← Κύπρος

ELLINAS FINANCE LTD ν. ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, Αρ.Αγωγής: 11320/04, 30 Ιουλίου, 2007

ELLINAS FINANCE LTD ν. ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, Αρ.Αγωγής: 11320/04, 30 Ιουλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 11320/04 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE LTD Ενάγουσας και ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Εναγομένου _____________________ 30 Ιουλίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Ν. Χρυσάνθου. Για τον Εναγόμενο: κα Γ. Χατζηπροδρόμου (στην εκφώνηση της απόφασης η κα Τεουλίδου). _____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα εταιρεία που ασχολείται με χρηματοδοτικές εργασίες διεκδικεί από τον εναγόμενο το ποσό των £12.835,00 σεντ πλέον τόκο 1.5% μηνιαίως από 1.1.2004 δυνάμει "γραμματίου εις διαταγή" ή διαζευκτικά δυνάμει "υποσχετικού εγγράφου". Ως διατείνεται, στις 20.4.2001 ο εναγόμενος έναντι νομίμου ανταλλάγματος υπέγραψε σε διαταγή και προς όφελος της γραμμάτιο εις διαταγή ή υποσχετικό έγγραφο για ποσό £10.000 πλέον τόκο 1.5% από 21.7.2001 μέχρι εξόφλησης. Προς διασφάλιση του πιο πάνω χρέους, ο εναγόμενος στις 18.4.2001 ενεχυρίασε προς όφελος της ενάγουσας 40.000 μετοχές της εταιρείας White Κnight Holdings Ltd σε σχέση με τις οποίες, η τελευταία ζητά και διάταγμα πώλησης. Παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος έναντι του εν λόγω γραμματίου ή υποσχετικού εγγράφου κατέβαλε κατά καιρούς διάφορα ποσά, εξακολουθεί παρά τις οχλήσεις, να οφείλει το διεκδικούμενο ποσό. Από πλευράς του ο εναγόμενος μολονότι παραδέχεται την υπογραφή του προαναφερθέντος εγγράφου, ισχυρίζεται ότι τούτο είναι χωρίς νομική ισχύ και αποτέλεσμα, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, ήτοι το έγγραφο φέρει τόκο πέραν του δια νόμου επιτρεπόμενου και δεν υπεγράφη στην ταυτόχρονη παρουσία δύο μαρτύρων. Συνολικά μέχρι την 1.1.04 οι παράνομες χρεώσεις ανήλθαν σε £4.498,

  1. Συναφώς παραδέχεται την ενεχυρίαση των προαναφερθέντων μετοχών αλλά ισχυρίζεται πως και αυτή η συμφωνία είναι χωρίς νομική ισχύ και αποτέλεσμα αφού υπεγράφη όχι δυνάμει γραμματίου ή υποσχετικού εγγράφου αλλά για διασφάλιση δανείου, η παραχώρηση του οποίου, αποτελούσε από μέρους της ενάγουσας, παράνομη ενάσκηση τραπεζικών εργασιών. Για τους προαναφερθέντες λόγους, ανταπαιτητικώς ζητά δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες δανειοδότησης και ενεχυρίασης είναι άκυρες καθώς και δηλώσεις πως οι ενεχυριασθείσες μετοχές ανήκουν στον ίδιο και θα πρέπει ως εκ τούτου να του παραδοθούν τα σχετικά πιστοποιητικά. Με το απαντητικό της δικόγραφο η ενάγουσα αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς και θεραπείες που ζητά ο εναγόμενος και εμμένει στην ορθότητα των δικών της. Με βάση την πιο πάνω δικογραφημένη εικόνα των πραγμάτων η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατέθεσαν ο διευθυντής της ενάγουσας κ. Αιμίλιος Έλληνας (Μ.Ε.1) και ο εναγόμενος, Άριστος Αριστείδου. Ο Μ.Ε.1 υιοθετώντας γραπτή δήλωση (έγγραφο 1) αναφέρθηκε στο όλο ιστορικό της υπόθεσης καταθέτοντας σχετικά και εννιά τεκμήρια. Πρόκειται για την αίτηση για εξασφάλιση δανείου (τεκμήριο 1), το επίδικο γραμμάτιο (τεκμήριο 2), τη συμφωνία ενεχυρίασης (τεκμήριο 3), ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 4), κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 5), επιστολή υπογραμμένη από τον εναγόμενο υπό τον τίτλο "Παράταση Δανείου" (τεκμήριο 6) και προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 31.10.03, 27.8.04 και 29.11.04 αντίστοιχα (τεκμήρια 7, 8 και 9). Κατά την αντεξέταση του M.E.1 δεν αμφισβητήθηκε κανένας από τους προβαλλόμενους του ισχυρισμούς ούτε και του έγιναν οποιεσδήποτε υποβολές αντιθέτων ή διαφορετικών θέσεων και ισχυρισμών. Απλώς του υποβλήθηκαν μερικές ερωτήσεις και του ζητήθηκε να καταθέσει διάφορα έγγραφα (κυρίως αποδείξεις πληρωμής και επιταγές - τεκμήρια 10-13) ώστε να καταδειχθεί με βεβαιότητα, ως διαφάνηκε στη συνέχεια, ότι το οφειλόμενο ποσό διεκδικείται δυνάμει παραχωρηθέντος δανείου και όχι, ως αναφέρεται στα δικόγραφα, δυνάμει γραμματίου ή υποσχετικού εγγράφου. Από πλευράς του ο εναγόμενος στη δική του μαρτυρία δεν αρνήθηκε κανένα από τους κύριους ισχυρισμούς της ενάγουσας λέγοντας ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση και για να αντεπεξέλθει αποτάθηκε στην ενάγουσα, η οποία, ως είχε ενημερωθεί από συνάδελφο του, παρείχε βραχυπρόθεσμα δάνεια. Αναγνώρισε και τη συμφωνία ενεχυρίασης, λέγοντας όμως ότι αυτή δεν υπεγράφη στην παρουσία δύο μαρτύρων. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του εναγόμενου ακολούθησαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων. Αμφότεροι κατέθεσαν και υιοθέτησαν γραπτές αγορεύσεις. Τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στην αγόρευση της συνηγόρου του εναγόμενου κας Χατζηπροδρόμου συνοψίζονται βασικά σε πέντε. Πρώτον, ότι η όλη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα της ενάγουσας, δηλαδή του Μ.Ε.1, ήταν εκτός δικογράφων. Ο μάρτυρας αυτός, υποδεικνύεται, επιχείρησε να θεμελιώσει την απαίτηση της ενάγουσας σε κατ' ισχυρισμό δάνειο. Τέτοια βάση αγωγής όμως δεν προβάλλεται στα δικόγραφα. Η αγωγή στηρίζεται σε γραμμάτιο εις διαταγή ή υποσχετικό έγγραφο και όχι σε παραχωρηθέν δάνειο. Δεύτερον, ακόμα και αν δεν γίνει δεκτή αυτή η θέση, το φερόμενο ως γραμμάτιο θα πρέπει να εξετασθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  2. Μια τέτοια εξέταση αποκαλύπτει πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το συγκεκριμένο άρθρο, αφού αφενός δεν υπεγράφη στην ταυτόχρονη παρουσία δύο μαρτύρων και αφετέρου προβλέπει για τόκο διπλάσιο του επιτρεπομένου. Ως εκ τούτου, συνεχίζει η συλλογιστική του επιχειρήματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί γραμμάτιο συνήθους τύπου με βάση το άρθρο 78 και κατ' επέκταση είναι άκυρο. Τρίτον, το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε και ως γραμμάτιο σε διαταγή δυνάμει του άρθρου 83 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 καθότι δεν πληρείται η προϋπόθεση που θέτει το εδάφιο 2 του προαναφερθέντος άρθρου, δηλαδή ότι "έγγραφο υπό μορφή γραμματίου πληρωτέο σε διαταγή του εκδότη δεν είναι γραμμάτιο εντός της έννοιας του άρθρου αυτού, εκτός και μέχρις ότου οπισθογραφηθεί από τον εκδότη". Επ' αυτού η κα Χατζηπροδρόμου υπενθύμισε ότι ο Μ.Ε.1 παραδέχθηκε πως το έγγραφο δεν οπισθογραφήθηκε από τον εναγόμενο, γεγονός εξάλλου που διαφαίνεται και στο ίδιο το έγγραφο (τεκμήριο 2). Τέταρτο, η διαζευκτική αξίωση της ενάγουσας στη βάση υποσχετικού εγγράφου δεν δύναται να αποτελέσει το υπόβαθρο για την απόδοση θεραπείας καθότι ως έχει νομολογηθεί, η αναγνώριση χρέους δεν αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και πέμπτο σε ότι αφορά ειδικά τη συμφωνία ενεχυρίασης που άπτεται της ανταπαίτησης, υποστηρίζεται ότι η ενεχυρίαση των μετοχών ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το κατ' ισχυρισμό γραμμάτιο (τεκμήριο 2) και επομένως η απόρριψη της αγωγής στηριζόμενης στο εν λόγω γραμμάτιο θα πρέπει να συμπαρασύρει και τη συμφωνία ενεχυρίασης και να οδηγήσει σε ακύρωση της και ταυτόχρονα στην έκδοση διατάγματος για επιστροφή των 40.000 ενεχυριασθεισών μετοχών στον εναγόμενο. Στην αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας κου Χρυσάνθου υποστηρίζεται πως το τεκμήριο 2 πληροί όλες τις προϋποθέσεις του Νόμου και αποτελεί έτσι γραμμάτιο εις διαταγή. Επ' αυτού επισημαίνεται πως η μαρτυρία του Μ.Ε.1 που αναφέρθηκε με πάσα λεπτομέρεια στα διαδραματισθέντα, παρέμεινε αναντίλεκτη. Όσον αφορά τις προβαλλόμενες υπερασπίσεις, υποστήριξε ότι το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου 149 είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα καθότι ουδέποτε υποστηρίχθηκε ότι το τεκμήριο 2 είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Κατ' επέκταση δεν προκύπτει και ζήτημα υπέρβασης του μέγιστου ποσοστού επιτοκίου που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο. Το προβλεπόμενο στο τεκμήριο 2 επιτόκιο, επισημαίνεται, μετά τη θέσπιση του περί Ελευθεροποίησης των Επιτοκίων Νόμου 160

(1)/99 που τέθηκε σε εφαρμογή την 1.1.2001 είναι απόλυτα επιτρεπτό και νόμιμο. Περαιτέρω με παραπομπή σε νομολογία απορρίπτονται οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του εναγόμενου για την παράνομη ενάσκηση τραπεζικών εργασιών. Τέλος σε ότι αφορά τη συμφωνία ενεχυρίασης υποστηρίζεται πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 138 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, γεγονός που καταδεικνύει τη νομιμότητα της. Στη βάση των πιο πάνω επιχειρημάτων ζητείται η έκδοση απόφασης ως η απαίτηση. Έχουν τεθεί διάφορα ζητήματα από πλευράς εναγόμενου. Προέχει νομίζω αυτό που άπτεται των δικογράφων, αφού τούτο επιδρά στη δοθείσα μαρτυρία και κατ' επέκταση στην περαιτέρω πορεία της υπόθεσης. Έτσι θα ξεκινήσω την εξέταση απ' αυτό. Τα δικόγραφα ως γνωστό αποτελούν τη βάση της δίκης. Απ΄ αυτή τη βάση δεν επιτρέπεται καμία εκτροπή ή παρέκκλιση. Στην υπόθεση Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, 839 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: "H δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.):- "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία (δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει). Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και είναι απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." Είναι η θέση της πλευράς του εναγόμενου πως άλλη είναι η δικογραφημένη βάση της αγωγής, ήτοι γραμμάτιο σε διαταγή και υποσχετικό έγγραφο και άλλη η βάση που προωθήθηκε κατά την ακρόαση, ήτοι δάνειο. Έχω την άποψη πως η πιο πάνω θέση δεν είναι ορθή. Στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται πως ο εναγόμενος υπέγραψε γραμμάτιο εις διαταγή για ποσό £10.000 για νόμιμο αντάλλαγμα πληρωτέο την 20.7.
  1. Το νόμιμο αντάλλαγμα δεν ήταν άλλο από το παραχωρηθέν δάνειο των £10.
  2. Το γραμμάτιο δεν υπεγράφη "στο κενό", ούτε και δόθηκε χωρίς λόγο. Δόθηκε ως έγγραφη και ισχυρή εξασφάλιση του παραχωρηθέντος δάνειου μαζί με τους συμφωνηθέντες τόκους. Με άλλα λόγια το δάνειο στο οποίο αναφερόταν ο Μ.Ε.1 κατά την ακρόαση ήταν το αντάλλαγμα βάσει του οποίου υπεγράφη το γραμμάτιο. Τα δύο διαπλέκονται σε τέτοιο βαθμό που θα πρέπει να θεωρούνται ταυτισμένα. Συνεπώς δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει δεκτή η θέση πως πρόκειται για διαφορετικές βάσεις αγωγής. Εξάλλου ο Μ.Ε.1 στην κυρίως του εξέταση (βλ. έγγραφο 1) ήταν σαφής στο ότι το διεκδικούμενο ποσό οφείλεται δυνάμει του γραμματίου το οποίο κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Αυτή η αναφορά απλώς δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά παρέμεινε και αναντίλεκτη. Ως εκ των ανωτέρω, το πρώτο θέμα που ήγειρε η πλευρά του εναγόμενου απορρίπτεται. Το δεύτερο θέμα που έθεσε η πλευρά του εναγόμενου είναι ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  3. Ως επισήμανση η θέση αυτή είναι ορθή. Ωστόσο η μη εκπλήρωση των εν λόγω προϋποθέσεων δεν σημαίνει ότι το επίδικο γραμμάτιο είναι άκυρο ή χωρίς νομικό αποτέλεσμα και ισχύ. Το άρθρο 78 διέπει τα γραμμάτια συνήθους τύπου. Το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί την υπέρτατη μορφή γραμματίου και ως τέτοιο προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα στον δικαιούχο, για παράδειγμα, το περιεχόμενο του αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σ' αυτό, εξ ου και η ανάγκη να τηρούνται απόλυτα οι τυπικότητες του άρθρο 78 (βλ. Φουλή v. Μηχαήλ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1144). Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εκφραστεί, δικογραφικά ή άλλως πως η φιλοδοξία όπως το επίδικο γραμμάτιο κριθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Τουναντίον περιγράφεται ως γραμμάτιο εις διαταγή που διέπεται από εντελώς διαφορετικό νομικό καθεστώς. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση της πλευράς του εναγόμενου ότι το κάθε γραμμάτιο θα πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 78 καθ' ότι τούτο συνειρμικά θα οδηγούσε σε κατάργηση κάθε μορφής γραμματίου και αξιόγραφου πλην του γραμματίου συνήθους τύπου. Συνεπώς απορρίπτεται και αυτή η θέση. Το επόμενο θέμα που θίγει η πλευρά του εναγόμενου είναι πως δεν πληρούνται καν οι προϋποθέσεις που θέτει το εδάφιο
(2)του άρθρου 83 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262. Το άρθρο 83 στο σύνολο του προβλέπει τα εξής: "
(1)Γραμμάτιο σε διαταγή είναι η χωρίς όρους γραπτή υπόσχεση που παρέχεται από έναν πρόσωπο σε άλλο υπογεγραμμένη από τον εκδότη ο οποίος υπόσχεται να πληρώσει, εν όψει ή σε ορισμένο προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο, ορισμένο ποσό χρημάτων σε ορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή ορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο υπό μορφή γραμματίου σε διαταγή του εκδότη δεν είναι γραμμάτιο εντός της έννοιας του άρθρου αυτού εκτός και μέχρις ότου τούτο οπισθογραφηθεί από τον εκδότη.
(3)Γραμμάτιο δεν είναι άκυρο λόγω μόνο ότι περιλαμβάνει επίσης ενέχυρο παράλληλης ασφάλειας με εξουσία περί πώλησης ή διάθεσης αυτού.
(4)Γραμμάτιο το οποίο εκδόθηκε και είναι πληρωτέο στην Κύπρο ή εμφανίζεται ως τέτοιο επί της πρόσθιας όψης του, και είναι πληρωτέο στην Κύπρο είναι γραμμάτιο εσωτερικού. Κάθε άλλο γραμμάτιο είναι γραμμάτιο εξωτερικού.
(5)Έγγραφο υπό μορφή γραμματίου ασφαλισμένο με υποθήκη ακίνητης περιουσίας δεν είναι γραμμάτιο εντός της έννοιας του άρθρου αυτού.
(6)Έγγραφο υπό μορφή γραμματίου το οποίο περιέχει στο κείμενο του τις λέξεις "Αυτό δεν είναι γραμμάτιο σε διαταγή εντός της έννοιας του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262," ή λέξεις του ιδίου περιεχομένου δεν αποτελεί γραμμάτιο εντός της έννοιας του άρθρου αυτού." Το επίδικο γραμμάτιο συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του εδαφίου
(1)και αποτελεί έτσι αναμφίβολα γραμμάτιο πληρωτέο εις διαταγή της ενάγουσας. Το εδάφιο
(2)ρυθμίζει μια εντελώς διαφορετική κατάσταση πραγμάτων που καμία σχέση δεν έχει με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Το εδάφιο
(2)αφορά έγγραφο (instrument), όχι γραμμάτιο σε διαταγή, υπό μορφή γραμματίου πληρωτέο σε διαταγή του εκδότη (payable to the maker's order). Ο έκδοτης στην προκειμένη περίπτωση είναι ο εναγόμενος. Το επίδικο γραμμάτιο όμως είναι πληρωτέο εις διαταγή της ενάγουσας και όχι του εναγόμενου. Συνεπώς δεν έχουμε να κάνουμε με έγγραφο που είναι πληρωτέο σε διαταγή του εκδότη, ώστε να προαπαιτήτο η οπισθογράφηση του για να θεωρηθεί έγκυρο. Το εδάφιο
(2)αφορά την διαπραγματευσιμότητα (negotiability) του εγγράφου. Εδώ δεν τέθηκε ζήτημα διαπραγματευσιμότητας. Απορρίπτεται συνεπώς και αυτό το επιχείρημα. Ένα άλλο ζήτημα που τέθηκε είναι ότι η διαζευκτική βάση αγωγής εδραζόμενη σε υποσχετικό έγγραφο δεν αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής. Προς υποστήριξη τούτου η συνήγορος του εναγόμενου έκαμε αναφορά σε νομολογία που άπτεται της γραπτής αναγνώρισης χρέους. Έχω την εντύπωση πως επ' αυτού υπήρξε κάποιου είδους παρανόηση. Άλλο το υποσχετικό έγγραφο (promissory note) και άλλο η αναγνώριση χρέους. Η αναγνώριση χρέους ασφαλώς δεν αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής. Μπορεί απλώς να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη κάποιας άλλης αιτίας αγωγής (βλ. Ιγνατίου κ.α v. Λεμονάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1562). Το υποσχετικό έγγραφο όμως κατ' ουσία δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μια άλλη ονομασία για το γραμμάτιο εις διαταγή. Αρκεί να αναφερθεί πως στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262, χρησιμοποιείται ως υπότιτλος αλλά και στο σώμα του άρθρου 83
(1)ο όρος promissory note, δηλαδή υποσχετικό έγγραφο. Απλώς στη μετάφραση και με το πέρασμα του χρόνου έχει επικρατήσει ο όρος γραμμάτιο εις διαταγή (βλ. D & G Products Ltd v. Αναστασίου, Πολ. Έφεση 10744, ημερ. 13.9.92). Με άλλα λόγια η διαζευκτική βάση αγωγής που προβάλλεται είναι κατ' ουσία η ίδια και η αυτή με την αρχική βάση και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για βάση στηριζόμενη σε αναγνώριση χρέους. Απορρίπτεται κατ' επέκταση και τούτου το επιχείρημα. Έρχομαι τώρα στην προσκομησθείσα μαρτυρία. Η μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα της Ενάγουσας, Μ.Ε.1 παρέμενε αναντίλεκτη αφού δεν αμφισβητήθηκε κανένας από τους ισχυρισμούς του και δεν του έγινε καμία υποβολή αντικρουστικών ή διαφορετικών θέσεων. Στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd. κ.α. v. Acuac Inc., Πολ. Έφεση 8266 και 8530, ημερ.10.10.2002 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα." Ανεξαρτήτως των πιο πάνω ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος αφού μου προξένησε καλή εντύπωση καταθέτοντας με σταθερότητα, σαφήνεια και πειστικότητα. Συναρτώντας δε τη διαπίστωση αυτή με το αναντίλεκτο της μαρτυρίας του, αναγάγω τα λεγόμενα του σε δεδομένα και ας θεωρηθούν έτσι ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Παράλληλα αποδέχομαι και την ορθότητα των τεκμηρίων που κατάθεσε. Ο εναγόμενος με τη μαρτυρία του ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς του Μ.Ε.1. Τουναντίον σε μεγάλο βαθμό τους επιβεβαίωσε. Το μόνο ίσως ζήτημα στο οποίο διαφοροποιήθηκε ήταν σε ότι αφορά την παρουσία μαρτύρων κατά την υπογραφή της συμφωνίας ενεχυρίασης. Το θέμα αυτό δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αφού στην Έκθεση Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης η εγκυρότητα της προαναφερθείσας συμφωνίας δεν αμφισβητείται για λόγους που αφορούν στην απουσία μαρτύρων αλλά για λόγους που αφορούν στη σύνδεση της με κατ' ισχυρισμό εκτέλεση τραπεζικών εργασιών (βλ. παράγραφο 8). Πέραν τούτου τέτοιο ζήτημα δεν τέθηκε στον Μ.Ε.1 για σχολιασμό με αποτέλεσμα η όψιμη έγερση του από τον εναγόμενο να πρέπει να αγνοηθεί (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd. κ.α (ανωτέρω) και Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 384). Πλην του πιο πάνω σημείου και στο βαθμό που δεν υπάρχει σύγκρουση με τα λεγόμενα του Μ.Ε.1, αποδέχομαι τη μαρτυρία του εναγόμενου. Στο σημείο αυτό έρχομαι στο τελευταίο θέμα που ήγειρε η πλευρά του εναγόμενου που αφορά τη συμφωνία ενεχυρίασης. Ως προανέφερα η δικογραφημένη θέση σε σχέση με το πιο πάνω θέμα είναι πως η εν λόγω συμφωνία συνδέεται με την κατ' ισχυρισμό παράνομη ενάσκηση τραπεζικών εργασιών από μέρους της ενάγουσας και είναι συνεπώς άκυρη. Αυτή η θέση, ενόψει ίσως της πρόσφατης υπόθεσης Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ v. Γιάλλουρoυ, Πολ. Έφεση 1223, ημερ. 1.2.2006, τελικώς δεν προωθήθηκε, και σωστά θα έλεγα, αφού δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να δικαιολογεί ένα τέτοιο εύρημα. Ωστόσο υπήρξε αναδίπλωση και ζητήθηκε όπως η συμφωνία κριθεί άκυρη ως συνδεόμενη και συμπαρασυρούμενη από το επίσης άκυρο γραμμάτιο. Μετά την κατάληξη του Δικαστηρίου πως το επίδικο γραμμάτιο είναι απόλυτα έγκυρο και δεσμευτικό το συγκεκριμένο επιχείρημα εκπίπτει. Πέραν τούτου βρίσκω πως έχουν τηρηθεί κατά γράμμα όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 138 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 (βλ. τεκμήριο 3) και επομένως η συμφωνία ενεχυρίασης είναι έγκυρη και δεσμευτική. Κλείνοντας σημειώνω παρενθετικά πως τα όποια άλλα θέματα εγείρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, όπως λόγου χάρη το θέμα των υπερχρεώσεων, ενόψει της τελικής τροπής που πήρε η δίκη με τη μη αμφισβήτηση των ισχυρισμών του Μ.Ε.1 που μεταξύ άλλων κατάθεσε και κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 5) αλλά και την απουσία αντίθετης μαρτυρίας, δεν μπορεί παρά να θεωρηθούν ως εγκαταλειφθέντα που εν πάση περιπτώσει δεν προσφέρονται για σχολιασμό. Δεν μπορεί το Δικαστήριο στην απουσία μαρτυρίας να αυτοκηρύσσεται πραγματογνώμονας επί οποιουδήποτε εξειδικευμένου θέματος και να προβαίνει σε αυθαίρετους υπολογισμούς και συμπεράσματα. Στη βάση όλων των πιο πάνω εκδίδεται (α) απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου ως η παράγραφος Α της Έκθεσης Απαίτησης και (β) διάταγμα για πώληση των 40.000 ενεχυριασθεισών μετοχών της εταιρεία White Knight Holdings Ltd βάσει του τεκμηρίου 3 προς ικανοποίηση της εξ αποφάσεως οφειλής. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Το σύνολο των δημιουργηθέντων εξόδων επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου ως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .............................. Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.