← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Φίλιππος Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8106/06, 13.7.07

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Φίλιππος Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8106/06, 13.7.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8106/06 Μεταξύ : - Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Φίλιππος Δημητρίου
  2. Μάριος Αβραάμ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13.7.07 Αίτηση ημερομηνίας 22/2/07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κα Μιχαηλίδου Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση : κος Μ. Κληρίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των εναγόντων, δυνάμει ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, βασίζεται σε δάνειο που οι ενάγοντες ενέκριναν και παρείχαν στον εναγόμενο 1 με την εγγύηση του εναγομένου
  3. Τα χρεωστικά υπόλοιπα θα χρεώνονταν με τόκο 10% επί ημερησίων υπολοίπων. Το δάνειο την 15.9.06 παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ.32.185,54 με τόκο 13.25% από 15.9.06 επί ποσού Λ.Κ.31.590,
  4. Οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 30.12.03 και 23.10.06 κάλεσαν τον πρωτοφειλέτη να εξοφλήσει το υπόλοιπο, αλλά δεν ανταποκρίθηκε. Ταυτόχρονα ειδοποιήθηκε και ο εγγυητής αλλά ούτε αυτός ανταποκρίθηκε. Το αποτέλεσμα ήταν να εγερθεί αγωγή εναντίον τους για τα πιο πάνω ποσά. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση. Στην συνέχεια οι ενάγοντες την 22.2.07 υπέβαλαν αίτημα για συνοπτική απόφαση εναντίον τους. Οι εναγόμενοι αντέδρασαν και καταχώρισαν ένσταση. Η αίτηση των εναγόντων υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού υπαλλήλου των εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών και εξουσιοδοτημένου να προβεί την ένορκη δήλωση. Τον επίδικο χρόνο ήταν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και οι επίδικοι τους οποίους παρακολουθούσε προσωπικά. Ετοιμάζει καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και τον επίδικο. Έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων και επισυνάπτει σειρά εγγράφων σχετικών με την απαίτηση των εναγόντων. Τέλος, αναφέρει ότι ως πιστεύει και ως τυγχάνει νομικής συμβουλής οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμία υπεράσπιση. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 Θ. 1 (α), 2 και 9 (α) και στην Δ.48 Θ.1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης παραπέμπω στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1 Α.Α.Δ 782. Σημειώνω πως η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Έχω μελετήσει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η πηγή των πληροφοριών του ομνύοντα προέρχεται από τα σχετικά έγγραφα των λογαριασμών των εναγομένων που έχει στην κατοχή του. Στην βάση αυτών παρακολουθούσε τους λογαριασμούς και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. ( Θεοδώρου κ.ά ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφεση 12059 ημερ. 9.8.06). Αυτά συνιστούν στοιχεία μαρτυρίας που δεν αμφισβητήθηκαν, αφου δεν αντεξετάστηκε, αλλά ούτε και αμφισβητήθηκαν με την ένσταση των καθ' ων η αίτηση, παρόλο που εγείρεται το θέμα από τον κ. Κληρίδη στην αγόρευση του. Σύμφωνα με την Δ.18 Θ.1 ο ενόρκως δηλών μεταξύ άλλων, θα πρέπει να βεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. Στην προκειμένη περίπτωση ο ομνύον επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα αξιούμενα ποσά της αγωγής, ως η προσταγή της σχετικής Διαταγής, ότι δηλαδή το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης είναι ορθό. Εκείνο που ουσιαστικά απαιτείται από την Δ.18 είναι η θετική επαλήθευση των γεγονότων της αξίωσης, σε συνάρτηση με δήλωση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμιά υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο ως θέμα δικαιοδοσίας ( Stavrinides v. Ceskosloveneska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 ). Είναι συνεπώς η κατάληξη μου, εν όψει των πιο πάνω, ότι η ένορκη δήλωση συμμορφώνεται πλήρως και ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις της Δ.18. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο οι εναγόμενοι προβάλλουν υπεράσπιση στην αξίωση των εναγόντων. Η νομολογία εναποθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους των εναγομένων. (Παυλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1051). Όπως εξηγείται στην υποθεση Λαζάρου κ.ά ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Δ..Δ. 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Είναι γνωστό ότι η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. (βλ. Symon & Co v. Palme´s Stores
(1903)Ltd
(1912)1 K.B.259, 266-267 ). Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902 - 905: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης..... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Και τούτο αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι' αυτό και η συνοπτική διαδικασία κάτω από τη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1968.) Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 που γίνεται εκτενής αναφορά και σύνοψη της νομολογίας επί συνοπτικής απόφασης. Θα πρέπει ακόμα να υποδειχθεί ότι ακριβώς λόγω της φύσης της, ως κατ' εξαίρεση της συνήθους διαδικασίας μιας δίκης, ο καθ' ου η αίτηση πρέπει με την ένορκη του δήλωση να προβάλει τα στοιχεία που εδράζει την υπεράσπιση του και δεν αναμένεται ότι θα προσκομίσει την διαθέσιμη μαρτυρία. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Ζερβός ανωτέρω : « Η ένορκη δήλωση του εφεσείοντα περιείχε τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει, και η υπό αναφορά συνοπτική διαδικασία δεν ήταν η δίκη της υπόθεσης για να προσκομίσει την μαρτυρία που διέθετε. Αυτό που αναμενόταν να δείξει ήταν πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που επιδεικνύεται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Και βεβαίως, το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης ». Στο πιό πάνω πλαίσιο θα αντικρυστεί η ένσταση των καθ' ων η αίτηση και κατ' επέκταση η προβαλλόμενη υπεράσπιση τους. Ουσιαστικά και συνοψίζοντας τις υπερασπίσεις των εναγομένων όπως αυτές αναδύονται μέσα από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 προβάλλονται δυο θέματα. Το ένα αφορά το κατά πόσο έχει γίνει τερματισμός της συμφωνίας δανείου γιατί οι επιστολές που στάληκαν δεν αναφέρουν ότι η συμφωνία δανείου τερματίστηκε και το άλλο άμεσα συναφές με τον τερματισμό εστιάζεται στο θέμα των τόκων. Αμφισβητείται ακόμα η αύξηση του επιτοκίου καθώς και η νομιμότητα της κεφαλαιοποίησης τους σε σχέση με τις μη οφειλόμενες δόσεις, όπως και η ερμηνεία που δίνουν στο νόμο οι αιτητές. Η απουσία κατάστασης λογαριασμού ώστε να φαίνονται αναλυτικά οι χρεωπιστώσεις τόκων και δόσεων καθιστά, σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Κληρίδη άγνωστο το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Επ' αυτού η θέση της κας Μιχαηλίδου είναι πως το βάρος ήταν στους καθ' ων η αίτηση να παρουσιάσουν στοιχεία για παράνομο ανατοκισμό καθώς και των άλλων προμηθειών και δικαιωμάτων που κατ' ισχυρισμό χρέωναν οι ενάγοντες τον επίδικο λογαριασμό. Παραπέμπει ακόμα στην υπόθεση υπόθεση Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 που γίνεται εκτενής αναφορά και σύνοψη της νομολογίας επί συνοπτικής απόφασης και ότι οι αιτητές στο στάδιο αυτό δεν έχουν υποχρέωση να παραθέσουν πρωτογενή μαρτυρία για την απόδειξη της υπόθεσης τους. Δεν θα υπεισέλθω στην ουσία των προβαλλόμενων υπερασπίσεων των καθ' ων η αίτηση. Θεωρώ ότι εγείρουν θέματα τόσο νομικά όσο και πραγματικά. Έρεισμα στην άποψη μου αυτή αντλώ και από τις πρόνοιες του Νόμου 160
(1)/99 αναφορικά με το θέμα των τόκων. Η υπεράσπιση της παράνομης και αντισυμβατικής επιβολής επιτοκίου και ανατοκισμού κατα παράβαση του νόμου με άγνωστο σε τελική ανάλυση το πραγματικά οφειλόμενο ποσό, που αποτελεί και την ουσία του ισχυρισμού επί του θέματος των τόκων δεν μπορεί να κριθεί ως σκιώδης. Με βάση το άρθρο 3 (γ) του Νόμου για κάθε αλλαγή του επιτοκίου οι οφειλέτες θα πρέπει να ενημερώνονται είτε με ανακοίνωση στο τύπο, είτε με γραπτή ειδοποίηση. Ούτε στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά για τέτοια ειδοποίηση για αύξηση του συμφωνηθέντος επιτοκίου, αλλά ούτε και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η απουσία του στοιχείου αυτού δεν οδηγεί με βεβαιότητα στα αξιούμενα ποσά. Χωρίς βέβαια να αξιολογώ την υπεράσπιση που προβάλλεται επί της ουσίας του θέματος των τόκων, θεωρώ ότι για τους σκοπούς της συνοπτικής απόφασης, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ότι έκδηλα και αναντίλεκτα δεν υπάρχει καμιά υπεράσπιση. Κυρίως όταν δεν μπορεί να διαχωριστεί το απαιτούμενο υπόλοιπο από τους αξιούμενους τόκους, λόγω της άμεσης συνάρτησης και αλληλοεπίδρασης που ενυπάρχει μεταξύ τους. Ακόμα και στην Νεάρχου που έγινε αναφορά από την κα. Μιχαηλίδου οι αιτητές επισύναψαν στην ένορκη δήλωση επιστολή που πληροφορούσε τον εναγόμενο για την αύξηση του επιτοκίου. Που στην παρούσα υπόθεση και από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν φαίνεται να έγινε κάτι τέτοιο. Κατά συνέπεια το θέμα της παράνομης χρέωσης των τόκων που εγείρεται, δημιουργεί διαφορά και θέμα που δικαιολογεί το αίτημα των εναγομένων να υπερασπιστούν. Προβάλλεται ακόμα, θέμα τερματισμού της συμφωνίας, είτε αυτοτελώς, ότι δεν αναφέρουν αν και πότε έγινε τερματισμός της συμφωνίας, είτε σε συνάρτηση με την επιβολή τόκων υπερημερίας. Οι επιστολές που αποστάληκαν τόσο στον πρωτοφειλέτη όσο και στον εγγυητή επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η επιστολή ημερομηνίας 30.12.03 παραπέμπει στον όρο 3 της ματαξύ των διαδίκων συμφωνίας. Αποτελεί γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητά αν τερματίζεται η συμφωνία δανείου. Καλείται όμως ο εναγόμενος 1 ως πρωτοφειλέτης να εξοφλήσει εντός 15 ημερών ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο, περιλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων. Ο όρος 3 της συμφωνίας δίνει δικαίωμα στους ενάγοντες να απαιτήσουν την αποπληρωμή του δανείου. Αν η επιστολή αυτή συνιστά και τερματισμό της συμφωνίας κρίνω πως στο παρόν στάδιο δεν χρειάζεται να αποφασιστεί. Είναι όμως αρκετό να λεχθεί ότι εγείρεται ένα θέμα, ανεξαρτήτως αν ευσταθεί νομικά, αφού αυτό θα εξεταστεί κατα την δίκη. Ως υποδεικνύεται στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) A.Α.Δ. 1912, το κριτήριο ικανοποιείται με την παροχή λεπτομερειών από τον εναγόμενο σε λογική έκταση, γιατί αν με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς εξασφαλίζεται άδεια για υπεράσπιση, το αποτέλεσμα είναι το μέτρο να αχρηστεύεται. Θεωρώ και αυτή είναι η κατάληξη μου, ότι οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των εναγομένων εύλογα δημιουργούν διαφορά προς εκδίκαση, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας τους, ώστε να δικαιολογούν την παροχή δικαιώματος στους εναγόμενους να προβαλουν υπεράσπιση. Ως απότελεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων και σε βάρος των εναγόντων. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης με την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης στην αγωγή. Υπεράσπιση θα καταχωρηθεί σύμφωνα με τους Θεσμούς. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.