Γιώργου Γεωργίου ν. Champignon Limited (πρώην Depro Pearl Growmush Limited), Αρ. Αγωγής: 11578/02, 12 Ιουλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11578/02 Μεταξύ: Γιώργου Γεωργίου Ενάγοντα και Champignon Limited (πρώην Depro Pearl Growmush Limited) Εναγομένης _ _ _ _ _ _ 12 Ιουλίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Χριστοδούλου για κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σία. Για την Εναγόμενη: κα. Γ. Κυθραιώτου για κ.κ. Παμπορίδης & Συνεργάτες. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η Γενεσιουργό αιτία της παρούσας αγωγής αποτέλεσαν τα όσα διαδραματίστηκαν το έτος 2000 γύρω από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), και τα οποία στιγμάτισαν την οικονομία και, γενικότερα, την κοινωνία της Κύπρου. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι ουσιαστικά παραδεκτά. Θα προσπαθήσω να τα καταγράψω, όσο είναι δυνατό, πιο απλά. Ο Ενάγων στις 14.3.00 απηύθυνε προς την Εναγόμενη επιστολή (Τεκμ.1) με την οποία της ζητούσε όπως του παραχωρήσει μετοχές, δεδομένου ότι η Εναγόμενη είχε πρόθεση να προωθήσει τη δημοσιοποίηση της και την εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΚ. Οι μετοχές που θα παραχωρούντο στον Ενάγοντα θα ήσαν στην τιμή των 55 σεντς εκάστη, η οποία θα ήταν ίση με την τιμή που θα παραχωρούντο μετοχές της Εναγομένης προς το κοινό σύμφωνα με τους όρους ενημερωτικού δελτίου που θα ετύγχανε έγκρισης από το Συμβούλιο του ΧΑΚ/Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Στην εν λόγω επιστολή εσωκλειόταν επιταγή για ΛΚ£82.500.- η οποία θα μπορούσε να εξαργυρωθεί από την Εναγόμενη αμέσως και/ή μετά τις 23.3.
- Σύμφωνα με το Τεκμ.1, σε περίπτωση που οι μετοχές της Εναγομένης δεν εισήγοντο στο ΧΑΚ μέσα σε περίοδο 12 μηνών από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής, το ποσό που κατέβαλε ο Ενάγων θα του επιστρεφόταν με τόκο προς 7% από 21.3.00 μέχρι εξόφλησης. Η πρόταση του Ενάγοντα, που περιεχόταν στο Τεκμ.1, με όλους τους όρους αυτής, έγινε αποδεκτή από την Εναγόμενη η οποία και εισέπραξε το ποσό της επιταγής. Η Εναγόμενη εξέδωσε στον Ενάγοντα 150.000 μετοχές συνολικής αξίας ΛΚ£82.500.-. Παράλληλα η Εναγόμενη εξέδωσε στην εταιρεία Gen Investments Ltd, στην οποία ο Ενάγων και η σύζυγος του κατείχαν το 66,7% του μετοχικού της κεφαλαίου, 165.000 μετοχές έναντι του ποσού των ΛΚ £90.750.-. Στις 20.3.00 η Εναγόμενη υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΚ πλην όμως η περίοδος των 12 μηνών έληξε στις 14.3.01 χωρίς η Εναγόμενη να ενταχθεί στο ΧΑΚ. Η πιο πάνω αίτηση ενεκρίθη στις 20.11.02 και οι μετοχές της Εναγομένης εισήχθησαν και άρχισαν να διαπραγματεύονται στο ΧΑΚ στις 31.12.
- Ο Ενάγων, με τη συγκατάθεση της Εναγομένης, πώλησε 9.313 από τις προσωπικές του μετοχές. Η Εναγόμενη εξέδωσε στον Ενάγοντα 52.758 δωρεάν μετοχές αυξάνοντας έτσι τις μετοχές του στις 193.
- Επίσης, με τη συγκατάθεση της Εναγομένης, η εταιρεία Gen Investments Ltd μεταβίβασε σε τρίτους 176.725 μετοχές συνολικής αξίας ΛΚ £97.198,
- Σε σχέση με τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα διατυπώνω ανάλογα ευρήματα. Με δεδομένο το πιο πάνω πραγματικό υπόβαθρο είναι, πιστεύω, το κατάλληλο στάδιο για να παρεμβάλω, επιγραμματικά, τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Στην Έκθεση Απαίτησής του ο Ενάγων, στο βαθμό και την έκταση που οι δικογραφημένες θέσεις του δεν καλύπτονται από τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, ισχυρίζεται ότι στις 26.9.02 επέδωσε στην Εναγόμενη επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 25.9.02 (Τεκμ.4) με την οποία ζητούσε όπως του επιστραφεί το ποσό των ΛΚ£77.377,85 πλέον τόκοι προς 7% από 21.3.00 πλην όμως η Εναγόμενη παρέλειψε και συνεχίζει να παραλείπει να το πράξει. Η Εναγόμενη στην τροποποιημένη Υπεράσπιση της, δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 16.10.06, ισχυρίζεται ότι:
(1)Η συμφωνία που περιέχεται στο Τεκμ.1 αντικαταστάθηκε από άλλες διαδοχικές συμφωνίες ως οι παράγραφοι 3-3Ε της Υπεράσπισης, με τις οποίες διευθετήθηκαν οι απαιτήσεις τόσο του Ενάγοντα όσο και άλλων συνδεδεμένων με αυτόν προσώπων με αποτέλεσμα να κωλύεται να προβάλει οποιαδήποτε αξίωση. Συγκεκριμένα, με την εξεύρεση ενδιαφερομένων αγοραστών, ο Ενάγων και τα άλλα συνδεδεμένα με αυτόν πρόσωπα μεταβίβασαν αριθμό μετοχών προς 55σ εκάστη και εισέπραξαν ΛΚ£200.000.- περίπου.
(2)Πως σε περίπτωση που υπήρχε παράβαση της συμφωνίας για επιστροφή χρημάτων μέσα σε 12 μήνες από την 14.3.00 σε περίπτωση που οι μετοχές δεν εισάγονταν στο ΧΑΚ, αυτή η παράβαση αγνοήθηκε και/ή εγκαταλείφθηκε από τον Ενάγοντα (βλ. παρα.6 της Τροποποιημένης Υπεράσπισης δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 16.10.06).
(3)Στην έκταση που η αγωγή στηρίζεται στην αξίωση που αναφέρεται στην παρα.8 της Έκθεσης Απαιτήσεως, δηλαδή το Τεκμ.4, την παραλαβή του οποίου αρνείται, η σχετική νομοθεσία με βάση την οποία εστάλη η αξίωση είναι αντισυνταγματική.
(4)Υπήρχαν νομικά κωλύματα τα οποία, καθώς εισηγείται, καθιστούσαν ανέφικτη την επιστροφή χρημάτων και ότι ο μόνος τρόπος επιστροφής των χρημάτων ήταν η μείωση του κεφαλαίου της κατ΄εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Κεφ.113.
(5)Η πρόνοια στη συμφωνία για επιστροφή χρημάτων αποτελεί ποινική ρήτρα αντίθετη προς το Κεφ.149 με αποτέλεσμα να είναι άκυρη και ανεφάρμοστη.
(6)Δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαιτήσεως οποιοσδήποτε ισχυρισμός για πρόκληση ζημιάς στον Ενάγοντα που να δικαιολογεί την επιστροφή του αξιούμενου ποσού, λαμβανομένου υπόψη ότι παραχωρήθηκαν στον Ενάγοντα οι μετοχές για τις οποίες κατέβαλε το επίδικο ποσό, και οι οποίες στη συνέχεια εισήχθησαν στο θεσμό του ΧΑΚ στις 31.12.02 και η διαπραγμάτευση τους με βάση τους κανόνες της αγοράς συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
(7)Δεν είναι επιτρεπτή η επιστροφή του αξιούμενου ποσού καθότι αυτή, επειδή εξαναγκάζει την Εναγόμενη να αποξενωθεί μέρος της ιδιοκτησίας της, αντίκειται στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Μοναδικός μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο ίδιος. Στη γραπτή δήλωση του, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 32(Ι)/04, αναφέρει, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα. Η εισαγωγή της Εναγομένης στο ΧΑΚ πολύ πιθανό να επιτυγχανόταν σε 12 μήνες αν αυτή δεν αγνοούσε την υπόδειξη του ΧΑΚ τον Δεκέμβριο του 2000 για αντικατάσταση των ελεγκτών της αφού το ΧΑΚ διαπίστωσε πρόβλημα ανεξαρτησίας. Όταν η Εναγόμενη αποφάσισε να συμμορφωθεί με την υπόδειξη του ΧΑΚ για αποφυγή απόρριψης της αίτησης τον Ιανουάριο του 2001, η εκτίμηση που δόθηκε στον Ενάγοντα από την Εναγόμενη ήταν πως η διαδικασία αντικατάστασης των ελεγκτών δεν θα ήταν χρονοβόρα και σαν αποτέλεσμα δεν υποβλήθηκαν αιτήματα επιστροφής χρημάτων. Μετά από αναμονή μερικών μηνών ο Ενάγων αντιλήφθηκε πως δεν επρόκειτο για μικρή καθυστέρηση αλλά για καθυστέρηση πάρα πολλών μηνών. Ως εκ τούτου ο Ενάγων μαζί με άλλους επενδυτές, μεταξύ των οποίων και η συνδεδεμένη με τον Ενάγοντα εταιρεία Gen Investments Ltd, ξεκίνησαν τη διαδικασία για επιστροφή χρημάτων με βάση τον σχετικό όρο της συμφωνίας. Οι παραστάσεις τους προς τους διευθυντές και μεγαλομετόχους της Εναγομένης ξεκίνησαν προφορικά. Οι αξιωματούχοι της Εναγομένης τους ανέφεραν πως η τελευταία αδυνατούσε να προβεί σε επιστροφή χρημάτων και τους διαβεβαίωναν πως δεν χρειαζόταν λήψη νομικών μέτρων αφού θα μεριμνούσαν οι ίδιοι για εξεύρεση αγοραστών οι οποίοι θα αγόραζαν τις μετοχές για τις οποίες υποβλήθηκαν γραπτά και προφορικά αιτήματα επιστροφής χρημάτων. Συνεχής παράκληση των διευθυντών και μεγαλομετόχων της Εναγομένης ήταν να μην ληφθούν νομικά μέτρα για να μην προκύψει ζημιά στη διαδικασία εισαγωγής της Εναγομένης στο ΧΑΚ. Σε συνάντηση, ημερ. 4.10.01, που είχε η Εναγόμενη με επενδυτές, μεταξύ των οποίων και ο Ενάγων, η Εναγόμενη ανέφερε πως άμεσα θα βρίσκονταν αγοραστές για μετοχές αξίας £250.000.-. Στη συνάντηση αυτή δεν έγινε καμιά συμφωνία με την Εναγόμενη και ο Ενάγων δεν αποποιήθηκε του δικαιώματος του για επιστροφή όλου του ποσού στη βάση της αρχικής συμφωνίας (Τεκμ.1). Ως αποτέλεσμα ακολούθησε νέα περίοδος άσκησης πιέσεων εκ μέρους του Ενάγοντα και νέα αναμονή μερικών μηνών. Τελικά η Εναγόμενη ανακοίνωσε πως υπήρχαν αγοραστές για μετοχές αξίας £200.000.- και πως συνεχίζονταν οι προσπάθειες εξεύρεσης αγοραστών για έμμεση ικανοποίηση όλου του ποσού επιστροφής χρημάτων. Επειδή ο Ενάγων είχε οικονομικά προβλήματα του δόθηκε προτεραιότητα και, με τη συγκατάθεση της Εναγομένης, μεταβίβασε προσωπικά 9.313 μετοχές για τις οποίες εισέπραξε το ποσό των £5.122,
- Ακολούθησε νέα περίοδος έντονων παραστάσεων προς την Εναγόμενη και υποσχέσεων από την τελευταία οι οποίες όμως δεν καρποφόρησαν. Ρόλο στη νέα καθυστέρηση λήψης νομικών μέτρων διαδραμάτισαν οι σοβαρότατες σκέψεις που έγιναν από την Εναγόμενη για απόσυρση της αίτησης εισαγωγής στο ΧΑΚ και επιστροφή των χρημάτων σε όλους τους επενδυτές λόγω της άσχημης κατάστασης του ΧΑΚ αλλά και της πολύ κακής πορείας των οικονομικών αποτελεσμάτων της Εναγομένης σε σχέση με τις προβλέψεις στις οποίες βασίστηκε η απόφαση εισαγωγής στο ΧΑΚ. Αυτό ώθησε τον Ενάγοντα και τους άλλους επενδυτές να κάνουν ξανά υπομονή αφού, στην περίπτωση απόσυρσης της αίτησης εισαγωγής στο ΧΑΚ, τα χρήματα θα επιστρέφονταν. Περί τα μέσα του 2002 αναφέρθηκε από την Εναγόμενη πως γίνονταν τελικές επαφές με εφοπλιστή που ενδιαφερόταν για απόκτηση σημαντικού ποσού στο κεφάλαιο της Εναγομένης και πως με τον τρόπο αυτό θα ικανοποιούνταν όλα τα εκκρεμή αιτήματα επιστροφής χρημάτων. Τον Σεπτέμβριο του 2002 ο Ενάγων αντιλήφθηκε πως η Εναγόμενη δεν είχε πρόθεση να του επιστρέψει τα χρήματα του και ότι επρόκειτο για διαδικασία καθυστέρησης με σκοπό την εισαγωγή των μετοχών στο ΧΑΚ και, κατά συνέπεια, την απώλεια του δικαιώματος του να αιτηθεί την επιστροφή των χρημάτων του με βάση τις πρόνοιες της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Ως αποτέλεσμα, τον ίδιο μήνα, ο Ενάγων επέδωσε επιστολή (Τεκμ.4) δίδοντας τελική προειδοποίηση στην Εναγόμενη και λόγω έλλειψης ανταπόκρισης κίνησε νομική διαδικασία τον Οκτώβριο,
- Ανέφερε επίσης ότι, μετά την έγερση της αγωγής, δεν του επιστράφηκε κανένα ποσό από την Εναγόμενη. Αντεξεταζόμενος, ο Ενάγων ανέφερε πως οι 52.758 δωρεάν μετοχές του παραχωρήθηκαν από την Εναγόμενη λόγω του ότι η τελευταία δεν πέτυχε τους στόχους της όσον αφορά τα οικονομικά αποτελέσματα και για αναπροσαρμογή της προκαταρκτικής τιμής των μετοχών. Δεν αποτελούσαν ένδειξη παραχώρησης περαιτέρω ωφελημάτων. Σε υποβολή ότι οι δωρεάν μετοχές του παραχωρήθηκαν την ημερομηνία που αναγράφεται στο σχετικό πιστοποιητικό μετοχών (Τεκμ.3), δηλαδή στις 5.4.02, ο Ενάγων ανέφερε ότι δεν θυμόταν, προσθέτοντας όμως πως η ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού μετοχών δεν ήταν απαραίτητα η ημερομηνία που έγινε η συναλλαγή. Η ημερομηνία έκδοσης των μετοχών μπορεί να διακριβωθεί από το μητρώο μετόχων, την εξέλιξη του μετοχικού κεφαλαίου από το ενημερωτικό δελτίο ή άλλα αρχεία της εταιρείας. Η πώληση των 9.313 μετοχών από τον Ενάγοντα έγινε τέλος του 2001 και πιθανότατα αρχές του 2002, πολύ πριν την ένταξη της Εναγομένης στο ΧΑΚ. Σε ερώτηση κατά πόσο στις 14.3.01, μετά την πάροδο των 12 μηνών, επέστρεψε τους τίτλους των 150.000 μετοχών στην Εναγόμενη, ο Ενάγων απάντησε αρνητικά προσθέτοντας όμως πως δεν θυμόταν αν είχαν καν εκδοθεί οι τίτλοι μέχρι τότε και πως αυτό θα μπορούσε να εξακριβωθεί από τα αρχεία της εταιρείας. Σε υποβολή ότι φαίνεται να ζητεί και επιστροφή των λεφτών του με τόκο και τις μετοχές ο Ενάγων απάντησε ότι με βάση το νόμο δεν μπορεί να έχει και τα δύο και δεν επιθυμεί να έχει και τα δύο. Σε ερώτηση γιατί δεν προέβη σε πώληση των δικών του μετοχών και προέβη σε πώληση των μετοχών της συνδεδεμένης με αυτόν εταιρείας Gen Investments όταν η Εναγόμενη εξεύρε αγοραστή για μετοχές συνολικής αξίας £200.000.-, ο Ενάγων απάντησε πως θα ήθελε πολύ να ικανοποιηθεί το δικό του αίτημα αλλά εκ των πραγμάτων, τη δεδομένη στιγμή, προτεραιότητα είχε η Gen Investments. Παράλληλα θεωρούσε ως δεδομένο ότι η Εναγόμενη θα εκπλήρωνε τις υποσχέσεις της για εξεύρεση και άλλων αγοραστών και πως η ικανοποίηση του προσωπικού του αιτήματος για επιστροφή χρημάτων ήταν απλά θέμα χρόνου. Γενικά κατά την αντεξέταση ο Ενάγων επέμενε στις θέσεις που πρόβαλε στην κύρια εξέτασή του και ειδικότερα ότι ουδέποτε έδωσε παράταση χρόνου στην Εναγόμενη για εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΚ. Δέχθηκε όμως ότι η μόνη παράταση που έδιδε στην Εναγόμενη ήταν για επιστροφή των χρημάτων του στηριζόμενος στις διαβεβαιώσεις της τελευταίας. Σε ερώτηση κατά την επανεξέταση «Ρωτηθήκατε γιατί δεν επιστρέψατε τους τίτλους των 150.000 μετοχών και είπατε ΄δεν θυμάμαι πότε εκδόθηκαν΄» και αφού του υποδείχθηκε το πιστοποιητικό μετοχών (Τεκμ.2) ο Ενάγων απάντησε: «Μα η ημερομηνία που αναφέρεται εις τούτο το έγγραφο είναι 23 Ιανουαρίου 2002». Από πλευράς της Εναγομένης δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη επέλεξε να μην προσκομίσει μαρτυρία δεν απαλλάσσει τον Ενάγοντα από το βάρος να αποδείξει την υπόθεση του. Διεξήλθα με προσοχή την ενώπιον μου μαρτυρία και παρακολούθησα τον μοναδικό μάρτυρα, ήτοι τον Ενάγοντα, ενώ κατέθετε. Πέραν από το γεγονός ότι η μαρτυρία του δεν έχει αντικρουστεί με μαρτυρία από την Εναγόμενη και ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη, ο Ενάγων μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Σαν αποτέλεσμα δέχομαι τη μαρτυρία του και, στη βάση της, διατυπώνω ανάλογα ευρήματα πέραν των ευρημάτων τα οποία έχω διατυπώσει πιο πάνω. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα, στη γραπτή αγόρευση του, κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ του Ενάγοντα στη βάση των προνοιών είτε του άρθρου 58(Α) 3(β) ή του άρθρου 3
(3)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993, όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 42(Ι)/00, καθότι, σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο, στην Έκθεση Απαιτήσεως στοιχειοθετούνται όλα τα γεγονότα για να αποδοθεί θεραπεία στη βάση των πιο πάνω άρθρων. Επικαλέστηκε προς τούτο σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες αποφασίστηκε ότι, εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση, είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση (βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, Γεωργίου ν. Γεωργίου
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1592 και Maison Jenny Ltd. v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1(B) ΑΑΔ 1156). Ο κ. Χριστοδούλου εισηγήθηκε επίσης ότι όλες οι πιθανές νομικές υπερασπίσεις που προβάλλει η Εναγόμενη έχουν απορριφθεί από την πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τέλος, ο κ. Χριστοδούλου εισηγήθηκε πως, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Ενάγων δεν δικαιούται σε απόφαση στη βάση των πιο πάνω άρθρων του σχετικού νόμου, τότε το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση ως η απαίτηση, για το λόγο ότι αποτελούσε ρητό όρο της σύμβασης πως, σε περίπτωση μη εισαγωγής των μετοχών στο ΧΑΚ σε 12 μήνες από 14.3.00, το ποσό που κατέβαλε ο Ενάγων θα του επιστρεφόταν με τόκους προς 7%. Επαναλαμβάνω ότι η Εναγόμενη δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της υπό στοιχεία
(3),
(4),
(5)και
(7)ανωτέρω και η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγομένης εγκατέλειψε αυτούς περιορίζοντας τη γραπτή αγόρευση της στις υπερασπίσεις που προβάλλονται στις παραγράφους υπό στοιχεία
(1),
(2)και
(6)ανωτέρω, χωρίς όμως και πάλι να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη τους. Η κα. Κυθραιώτου εισηγήθηκε επίσης ότι, εφόσον ο Ενάγων στηρίζει την αξίωση του στη συμφωνία (Τεκμ.1), δεν μπορεί να αξιώνει το επίδικο ποσό, καθότι ο χρόνος εκπλήρωσης της υποχρέωσης εισαγωγής των μετοχών στο ΧΑΚ εντός 12 μηνών δεν ήταν ουσιώδης όρος της σύμβασης και ούτε ο Ενάγων κατέστησε τον όρο αυτό ουσιώδη, δίδοντας προς τούτο λογική ειδοποίηση στην Εναγόμενη, για να μπορεί ο Ενάγων να τερματίσει τη σύμβαση. Να σημειωθεί ότι αυτή η θέση δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγομένης υποστήριξε επίσης ότι, ενόψει του ότι ο Ενάγων στηρίζει την απαίτηση του σε συμφωνία, δεν μπορεί να ανακτήσει το αξιούμενο ποσό στη βάση των προνοιών του άρθρου 58(Α) 3(β) και του άρθρου 3
(3)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993, όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 42(Ι)/
- Ο λόγος είναι ότι στην Έκθεση Απαιτήσεως δεν γίνεται ρητή αναφορά στους πιο πάνω νόμους. Ο Ενάγων στηρίζει την απαίτηση του στην επιστολή (Τεκμ.1) το περιεχόμενο της οποίας, εφόσο έγινε αποδεκτό και από την Εναγόμενη, αποτελεί και τη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Τεκμηρίου 1: «Σε περίπτωση που οι μετοχές της Εταιρείας δεν εισαχθούν στο ΧΑΚ μέσα σε περίοδο 12 μηνών από την ημερομηνία αυτής της επιστολής θα αναμένουμε όπως το Σχετικό Ποσό μαζί με τόκους πάνω σε αυτό που θα υπολογιστούν με τον ίδιο τρόπο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 πιο πάνω θα μας επιστραφεί. » Δηλαδή, δυνάμει της μεταξύ των μερών σύμβασης, η Εναγόμενη συμφώνησε, και επί τούτου έχω ήδη προβεί σε εύρημα, όπως εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ εντός 12 μηνών από τις 14.3.00, διαφορετικά θα έπρεπε να επιστρέψει τα χρήματα στον Ενάγοντα. Σε σχέση με τα πιο πάνω έχω ήδη προβεί σε ευρήματα. Έχω επίσης, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήξει σε εύρημα ότι οι μετοχές της Εναγομένης δεν εισήχθησαν στο ΧΑΚ εντός της συμφωνηθείσας περιόδου των 12 μηνών αλλά πολύ αργότερα, και συγκεκριμένα στις 31.12.
- Ως εκ τούτου βρίσκω ότι η μη τήρηση του όρου εισδοχής των μετοχών της Εναγομένης στο ΧΑΚ εντός της συμφωνηθείσας περιόδου συνιστά παράβαση της μεταξύ των μερών συμφωνίας από πλευράς της Εναγομένης. Το πρώτο ερώτημα στο οποίο στρέφω την προσοχή μου είναι κατά πόσο πρόκειται για παράβαση ουσιώδους όρου, έτσι ώστε να παρέχεται στον Ενάγοντα και η επιλογή τερματισμού της συμφωνίας, ή όχι με αποτέλεσμα οι επιλογές του Ενάγοντα να περιορίζονται σε απαίτηση για αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, είμαι της άποψης ότι ο χρόνος εκπλήρωσης της υποχρέωσης της Εναγομένης για εισδοχή των μετοχών της στο ΧΑΚ ήταν ουσιώδης όρος της σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 55 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «
(1)Αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου ή πριν από το χρόνο αυτό . και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισμένο χρόνο, η σύμβαση ή το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμη καθίσταται ακυρώσιμο κατ΄εκλογή του δανειστή αν πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν να καταστήσουν τον χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης.
(2)Αν πρόθεση των συμβαλλόμενων δεν ήταν να καταστήσουν τον χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης, η σύμβαση δεν καθίσταται ακυρώσιμη . » Παρόμοια πρόνοια υπάρχει και στην Ινδία (βλ. Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η ´Eκδ., σελ. 386). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Vol.Ι General Principles, 25η ´Eκδ., στην παρα. 1391, ο χρόνος εκπλήρωσης μιας υποχρέωσης είναι ουσιώδης όρος μιας σύμβασης στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις: (α) Όταν τα μέρη ξεκάθαρα αναφέρουν στην ίδια την σύμβαση ότι ο χρόνος εκπλήρωσης είναι ουσιώδης όρος, (β) Όταν υπό τις περιστάσεις ή από τη φύση του αντικειμένου της σύμβασης προκύπτει ότι ο χρόνος εκπλήρωσης είναι ουσιώδης, ή (γ) Όταν, ενώ αρχικά ο χρόνος δεν ήταν ουσιώδης, αλλά ένα μέρος καθυστερεί στην εκπλήρωση της υποχρέωσης, το άλλο μέρος καθιστά τον χρόνο ουσιώδη όρο δίνοντας στο άλλο μέρος λογική προειδοποίηση. Οι αρχές αυτές επιβεβαιώνονται και υιοθετούνται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ενδεικτικά την Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.ά.,
(1998)1(Β) ΑΑΔ 867, όπου το Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα στη σελ. 877: «Ο χρόνος εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί, αφ΄εαυτού ουσιώδη όρο της σύμβασης, εκτός αν αυτή είναι η πρόθεση των μερών, όπως διαγράφεται από τους όρους της . » Αφού έλαβα υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης οι οποίες οριοθετούνται με τα πιο πάνω ευρήματα μου, περιλαμβανομένου του λεκτικού του όρου 4 του Τεκμ.1 και της φύσης του αντικειμένου -πρόκειται για αξίες οι οποίες προορίζοντο για διαπραγμάτευση στο ΧΑΚ - βρίσκω ότι η παράγραφος 4 της συμφωνίας (Τεκμ.1) καθιστούσε το χρόνο ουσιώδους σημασίας. Το ουσιώδες του χρόνου εκπλήρωσης υποχρεώσεων δεν διαγράφει και τις συνέπειες παρέκκλισης. Οι συνέπειες καθορίστηκαν με τη συμφωνία των συμβαλλομένων. Παρασχέθηκε δικαίωμα στον Ενάγοντα, αν επιθυμούσε, να τερματίσει τη συμφωνία και να ζητήσει επιστροφή των λεφτών του. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία στη βάση της οποίας το Δικαστήριο κατέληξε σε ανάλογα ευρήματα, το δικαίωμα αυτό ο Ενάγων το έχει ασκήσει, αρχικά προφορικά και στη συνέχεια επαναλαμβάνοντας το και γραπτώς δια του Τεκμ.4 το οποίο, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, βρίσκω ότι επεδόθη στον Εναγόμενη. Επί τούτου υπενθυμίζω ότι έχω αποδεχθεί τη μαρτυρία του Ενάγοντα στο σύνολό της. Κατά πόσο και η καταχώριση της αγωγής συνιστά αποκήρυξη της συμφωνίας, ένεκα της προβολής αξίωσης για επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα για τις επίδικες μετοχές λόγω διάρρηξης συμφωνίας, είναι όντως συζητήσιμο (Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) ΑΑΔ 881, 889). Ο Ενάγων αμέσως μετά τη γνώση του ότι η Εναγόμενη δεν είχε εισαχθεί στο ΧΑΚ προχώρησε σε προφορικές παραστάσεις προς την Εναγόμενη για επιστροφή των χρημάτων που είχε καταβάλει για την απόκτηση των μετοχών. Η Εναγόμενη τον διαβεβαίωνε συνεχώς ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα του με την εξεύρεση νέων αγοραστών οι οποίοι θα αγόραζαν τις μετοχές του. Όταν ο Ενάγων αντιλήφθηκε πλέον ότι οι υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις της Εναγομένης δεν θα πραγματοποιούντο απέστειλε προς την Εναγόμενη, μέσω των δικηγόρων του, επιστολή (Τεκμ.4) με την οποία απαιτούσε την επιστροφή των χρημάτων του. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του Ενάγοντα, την οποία έχω αποδεχθεί, ο τελευταίος ουδέποτε εγκατέλειψε, απεμπόλησε ή αποποιήθηκε του συμβατικού δικαιώματος του (όρος 4 της συμφωνίας Τεκμ.1) για επιστροφή των χρημάτων του. Η προαναφερθείσα πώληση αριθμού μετοχών από τον Ενάγοντα δεν μπορεί να θεωρηθεί τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια μείωσης της ζημιάς του. Επίσης μετά την μη εισαγωγή της Εναγομένης στο ΧΑΚ, η συμπεριφορά και οι ενέργειες του Ενάγοντα, δεν δεικνύουν, με οποιοδήποτε τρόπο, ότι ο Ενάγων έδιδε παράταση χρόνου για την εισαγωγή των μετοχών της Εναγομένης στο ΧΑΚ. Αντίθετα, δεικνύουν ότι ο Ενάγων συνεχώς επέμενε στο συμβατικό δικαίωμα του επιστροφής των χρημάτων του. Επομένως, δεν υπάρχει βάσιμος λόγος γιατί ο Ενάγων να μην δικαιούται στην επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε για την αγορά των μετοχών. Στην περίπτωση ακύρωσης ή αποκήρυξης της συμφωνίας (rescission), η οποία κρίνεται βέβαια ως νόμιμα γενόμενη, το αναίτιο μέρος απελευθερώνεται από τις δικές του υποχρεώσεις, μπορεί να απορρίψει την εκτέλεση της σύμβασης από το υπαίτιο μέρος, να αρνηθεί να πληρώσει το τίμημα και να ανακτήσει οποιαδήποτε πληρωμή χρημάτων στην οποία έχει προβεί. Έτσι και στην παρούσα περίπτωση, ο Ενάγων δικαιούται να ανακτήσει το τίμημα που πλήρωσε, το οποίο περιορίζει στο ποσό των £77.377,85 πλέον τόκο προς 7% από 21.3.00 μέχρι εξόφλησης. Βέβαια, εφόσον ο Ενάγων δικαιούται στην επιστροφή του πιο πάνω υπολοίπου των χρημάτων του ταυτόχρονα υποχρεούται να επιστρέψει το σύνολο των υπ΄αυτού κατεχομένων μετοχών στην Εναγόμενη. Η Υπεράσπιση της Εναγομένης αποτυγχάνει στην ολότητα της και απορρίπτεται εφόσο, εκτός των όσων ανέφερα πιο πάνω, δεν υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε μαρτυρία. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω θα αποδεχόμουν την αξίωση του Ενάγοντα και στη βάση της νομικής αρχής της ολικής αποτυχίας αντιπαροχής (total failure of consideration). Η αποκόμιση οφέλους από συμβαλλόμενο μέρος δεν είναι επιτρεπτή χωρίς την ταυτόχρονη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του προς το αντισυμβαλλόμενο μέρος. Η Εναγόμενη δεν μπορεί να επωφεληθεί το ποσό που ο Ενάγων κατέβαλε για την αγορά των μετοχών χωρίς να παρέχει το ανάλογο συμφωνηθέν αντάλλαγμα, που ήταν η εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ. Σε μια πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Στυλιανός Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Karaolis Group Ltd, Πολ. Εφ. αρ. 175/06, ημερ. απόφασης 25.6.07, λέχθηκαν τα ακόλουθα επί του προκειμένου (σελ. 4 και 5): «Η εισήγηση των Εφεσειόντων εδράζεται σε θεμελιακή παρερμηνεία. Το Δικαστήριο προέβη σε εύρημα, το οποίο δεν εφεσιβάλλεται, ότι δεν ήταν όρος της συμφωνίας για αγορά των μετοχών ότι αυτές θα εισήγοντο στο Χρηματιστήριο. Διαφορετικά, θα είχε επιτύχει και η απαίτηση του Εφεσείοντα 1 για παράβαση τέτοιου όρου της σύμβασης.» Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, χρηματικό ποσό, το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος, το οποίο δεν παρέχεται, είναι ανακτητέο ως χρέος (money had and received). Ό,τι παραγνωρίζεται από την Εναγόμενη, είναι ότι το ποσό των £82.500.- καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα για να του παραχωρηθούν μετοχές στην Εναγόμενη υπό τον όρο όμως ότι, αν οι εν λόγω μετοχές δεν εισήγοντο στο ΧΑΚ μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία της συμφωνίας, θα του επιστρέφετο το εν λόγω ποσό. Το ότι ο Ενάγων έλαβε απλώς το πιστοποιητικό μετοχών δεν ήταν επαρκές για να λάβει το αντάλλαγμα. Οι μετοχές δεν είχαν εισαχθεί στο ΧΑΚ στο χρόνο που προέβλεπε η συμφωνία. Η απουσία του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος ήταν πλήρης και δικαιολογούσε τον Ενάγοντα να αποκηρύξει τη συμφωνία και να ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων του. Ανάλογα απόλυτη ήταν και η υποχρέωση της Εναγομένης να επιστρέψει το ποσό στον Ενάγοντα, για την αποκατάσταση του (Hicks v. Hicks
(1802)3 East 16, 102 ER 502, Rover International v. Cannon Film Sales (No.3)
(1989)3 All ER 423, Westdeutsche v. Islington London BC
(1996)2 All ER 961, Guinness Mahon v. Kensington BC
(1998)2 All ER 272 και Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.ά.
(1998)1(Β) ΑΑΔ 867, 879). Παρόλο ότι το θέμα κατά πόσο η αγωγή θα μπορούσε να επιτύχει στη βάση των άρθρων 58(Α) 3(β) και/ή 3
(3)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Νόμο 42(Ι)/00, εκ των πραγμάτων αποτελεί πλέον ακαδημαϊκή άσκηση, θα το εξετάσω συνοπτικά για να υπάρχει η κρίση μου και επί τούτου. Όπως φαίνεται από το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγων στηρίζει την αγωγή του στον όρο 4 της συμφωνίας. Δεν είναι δικογραφημένη, και δεν αποτελεί αιτία αγωγής, οποιαδήποτε αξίωση του Ενάγοντα στη βάση των προνοιών του άρθρου 58(Α) 3(β) και του άρθρου 3
(3)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993 (Ν. 14(Ι)/93), όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 42(Ι)/00. Ο εν λόγω νόμος δημιουργεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νομοθετική υποχρέωση ή θεσμοθετημένο καθήκον (statutory duty) επιστροφής χρημάτων που καταβλήθηκαν για την αγορά μετοχών. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η παράβαση νομοθετικών υποχρεώσεων ή άλλως πως παράβαση νομίμων ή θεσμοθετημένων καθηκόντων αποτελεί ξεχωριστή αιτία αγωγής η οποία πρέπει να δικογραφείται με την ανάλογη επιμέλεια και λεπτομέρεια. Στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, 12η έκδ., σελ. 59-60, αναφέρεται ότι η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παράβασης νομίμων καθηκόντων αποτελεί συγκεκριμένη θεραπεία του Κοινοδικαίου και δεν πρέπει να συγχύζεται με την αξίωση αποζημιώσεων για αμέλεια, γιατί η ίδια ζημιά μπορεί να προκληθεί είτε από συμπεριφορά που συνάδει με τη συνήθη αμέλεια ή και από συμπεριφορά που ισοδυναμεί με παράβαση νομίμου καθήκοντος. Η ορθή δικογράφηση πρέπει να ξεχωρίζει τα δύο αγώγιμα δικαιώματα (London Passenger Transport Board v. Upson
(1949)AC 155, 167 - 169). Πολύ δε περισσότερο θα πρέπει να διαχωρίζεται η αξίωση που έχει σαν αιτία αγωγής παράβαση συμφωνίας από αυτή που έχει σαν αιτία αγωγής παράβαση νομίμου καθήκοντος. Αν η αγωγή δικογραφείτο σε αυτή τη βάση, έστω διαζευκτικά, θα δινόταν η ευκαιρία στην υπεράσπιση να απαντήσει ανάλογα. Για να μπορούσε να διεκδικήσει το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό, στη βάση παράβασης νόμιμου ή θεσμοθετημένου καθήκοντος, ο Ενάγων θα έπρεπε να δικογραφούσε αυτή την παράβαση, έστω πάνω σε διαζευκτική βάση. Πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Είμαι της άποψης ότι η υπόθεση Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian (ανωτέρω) καθώς και οι άλλες συναφείς αποφάσεις τις οποίες επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα είναι άσχετες, δεν μπορούν να εφαρμοστούν στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και δεν τον βοηθούν καθόλου. Με βάση τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των £77.377,86 πλέον τόκο προς 7% από 21.3.00 μέχρι εξόφλησης, με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσο η συμφωνία έχει νόμιμα τερματιστεί, ο Ενάγων, ταυτόχρονα με την επιστροφή του εξ αποφάσεως ποσού, να επιστρέψει το σύνολο του υπολοίπου των κατεχομένων υπ΄αυτού μετοχών στην Εναγόμενη, οι οποίες του παραχωρήθηκαν με βάση το Τεκμ.1, περιλαμβανομένων και αυτών που του παραχωρήθηκαν δωρεάν, ήτοι τις 193.445 μετοχές. Ταυτόχρονα με την επιστροφή του πιο πάνω ποσού στον Ενάγοντα και την επιστροφή των πιο πάνω μετοχών στην Εναγόμενη η τελευταία θα δικαιούται να διαγράψει τον Ενάγοντα από το μητρώο των μετόχων της. (Υπ.) ............ Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο