ΑΓΓΕΛΑΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΜΕΤΑΞΑ, Αρ. Αγωγής: 2699/02, 30/07/07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2699/02 Μεταξύ: ΑΓΓΕΛΑΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ Ενάγουσας Και ΜΑΡΙΑΣ ΜΕΤΑΞΑ Εναγόμενης ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 8.3.03 ΑΓΓΕΛΑΣ ΑΒΡΡΑΜΙΔΟΥ Ενάγουσας Και Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστού της περιουσίας της Μαρίας Μεταξά Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30/07/07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την ενάγουσα κα Θεμιστοκλέους Για την εναγόμενη κα Γαβριηλίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα ιδιοκτήτρια ενός διαμερίσματος με αρ. θύρας 608 στην οδό Ιωάννη Πολέμη στους Αγίους Ομολογητές επί της οικοδομής Plazza Mansions, στις 3.9.96 με πωλητήριο έγγραφο το πώλησε στην εναγόμενη. Το τίμημα πώλησης ήταν Λ.Κ.27.000.-. Παρόντες κατά την υπογραφή του πωλητηρίου πέραν των διαδίκων και μάρτυρες στο έγγραφο, ήταν η κτηματομεσίτρια καθώς και ακόμα ένα πρόσωπο. Με την υπογραφή του εγγράφου και την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.100.- ως προκαταβολή η εναγόμενη ανέλαβε την κατοχή του. Η εναγόμενη σύμφωνα με την ενάγουσα δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας με αποτέλεσμα να εγερθεί η παρούσα αγωγή. Εδώ να αναφέρω ότι στο πωλητήριο έγγραφο ως αγοραστής αναφέρεται η Μάρω Βρυωνίδου και δεν υπάρχει μαρτυρία αν η εναγόμενη Μαρία Μεταξά και Μάρω Βρυωνίδου ειναι το ίδιο πρόσωπο. Να προσθέσω ακόμα ότι την 21.12.01 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της Μαρίας Μεταξά σύμφωνα με το τεκμ. 2 και προωθήθηκε αίτημα τροποποίησης των δικογράφων προς αυτή την κατεύθυνση. Διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης ως διαχειριστής της περιουσίας της Μαρίας Μεταξά, και μετά απο τροποποίηση του τίτλου η αγωγή συνέχισε εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, που διόρισε δικηγόρο να υπερασπίσει την πτωχεύσασα. Μαρτυρία που να συνδέει τα δύο αυτά πρόσωπα δεν υπάρχει. Ούτε και στην υπεράσπιση τίθεται οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση. Θεωρώ στην απουσία μαρτυρίας ή ένστασης εκ μέρους της εναγομένης περί του αντιθέτου, τουλάχιστον στην έκθεση υπεράσπισης όπως δικογραφείται φαίνεται να θεωρείται το ίδιο άτομο, δεδομένου μάλιστα ότι η εναγόμενη αναγνώρισε το πωλητήριο έγγραφο. Σύμφωνα με την ενάγουσα, η εναγόμενη δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στους όρους του συμβολαίου και ποτέ δεν εξόφλησε το τίμημα αγοράς. Απαιτεί την ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου καθώς και το πόσο των Λ.Κ.21.000.- ως υπόλοιπο οφειλόμενο του τιμήματος πωλήσεως πλέον τόκους. Επιζητούνται και διαζευκτικές θεραπείες υπό μορφή διαταγμάτων του δικαστηρίου, στις οποίες θα αναφερθώ στην συνέχεια. Να παρεμβάλω εδώ ότι η ενάγουσα ήγειρε ξανά την υπ' αριθμόν 12887/99 αγωγή. Δικογραφούνται διάφορα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε σχέση με την αγωγή. Είναι αρκετό στο παρόν στάδιο να αναφέρω ότι την 16.11.00 σύμφωνα με το πρακτικό του δικαστηρίου (τεκ.5), οι δικηγόροι των δυο πλευρών δήλωσαν ότι επήλθε συμβιβασμός στην υπόθεση που θα έμενε σε εκκρεμότητα μέχρι να ολοκληρωθούν οι όροι του. Ότι ενδιαφέρει εδώ είναι ότι υπάρχει δήλωση των δικηγόρων ότι η εναγόμενη κατέβαλε έναντι του πωλητηρίου εγγράφου Λ.Κ.6.000.- και παρέμενε σε εκκρεμότητα το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.21.000.-. Το αναφέρω αυτό γιατί η εναγόμενη στην μαρτυρία της ανέφερε σε αντίθεση με το πρακτικό του δικαστηρίου ότι κατέβαλε μεγαλύτερο ποσό που το προσδιόρισε στις Λ.Κ.7.000.-. Παρεμβάλλω πως κατατέθηκαν διάφορες αποδείξεις πληρωμών της εναγόμενης που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.4.200.-. Στην συνέχεια στις 21.5.01 σύμφωνα και πάλι με την απόφαση και το πρακτικό του δικαστηρίου (τεκμ.10 και 11), μετά που άρχισε η ακροαματική διαδικασία δόθηκε άδεια στην ενάγουσα να αποσύρει την αγωγή της. Η αγωγή απερρίφθη με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Τα έξοδα επιδικάστηκαν προς όφελος της εναγόμενης. Σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκαν τρεις επιστολές του δικηγόρου της ενάγουσας. Η πρώτη με ημερομηνία 29.3.99 την οποία η εναγόμενη αντεξεταζόμενη παραδέχτηκε ότι έλαβε. Καταγράφεται σε αυτή το ιστορικό της πώλησης και καλείται η εναγόμενη να εγκαταλείψει το διαμέρισμα. Η δεύτερη χειρόγραφη, ημερομηνίας 16.11.00 (τεκμ.8) με την οποία τερματιζόταν το πωλητήριο έγγραφο και καλείτο η εναγόμενη να παραδώσει το διαμέρισμα στην ενάγουσα. Η εναγόμενη αρνήθη ότι παρέλαβε τέτοια επιστολή, σε αντίθεση με την ενάγουσα που κατέθεσε ότι ήταν παρούσα όταν ο δικηγόρος της την παρέδιδε στην εναγόμενη στο χώρο του δικαστηρίου. Ήταν η θέση της ενάγουσας επί του προκειμένου τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση, ότι η επιστολή αυτή γράφτηκε στην παρουσία της χειρόγραφα από τον δικηγόρο της, πριν την επίτευξη του συμβιβασμού στο δικαστήριο και την παρέδωσε στην εναγόμενη έξω από το κτίριο του δικαστηρίου σε μια μεγάλη φοινικιά. Η εναγόμενη αντεξετάστηκε κατά πόσο παρέλαβε την επιστολή και αρνήθηκε. ΄Η καλύτερα δεν θυμόταν αν την παρέλαβε. Παρεμβάλλω πως η εναγόμενη άφησε τις χείριστες των εντυπώσεων. Σχεδόν σε κάθε ερώτηση απαντούσε αορίστως και με γενικότητες, απέφευγε μονίμως να απαντήσει και κατέφευγε σε εντελώς άσχετα θέματα. Μονίμως πλαγιολισθούσε αοριστολογώντας για να μην απαντήσει. Ακόμα και για το σύνολο του καταβληθέντος ποσού άλλα ανέφερε. Επί του προκειμένου, είτε δεν θυμόταν αν ήταν στο δικαστήριο την συγκεκριμένη ημερομηνία, που να σημειωθεί δηλώθηκε ο προκαταρκτικός συμβιβασμός, είτε δεν θυμόταν αν παρέλαβε την επιστολή. Παρεμβάλλω πως η επιλεκτική μνήμη της εναγόμενης κυρίως επί εντελώς άσχετων θεμάτων ήταν σε πρώτη ζήτηση. Λαλίστατη επί άσχετων θεμάτων, όχι όμως επί της ουσίας, αφού δεν θυμόταν. Η μαρτυρία της ενάγουσας υποστηρίζεται αν μη τι άλλο από το πρακτικό τεκμ.5 ότι την 16.11.00 έγινε μια δήλωση στο δικαστήριο για κάποια διευθέτηση και η επιστολή φέρει την ίδια ημερομηνία και κυρίως είναι χειρόγραφη. Συντάχθηκε ως κατέθεσε η ενάγουσα από το δικηγόρο της και δόθηκε στην εναγόμενη πριν ανεβούν στο δικαστήριο και δηλώσουν τον συμβιβασμό. Αποδέχομαι επί του σημείου αυτού την μαρτυρία της και βρίσκω ότι η επιστολή αυτή επιδόθηκε στην εναγόμενη της 16.11.00 στην παρουσία της από τον δικηγόρο της κ. Θεμιστοκλέους. Στην ίδια κατάληξη και για τους ίδιους λόγους καταλήγω και για την επιστολή τεκμ.9 που και πάλι η εναγόμενη αρνήθη ότι την παρέλαβε. Αποδέχομαι ότι την παρέδωσε προσωπικά η ενάγουσα στην εναγόμενη, προσθέτω μάλιστα πως στην επιστολή αναγράφεται δια χειρός. Με την επιστολή αυτή τερματίζετο αμέσως το πωλητήριο έγγραφο και καλείτο η εναγόμενη στην παράδοση του διαμερίσματος. Είναι πανομοιότυπου περιεχομένου με την χειρόγραφη επιστολή τεκμ.
- Στην συνέχεια την 20.3.02 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Πριν προχωρήσω θα αναφερθώ στο πωλητήριο έγγραφο (τεκμ.3). Ως λέχθηκε το τίμημα πωλήσεως ήταν Λ.Κ.27.000.-. Πληρωτέας της προκαταβολής των Λ.Κ.100.- η εναγόμενη ανέλαβε την κατοχή του διαμερίσματος. Σύμφωνα με το έγγραφο, που είναι έτοιμο τυπωμένο και συμπληρώθηκε χειρόγραφα στα κενά σημεία, ποσό Λ.Κ.300- θα καταβαλλόταν την 10.9.96, ποσό Λ.Κ.2.000.- την 30.9.96 και το υπόλοιπο των Λ.Κ.24.600.- θα « πληρωθεί όταν μεταβιβαστεί «. Υπάρχει ακόμα ο όρος 3 της συμφωνίας που προνοεί ότι « ο πωλητής υποχρεούται όπως άμα της αποπληρωμής του τιμήματος πωλήσεως να μεταβιβάσει τα άνωθι κτήματα επ' ονόματι του αγοραστού ή οιουδήποτε προσώπου υποδειχθησομένου υπ' αυτού.» Παρόλο που ήταν η ενάγουσα που το κατέθεσε στο δικαστήριο, αμφισβήτησε τους όρους αποπληρωμής του υπολοίπου του τιμήματος πωλήσεως. Ήταν η θέση της πως όταν υπογράφτηκε το έδωσε στην εναγόμενη να το πάρει στην τράπεζα για να εξασφαλίσει δάνειο και έκτοτε δεν το είχε στην κατοχή της. Εξασφάλισε αντίγραφο από την αγωγή 12887/
- Η θέση της ήταν πως η συμφωνία διελάμβανε ότι ολόκληρο το τίμημα πωλήσεως, αφαιρουμένης της προκαταβολής θα καταβαλλόταν αμέσως με την μεταβίβαση και ο χρόνος μεταβίβασης ήταν μέχρι τέλος Δεκεμβρίου. Οι όροι αποπληρωμής που αναγράφονται στο έγγραφο δεν συμφωνήθηκαν, και τους συμπλήρωσε η εναγόμενη μετά την υπογραφή της συμφωνίας. Έδωσε μαρτυρία επί τούτου η μια εκ των δύο μαρτύρων του εγγράφου, η Μαρία Μεταξά, συμπτωματικά έχει το ίδιο ακριβώς ονοματεπώνυμο με την εναγόμενη. Δεν θυμόταν όμως πολλά για να διαφωτίσει το δικαστήριο, παρά μόνο ότι την φώναξαν ως γειτόνισσα να υπογράψει ως μάρτυρας στο έγγραφο. Δεν θυμόταν ποιος συμπλήρωσε το έγγραφο και παρούσα ήταν και μια κτηματομεσίτρια. Εξ όσων θυμόταν το τίμημα πωλήσεως ήταν Λ.Κ.27.000.- με Λ.Κ.28.000.- και μετά λέχθηκε ότι θα έδινε η εναγόμενη ένα γραμμάτιο σε 2-3 μήνες, επανεξεταζόμενη όμως, ανέφερε ότι είχε η εναγόμενη ένα γραμμάτιο για να πληρώσει την ενάγουσα και να γίνει μεταβίβαση. Η μαρτυρία της πέραν του ότι δεν είναι υποβοηθητική, δε βεβαιώνει την ενάγουσα για την καταβολή ολόκληρου του υπόλοιπου κατά την μεταβίβαση, ούτε και ως πρός το χρόνο μεταβίβασης, ούτε και κυρίως ότι το έγγραφο το κράτησε η εναγόμενη με σκοπό να το χρησιμοποιήσει για να εξασφαλίσει δάνειο για το τίμημα της αγοραπωλησίας. Προσθέτω πως σύμφωνα με την μάρτυρα δεν γνώριζε ποιος σύνταξε το έγγραφο. Σημειώνω ακόμα πως δεν τέθηκε ευθέως οτιδήποτε στην εναγόμενη και κυρίως ότι αργότερα συμπλήρωσε το πωλητήριο έγγραφο με πρόσθετους όρους αποπληρωμής. Η μαρτυρία της ήταν πως το έγγραφο το συμπλήρωσε κάποια από τις παριστάμενες, πάντως όχι η ίδια. Το είδε ότι ήταν εντάξει και το υπόγραψε. Έμμεσα παρέπεμψε στην μεσίτρια ότι αυτή συμπλήρωσε το έγγραφο γιατί η ενάγουσα της είπε ότι θα ερχόταν μια φίλη της που γνωρίζει για να το συμπληρώσουν. Ακόμα να προσθέσω το εξής σημαντικό, ότι σε κάθε περίπτωση πουθενά στο έγγραφο δεν αναγράφεται ότι η μεταβίβαση θα γινόταν τέλος Δεκεμβρίου που ισχυρίστηκε η ενάγουσα. Αντίθετα μάλιστα, αντεξεταζόμενη επί του θέματος η ενάγουσα ανέφερε ότι είπαν, « όταν θα είναι έτοιμοι να μεταβιβάσουν», και η εναγόμενη ήθελε να ετοιμαστεί με τις τράπεζες. Επειδή έφυγε και η ίδια για Αμερική, η εναγόμενη της είπε πως όταν θα επέστρεφ, θα ήταν και αυτή έτοιμη να γίνει η μεταβίβαση. Είπαν όπως κατέθεσε για τέλος του χρόνου και μπορεί να μην το έγγραψαν στο έγγραφο. Όπως παραστατικά το έθεσε, «θα χάσω το διαμέρισμα επειδή δεν γράφτηκε κάτι». Ακόμα και να απορρίψω εντελώς την μαρτυρία της εναγόμενης, την οποία και δεν έχω καμία απολύτως δυσκολία να την απορρίψω, και πάλι η μαρτυρία της ενάγουσας, αλλά κυρίως το ίδιο το έγγραφο ως προς την ημερομηνία μεταβίβασης δεν παραπέμπουν ούτε και αναφέρουν οτιδήποτε. Όσα ανέφερε η ενάγουσα είτε για την ημερομηνία μεταβίβασης, είτε για τους όρους αποπληρωμής, είναι σε άμεση σύγκρουση με τους όρους της γραπτής συμφωνίας και ως τέτοια μη αποδεκτά. Στην απουσία δε στέρεης και ικανοποιητικής μαρτυρίας ότι το πωλητήριο έγγραφο πλαστογραφήθηκε ή τροποποιήθηκε δια της προσθήκης πρόσθετων όρων αποπληρωμής, η εκδοχή και οι ισχυρισμοί της ενάγουσας επί του προκειμένου δεν έχουν έρεισμα και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Παρεμβάλλω πάντως πως δεν προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός στην έκθεση απαιτήσεως. Στο τέλος της ημέρας όπως θα φανεί και στη συνέχεια είναι και άνευ σημασίας. Τέλος και επειδή αξιώνεται μεταξύ άλλων και η ειδική εκτέλεση του εγγράφου, το πωλητήριο έγγραφο δεν κατατέθηκε στο κτηματολόγιο ούτε και προσκομίστηκε τέτοια μαρτυρία ώστε να μπορούσε, τηρούμενων των λοιπών προϋποθέσεων να τύχει ειδικής εκτέλεσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Με βάση τα πιο πάνω και σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα. Η ενάγουσα την 3.9.96 δυνάμει των όρων πωλητηρίου εγγράφου πώλησε στην εναγόμενη το πιο πάνω διαμέρισμα. Η εναγόμενη κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.100.- ως προκαταβολή και ανέλαβε την κατοχή του διαμερίσματος. Το υπόλοιπο του τιμήματος πωλήσεως συμφωνήθηκε ότι θα καταβαλλόταν δια της καταβολής του ποσού των Λ.Κ.300.- την 10.9.96, το ποσό των Λ.Κ.2.000.- την 30.9.
- Το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.24.600.- θα πληρωνόταν κατά την μεταβίβαση. Δεν έγινε καμία πρόνοια, ούτε υπήρχε όρος είτε πότε θα μεταβιβαζόταν, είτε πότε θα καταβαλλόταν το ποσό των Λ.Κ.24.600.- για να εξαχθεί συμπερασματικά η ημερομηνία μεταβίβασης. Οι αόριστες αναφορές της ενάγουσας, είτε πως όταν θα ήταν έτοιμοι να παν για μεταβίβαση, είτε και για τέλος του χρόνου, δεν προσδιορίζει ούτε και ορίζει με την απαιτούμενη σαφήνεια που απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις, ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου, με την ταυτόχρονη εξόφληση του τιμήματος αγοράς. Η μεταβίβαση παρέμεινε να πλανάται μετέωρη και αορίστως στο όποτε θα ήταν έτοιμοι. Αποτελεί συνεπώς περαιτέρω εύρημα ότι δεν συμφωνήθηκε ούτε και ορίστηκε ημερομηνία μεταβίβασης. Θα επανέλθω επ' αυτού αργότερα. Και θεωρώ πως το ζήτημα αυτό αποτελεί και την ουσία της διαφοράς, και δικαίως και οι δυο πλευρές στις αγορεύσεις τους, κυρίως η κα Γαβριηλίδου εδώ εστιάζονται. Κρίνω αναγκαίο αλλά και απαραίτητο να επανέλθω στις διάφορες θεραπείες που επιζητούνται με την έκθεση απαιτήσεως. Γίνεται εκτεταμένη αναφορά και από τις δυο πλευρές. Η θέση της κας Γαβριηλίδου είναι πως πρόκειται για αντιφατικές θεραπείες με άγνωστη σε τελική ανάλυση την απαίτηση την ενάγουσας. Η κα. Θεμιστοκλέους έμμεσα φαίνεται να αποδέχεται την αντιφατικότητα των διαφόρων θεραπειών, άλλως δεν θα είχε λόγο να παραπέμπει σε νομολογία που αφορά στην παροχή θεραπείας άλλης από εκείνης που επιζητείται, εφόσον δικαιολογείται από τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν. Αποτελεί γεγονός ότι δεν αποτελεί ξεκάθαρο τι σε τελική ανάλυση επιδιώκει η ενάγουσα. Ούτε και που ακριβώς στηρίζεται η βάση της αγωγής. Σύγχυση θεωρώ πως δημιουργείται με το πρακτικό του Δικαστήριο ημερ. 16.11.00 (τεκμ.5). Στις διαζευκτικές θεραπείες της παραγράφου 15 της έκθεσης απαιτήσεως ζητείται Α. Δήλωσιν του Δικαστηρίου ότι είναι άκυρος και/ή ακυρώσιμος και/ή κατέστη άνευ ισχύος και ως μη παράγουσα αποτελέσματα και/ή νομίμως ετερματίσθη απο την ενάγουσα η μεταξύ τους υπογραφείσα κατά η περί την 3.9.96 συμφωνία δια την αγοραπωλησίαν του διαμερίσματος της ενάγουσας και/ή αντικατεστάθη δια του επί δικαστηρίω συμβιβασμού της 16.11.2000 εις την αγωγη 12887/99 Β. Δήλωσιν ότι η εναγόμενη ευρίσκεται ενώπιον ουσιώδους παραβάσεως της ρηθείσας συμφωνίας πώλησης και/ή του επί δικαστηρίω επιτευχθέντος συμβιβασμού Γ. Δήλωσιν ότι δικαίως και νομίμως η ενάγουσα τερμάτισε την συμφωνία πωλήσεως λόγω ουσιωδών παραβάσεων της εναγόμενης λόγω αδυναμίας και/ή παραλείψεως εκπληρώσεως εκ μέρους της και Δ. Δήλωσιν ότι η εναγόμενη ευρέθη και εξακολουθεί να ευρίσκεται προ ουσιώδους παραβάσεως του επί δικαστήριω επιτευχθέντος συμβιβασμού. Ακολουθούν διάταγμα για έξωση, τόκους και αποζημιώσεις για δικαιώματα χρήσεως. Άμεσα συναφής προς τούτο είναι η εισήγηση της κας. Γαβριηλίδου ότι με την απόσυρση της αγωγής 12887/99 έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο, αφού υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και επιδίκων θεμάτων. Προσθέτω πως η κα. Θεμιστοκλέους όπως διαφαίνεται με την αγόρευση της επιζητά τα πιο πάνω διατάγματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αν η αγωγή εδράζεται σε παράβαση του κατ' ισχυρισμόν επιτευχθέντος επί δικαστηρίω συμβιβασμού ημερ. 16.11.00 το νομικό πλαίσιο μεταβάλλεται άρδην. Δεδομένου μάλιστα ότι το δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει σε εύρημα ότι επιδόθηκαν στην εναγόμενη οι επιστολές τεκμ.8 και
- Και αν η χειρόγραφη επιστολή τεκμ.8 επιδόθηκε σύμφωνα με την μαρτυρία της ενάγουσας πριν από τον κατ' ισχυρισμόν επιτευχθέντα συμβιβασμό, η επιστολή ημερ. 20.5.01 επιδόθηκε σαφώς μετά. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι στην επιστολή αυτή γίνεται ευθέως αναφορά σε τερματισμό του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 3.9.96 και όχι σε κάποιο κατ' ισχυρισμόν συμβιβασμό. Προσθέτω ακόμα πως τίποτε δεν τέθηκε στην εναγόμενη σε σχέση με τον λεγόμενο συμβιβασμό. Επί της ουσίας και για την νομική εμβέλεια της δήλωσης των δικηγόρων ενώπιον του δικαστηρίου την 16.11.00 έχω την άποψη ότι δεν επετεύχθη κανένας τελικός και δεσμευτικός συμβιβασμός ή συμφωνία. Πρόκειται για ένα προκαταρκτικό συμβιβασμό, υπό την αίρεση εκπλήρωσης κάποιων υποχρεώσεων. Σαφώς αναφέρεται στην δήλωση των δικηγόρων των δυο πλευρών ότι η αγωγή, όταν ολοκληρωθεί ο συμβιβασμός θα αποσυρθεί ως πλήρως διευθετηθείσα. Την 21.5.01 υπάρχει απόφαση του δικαστηρίου (τεκμ.11) που επιβεβαιώνει την άποψη αυτή. Αναφέρεται στην απόφαση ότι «Μετά την συμπλήρωση της δικογραφίας, άρχισε στις 18.10.00 η ακροαματική διαδικασία. Στις 16.11.00 επετεύχθη μεταξύ των διαδίκων προκαταρκτικός συμβιβασμός, ο οποίος σύμφωνα με τις δηλώσεις των διαδίκων θα παρέμενε σε εκκρεμότητα, μέχρι την ολοκλήρωση των όρων που τέθηκαν και από τις δυο πλευρές. Ο συμβιβασμός δεν υλοποιήθηκε και στο τέλος της ημέρας ο συνήγορος της ενάγουσας ζήτησε την άδεια του δικαστηρίου να αποσύρει την αγωγή με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της. Υπάρχει ακόμα το εξής σημαντικό, που είναι μία δήλωση του συνηγόρου της ενάγουσας, ότι η μη υλοποίηση των όρων του προκαταρκτικού συμβιβασμού οφείλετο στην άρνηση της εναγομένης. Ακολούθως στην σελίδα 5 του τεκμ.11 το δικαστήριο καταλήγει ως εξής. «Δίδεται άδεια στην ενάγουσα να αποσύρει την αγωγή της. Η αγωγή απορρίπτεται με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της εναγόμενης και σε βάρος της ενάγουσας». Είναι επ' αυτής της απόφασης που η κα. Γαβριηλίδου εισηγήθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής παραπέμποντας σε σχετικές επί τούτου αποφάσεις. Με δεδομένα τα πιο πάνω, κρίνω πως δεν υπήρξε κανένας συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων, αντίθετα η αγωγή για τους λόγους που αρκούντως αναφέρονται στην πιο πάνω απόφαση του δικαστηρίου απερρίφθη με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Η αναφορά στην αγόρευση της κας Θεμιστοκλέους για παράβαση εκ μέρους της εναγόμενης του επιτευχθέντος συμβιβασμού κατά παράβαση του αρ.51 του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149 δεν έχει βάση. Ούτε ακόμα έχει βάση ότι ο συμβιβασμός υποκατέστησε το πωλητήριο έγγραφο και κατ' επέκταση η εναγόμενη βρίσκεται σε αθέτηση του επί δικαστηρίω συμβιβασμού. Άλλωστε να επαναλάβω ότι ο τερματισμός που έγινε με τις επιστολές τεκμ.8 και 9 ήταν του πωλητηρίου έγγραφου και όχι κάποιου συμβιβασμού. Ούτε και κλήθηκε η εναγομένη να πράξει οτιδήποτε σε σχέση με τον λεγόμενο συμβιβασμό. Επί του θέματος του δεδικασμένου ως εξηγείται στον Odgers on Pleading and Practice 20η εκδ. σελ.149 αν το ένα μέρος επιθυμεί να εγείρει οποιοδήποτε θέμα για να εκδικαστεί προδικαστικά ως νομικό θέμα (point of law), οφείλει να το εγείρει στην υπεράσπιση. Όταν το προδικαστικό θέμα αφορά δεδικασμένο, η κατάλληλη διαδικασία είναι η εγερθεί στην υπεράσπιση. Τέτοια ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Γαβριηλ κ.α ν Αγαπίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1868 που παρέπεμψε η κα. Γαβριηλίδου. Εξηγείται ακόμα στο πιο πάνω σύγγραμμα (σελ.203) ότι το κώλυμα (estoppel) πρέπει πάντοτε να εγείρεται ειδικά στην υπεράσπιση, εκτός αν φαίνεται στα δικόγραφα όταν εγείρεται ως προδικαστικό θέμα. Στην δε σελ.201 εξηγείται ότι η υπεράσπιση του δεδικασμένου δεν μπορεί να εγερθεί, εκτός αν δικογραφείται ειδικά στην υπεράσπιση. Για τους λόγους αυτούς και έχοντας υπόψη μου ότι δεν εγείρεται ειδικά με την υπεράσπιση θέμα δεδικασμένου, κρίνω ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να το εξετάσει. Και τούτο ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, αφού δεν έχει παρουσιαστεί στο δικαστήριο η πιο πάνω αγωγή, για να διαφανεί αν υπάρχει, μεταξύ άλλων και ταυτότητα επιδίκων θεμάτων. Έχω ήδη καταλήξει για τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου. Έχουν κατατεθεί σειρά αποδείξεων πληρωμής της εναγόμενης προς την ενάγουσα. Πρόκειται για 19 αποδείξεις (τεκμ.6) συμποσούμενες στο ποσό των Λ.Κ.4.200.-. Στο πρακτικό του δικαστηρίου τεκμ.5 ως λέχθηκε δηλώθηκε ότι η εναγόμενη πλήρωσε Λ.Κ.6.000.-. Απλή επιθεώρηση των αποδείξεων ανατρέπει τους ισχυρισμούς της εναγόμενης ότι κατέβαλε τις δόσεις που αναγράφονται στο έγγραφο. Πέραν του ποσού των Λ.Κ.100.- της προκαταβολής που πλήρωσε την 3.9.96, η επόμενη πληρωμή που έγινε ήταν στις 8.11.
- Να παρεμβάλω πως όλες σχεδόν οι αποδείξεις αναγράφουν, έναντι αξίας αγοράς διαμερίσματος αρ. θύρας 608 εις την Ιωάννη Πολέμη 3 Λευκωσία. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί πως σε καμιά απόδειξη η ενάγουσα δεν επιφύλαξε τα δικαιώματα της για τις όντως εκπρόθεσμες καταβολές πληρωμών της εναγόμενης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εναγόμενη δεν τήρησε τους όρους του συμβολαίου για την καταβολή την ορισθείσα κάθε φορά ημερομηνία των συμφωνηθέντων ποσών. Συνέχισε όμως να καταβάλει δόσεις σε διάφορες ημερομηνίες. Τελευταία φορά που πλήρωσε δόση στην ενάγουσα ήταν την 23.12.99 το ποσό των Λ.Κ.70.-. Αυτά συνάγονται από τις αποδείξεις που κατατέθηκαν, έστω και αν είναι ελλιπείς. Την 29.3.99 στάληκε η επιστολή τεκμ.
- Στην παράγραφο 3 της επιστολής, αφού στις προηγούμενες παραγράφους αναγράφεται το ιστορικό της πώλησης με την προσθήκη ότι ο χρόνος μεταβίβασης συνεφωνήθη την 31.12.96, αναφέρεται ότι μετά την παρέλευση της 31.12.96 και δεδομένου ότι δεν προσέρχετο η εναγόμενη για μεταβίβαση και ζητούσε παράταση του χρόνου, συνεφωνήθη να καταβάλει Λ.Κ.150.- μηνιαίως ως δικαιώματα χρήσεως μέχρι να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση εντός εύλογου χρόνου. Εδώ να παρεμβάλω πως η ενάγουσα στην γραπτή της δήλωση άλλως ανέφερε τα γεγονότα. Ότι μετά την 1.1.97 η εναγόμενη ζήτησε 6μηνο παράταση και να καταβάλλει Λ.Κ.150.- μηνιαίως και θα οφείλει τόκους 9% επί του υπολοίπου μέχρι την πραγματοποίηση της μεταβίβασης. Ακολούθως η εναγόμενη της ζήτησε νέα 6μηνο προθεσμία την οποία και αποδέχτηκε, τονίζοντας ότι δεν θα αποδεχόταν άλλη παράταση. Απράκτου και της νέας παράτασης την κάλεσε προς εκπλήρωση, χωρίς να διευκρινίζει τι εννοεί, και ως αποτέλεσμα απέστειλε ο δικηγόρος της την πιο πάνω επιστολή. Με την οποία την καλούσε να της παραδώσει κενή και ελεύθερα την κατοχή του διαμερίσματος. Είναι σαφές κατ' αρχήν ότι η μεν ενάγουσα θεωρεί τις καταβολές ως πληρωμή έναντι αγοράς, η δε επιστολή τις εκλαμβάνει ως δικαιώματα χρήσεως, εξ' ου και καλεί την εναγόμενη σε παράδοση κενής και ελευθέρας της κατοχής του διαμερίσματος. Υπάρχει και η δήλωση στο πρακτικό της ρηθείσας αγωγής ότι κατέβαλε Λ.Κ.6.000.-, αλλά και η απαίτηση που είναι για Λ.Κ.21.000.-, εκ των οποίων συνάγεται ότι οι πληρωμές γίνονταν έναντι του τιμήματος της πώλησης και όχι ως δικαίωματα χρήσεως, ότι και αν σημαίνει αυτό. Δεν παραγνωρίζω ότι η ενάγουσα αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι οι πληρωμές ήταν δικαιώματα χρήσεως του διαμερίσματος, γιατί συμπλήρωσε, δεν ήταν έτοιμη η εναγόμενη με τις τράπεζες. Σε κάθε όμως περίπτωση οι αποδείξεις πληρωμών ρητώς αναφέρουν ότι ήταν έναντι αγοράς του διαμερίσματος και δεδομένου ότι ως ορθά υπέδειξε και η κα Γαβριηλίδου, συνέχισαν οι καταβολές και μετά την πιο πάνω επιστολή, καμιά επιφύλαξη δικαιωμάτων εκ μέρους της δεν έγινε. Είναι ακόμα σαφές ότι με την επιστολή η εναγόμενη δεν κλήθηκε να παρουσιαστεί στο κτηματολόγιο κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία για να γίνει η επ' ονόματι της μεταβίβαση του ακινήτου με την ταυτόχρονη εξόφληση εκ μέρους της του υπόλοιπου του τιμήματος αγοράς. Οι αόριστες αναφορές της ενάγουσας ότι της είπε πολλές φορές αλλά η εναγόμενη δεν πήγε στο κτηματολόγιο, όχι μόνο δεν υποστηρίζονται από τα διάφορα έγγραφα που κατέθεσε, αλλά είναι και εντελώς αόριστη. Αντίθετα η εναγόμενη συνέχισε να πληρώνει κατά καιρούς διάφορα ποσά και η ενάγουσα να τα εισπράττει και να τα αποδέχεται ανεπιφύλακτα. Στην πορεία των πραγμάτων, και ανεξάρτητα τι διαμεσολάβησε με την προγενέστερη αγωγή, την 16.11.00 δόθηκε δια χειρός νέα επιστολή στην εναγόμενη με την οποία τερματίζετο το πωλητήριο έγγραφο. Ανάλογη ήταν και η επιστολή 20.5.01, πλην όμως η εναγόμενη συνέχισε να πληρώνει και η ενάγουσα να εισπράττει ανεπιφύλακτα. Θεωρώ πώς τα πιο πάνω είναι αρκετά για να σκιαγραφήσουν σε πολύ αδρές γραμμές τα γεγονότα. Η αναφορά στο νομικό μέρος κρίνω πως θα δώσει και τις τελικές απαντήσεις. Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Καλησπέρας ν. Δρυάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 867 ο χρόνος εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί, αφ εαυτού ουσιώδη όρο της σύμβασης, εκτός αν αυτή είναι η πρόθεση των μερών, όπως διαγράφεται από τους όρους. Εξηγείται : « Σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου διαφωτίζει πότε συμβατικός όρος, ως προς τον χρόνο εκπλήρωσης υποχρεώσεων μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης και πότε μπορεί να καταστεί ουσιώδης, όπου δεν προβλέπεται από τη σύμβαση, μετά την παροχή λογικής προειδοποίησης προς συμμόρφωση. (Βλ. μεταξύ άλλων Charalampous v. Vakana
(1992)1 C.L.R. 310, Paraskeva and Others v. Lantas
(1988)1 C.L.R. 285, Rodoulli v. Papasavvas
(1988)1 C.L.R. 540). « Με βάση τα ευρήματα του δικαστηρίου κανένας όρος της συμφωνίας δεν ήταν ουσιώδης, ούτε και υπάρχει κάποια αναφορά στο πωλητήριο έγγραφο για ουσιώδεις όρους. Πέραν όμως αυτού κενό υπήρξε και ως προς τον χρόνο μεταβίβασης. Έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλπ. Iris Development Ltd v. Λαζαρίδης
(2000)1 Α.Α.Δ. 1504, και Παφίτης κ.α. ν. Challenge Advertising Agency Ltd κ.α
(2001)1 Α.Α.Δ. 694) με αναφορά στο Pollock Mulla, Indian Contract and Specific Relief Act 9η έκδοση 389 ότι : « Even in the case of sale of land, time can be made of the essence of the contract by giving a notice to the other side quilty of undue delay to perform the contract in a reasonable time. This can also be done in a contract where the stipulation of time as the essence has been waived. « Και δεν υπάρχει αμφιβολία πως στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η ενάγουσα όχι μόνο ανέχτηκε τις καθυστερήσεις της εναγόμενης στην καταβολή των δυο προβλεπόμενων δόσεων, αλλά της έδινε και παρατάσεις επί της καταβολής του συνόλου του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης. Τα γεγονότα επί της ανοχής της ενάγουσας, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παραίτηση των δικαιωμάτων της από τις ορισθείσες ημερομηνίες καταβολής των δόσεων, είναι παρόμοια με την υπόθεση Iris ανωτέρω. Διαφέρουν όμως ως προς την ουσία τους, τόσο ως προς το πραγματικό όσο και ως προς το νομικό υπόβαθρο από τα γεγονότα στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Level Tachxcavs Ltd
(1994)1 Α.Δ.Δ. 600, γιατί εκεί προσδιορίζετο στην σύμβαση χρόνος εκπλήρωσης της υποχρέωσης των εναγομένων σε σχέση με την ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου, κάτι που εδώ δεν συντρέχει, αφού ως το εύρημα του δικαστηρίου δεν υπήρξε συμβατικός προσδιορισμός της μεταβίβασης του ακινήτου με την εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος. Σε τέτοια περίπτωση η νομολογία αναγνωρίζει ότι το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να καταστήσει το χρόνο ουσιώδη, αν υπάρξει παράβαση των συμφωνηθέντων. (Xenofontos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R 23, Latifundia Properties Ltd Ψακη κ.α
(2003)1 Α.Α.Δ.670). Και ως λέχθηκε αυτό ισχύει ακόμα και εκεί που η συμπεριφορά είναι τέτοια που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παραίτηση δικαιώματος. Η κα. Θεμιστοκλέους στην αγόρευση της αναφέρεται στο αρ.51 του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.
- Θεωρεί ότι η εναγόμενη με την συμπεριφορά της, επειδή ποτέ δεν προσφέρθηκε να εκπληρώσει την υποχρεώση της για εξόφληση, συνιστά υπαναχώρηση και ολοφάνερη ουσιώδη παράβαση, που δίνει δικαίωμα στην ενάγουσα να ακυρώσει την συμφωνία. Διασυνδέεται η εισήγηση ότι από την ακύρωση της συμφωνίας ή και από την μη τήρηση του συμβιβασμού, η εναγομένη κατέχει το ακίνητο παράνομα. Θέμα συμφωνίας επί δικαστηρίω ως λέχθηκε δεν τίθεται. Εναλλακτικά εισηγείται εφαρμογή του αρ.46 του Κεφ.
- Η επίκληση του άρθρου 46 του Κεφ.149 ως υπεδείχθη στην Tachxcavs ανωτέρω, τίθεται μόνο εκεί που δεν υπάρχει προσδιορισμός χρόνου εκπλήρωσης. Οπότε σε αυτή την περίπτωση, η ενάγουσα όφειλε να καταστήσει τον χρόνο ουσιώδη καλώντας την εναγόμενη να παρουσιαστεί στο κτηματολόγιο δίνοντας της προς τούτο εύλογο χρόνο, για την ταυτόχρονη επ' ονόματι της μεταβίβαση του ακινήτου και εξόφληση του τιμήματος αγοράς. (βλπ. ακόμα Χαραλάμπους ν. Θέμη Ιωάννου Κτηματική Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1625.) Στην παρούσα υπόθεση δεν έγινε κάτι τέτοιο. Αντ' αυτού και χωρίς οτιδήποτε άλλο τερματίστηκε άμεσα το πωλητήριο έγγραφο. Για να μπορεί δε να τύχει εφαρμογής το αρ.51 του Κεφ.149 ως προς τις αμοιβαίες υποσχέσεις, θα έπρεπε να υπήρχε ρητός όρος για την ημερομηνία μεταβίβασης με την ταυτόχρονη εξόφληση, ως ήταν για παράδειγμα τα γεγονότα στην υπόθεση Σπύρου ν. Aristo Developers Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ 1159. Στην υπόθεση αυτή, την συμφωνηθείσα ημερομηνία για την ταυτόχρονη εκπλήρωση των εκατέρωθεν υποσχέσεων, κανένα μέρος δεν πληροφόρησε το άλλο την ετοιμότητα του προς εκπλήρωση και ως εκ τούτου ως υπεδείχθη, σε κανένα από τα μέρη δεν παρέχετο δικαίωμα να ακυρώσει τη συμφωνία. Το ερώτημα όμως που τίθεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, με διαμορφωμένα τα ευρήματα του δικαστηρίου και το νομικό πλαίσιο ως έχει διαγραφεί, είναι αν ο τερματισμός του εγγράφου από την ενάγουσα ήταν έγκυρος για να της δώσει στη συνέχεια δικαίωμα να εγείρει αγωγή αξιώνοντας εναντίον της εναγόμενης την επιστροφή του ακινήτου και αποζημιώσεις. Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Εφόσον η ενάγουσα ποτέ δεν κατέστησε ουσιώδη όρο της συμφωνίας της με την εναγόμενη την μεταβίβαση του ακινήτου με την ταυτόχρονη εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος πώλησης, ο τερματισμός της συμφωνίας έγινε χωρίς να της παρέχεται τέτοιο δικαίωμα. Κατά συνέπεια ο τερματισμός είναι άνευ νομικού ερείσματος και δεν επιφέρει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Ο τερματισμός μιας συμφωνίας εξυπακούει παράβαση κάποιου ουσιώδη όρου. Είτε γιατί προβλέπεται στο έγγραφο, είτε γιατί τον κατέστησε ουσιώδη το ένα μέρος προς το άλλο. Στην προκείμενη περίπτωση, αφού η ημερομηνία μεταβίβασης με την ταυτόχρονη εξόφληση ποτέ δεν κατέστη ουσιώδης όρος της συμφωνίας από την ενάγουσα, η εναγόμενη δεν βρέθηκε σε παράβαση κάποιου ουσιώδη όρου, που θα έδινε το δικαίωμα στην ενάγουσα να τερματίσει το συμβόλαιο. (βλπ. Καλησπέρα και Παφίτης ανωτέρω). Με διαμορφωμένο πλέον το σκηνικό τόσο επί των πραγματικών γεγονότων υπό μορφή ευρημάτων όσο και την υπαγωγή τους στο νομικό πλαίσιο, η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ως αποτέλεσμα η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν ως η πάγια τακτική το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται προς όφελος του εναγόμενου και σε βάρος της ενάγουσας. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο