεται στο σώμα της έκθεσης απαίτησης νέα παράγραφος, αριθμημένη ως 6(α), με το εξής περιεχόμενο:- «6(α) Η παρούσα αγωγή εγείρεται με βάση το ασφαλιστήριο έγγραφο το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2α της Έκθεσης Απαίτησης, ως τούτο τροποποιήθηκε με δήλωση συμφωνίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 15.11.96 στην αγωγή 7905/88». Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί μέσα σε 15 ημέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και η καθ΄ ης να καταχωρήσει το δικό της δικόγραφο σε 15 ημέρες στη συνέχεια. Τα έξοδα της αίτησης, όσο και τα έξοδα που θα καταστούν αναγκαία λόγω της τροποποίησης, θα είναι προς όφελος της καθ΄ ης και εναντίον του αιτητή. Αυτά να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.