← Κύπρος

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ ν. Χαράλαμπου Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9217/00, 31.7.07

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ ν. Χαράλαμπου Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9217/00, 31.7.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9217/00 Μεταξύ Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων Και

  1. Χαράλαμπου Μιχαήλ, εκ Δευτερά
  2. ΄Αγγελου Αγαθαγγέλου, εκ Παλαιχωρίου
  3. Ανδρέα Συμεωνίδη, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ημερ.9.2.07 MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων Και
  4. Χαράλαμπου Μιχαήλ, εκ Δευτερά
  5. ΄Αγγελου Αγαθαγγέλου, εκ Παλαιχωρίου
  6. Ανδρέα Συμεωνίδη, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.7.07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες : κα Ιακώβου Για τον εναγόμενο 2 : κ. Μ. Κληρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου 1 ήταν για Λ.Κ.1,119.06 υπόλοιπο πιστωτικής κάρτας και για το ποσό των Λ.Κ.5,715.89 για τραπεζικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό, πλέον τόκους. Οι εναγόμενοι 2 και 3 ενάχθηκαν ως εγγυητές του εναγόμενου
  7. Εκδόθηκε απόφαση σε προγενέστερο στάδιο εναντίον του εναγομένου 3, ενώ ο εναγόμενος 2 πρόβαλε υπεράσπιση. Με την υπεράσπιση του εγείρει συγκεκριμένα θέματα. Ειδικά ότι οι ενάγοντες υπερέβησαν το όριο της πιστωτικής κάρτας του εναγόμενου 1 χωρίς να του το αναφέρουν και ότι η εγγύηση που υπέγραψε είναι άκυρη γιατί εξασφαλίστηκε με απάτη και ψευδείς παραστάσεις από την πλευρά των εναγόντων και του πρωτοφειλέτη. Περιληπτικά η θέση του είναι ότι ενώ ο πρωτοφειλέτης ήταν αναξιόχρεος δεν τον ενημέρωσαν και δεν του εξήγησαν το έγγραφο εγγύησης που υπέγραψε, ούτε και του έδωσαν χρόνο να το διαβάσει, και συνακόλουθα δεν τον ενημέρωσαν για την έκταση της εγγύησης. Είναι ακόμα η θέση του ότι ο πρωτοφειλέτης του ζήτησε να υπογράψει ως εγγυητής για την πιστωτική κάρτα και οι ενάγοντες, ενώ γνώριζαν ότι είχε υπερβεί το όριο, σε συμπαιγνία με τον πρωτοφειλέτη εξασφάλισαν εγγύηση για επισφαλές χρέος ανοίγοντας και άλλο λογαριασμό. Όλα έγιναν χωρίς να τον ενημερώσουν οι ενάγοντες και σκόπιμα ποτέ δεν τον ενημέρωσαν για την πορεία των πιστώσεων του πρωτοφειλέτη, ώστε να μπορούσε να ασκούσε τα δικαιώματα του που πήγαζαν από το έγγραφο εγγύησης για να την ακυρώσει. Τέλος ότι ενώ ο πρωτοφειλέτης ψευδώς του είπε ότι εγγυόταν την πιστωτική του κάρτα οι ενάγοντες παρέλειψαν να του εξηγήσουν τι ακριβώς εγγυάτο. Για τους ενάγοντες έδωσε μαρτυρία η Μόρφω Φώτη (Μ.Ε.1) που εργάζεται στην τράπεζα από το
  8. Θα πρέπει ακόμα να λεχθεί ότι κατέθεσε χωρίς ένσταση, σειρά εγγράφων και λογαριασμών που αφορούν το επίδικο χρέος ως τεκμήρια επί των οποίων αντεξετάστηκε διεξοδικά. Προκύπτει από τη μαρτυρία της ότι ο εναγόμενος 1 αποτάθηκε κοντά τους για τραπεζικές διευκολύνσεις. Στις 13.4.93 για έκδοση πιστωτικής κάρτας, την 6.4.94 για όριο τρεχούμενου λογαριασμού Λ.Κ.1,000.- την 26.9.94 για ένα δάνειο Λ.Κ.2,000.- και στις 3.2.95 για αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού σε Λ.Κ.2,000.- Το δάνειο που αφορούσε την πιστωτική κάρτα εξοφλήθηκε μετά την έγερση της αγωγής, τον Αύγουστο του
  9. Παρεμβάλλω πως η απαίτηση που αφορά το υπόλοιπο του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας απεσύρθη από την κα Ιακώβου κατά το στάδιο της ακρόασης. Η μάρτυρας ήταν υπεύθυνη για την ετοιμασία όλων των εγγράφων που αφορούσαν τον πρωτοφειλέτη και ετοίμασε και το έγγραφο εγγύησης που υπέγραψαν στην παρουσία της οι εγγυητές. Προσήλθαν στο κατάστημα στις 6.4.94 και στην παρουσία της υπέγραψαν το έγγραφο εγγύησης στο οποίο υπέγραψε η ίδια μαζί με άλλη συνάδελφο της, ως μάρτυρες. Ενημερώθηκαν οι εγγυητές για το σκοπό που υπέγραφαν και είχαν όλο το χρόνο να το διαβάσουν πριν το υπογράψουν. Ειδικά για τον εναγόμενο 2 ήταν η θέση της ότι του εξηγήθηκε ο λόγος της υπογραφής του και η σοβαρότητα του εγγράφου και αφού του δόθηκε χρόνος να το αναγνώσει το μονόγραψε και το υπόγραψε. Αρνήθη ότι η εγγύηση δόθηκε για την πιστωτική κάρτα, γιατί η κάρτα είχε δοθεί ένα χρόνο προηγουμένως και εν πάση περιπτώσει καμιά τράπεζα δεν ζητά εγγύηση για πιστωτικές κάρτες. Η επίδικη εγγύηση ζητήθηκε όταν ο πρωτοφειλέτης αποτάθηκε για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού, εξ' ου και το έγγραφο εγγύησης φέρει την ίδια ημερομηνία με τη συμφωνία του τρεχούμενου λογαριασμού. Ήταν ακόμα η θέση της πως όταν υπογράφηκε το έγγραφο εγγύησης η πιστωτική κάρτα του πρωτοφειλέτη ήταν μέσα στα όρια χωρίς κανένα πρόβλημα με μόνο παρατράβηγμα Λ.Κ.40.- Ο τρεχούμενος λογαριασμός άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα μετά το 1995 και στις 24.5.00 απέστειλαν επιστολή στον πρωτοφειλέτη με κοινοποίηση στους εγγυητές και τους πληροφόρησαν ότι το όριο του λογαριασμού ακυρώθηκε και ότι ο λογαριασμός σταμάτησε. Αντεξεταζόμενη επανέλαβε ότι η πιστωτική κάρτα εκδόθηκε το 1993 και η εγγύηση δόθηκε το
  10. Σε ερωτήσεις επί του τεκμ. 4, που είναι η αίτηση για έκδοση της πιστωτικής κάρτας, δέκτηκε ότι εγκρίθηκε την 13.4.94 και συνακόλουθα ο εναγόμενος υπέγραψε ως εγγυητής πριν ανοιχθεί ο λογαριασμός της κάρτας γιατί σύμφωνα με το τεκμ. 6 ο λογαριασμός της πιστωτικής κάρτας ανοίχθηκε στις 23.4.
  11. Στο τεκμ. 4 αναγράφεται ένα ποσό και ένας αριθμός λογαριασμού που ήταν οφειλόμενο, και παρόλο που δεν γνώριζε πότε εξοφλήθηκε, ήταν υφιστάμενο όταν υπογράφηκε το έγγραφο εγγύησης. Δεν είπαν του εγγυητή για το χρέος αυτό γιατί δεν εγγυάτο τα υφιστάμενα χρέη, αλλά παρούσες και μέλλουσες υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Ο λογαριασμός ανοίχθηκε στις 6.4.94 και ήταν για ένα ποσό Λ.Κ.1500.- Πρόκειται για δάνειο που έγινε την ίδια ημέρα με την εγγύηση. Εκείνο που είπαν του εναγόμενου 2 ήταν ότι εγγυάτο ένα λογαριασμό τρεχούμενου για Λ.Κ.1,000.- και ένα δάνειο για Λ.Κ.1,500.- που φέρουν την ίδια ημερομηνία με την εγγύηση. Η πολιτική της τράπεζας είναι να εξηγούν λεπτομερώς τι ακριβώς υπογράφει και εγγυάται ο εγγυητής. Σε υποβολή ότι δεν του εξήγησαν, απάντησε ότι εκείνο που ξέρει είναι ότι ο εγγυητής έχει όλο το χρόνο να διαβάσει τα έγγραφα και ότι ρωτήσουν τους απαντούν. Ετοίμασε προηγουμένως τα έγγραφα και ήταν παρούσα στην υπογραφή και υπόγραψε ως μάρτυρας μαζί με μια άλλη συνάδελφο της. Αρνήθη ότι δεν ήταν παρούσα και ότι ο εναγόμενος δεν τη γνώριζε, γιατί αυτή ετοίμασε τα έγγραφα και πηγαίνουν στο γραφείο της και υπογράφουν. Αρνήθη επίσης ότι ο εναγόμενος 2 υπέγραψε πάνω στον πάγκο του ταμείου παρουσία του πρωτοφειλέτη και απλώς του υπέδειξαν που να υπογράψει. Δεν του έδωσε αντίγραφο του εγγράφου γιατί δεν είχε τέτοια υποχρέωση, αλλά αν της ζητούσε θα του έδινε. Του είπε να διαβάσει το έγγραφο και αν έχει οτιδήποτε μπορεί να μην υπογράψει, να συμβουλευτεί και να επανέλθει. Στο τέλος κάθε χρόνου τοκίζουν το κεφάλαιο, προσθέτουν τον τόκο στο κεφάλαιο και τοκίζουν και τους τόκους. Σήμερα η κεφαλαιοποίηση των τόκων γίνεται κάθε έξι μήνες αλλά δεν γνώριζε από πότε άρχισε. Προέκυψε από τη μαρτυρία της και όπως διευκρίνισε επανεξεταζόμενη, στις 7.3.96 με οδηγίες του πελάτη πήραν χρήματα από τον τρεχούμενο και εξόφλησαν το λογαριασμό δανείου, η πράξη φαίνεται στο τεκμ. 7, και ήταν ένα ποσό Λ.Κ.764.
  12. Το δάνειο ήταν πληρωτέο με δόσεις Λ.Κ.100.- και υπήρχε εντολή να πληρώνεται από τον τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι που εξοφλήθηκε στις 7.3.
  13. Το δάνειο δεν ήταν προβληματικό και ο πελάτης πλήρωνε κανονικά. Ήταν η θέση της σε σχετική υποβολή ότι δεν είπαν του εναγόμενου ότι εγγυάτο την πιστωτική κάρτα γιατί δεν ζητούν εγγυητές για τις πιστωτικές κάρτες και όταν ο εναγόμενος υπέγραφε το έγγραφο εγγύησης δεν υπήρχε ο λογαριασμός της πιστωτικής κάρτας. Η εγγύηση ήταν μόνο για δύο δάνεια και κάλυπταν μελλοντικές υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη και δεν αξιώνουν από τον εναγόμενο υπόλοιπο της πιστωτικής κάρτας, η οποία εξοφλήθηκε στις 13.8.
  14. Δεν θυμόταν υπό ποιες συνθήκες υπόγραψαν ο πρωτοφειλέτης και οι εγγυητές αλλά έχει γραφείο και πηγαίνουν και υπογράφουν. Οι εγγυητές πήγαν προηγουμένως και τους έδωσαν τα στοιχεία τους και σε σχετική υποβολή ότι δεν πήγαν, ανέφερε ότι είχε τις χειρόγραφες περιουσιακές τους καταστάσεις. Πηγαίνει πρώτα ο προτεινόμενος εγγυητής και παίρνουν τα στοιχεία του τα οποία αξιολογούν αν κάμνει για εγγυητής. Κατέθεσε τη δήλωση του εναγόμενου ημερ. 31.3.94 (τεκμ. 12) και αρνήθη ότι είναι ο πρωτοφειλέτης που έδωσε τα στοιχεία. Επέμενε ότι ο εναγόμενος πήγε δύο φορές στην τράπεζα, μια για να δώσει τα στοιχεία του και μετά για να υπογράψει τα έγγραφα. Αρνήθη ότι δεν ήταν παρούσα και ήταν η θέση της ότι δεν έβαλε την υπογραφή της μετά. Δεν θυμόταν αν είπε του εναγόμενου να διαβάσει το έγγραφο. Του είπε ότι εγγυάτο για απεριόριστο ποσό παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Σε ερώτηση αν του είπε ότι είχε δικαίωμα να αποσύρει την εγγύηση, απάντησε ότι είχε τέτοιο δικαίωμα αν εγκρινόταν από την τράπεζα να απαλλαχθεί, και όταν άρχισαν τα προβλήματα έστειλαν επιστολή. Στην αύξηση του ορίου του δανείου δεν ενημέρωσαν τον εναγόμενο. Δεν γνώριζε για τη λειτουργία των λογαριασμών γιατί άλλος είναι υπεύθυνος. Η Δώρα Νικολαϊδου (Μ.Ε.2) εργαζόταν τον επίδικο χρόνο στο κατάστημα που δανειοδότησε τον εναγόμενο 1 πρωτοφειλέτη. Σε κάποιο στάδιο ο πρωτοφειλέτης ζήτησε όριο με χρεωστικό υπόλοιπο. ΄Ετσι του ζήτησαν να τους στείλει δύο προτεινόμενους εγγυητές. Αφού πήραν τα στοιχεία τους προχώρησαν την αίτηση και του χορήγησαν όριο Λ.Κ.1.000.- ΄Ηταν η θέση της πως αν δεν δουν τους εγγυητές και ότι είναι αξιόχρεοι, όσο καλός και αν είναι ο πελάτης δεν προχωρούν την αίτηση. Οι εγγυητές δίνουν τα στοιχεία τους γραπτώς. Υπάρχει ειδικό έντυπο (τεκμ. 12) και στη διαδικασία εξηγούν του πελάτη τι θα υπογράψει για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις. Όταν ετοιμαστούν τα έγγραφα καλούν τον πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές να υπογράψουν. Εξηγούν στον πρωτοφειλέτη ξανά τη συμφωνία και στους εγγυητές ότι εγγυώνται το άτομο ή την εταιρεία για διευκολύνσεις που θα δώσει η τράπεζα, παρούσες ή μελλοντικές και το τονίζουν αυτό καθώς και το ποσό που εγγυάται. ΄Ετσι έγινε με τους εναγόμενους. Ήταν παρούσα όταν υπογράφτηκε το εγγυητήριο (τεκμ. 5) και υπάρχει και η μαρτυρία της διά της υπογραφής της επί του εγγράφου. Τους είπε ότι υπογράφουν προσωπικές εγγυήσεις για εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Χαράλαμπου Μιχαήλ προς τη Λαϊκή Τράπεζα με απεριόριστο ποσό, για παρούσες και μελλοντικές. ΄Ηταν ακόμα η θέση της ότι για πιστωτικές κάρτες δεν ζητούν εγγυητές. Όταν άρχισαν τα προβλήματα επικοινώνησαν με τον πρωτοφειλέτη και έστειλαν και επιστολή με κοινοποίηση στους εγγυητές. (τεκμ. 13). Μετά που αποστάληκε η επιστολή κανένας δεν επικοινώνησε με την τράπεζα. Ρωτήθηκε επί διαφόρων στοιχείων των καταστάσεων των λογαριασμών και κυρίως ότι σε κάποιο στάδιο άφησαν τον πρωτοφειλέτη να υπερβεί το αρχικό όριο. Ο πρωτοφειλέτης εξόφλησε το δάνειο το 1996 από μεταφορά από το όριο. Το ίδιο και η πιστωτική κάρτα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το δάνειο εξοφλήθηκε από τον τρεχούμενο με το ποσό των Λ.Κ.764.- Ζήτησαν από τον πρωτοφειλέτη να τους υποδείξει δύο εγγυητές και τους έστειλε στο γραφείο τους. Απέκλεισε να μην πήγαν οι εγγυητές αφού διερωτήθη πως εν τοιαύτη περιπτώσει θα συμπλήρωνε τα στοιχεία τους. Αρνήθη ότι έφερε συμπληρωμένα τα στοιχεία ο πρωτοφειλέτης γιατί θέλουν να βλέπουν τους εγγυητές. Θυμόταν πως οι εγγυητές πήγαν δύο φορές στην τράπεζα, αλλά δεν ήταν σίγουρη και δεν θυμόταν αν κατά την υπογραφή των εγγράφων πήγαν μαζί με τον πρωτοφειλέτη ή ξεχωριστά. Ήταν η θέση της και επέμενε επ' αυτού, ότι τους εξήγησε τις συνέπειες ότι αν δεν πληρώσει ο πρωτοφειλέτης θα στραφούν εναντίον του εγγυητή, αλλά δεν τους διάβασε το έγγραφο και να τους το εξηγήσει ανά παράγραφο. Είχαν όμως το δικαίωμα αν ήθελαν να το διαβάσουν. Επέμεινε ότι τους εξήγησε ότι η εγγύηση αφορούσε όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό γι' αυτό και υπόγραψαν απεριόριστο ποσό για παρούσες και μελλοντικές διευκολύνσεις. Εξηγούν επίσης στους εγγυητές όταν παίρνουν τα στοιχεία τους. Τότε δεν συνήθιζαν να δίνουν αντίγραφα των εγγράφων και είχε δικαίωμα αν ήθελε ο εγγυητής να πάει σε δικηγόρο και να πάρει συμβουλή πριν υπογράψει. Ο εναγόμενος ενημερώθηκε δύο φορές για το λογαριασμό με δύο επιστολές. Ρωτήθηκε για το θέμα των τόκων και ήταν η θέση της ότι κεφαλαιοποιούν τους τόκους και ότι τα επιτόκια διαφοροποιούνταν ανάλογα με το τι ίσχυε σε κάθε περίοδο. Ο εναγόμενος 2 από την πλευρά του κατέθεσε ότι γνώριζε τον εναγόμενο 1 πρωτοφειλέτη γιατί συνεργάζονταν. Μια μέρα του είπε να τον εγγυηθεί για μια πιστωτική κάρτα για Λ.Κ.250.- και δέκτηκε. Του ζήτησε τα στοιχεία του γιατί τα ήθελε η τράπεζα. Επίσης του ζήτησε τι αυτοκίνητο είχε και αν είχε λογαριασμό σε κάποια τράπεζα και του τα έδωσε γραπτώς. Μετά από 2-3 ημέρες επανήλθε και του είπε να πάνε στην τράπεζα για να υπογράψουν. Όταν πήγαν ο εναγόμενος 1 φώναξε σε κάποιον ότι έφερε τον εγγυητή να υπογράψει. Ο υπάλληλος έβαλε τα χαρτιά πάνω στον πάγκο και του είπε να βάλει τα αρχικά του σε διάφορα σημεία επί των εγγράφων και δύο υπογραφές. Ο υπάλληλος ήταν άντρας. Τις δύο μάρτυρες τις είδε για πρώτη φορά στο δικαστήριο και ήταν η θέση του ότι δεν μπήκε μέσα σε γραφείο για να υπογράψει. Κανένας δεν του εξήγησε το περιεχόμενο των εγγράφων, ούτε ότι εγγυάτο απεριόριστο ποσό ούτε και κατάλαβε κάτι τέτοιο. Εκείνο που κατάλαβε είναι ότι εγγυήθηκε μια πιστωτική κάρτα για το ποσό των Λ.Κ.250.- Αν γνώριζε ότι εγγυάτο απεριόριστο ποσό ούτε τον αδελφό του δεν θα εγγυόταν. Δεν του είπαν αν ο πρωτοφειλέτης είχε άλλα χρέη, ούτε και του εξήγησαν ότι αν ήθελε μπορούσε να αποσύρει την εγγύηση του ή να πάρει αντίγραφο των εγγράφων. Από την τράπεζα το μόνο που πήρε ήταν η αγωγή και δεν πήρε τις επιστολές. (τεκμ. 8, 9 και 13). ΄Ηταν η θέση του ότι δεν ενημερώθηκε ποτέ για την πορεία του λογαριασμού από την τράπεζα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ρώτησε στην τράπεζα αν πράγματι εγγυάτο τον πρωτοφειλέτη για Λ.Κ.250.- αλλά ήξερε ότι ήταν για Λ.Κ. 250.- Δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τον πρωτοφειλέτη για να τον εγγυηθεί για απεριόριστο ποσό. Δεν ζήτησε χρόνο από την τράπεζα να διαβάσει το έγγραφο γιατί ήξερε ότι ήταν Λ.Κ.250.- γιατί έτσι του είπε ο πρωτοφειλέτης. Κανένας δεν του εξήγησε τι υπέγραφε, αλλά δεν ζήτησε αντίγραφο των εγγράφων, ούτε πρόσεξε ή είδε τι υπέγραφε όταν έβαζε τα αρχικά του. Κανένας δεν τον ρώτησε αν ξέρει να διαβάζει, παρόλο που γνωρίζει όχι όμως πολυσέλιδα νομικά έγγραφα. Δεν ζήτησε να πάρει τα έγγραφα μαζί του για να του εξηγήσουν. Την επίδικη περίοδο έμενε στο Παλαιχώρι και αυτός έδωσε τη διεύθυνση στην τράπεζα και δεν άλλαξε διεύθυνση. Η διεύθυνση του παραμένει η ίδια αλλά αρνήθηκε ότι έλαβε τις επιστολές, παρόλο που έλαβε την αγωγή. Αρνήθη επίσης ότι οι δύο μάρτυρες ήταν παρούσες κατά την υπογραφή των εγγράφων και πρώτη φορά τις είδε στο δικαστήριο. Εκείνο που γνώριζε είναι ότι υπέγραφε για Λ.Κ.250.- και τον ξεγέλασε η τράπεζα και δεν του έδωσε χρόνο να διαβάσει τα έγγραφα, ούτε του είπαν τα δικαιώματα του, αλλά δεν ζήτησε να τα διαβάσει ή να τα πάρει μαζί του πριν τα υπογράψει. Τέλος έδωσε μαρτυρία ο Χαράλαμπος Μιχαήλ Ζαμπάς, πρωτοφειλέτης και εναγόμενος 1 στην αγωγή. Γνώριζε τον εναγόμενο 2 γιατί συνεργάζονταν επαγγελματικά. Επειδή είχε λογαριασμό στην τράπεζα ήθελε επιπρόσθετο δάνειο καθώς και πιστωτική κάρτα. Πήγε στην τράπεζα για το δάνειο και την κάρτα και του είπαν ότι ήθελαν δύο εγγυητές. Τότε πλησίασε τον εναγόμενο 2 να τον εγγυηθεί για μια κάρτα Λ.Κ.250.- που υποτίθεται ότι έτσι κατάλαβε. Ο Αγαθαγγέλου του είπε αν ήταν γι' αυτό το ποσό θα τον εγγυόταν. Πήγε στην τράπεζα και τους είπε ότι βρήκε εγγυητή, συνάμα βρήκε ακόμα ένα και του ζήτησαν τα στοιχεία τους. Είπε του Αγαθάγγελου ότι τον δέκτηκε η τράπεζα και ότι ήθελαν τα στοιχεία του και του τα έγραψε σε ένα χαρτί και τα πήρε. Σε 2-3 ημέρες τον πληροφόρησε η τράπεζα ότι είναι εντάξει και πήγε με τον ΄Αγγελο να υπογράψουν στην τράπεζα. Στην τράπεζα τους είπε ότι έφερε τον εγγυητή να υπογράψει και ένας υπάλληλος που ήταν απέναντι μόλις τον είδε, έφερε κάτι φόρμες και τις έβαλε πάνω στον πάγκο και έβαλε τον ΄Αγγελο και υπόγραψε. Ο ίδιος ήταν δίπλα. Ο ΄Αγγελος δεν διάβασε τα χαρτιά, ούτε του εξήγησαν το περιεχόμενο των εγγράφων, ούτε του έδωσαν αντίγραφο από τα χαρτιά που υπόγραψε. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι ήθελε δάνειο και πιστωτική κάρτα και η τράπεζα του είπε για δύο εγγυητές, και ο ίδιος νόμισε ότι ήταν για την κάρτα. Επειδή είχε λογαριασμό και δεν του ζήτησαν εγγυητές και πρώτη φορά ζήτησε κάρτα, νόμισε ότι οι εγγυητές ήταν για την κάρτα. Σε ερώτηση αν ήταν λογικό να ζητά δάνειο Λ.Κ.2,000.- και οι εγγυητές να είναι μόνο για την κάρτα Λ.Κ.250.- απάντησε ότι η αρχή του ήταν η κάρτα και ακόμα και τώρα πιστεύει ότι ήταν για την κάρτα. Σε ερώτηση αν η τράπεζα του είπε ότι οι εγγυητές ήταν για την κάρτα, απάντησε ότι δεν ξαναζήτησε κάρτα και ήταν σίγουρος ότι οι εγγυητές ήταν για την κάρτα, γιατί αν ήταν να τον εγγυηθούν περισσότερο ποσό δεν νομίζει ότι θα αποδέχονταν. Η τράπεζα δεν του το διευκρίνισε αλλά ούτε και τους είπε οτιδήποτε. Αρνήθη ότι του είπαν ότι οι εγγυητές ήταν για το δάνειο και ήταν η θέση του ότι ήταν υποχρέωση της τράπεζας να τους πει τι εγγυόνταν. Δεν πρόσεξε ούτε άκουσε αν ο ΄Αγγελος ζήτησε να διαβάσει το έγγραφο, ούτε ζήτησε αντίγραφο ή για να το πάρει να το διαβάσει πριν υπογράψει. Δεν ρώτησε τον ΄Αγγελο αν πρόσεξε τι υπόγραφε. Σε υποβολή ότι είπε ψέματα στους εγγυητές, απάντησε «δεν νομίζω να έκαμα τέτοια πράξη και λέω την αλήθεια, ειδικά σε αυτή την περίπτωση». Οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Θα σταθώ σε κάποια σημεία της αγόρευσης του κ. Κληρίδη γιατί σχετίζονται άμεσα με τα δικόγραφα. Εγείρει θέμα παρανομίας της βάσης της αγωγής. Στηρίζει την εισήγηση του στην παραβίαση του περί Τόκου Νόμου 160/99 γιατί οι ενάγοντες χρέωναν τόκο πέραν του επιτρεπόμενου 9%. Παρεμβάλλω πάντως ότι το δάνειο είναι του 1994 και τότε ήταν σε ισχύ ο Περί Τόκου Νόμος του
  15. Είναι η θέση του ότι η χρέωση τόκου πέραν του επιτρεπόμενου συνιστά παρανομία τέτοιας μορφής, που καθιστά τη συμφωνία άκυρη και ανύπαρκτη. Αναγνωρίζει όμως ότι το θέμα δεν εγείρεται στα δικόγραφα και με αναφορά σε νομολογία εισηγείται ότι το Δικαστήριο όταν διαπιστώνει παράνομη συναλλαγή, οφείλει αυτεπάγγελτα να εξετάσει το ζήτημα. Είναι η εισήγηση του ότι πρόκειται για έκδηλη παρανομία και θα πρέπει να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Η κα Ιακώβου από την πλευρά της προβάλει τη θέση, με αναφορά σε νομολογία, ότι θέματα που δεν εγείρονται στα δικόγραφα δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Είναι ορθό ότι ως υπεδείχθη στην υπόθεση Χρίστου ν. S.D.Clinic Ltd

(2000)1 A.A.Δ. 2039, η παρανομία πρέπει να εγείρεται ρητώς στα δικόγραφα και μόνο όπου η παρανομία είναι έκδηλη, είτε από την ίδια τη σύμβαση, είτε από την προσκομισθείσα μαρτυρία σε συσχετισμό με τη σύμβαση, εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση θέμα παρανομίας δεν εγείρεται στα δικόγραφα. Η εισήγηση για χρέωση τόκου πέραν του επιτρεπόμενου, έδωσε έρεισμα στον κ. Κληρίδη για παρανομία στη συμφωνία. Χωρίς να αποφαίνομαι επί του θέματος, είναι νομολογημένο (Τσιακλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 768) ότι αν κατά την έκδοση απόφασης στην αγωγή το Επαρχιακό Δικαστήριο κατέληγε ότι υπήρξε ανατοκισμός, θα μπορούσε να τον παραμερίσει χωρίς να επηρεαστεί το υπόλοιπο της απαίτησης. Δηλαδή, η πρόνοια για ανατοκισμό δεν εμόλυνε τη σύμβαση στην ολότητά της. Στην υπόθεση C.T.A. Techno Marketing Ltd κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 720, προβλήθηκε ακριβώς ο ίδιος ισχυρισμός. Υποστηρίχθηκε ότι ο ανατοκισμός που επέβαλλε η τράπεζα στο υπόλοιπο του λογαριασμού καθιστούσε ολόκληρη τη συμφωνία παράνομη και ως τέτοια, έπρεπε να κηρυχθεί από το δικαστήριο άκυρη. Υπεβλήθη ακόμα ότι η αυθεντία στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.α. ν. Koudounaris Food Products Ltd κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641 είναι ασυμβίβαστη με τον περί Συμβάσεων Νόμο και με τις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου 42/77. Εξηγήθηκε ότι η χρέωση παράνομου τόκου δεν προσδίδει παράνομο χαρακτήρα στη σύμβαση. Οι ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης τους που ο νόμος επιτρέπει, δηλαδή το κεφάλαιο και τους συμφώνως του νόμου υπολογισθέντες τόκους. ΄Επεται πως με βάση τα πιο πάνω, δεν τίθεται θέμα παρανομίας και ακυρότητας της συμφωνίας δανεισμού και εγγύησης. Ως λέχθηκε το θέμα ηγέρθη ανεξάρτητα από τα δικόγραφα, ως θέμα έκδηλης παρανομίας. Τέθηκε όμως θέμα από την κα Ιακώβου κατά πόσο το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το θέμα των τόκων, ανεξάρτητα του τρόπου που ηγέρθη από τον κ. Κληρίδη. Είναι η θέση της ότι δεν εγείρεται στην υπεράσπιση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί. ΄Εμμεσα ως λέχθηκε το δέχεται και ο κ. Κληρίδης. Η υπεράσπιση του εναγόμενου είναι σαφής και συγκεκριμένη και θα συμφωνήσω επ' αυτού με την κα Ιακώβου. Δεν εγείρεται θέμα τόκων κάτω από οποιαδήποτε μορφή ή έκφανση. Υπάρχει μια γενική άρνηση όλων των παραγράφων 1 μέχρι 16 της έκθεσης απαιτήσεως και προβάλλεται ως υπεράσπιση ειδικά και μόνο, θέμα απάτης και ψευδών παραστάσεων των εναγόντων με παράθεση συγκεκριμένων λεπτομερειών. Είναι γνωστή η αρχή (Αθανασίου ν. Reana Manufacturing & Trading Co Ltd κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1635) ότι η δικογραφία αποτελεί το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Είναι νομολογημένο ότι οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή της απαίτησης, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα, απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. (Αθανασίου ανωτέρω). Είναι ακόμα καλά γνωστή η αρχή ότι γενική άρνηση ισχυρισμών δεν αποτελεί προβολή θετικών ισχυρισμών. Στην υπόθεση Latifundia Properties Ltd ν. Ψακη κ.α
(2003)1 Α.Α.Δ. 670 υπεδείχθη ότι είναι ανεπίτρεπτη η επίλυση θεμάτων που δεν είναι επίδικα και το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. ΄Αμεσα σχετική είναι και Δ.21 Θ.2 σύμφωνα με την οποία σε αγωγές για χρέος ή για εκκαθαρισμένη απαίτηση σύμφωνα με τη Διαταγή 2 Θεσμός 6, απλή άρνηση χρέους δεν είναι παραδεκτή. Και επί του θέματος των τόκων η γενικότητα και η καθολικότητα της άρνησης συλληβδην όλων των παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως αντιβαίνει, τουλάχιστον ως προς το θέμα των τόκων την πιο πάνω διαταγή. Σχετική είναι η υπόθεση Μάρσελ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, που το δικόγραφο εκεί περισώθηκε και κρίθηκε ότι δεν αντέβαινε τις διατάξεις της Δ.21 Θ.2 γιατί γινόταν αναφορά σε χρεώσεις τόκων και δικαιωμάτων κατά παράβαση του περί Τόκου Νόμου 2/
  1. Στην παρούσα υπόθεση απολύτως καμία αναφορά δεν γίνεται για τόκους, είτε άμεσα είτε έμμεσα στην υπεράσπιση. Στην υπόθεση Τσιακλίδης ανωτέρω, απερρίφθηκαν ισχυρισμοί του εναγόμενου ότι δεν αφαιρέθηκαν τα ποσά που κατ' ισχυρισμόν αποτελούσαν υπερβάσεις τόκων, γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ήταν δικογραφημένοι. Κρίθηκε ότι οι γενικοί ισχυρισμοί της έκθεσης υπεράσπισης, χωρίς καμιά ειδική αναφορά στο θέμα, δεν καλυπτόταν από την υπεράσπιση, αλλά και επιπλέον δεν δόθηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία ή άλλη μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου που να υποστηρίζει τη θέση αυτή. Στη βάση των πιο πάνω αρχών και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης όπως είναι διαμορφωμένη, κρίνω ότι είναι ορθή η θέση της κας Ιακώβου πως το δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει θέμα τόκων. Υπάρχει όμως ακόμα ένας επιπρόσθετος λόγος. Ο εναγόμενος δεν έδωσε καν μαρτυρία, καμιά απολύτως αναφορά δεν έκαμε για το θέμα των τόκων, ούτε και παρουσίασε άλλη μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Και επ' αυτού ήταν συνεπής με την έκθεση υπεράσπισης του. Να προσθέσω ακόμα πως και οι δύο μάρτυρες των εναγόντων, κυρίως η Μ.Ε.1 που ρωτήθηκε περισσότερο για το θέμα των τόκων και άλλων εξόδων που χρέωσαν οι ενάγοντες, στο τέλος της αντεξέτασης της κατέθεσε ότι δεν γνώριζε για τη λειτουργία των λογαριασμών του πρωτοφειλέτη γιατί άλλος ήταν ο υπεύθυνος. Οπότε και οι απαντήσεις που έδωσε επί του θέματος ήταν θεωρητικές και όχι ουσιαστικές σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Η δε Μ.Ε.2 που ρωτήθηκε και αυτή, απάντησε με γενικότητα ότι τα επιτόκια διαφοροποιούνται ανάλογα με το τι ίσχυε κάθε περίοδο. Με άλλα λόγια καμιά από τις δύο μάρτυρες ήταν σε θέση να επεξηγήσει με λεπτομέρεια και αναλυτικά το θέμα των επιβληθέντων τόκων στον επίδικο λογαριασμό, γιατί δεν ήταν οι υπεύθυνες του λογαριασμού. Από την άλλη ως λέχθηκε, ο εναγόμενος δεν προσκόμισε μαρτυρία κάποιου για παράδειγμα ειδικού προς τούτο, για να αναλύσει και να επεξηγήσει τις χρεώσεις των τόκων. Με δεδομένα τα πιο πάνω, δεν είναι ίσως υπερβολή να λεχθεί, ότι με διαμορφωμένη ως έχει την υπεράσπιση, ένα είναι το επίδικο θέμα, αν υπήρξε απάτη και ψευδείς παραστάσεις από την πλευρά των εναγόντων αλλά και του πρωτοφειλέτη, όπως δικογραφείται στις λεπτομέρειες της έκθεσης υπεράσπισης. ΄Ερχομαι τώρα στη μαρτυρία σε συνάρτηση με την έκθεση απαιτήσεως. Το αξιούμενο με την αγωγή ποσό αφορά δάνειο από τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο 1, το οποίο εγγυήθηκε ο εναγόμενος
  2. Πρόκειται για τον τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό 118-11-
  3. Θεωρώ πως έχει προκληθεί κάποια σύγχιση τόσο με τους λογαριασμούς δανείου του πρωτοφειλέτη όσο και με το λογαριασμό της πιστωτικής του κάρτας. Σύγχυση που εύκολα διαλύεται μέσα από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Κατ' αρχήν για να ξεκαθαρίσει το θέμα της πιστωτικής κάρτας, η αίτηση του πρωτοφειλέτη για την παραχώρηση της υπεβλήθη την 11.4.94, ως ευκρινώς εμφαίνεται στο τεκμ. 4 και όχι την 13.4.
  4. Αποτελεί βέβαια γεγονός ότι η Μ.Ε.1 στη γραπτή της δήλωση ανέφερε ότι η αίτηση της κάρτας έγινε ένα χρόνο προηγουμένως βασιζόμενη στο τεκμ.
  5. Όντως αναγράφεται στο τεκμ. 4 και η ημερομηνία 13.4.93 που προφανώς είναι εσφαλμένη, το αναγνώρισε στην αντεξέταση η μάρτυρας, αφού ο πρωτοφειλέτης υπέβαλε την αίτηση την 11.4.94 και ως φαίνεται εκ παραδρομής η έγκριση της αίτησης αναγράφει ότι έγινε την 13.4.93 αντί 13.4.94 που είναι το μόνο λογικά ορθό. Να σημειώσω ότι η απαίτηση για την πιστωτική κάρτα έχει αποσυρθεί, αφού ως κατέδειξε η μαρτυρία είχε ήδη εξοφληθεί από τον Αύγουστο του
  6. Σημειώνω ακόμα ότι ο λογαριασμός της πιστωτικής κάρτας ανοίχθηκε σύμφωνα με το τεκμ. 6 στις 23.4.1994, μεταγενέστερα δηλαδή της συμφωνίας δανείου και εγγύησης. Την 6.4.94 ο πρωτοφειλέτης υπόγραψε συμφωνία δανείου (τεκμ. 1) για υπέρβαση του λογαριασμού του μέχρι Λ.Κ.1,000.- Ακολούθως την 26.9.94 σύναψε δάνειο για Λ.Κ.2,000.- (τεκμ.2) και την 3.2.95 συμφώνησε για υπέρβαση του ορίου μέχρι ποσού Λ.Κ.2,000.- (τεκμ. 3). Ο εναγόμενος 2 υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης την 6.4.94 (τεκμ. 5). Σύμφωνα με την Μ.Ε.1 η εγγύηση ζητήθηκε όταν ο πρωτοφειλέτης αποτάθηκε για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού που είναι το τεκμ. 1 που φέρει ταυτόσημη ημερομηνία. Ορθή πάντως κρίνεται η μαρτυρία της επί δύο σημείων που αντεξετάστηκε αρκετά. Ότι ο πρωτοφειλέτης κατά το χρόνο της υπογραφής της συμφωνίας εγγύησης από τον εναγόμενο 2 δεν ήταν αναξιόχρεος σε σχέση με την πιστωτική κάρτα, για τον απλό λόγο ότι δεν υπήρχε ακόμα η πιστωτική κάρτα. Και ότι συνακόλουθα δεν ζητήθηκαν εγγυητές για την πιστωτική κάρτα. Πέραν των όσων ανέφεραν οι Μ.Ε.1 και 2, ότι δηλαδή δεν ζητούν εγγυητές για πιστωτικές κάρτες, ως συνάγεται μέσα από τα διάφορα έγγραφα, δεν θα μπορούσαν να ζητούσαν υστερογενώς εγγυητές για την πιστωτική κάρτα. Είναι όμως προφανές ότι ο ισχυρισμός τόσο του εναγόμενου όσο και του πρωτοφειλέτη ότι η εγγύηση ήταν μόνο για την πιστωτική κάρτα δεν μπορεί να ευσταθήσει, αφού ο ετεροχρονισμός μεταξύ εγγύησης και πιστωτικής κάρτας ανατρέπει κάθε περί αντιθέτου ισχυρισμό. Θα επανέλθω όμως αργότερα στο θέμα αυτό εξετάζοντας το υπό το πρίσμα της μαρτυρίας του εναγόμενου και του Μ.Υ.
  7. Δεν παραγνωρίζω ότι η μάρτυρας παρέπεμψε στο τεκμ. 6 που είναι ο λογαριασμός της κάρτας, που την 23.3.94 παρουσίαζε παρατράβηγμα Λ.Κ.40.- για να καταδείξει ότι το ποσό αυτό δεν τον καθιστούσε αναξιόχρεο. Αποτελεί ακόμα γεγονός ότι κάποια μέρη της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 δεν ήταν απολύτως ακριβή. ΄Ετσι για παράδειγμα κατέθεσε ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε για το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού των Λ.Κ.1,000.- καθώς και για δάνειο των Λ.Κ.1,500.- Αυτό, καθ' όσον αφορά το ποσό των Λ.Κ.1,500.- δεν είναι ορθό ούτε και υποστηρίζεται από τα έγγραφα που κατέθεσε. Θα πρέπει όμως να σημειώσω ότι η μάρτυρας είχε ερωτηθεί για το ποσό των Λ.Κ.1,500.- που αναγράφεται στην αίτηση του πρωτοφειλέτη για την πιστωτική κάρτα (τεκμ. 4) και απάντησε ότι φαίνεται ότι το χρέος αυτό υπήρχε. Ακολούθως ερωτηθείσα επί του τεκμ.7 που είναι ο λογαριασμός ορίου και τρεχούμενου που παρουσιάζει την 6.4.94 μια κατάθεση Λ.Κ.1.500.- απάντησε ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε και το ποσό αυτό. Ότι πρόκειται περί εμφανούς μάλιστα λάθους της μάρτυρος δεν υπάρχει αμφιβολία, το ξεκαθάρισε το θέμα σχεδόν αμέσως, όταν διευκρίνισε ότι ο λογαριασμός είναι πιστωτικός μόνο όταν αναγράφεται δίπλα από το ποσό το σημείο πλην (-). Και είναι εμφανές ότι οι Λ.Κ.1,500.- ήταν κατάθεση του πρωτοφειλέτη και όχι δάνειο - δεν παρουσιάζει το σημείο (-) πλην -. Ξεκαθάρισε δε πλήρως το θέμα από την Μ.Ε.2, που εξήγησε ότι πρόκειται για κατάθεση του πρωτοφειλέτη στο λογαριασμό και όχι για δάνειο. Αποτελεί εν πάση περιπτώσει γενική παρατήρηση και για τις δύο μάρτυρες, πως καμιά τους δεν χειριζόταν τους λογαριασμούς του πρωτοφειλέτη, το τόνισαν και το ξεκαθάρισαν σε διάφορες ερωτήσεις κατά την αντεξέταση, κυρίως για ό,τι αφορά τους τόκους. Η μαρτυρία τους αφορούσε τη συμφωνία εγγύησης του εναγόμενου 2, γιατί αυτό προβλήθηκε με την υπεράσπιση. Ήταν για να καταθέσουν ότι ήταν οι μάρτυρες των υπογραφών επί της συμφωνίας εγγύησης. ΄Ετσι μικρολάθη ή μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία τους που αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα τεκμήρια, θεωρώ πως είναι προφανώς ακούσια και σαφώς επουσιώδη ή ακόμα και άσχετα επί τα επίδικα θέματα. Και σίγουρα όχι για να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Θα μπορούσε ακόμα να λεχθεί πως ήταν και φυσικό να υποπέσουν σε μικρολάθη, τόσο γιατί πέρασε όντως πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από το 1994 που καταρτίστηκαν οι συμφωνίες, και αφ' ετέρου δεν ήταν γνώστες των λογαριασμών του πρωτοφειλέτη ούτε και χειρίζονταν τους λογαριασμούς του. Σε κάθε όμως περίπτωση τα κατατεθέντα τεκμήρια ρίχνουν πλήρες φως και μπορούν από αυτά αβίαστα να εξαχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα. Δεδομένου μάλιστα και λαμβάνοντας υπόψη ότι κατατέθηκαν και χωρίς ένσταση. Και επανέρχομαι εδώ για να υπομνήσω ξανά ότι με την υπεράσπιση ένα ήταν το επίδικο θέμα, η απάτη και οι ψευδείς παραστάσεις των εναγόντων. Και ακριβώς αυτό επιβεβαιώνει όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Αθανασίου, ανωτέρω, ότι τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία συναρτώμενα άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα της δίκης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος του διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. ΄Ετσι οι ενάγοντες εκείνο που είχαν να αντιμετωπίσουν ως το μόνο επίδικο θέμα που ηγέρθη με την υπεράσπιση, ήταν η απάτη και οι ψευδείς παραστάσεις. Και ακριβώς προσκόμισαν μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση, και όχι για να αποδείξουν το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, ή οτιδήποτε σε σχέση με αυτόν. Επανέρχομαι στη μαρτυρία των εναγόντων. Δεν θα υπεισέλθω ξανά σε λεπτομέρειες, αλλά θα αναφέρω τι κατεδείχθη ως αναδεικνυόμενο σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα τεκμήρια. Ο πρωτοφειλέτης την 6.4.94 υπέγραψε συμφωνία για υπέρβαση ορίου τρεχούμενου λογαριασμού μέχρι Λ.Κ.1,000.- (τεκμ.1). Ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό 118-11-001899 (τεκμ. 7). Συνάγεται ακόμα από τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 ότι ο πρωτοφειλέτης είχε προγενέστερο τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς όριο που έκλεισε, και ανοίχθηκε οι πιο πάνω επίδικος με το όριο των Λ.Κ.1,000.- Στη συνέχεια την 11.4.93 υπεβλήθη αίτηση για άνοιγμα πιστωτικής κάρτας με όριο Λ.Κ.250.- που εγκρίθηκε στις 13.3.94 και ο λογαριασμός άνοιξε την 23.4.
  8. Τα τεκμήρια 4 και 6 είναι σχετικά. Στη συνέχεια ο πρωτοφειλέτης την 26.9.94 υπέγραψε συμφωνία δανείου ύψους Λ.Κ.2000.- (τεκμ. 2) και ακολούθως την 3.2.95 με σχετική συμφωνία (τεκμ. 3), αυξήθηκε το όριο του υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού του από Λ.Κ.1,000.- σε Λ.Κ.2,000.- Ο τρεχούμενος λογαριασμός παρέμεινε ο ίδιος, ο υπ' αριθμόν 118-11-001899 που είναι ο επίδικος. Τι έγινε στη συνέχεια έχει εξηγηθεί και από τις δύο μάρτυρες αλλά και πάλι ανάγλυφα παρουσιάζεται μέσα από τα διάφορα τεκμήρια. Το δάνειο των Λ.Κ.2,000.- η καλύτερα μέρος του το χρησιμοποίησε ο πρωτοφειλέτης και εξόφλησε το προϋπάρχον δάνειο των Λ.Κ.1,500.-. Πρόκειται για το δάνειο που φαίνεται στην αίτηση για την έκδοση πιστωτικής κάρτας, που ως λέχθηκε προκάλεσε κάποια σύγχυση σε σχέση με τα επίδικα δάνεια. Σχετικό είναι το τεκμ.10 σύμφωνα με το οποίο στις 26.9.94 διά της καταβολής του ποσού των Λ.Κ.1,207,67 εξοφλήθηκε το προϋπάρχον δάνειο. Το υπόλοιπο του δανείου αυτού, και προς άρσιν συγχύσεως εννοώ του τεκμ. 2 ημερ. 26.9.94 για Λ.Κ.2,000.-, ο πρωτοφειλέτης το εξόφλησε από τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό την 7.3.96 όπως ευκρινώς φαίνεται στο τεκμ. 7 με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.764.
  9. Τον Αύγουστο του 2001 εξόφλησε και την πιστωτική κάρτα. Παρέμεινε οφειλόμενος μόνο ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός. Την 30.6.00 σύμφωνα και πάλι με το Τεκμ. 7 ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ.5,715.89 πλέον τόκους που είναι το αξιούμενο με την αγωγή ποσό. Τα πιο πάνω ως λέχθηκε εξάγονται ευθέως εκ της μαρτυρίας και από τα κατατεθέντα τεκμήρια και χάριν αποφυγής επαναλήψεων γίνονται ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το υπόλοιπο του χρέους του πρωτοφειλέτη. Παραμένει να εξεταστεί η εγγύηση που υπέγραψε ο εναγόμενος σε συνάρτηση με την υπεράσπιση που πρόβαλε. ΄Εχω ήδη αναφέρει ότι η βασική θέση του εναγόμενου όσο και του Μ.Υ.2, ότι δηλαδή η δοθείσα εγγύηση αφορούσε την έκδοση πιστωτικής κάρτας δεν ευσταθεί. Απλή ματιά στα σχετικά έγγραφα αποδεικνύει το αναπόδεικτο και το πλήρες εσφαλμένο αλλά και το παραπλανητικό της θέσης αυτής. Η αίτηση για την πιστωτική κάρτα υπεβλήθη την 13.3.94 σε αντίθεση με την συμφωνία για δάνειο που φέρει, μαζί με την ιδίας ημερομηνίας συμφωνία εγγύησης, την 6.4.
  10. Απόλυτα σχετικό είναι και το τεκμήριο 12 που είναι η δήλωση περιουσιακής κατάστασης του εναγόμενου που δόθηκε στους ενάγοντες και φέρει ημερομηνία 31.3.
  11. Αν η εγγύηση που υπέγραψε ο εναγόμενος 2 κάλυπτε και το μεταγενέστερο όριο της πιστωτικής κάρτας δεν το εξετάζω αφού δεν είναι επίδικο. Η ουσία είναι πως σε καμιά περίπτωση, και αναφέρομαι εδώ στον Μ.Υ.2 δεν μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του. Ήταν πλήρης αντιφάσεων και σε άμεση σύγκρουση με τα κατατεθέντα τεκμήρια και είναι η κρίση μου ότι η μαρτυρία του δεν ήταν τίποτε περισσότερο παρά μόνο για να βοηθήσει τον εναγόμενο. Πλην όμως όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια η προσπάθεια του στέφθηκε με πλήρη αποτυχία, ως εντελώς αναξιόπιστος και παραπλανητικός. Δεν τον διακατείχε καμιά προσήλωση στην αλήθεια ούτε και στην αληθή και πραγματική φύση της συναλλαγής, αλλά μόνο να βοηθήσει τον εναγόμενο. Ακόμα και οι απαντήσεις που έδινε στερούνταν της απαιτούμενης βεβαιότητας και σαφήνειας και αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματα και τίποτε περισσότερο. Η μαρτυρία του ότι δήθεν εκείνο που κατάλαβε, ότι τους εγγυητές η τράπεζα τους ήθελε για την πιστωτική κάρτα δεν έχει ίχνος πραγματικότητας, για τον πολύ απλό λόγο ότι πρώτα αποτάθηκε για το δάνειο στον τρεχούμενο λογαριασμό των Λ.Κ.1,000.- και επ' αυτού ζήτησε τους εγγυητές η τράπεζα, και αργότερα αιτήθηκε την πιστωτική κάρτα. Και διερωτώμαι τι άλλο θα έπρεπε να του διευκρινίσει η τράπεζα, γιατί κατέθεσε και αυτό. Ότι δηλαδή δεν του διευκρίνισε η τράπεζα για ποιο λόγο ήθελε τους εγγυητές. Πρόκειται αβίαστα περί εντελώς παραλόγων προφάσεων άνευ λογικού ερείσματος. Προσπάθησε να εξηγήσει ότι επειδή είχε λογαριασμό και δεν του ζήτησαν εγγυητές, άρα οι εγγυητές ήταν για την πιστωτική κάρτα. Απλοποιημένη και εντελώς παραπλανητική βεβαίως λογική που παραγνωρίζει εντελώς ότι στις 6.4.94 αποτάθηκε μόνο για δάνειο. Και ότι ήδη από την 31.3.94 ο εναγόμενος ως εγγυητής του υπέβαλε γραπτή δήλωση στην τράπεζα ακριβώς για το δάνειο αυτό. Απορρίπτω εντελώς τον ισχυρισμό του ότι η τράπεζα δεν του είπε για ποιο λόγο ήθελε τους εγγυητές, αφού όταν υπέγραφε το δάνειο (τεκμ.1) ημερ. 6.4.94 γνώριζε πάρα πολύ καλά για ποιο λόγο και για ποιο ποσό υπέγραφαν οι εγγυητές του. ΄Αλλωστε για ποιο ποσό θα τον εγγυούνταν, αφού δεν εκκρεμούσε άλλη αίτηση του για οποιοδήποτε άλλο δάνειο. Υστερογενής λογική και κατασκευές δεν χωρούν. Ότι νόμισε ο ίδιος ότι η εγγύηση ήταν για την κάρτα ομοίως και για τους ίδιους λόγους απορρίπτεται ως εντελώς παραπλανητική και ανεδαφική. Στην καλύτερη περίπτωση μόνο αφελείς μπορούν να χαρακτηριστούν οι ισχυρισμοί του. Ο μάρτυρας άφησε τις χείριστες των εντυπώσεων και δεν είναι τυχαία η απάντηση που έδωσε σε σχετική ερώτηση «λέω την αλήθεια ειδικά σε αυτή την περίπτωση» που μιλά από μόνη της χωρίς να απαιτείται άλλος σχολιασμός, δείγμα ακριβώς της ποιότητας της μαρτυρίας του. Οι απαντήσεις του μόνο παιδαριώδεις και αφελείς μπορούν να χαρακτηριστούν, χωρίς ίχνος λογικής και χρονικής αλληλουχίας. Πλήρως ανακριβής στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να χαρακτηριστεί η μαρτυρία του ότι ο εναγόμενος του έγραψε σε ένα χαρτί τα στοιχεία του και τα πήρε στην τράπεζα, ανάλογη σημειώνω ήταν και η μαρτυρία του εναγόμενου επί τούτου, αφού πανηγυρικά ανατρέπεται από το τεκμ.12 που αποτελεί το ειδικό έντυπο υπογραμμένο από τον εναγόμενο και φέρει ημερομηνία 31.3.
  12. Τόσο η μαρτυρία του εναγόμενου όσο και του Μ.Υ.2 αντικρούεται και ανατρέπεται από το έγγραφο αυτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Εδώ να παρεμβάλω το εξής σημαντικό. Ούτε μπορώ να δεκτώ τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι ο Μ.Υ.2 του είπε ότι θα υπέγραφε ως εγγυητής μιας πιστωτικής κάρτας μέχρι Λ.Κ.250.- αφού όταν υπέγραφε το εγγυητήριο έγγραφο (τεκ. 5) αλλά και όταν έδινε προηγουμένως τα στοιχεία του στην τράπεζα (τεκ. 12), δεν υπήρχε ούτε και ετίθετο καν θέμα πιστωτικής κάρτας. Όλα αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και κατασκευάσματα για να αποφύγει τις ευθύνες του ο εναγόμενος που πήγαζαν μέσα από τα σχετικά έγγραφα. Και τίθεται το ερώτημα πως ο εναγόμενος κατέθεσε ότι εκείνο που κατάλαβε ήταν πως υπέγραφε εγγυητής μιας πιστωτικής κάρτας, όταν δεν υπήρχε καν τέτοιο θέμα την ημέρα που υπέγραφε. Προφανώς παραπλανούσε το δικαστήριο γιατί απλά θέμα πιστωτικής κάρτας δεν τέθηκε ποτέ. Άλλο βέβαια θέμα και εντελώς διαφορετικό, αν εκ των υστέρων ο πρωτοφειλέτης αποτάθηκε και για πιστωτική κάρτα. Κατ' επέκταση, ως αυτονόητο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι έτσι του είπε ο πρωτοφειλέτης (Μ.Υ.2). Δεν του είπε, ούτε και μπορούσε να του πει για εγγύηση της πιστωτικής του κάρτας αφού τέτοιο θέμα δεν υπήρχε ούτε και υφίστατο. Κατ' ακολουθίαν και για τους ίδιους λόγους δεν τίθεται θέμα να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ότι ζήτησε από τον εναγόμενο να τον εγγυηθεί για την έκδοση πιστωτικής κάρτας. Ο εναγόμενος σαφώς γνώριζε ότι εγγυήθηκε το συγκεκριμένο όριο των Λ.Κ.1,000.- Απορρίπτω επίσης τη θέση του εναγόμενου ότι δεν πήγε στην τράπεζα να δώσει τα στοιχεία του αλλά τα έδωσε του Μ.Υ.
  13. Το τεκμ. 12 που ως λέχθηκε φέρει προγενέστερη ημερομηνία από την συμφωνία εγγύησης τον ανατρέπει, αφού φέρει και την υπογραφή του. Και να προσθέσω ότι είναι και το μόνο λογικό συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαχθεί, αφού ως κατέθεσαν και οι Μ.Ε.1 και 2, πρώτα αξιολογούνται οι εγγυητές, και ακολούθως προχωρεί η διαδικασία έγκρισης του δάνειου. Όπως ακριβώς έγινε και εδώ. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ο εναγόμενος εν τη ρίμη του λόγου του ανέφερε ότι αυτός έδωσε στην τράπεζα τη διεύθυνση του στο Παλαιχώρι, γεγονός που καταγράφεται στο τεκμ.
  14. Και επί του θέματος αυτού απορρίπτω επίσης τον ισχυρισμό του, ότι ενώ μεν έδωσε ως διεύθυνση του το Παλαιχώρι δεν πήρε καμιά επιστολή (τεκμ. 8, 9 και 13) παρόλο που παρέλαβε την αγωγή στο Παλαιχώρι. Να σημειωθεί πως οι τρεις επιστολές αναγράφουν ως διεύθυνση του εναγόμενου το Παλαιχώρι, και ελλείψει περί του αντιθέτου μαρτυρίας, τεκμαίρεται πως οι επιστολές παραλήφθηκαν από τον εναγόμενο. Σχετικό προς τούτο είναι το άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1 σύμφωνα με το οποίο εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο, η επιστολή διά της ταχυδρομήσεως της θεωρείται ότι παρεδόθη. Σχετική προς τούτο είναι η υπόθεση Theodotou v. The Abbot of Kykko Monastery and others
(1965)1 CLR 9 στην οποία εξηγήθηκε ότι υπάρχει τεκμήριο (presumption) ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται ότι αποστάληκε και δεν επιστράφηκε αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι παρεδόθη στον παραλήπτη της. Σημειώνω ακόμα πως αυτό που κατέθεσε ο εναγόμενος ότι δήθεν τον ξεγέλασε η τράπεζα και δεν του έδωσε χρόνο να διαβάσει τα έγγραφα, αυτονατρέπεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς του. Αφού ως ανέφερε δεν ζήτησε να τα διαβάσει, πώς τότε δεν του έδωσαν χρόνο να τα διαβάσει. Και τα δύο μαζί δεν μπορούν να συνυπάρχουν. Κρίνω ότι η μαρτυρία τόσο του εναγόμενου όσο και του Μ.Υ.2 αποτελεί μια ενορχηστρωμένη, προσυνεννοημένη και προκατασκευασμένη ιστορία για να αποφύγει ευθύνες ο εναγόμενος. Όμως η αίτηση του πρωτοφειλέτη και Μ.Υ.2 για την έκδοση της πιστωτικής κάρτας, ετεροχρονισμένη ως προς τους ισχυρισμούς τους, ανέτρεψε και απογύμνωσε κάθε περί αντιθέτου ισχυρισμό τους και αποκάλυψε το μέγεθος και την ανακρίβεια της εκδοχής και των ισχυρισμών τους. Τα πιο πάνω αβίαστα επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 οι οποίες να σημειωθεί ότι άφησαν άριστες εντυπώσεις στο δικαστήριο. Μικροαντιφάσεις ως λέχθηκε σε επουσιώδη και άσχετα θέματα είναι άνευ σημασίας και αξίας. Με κανένα τρόπο δεν έχω διακρίνει στις μάρτυρες προσπάθεια να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ούτε και να δώσουν εσφαλμένα στοιχεία. Αναμφίβολα ως εξάγεται εκ της μαρτυρίας, δεν ετίθετο θέμα να ζητήσουν εγγυητές για την κάρτα. Και τούτο ανεξάρτητα αν ζητούν ή όχι εγγυητές για πιστωτικές κάρτες. Η μαρτυρία τους κρίνεται ως απόλυτα ορθή και γίνεται αποδεκτή. Και τίθεται το ερώτημα εν όψει ακριβώς όσων προέκυψαν από την αξιολόγηση του εναγόμενου αλλά και του Μ.Υ.2, τι βάρος μπορεί να προσδοθεί στο υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας τους, όταν η περί του βασικού ισχυρισμού μαρτυρία τους έχει κριθεί ως εντελώς αναξιόπιστη και παραπλανητική. Το μείζον περιέχει το έλασσον. Θεωρώ πως δεν παρέχεται δυνατότητα αποσπασματικής αξιολόγησης της, για τον απλό λόγο ότι όσα κατέθεσαν ήταν ενιαία και επί του συνόλου των προβαλλόμενων ισχυρισμών της υπεράσπισης. Οπότε οι εντυπώσεις που άφησαν οι μάρτυρες στο δικαστήριο, είτε από την άποψη των αντιδράσεων τους, είτε από την άποψη της ποιότητας των απαντήσεων τους αξιολογούνται και κρίνονται ως ενιαίο σύνολο. Ως λέχθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661 η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρας έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Και ακριβώς μέσα σε αυτά τα πλαίσια, και σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία έχει αξιολογηθεί η μαρτυρία του εναγόμενου αλλά και του Μ.Υ.2 ως ένα αδιαίρετο σύνολο. Με τα ίδια ακριβώς μέτρα έχουν κριθεί και αξιολογηθεί και οι μάρτυρες των εναγόντων. Δεν έχω απολύτως κανένα δισταγμό ούτε και την παραμικρή αμφιβολία να απορρίψω εντελώς όσα ενορχηστρωμένα κατέθεσαν τόσο ο εναγόμενος όσο και ο Μ.Υ.2, ότι δηλαδή η υπογραφή του εγγράφου εγγυήσεως έγινε στον πάγκο του ταμείου της τράπεζας και όσα συνακόλουθα κατέθεσαν επί του θέματος αυτού. Αποδέχομαι ανεπιφύλακτα όσα επί τούτου κατέθεσαν οι Μ.Ε.1 και
  1. Αδυνατώ να αποδεκτώ και απορρίπτω ότι τόσο η Μ.Ε.1 όσο και η Μ.Ε.2 κατέθεσαν στο δικαστήριο ότι υπέγραψαν ψευδώς αργότερα ως μάρτυρες στο έγγραφο εγγυήσεως. Τουλάχιστον το λογικό θα ήταν αν όντως κάποιος άλλος υπάλληλος τους έδωσε το έγγραφο και το υπόγραψε ο εναγόμενος στον πάγκο του ταμείου, να υπέγραφε και ως μάρτυρας της υπογραφής του. Αποδεχόμενος τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και 2 καταλήγω ότι ο εναγόμενος υπέγραψε μέσα στο γραφείο στην παρουσία των δύο μαρτύρων. Του εξηγήθηκε ο λόγος της υπογραφής του, όπως του είχε εξηγηθεί και προηγουμένως όταν έδινε τα προσωπικά του στοιχεία στην τράπεζα, ότι δηλαδή η εγγύηση του αφορούσε όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη. Και επ' αυτού να προσθέσω ότι αδυνατώ να αποδεκτώ ότι ο εναγόμενος όταν έδινε τα στοιχεία του στην τράπεζα την 31.3.94 δεν γνώριζε για ποιο λόγο τα έδινε, ούτε και ότι δεν του εξηγήθηκε ο λόγος. Δεν ζήτησε αντίγραφο του εγγράφου ούτε πριν το υπογράψει για να το μελετήσει, ούτε και μετά που το υπέγραψε. Αποδεχόμενος τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και 2 καταλήγω ότι του είπαν να το διαβάσει και ότι δεν ήταν υπόχρεος να το υπογράψει και αν ήθελε μπορούσε να συμβουλευτεί και να επανέλθει. Του εξηγήθηκε ακόμα ότι η εγγύηση του ήταν για παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Του εξηγήθηκαν τέλος οι συνέπειες της εγγύησης, ότι δηλαδή αν ο πρωτοφειλέτης δεν πληρώσει τότε η τράπεζα θα στραφεί εναντίον του. Με άλλα λόγια και για να μην επαναλαμβάνω τη μαρτυρία η οποία γίνεται πλήρως αποδεκτή με την εξαγωγή αναλόγων επί τούτου ευρήματων, τόσο η Μ.Ε.1 όσο και η Μ.Ε.2 του εξήγησαν πλήρως τόσο το σκοπό όσο και τις επιπτώσεις αλλά και τις συνέπειες της εκ μέρους του υπογραφής της εγγύησης την οποία και υπέγραψε (βλπ Μαρκίδου ν. Hellenic Bank Ltd 10966 2001). Αποτελεί επίσης περαιτέρω εύρημα του δικαστηρίου ότι σύμφωνα με τον όρο 18 του εγγράφου εγγυήσεως (τεκμ. 5) η ευθύνη του εναγόμενου ήταν απεριόριστη, πλέον τους τόκους κατά το μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου που ισχύει από καιρού εις καιρό. Σύμφωνα με τους όρους της έγγραφης συμφωνίας εγγύησης ο εναγόμενος συμφώνησε να εγγυηθεί τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον πρωτοφειλέτη, για οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους και παρατάσεις που θα αποφασίζουν οι ενάγοντες. Εγγυήθηκε επίσης όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη, είτε αυτές είναι παρούσες είτε μελλοντικές, είτε θα γίνουν απαιτητές, είτε άμεσες ή έμμεσες, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων. Σχετικοί είναι οι όροι 1 και 2 του εγγράφου εγγυήσεως, σύμφωνα με τους οποίους πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος συμφώνησε ότι οι ενάγοντες έχουν την εξουσία κατά την απόλυτη τους κρίση και χωρίς την συγκατάθεση του να ανανεώνουν δάνεια και να δίνουν παρατάσεις. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 23.6.98 απευθυνόμενη στον πρωτοφειλέτη και με κοινοποίηση στους εγγυητές, μεταξύ των οποίων και τον εναγόμενο, τους πληροφορούσε για την υπέρβαση του λογαριασμού που εγγυήθηκε ο εναγόμενος και έθετε χρονικό περιθώριο για τακτοποίηση των λογαριασμών. ΄Εναντι καμιάς ανταποκρίσεως τόσο του πρωτοφειλέτη όσο και των εγγυητών, οι ενάγοντες με νέα επιστολή και κοινοποίηση προς τον εναγόμενο (τεκμ. 8) τερμάτισαν τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και απαίτησαν άμεση καταβολή του υπολοίπου με ταυτόχρονη ειδοποίηση για αύξηση του επιτοκίου στο ανώτατο επιτρεπόμενο υπόλοιπο. Τέλος την 29.8.00 με επιστολή των δικηγόρων τους (τεκμ.9) οι ενάγοντες απαίτησαν εξόφληση του ποσού των Λ.Κ.5,715.89 με 9% τόκο από 1.7.00 που είναι το αξιούμενο ποσό. Οι επιστολές αυτές παρόλο που λήφθηκαν από τον εναγόμενο, καμιά αντίδραση ή άλλη ενέργεια έγινε εκ μέρους του, αλλά ούτε και ήλθε σε επαφή με την τράπεζα τόσο ο ίδιος είτε με δικηγόρο για να προβάλει τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στο δικαστήριο. ΄Ηδη από το 1998 γνώριζε τόσο τις καθυστερήσεις όσο και το υπόλοιπο και απολύτως καμιά ενέργεια ή άλλη αντίδραση δεν έγινε εκ μέρους του. Κανένα μέτρο και καμιά διαμαρτυρία δεν έγινε εκ μέρους του. Εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί δεν προέβη τότε στα δέοντα μέτρα και πρόβαλε τους ισχυρισμούς του μετά την καταχώρηση της αγωγής. (βλπ. Μαρκίδου, ανωτέρω). Καταλήγω ότι ούτε απάτη ούτε και ψευδείς παραστάσεις, όπως περιγράφονται στην έκθεση υπερασπίσεως, έγιναν από τους ενάγοντες κατά το χρόνο της υπογραφής του εγγράφου εγγυήσεως από τον εναγόμενο. Ούτε ακόμα έγιναν τέτοιες παραστάσεις από τον πρωτοφειλέτη σε συνεννόηση με τους ενάγοντες. Ως εκ τούτου η υπεράσπιση του εναγόμενου οδηγείται σε πλήρη αποτυχία. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 2 για το πόσο των Λ.Κ.5,715.89 με τόκο 9% από 1.7.
  2. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος του εναγόμενου 2 και υπέρ των εναγόντων. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.