← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΕΤΤΑΣ ΦΙΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής 12670/02, 2 Αυγούστου, 2007

ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΕΤΤΑΣ ΦΙΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής 12670/02, 2 Αυγούστου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής 12670/02 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ενάγοντας και ΝΙΚΟΛΕΤΤΑΣ ΦΙΟΥΡΗ Εναγόμενης ------------------------------ 2 Αυγούστου, 2007 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Λ. Ιωαννίδης. Για την Εναγόμενη: κ. Γ. Τρίγκας (ουδείς στην εκφώνηση της απόφασης) ------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση άπτεται διαφοράς που ανέκυψε κατά τον σύντομο αρραβώνα των διαδίκων που διήρκησε από τις 12.11.2000 μέχρι τις 24.3.

  1. Οι έγγραφες προτάσεις Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, τον Δεκέμβριο του 2001 απεφάσισαν με την εναγόμενη όπως για σκοπούς συμβίωσης αγοράσουν από κοινού ένα διαμέρισμα στην υπό ανέγερση πολυκατοικία "Μαρία Καρίσσα" που βρίσκεται στην οδό Σταύρου Στυλιανίδη στη Δασούπολη. Τον επόμενο μήνα, δηλαδή τον Ιανουάριο του 2002, κατέβαλαν εξ ημισίας το ποσό της προκαταβολής του εν λόγω διαμερίσματος που ανερχόταν σε £6.000, δηλαδή έκαστος κατέβαλε £3.
  2. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε υπό τις πιο κάτω περιστάσεις: Στις 17.1.2002 για σκοπούς είσπραξης της προκαταβολής, επισκέφθηκε το σπίτι τον γονιών της εναγόμενης όπου διέμεναν και οι διάδικοι, εκπρόσωπος της εργοληπτικής εταιρείας που ανέλαβε την ανέγερση της προαναφερθείσας πολυκατοικίας. Εκεί ο πατέρας της εναγόμενης πέραν της συνεισφοράς της ίδιας, ανέλαβε να καταβάλει και τη συνεισφορά του ενάγοντος υπό τη ρητή όμως διαβεβαίωση του τελευταίου ότι θα του επέστρεφε το καταβληθέν ποσό της δικής του συνεισφοράς την επαύριον ή εν πάση περιπτώσει εντός ευλόγου χρόνου. Πράγματι την επαύριον, δηλαδή στις 18.1.2002 ο ενάγων κατάθεσε στον λογαριασμό του πατέρα της εναγόμενης το ποσό των £3.
  3. Πέραν του πιο πάνω ποσού ο ενάγων ενεργώντας σε συνεργασία με την εναγόμενη, σε διάφορες ημερομηνίας και με δικά του χρήματα προέβη στην αγορά διαφόρων ειδών εξοπλισμού που τοποθετήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν στο εν λόγω διαμέρισμα, καταβάλλοντας συνολικά το ποσό £
  4. Τελικώς κατά η περί τις 24.3.2002 και προτού καν ολοκληρωθεί το διαμέρισμα, οι διάδικοι διέκοψαν τη σχέση τους. Το διαμέρισμα όμως παρέμεινε στην εναγόμενη. Ενεγράφη (και) επ' ονόματι της και γενικά καρπώθηκε και πλούτισε άδικα σε βάρος του ενάγοντος για την αξία του καταβληθέντος από μέρους του ποσού των £3.
  5. Το ποσό αυτό παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος, αρνείται να του το επιστρέψει. Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της εναγόμενης είναι διαμετρικά αντίθετοι. Η εναγόμενη παραδέχεται βασικά μόνο την τέλεση αρραβώνα με τον εναγόμενο. Σε σχέση δε με το διαμέρισμα, δέχεται πως υπήρξε μια τέτοια αγορά, όχι όμως με οποιανδήποτε οικονομική συμβολή του ενάγοντος. Το διαμέρισμα διατείνεται, αγοράστηκε από τη μητέρα της και ενεγράφη στον όνομα τόσο αυτής όσο και της εναγόμενης. Με την αγορά αυτή ο ενάγων δεν είχε καμία απολύτως σχέση ή ανάμειξη. Σε ότι αφορά την αγορά εξοπλισμού απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και αντιτείνει πως οι οποιεσδήποτε από μέρους του αγορές, έγιναν αποκλειστικά με χρήματα της ιδίας, η οποία τύγχανε οικονομικής βοήθειας από τη μητέρα της. Όσον αφορά τις £3.000, δέχεται πως όντως καταβλήθηκε ένα τέτοιο πόσο από τον ενάγοντα προς τον πατέρα της, αλλά τούτο έγινε όχι σε σχέση με την αγορά του διαμερίσματος αλλά προς εκπλήρωση της συμφωνίας τους πως θα κατέβαλλε τα μισά έξοδα που θα δημιουργούνταν εξαιτίας της δεξίωσης των αρραβώνων που έλαβε χώρα στις 12.11.2000 και που ανήλθαν γύρω στις £6.
  6. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών αρνείται την απαίτηση του ενάγοντος, σημειώνοντας μάλιστα πως είναι εκείνος που κατέστη πλουσιότερος από τη συμβίωση τους, καρπούμενος τις διάφορες παροχές που του εγίνοντο είτε από την ίδια προσωπικά είτε για λογαριασμό της. Σε σχέση με τις παροχές αυτές, επιφυλάσσει μάλιστα τα δικαιώματα της. Η ακροαματική διαδικασία Με βάση τα πιο πάνω δικογραφικά δεδομένα η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Οι διάδικοι και ο πατέρας της εναγόμενης, Γιαννάκης Φιουρής (Μ.Υ.1). Δεν θα επιχειρήσω να καταγράψω σε έκταση τη μαρτυρία τους καθ' ότι τούτο θα ήταν αντιπαραγωγικό και δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Εννοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, αλλά και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Ομοίως έχει ληφθεί υπόψη η επιχειρηματολογία των συνηγόρων, εκ των οποίων, αυτή του κ. Ιωαννίδη ήταν ιδιαιτέρως εμπεριστατωμένη και διαφωτιστική. Έχοντας κατά νου τα προαναφερθέντα προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, κάνοντας αρχή από τον ενάγοντα. Ο ενάγων κατέθεσε με σταθερότητα και συνοχή. Δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση ουσίας, δεν επιχείρησε να αποφύγει ή να παρακάμψει καμία από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και γενικά το πέρασμα του από το εδώλιο του μάρτυρα κρίνεται απολύτως θετικό. Η εκδοχή του θα πρέπει να σημειωθεί που πλαισιώθηκαν με τα αναγκαία γραπτά πειστήρια, είναι και σε πλήρη ταύτιση με τη λογική. Έτσι αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Αντιθέτως η εναγόμενη και ο πατέρας της Μ.Υ.1, μου προξένησαν αρνητική, κακή εντύπωση θα έλεγε, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα.. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η εκδοχή τους ήταν χαλκευμένη και κατασκευασμένη, έχοντας προφανή στόχο την αναχαίτιση της απαίτησης του ενάγοντος. Οι αντιφάσεις, οι ανακολουθίες και γενικά οι αναλήθειες στις οποίες κατέφυγαν είναι πολλές και σημαντικές. Ενδεικτικά επισημαίνω τα εξής: Πρώτον, η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι μετά τον χωρισμό της με τον ενάγοντα, που επήλθε υπενθυμίζω στις 24.3.2002, ο ενάγων την κτύπησε, την εξύβρισε και την εξανάγκασε να πάνε μαζί στη Συνεργατική και να του δώσει τα μισά χρήματα του κοινού γραμματίου που διατηρούσαν. Σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε, υποστήριξε πως κανονικά το ποσό αυτό δεν θα έπρεπε να το πάρει ο ενάγων, καθ' ότι οφειλόταν στον πατέρα της για τα έξοδα του αρραβώνα. Το γεγονός τούτο διευκρίνισε το ανέφερε και στον δικηγόρο της. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της όμως, ανακαλώντας και αντιφάσκοντας με τα όσα είχε πει προηγουμένως, ανέφερε πως ο ενάγων τελικώς έδωσε τις £3.000 στον πατέρα της. Δεύτερον, η εναγόμενη, αποστασιοποιούμενη από τη δικογραφημένη θέση, έδειξε να μη γνωρίζει ακριβώς τι αφορούσαν οι £3.000 που έδωσε ο ενάγων στον πατέρα της. Ενώ η γενικότερη εκδοχή της ήταν ότι αφορούσαν τα έξοδα του αρραβώνα, σε κάποια στιγμή ανέφερε πως μπορεί να αφορούσαν "δανεικά". Συναφώς, ανέφερε πως δόθηκαν προς αποπληρωμή της διαμονής, διατροφής και των ανέσεων (τηλέφωνο, ηλεκτρισμό κ.ο.κ) που απολάμβαναν μένοντας στο σπίτι των γονιών της. Συμπλήρωσε μάλιστα πως κανονικά ο ενάγων θα έπρεπε να πλήρωνε και περισσότερα. Τρίτον, ούτε η εναγόμενη, ούτε ο πατέρας της, παρά τις γενικότητες και υπερβολές στις οποίες κατέφυγαν, οι οποίες σε κάποιες περιπτώσεις έφταναν στο σημείο της φαιδρότητας, δεν κατάφεραν να συμποσόσουν τις δικογραφηθείσες £6.000 έξοδα αρραβώνα, στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα της όλης εκδοχής της εναγόμενης. Τα έξοδα της δεξίωσης του αρραβώνα σύμφωνα με το τεκμήριο 10 ανήλθαν μόλις στις £
  1. Απ' εκεί και πέρα τόσο η εναγόμενη όσο και ο πατέρας της επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια εξειδίκευσης οποιωνδήποτε δαπανών μπορούσαν να θεωρηθούν συνδεδεμένες με τον αρραβώνα, ασχέτως της μη συμπερίληψης τους στα δικόγραφα, μήπως και συμπληρώνονταν έτσι οι £6.
  2. Αναφέρθηκαν σε έξοδα λουλουδιών (£300), ορχήστρας (£150), φωτογράφου (£320), κεραστικών (£200), προσκλητηρίων και κομμωτηρίου (£150-£250), των ρούχων που φορούσαν (£300-£400) και ακόμα των κοσμημάτων και βερών που αντάλλαξαν (£1000-£1500). Όλα αυτά βέβαια χωρίς την προσκόμιση οποιουδήποτε στοιχείου ή απόδειξης αλλά απλώς με προφορικές μεσοβέζικες αοριστολογίες. Ακόμα και έτσι όμως δεν κατάφεραν να συμπληρώσουν τις £6.
  3. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως τα έξοδα ανήλθαν σε £5.000 ή £5.500 ενώ η αθροιστική πράξη οδηγεί σε ακόμα μικρότερο ποσό. Αυτή η ημιτελής και ατελέσφορη προσπάθεια φανερώνει ξεκάθαρα και το αβάσιμο της συγκεκριμένης εκδοχής. Τέταρτο, το χρονικό χάσμα των 14 μηνών που υπάρχει μεταξύ της τέλεσης των αρραβώνων (12.11.2000) και της καταβολής των £3.000 (18.1.2002) σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογήθηκε από την εναγόμενη ή τον πατέρα της. Αφού οι £3.000 αφορούσαν τα της δεξίωσης του αρραβώνα, γιατί δεν καταβλήθηκαν εντός ευλόγου χρόνου από την εν λόγω δεξίωση και χρειάστηκε να περάσουν 14 ολόκληροι μήνες, όσο σχεδόν διήρκεσε ο ίδιος ο αρραβώνας, για να καταβληθούν; Αυτό το καίριο ερώτημα ουδέποτε απαντήθηκε, στοιχείο που επίσης καταδεικνύει την ανεδαφικότητα της εκδοχής της εναγόμενης. Από την άλλη όμως η καταβολή των £3.000 συμπίπτει απόλυτα με την προκαταβολή του διαμερίσματος. Επί τούτου θα πρέπει να σημειώσω πως έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η προκαταβολή του διαμερίσματος ήταν όντως £6.
  4. Πέμπτο, η εναγόμενη ισχυρίστηκε πως οι διάφορες αγορές που έγιναν από τον ενάγοντα και αφορούσαν εξοπλισμό για το διαμέρισμα, έγιναν με λεφτά που του έδινε απευθείας ο πατέρας της, Μ.Υ.
  5. Επ' αυτού μάλιστα έγινε και σχετική υποβολή προς τον ενάγοντα. Ο ίδιος ο Μ.Υ.1 όμως με κατηγορηματικό τρόπο ανέφερε πως ουδέποτε έδωσε χρήματα στον ενάγοντα. Τα χρήματα τα έδιδε στην εναγόμενη και απ' εκεί και πέρα δεν είχε καμία ανάμειξη, ούτε και παρακολουθούσε το τι τελικώς αγόραζαν. Στη δε Υπεράσπιση (παράγραφο 4) αναφέρεται πως τα χρήματα ήταν της εναγόμενης, η οποία τύγχανε οικονομικής στήριξης από τη μητέρα της. Αυτό το συνονθύλευμα αντικρουόμενων ισχυρισμών καταδεικνύει το αβάσιμο της εκδοχής της εναγόμενης και επ' αυτού του ζητήματος, Έκτο, ο γενικότερος και επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός αμφοτέρων, πως ο ενάγων δεν είχε σταθερή εργασία και κατ' επέκταση ήταν αφερέγγυος, καταρρίπτεται από την ίδια την παραδοχή τους, ότι όντως κατέβαλε το ποσό των £3.000 προς τον Μ.Υ.
  6. Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους απορρίπτω χωρίς ενδοιασμό τη μαρτυρία τόσο της εναγόμενης όσο και του Μ.Υ.
  7. Ευρήματα/ Συμπεράσματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση βρίσκω ότι τα πραγματικά, ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Οι διάδικοι που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αρραβωνιασμένοι, αποφάσισαν να αγοράσουν από κοινού ένα διαμέρισμα στην υπό ανέγερση πολυκατοικία "Μαρία Καρίσσα" που βρίσκεται στην οδό Σταύρου Στυλιανίδη στη Δασούπολη. Για τον σκοπό αυτό, τον Ιανουάριο του 2002 κατέβαλαν εξ ημισίας το ποσό της προκαταβολής του εν λόγω διαμερίσματος που ανερχόταν σε £6.000, δηλαδή κατέβαλαν £3.000 έκαστος. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε υπό τις πιο κάτω περιστάσεις: Στις 17.1.2002 για σκοπούς είσπραξης της προκαταβολής, επισκέφθηκε το σπίτι τον γονιών της εναγόμενης όπου διέμεναν και οι διάδικοι, εκπρόσωπος της εργοληπτικής εταιρείας που ανέλαβε την ανέγερση της προαναφερθείσας πολυκατοικίας. Εκεί ο πατέρας της εναγόμενης (Μ.Υ.1) πέραν της συνεισφοράς της ίδιας, ανέλαβε να καταβάλει και τη συνεισφορά του ενάγοντος υπό τη ρητή διαβεβαίωση του τελευταίου ότι θα του επέστρεφε το καταβληθέν ποσό της δικής του συνεισφοράς την επαύριον. Πράγματι ανταποκρινόμενος στα συμφωνηθέντα, την επαύριον 18.1.2002, ο ενάγων κάνοντας ανάληψη από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου (βλ. καταχώρηση ανάληψης-τεκμήριο 9) κατάθεσε στον λογαριασμό που διατηρούσε ο Μ.Υ.1 στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα (παράρτημα Σ.Π.Ε Χαντριών) το ποσό των £3.000 (βλ. απόδειξη είσπραξης- τεκμήριο 8). Πέραν του πιο πάνω ποσού, ο ενάγων σε συνεργασία με την εναγόμενη, κατά διάφορες ημερομηνίας και με δικά του χρήματα προέβη στην αγορά εξοπλισμού, ήτοι, κεραμικά, είδη υγιεινής κ.α (βλ. παραγγελίες, αποδείξεις, βεβαιώσεις - τεκμήρια 2-7) που τοποθετήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν στο εν λόγω διαμέρισμα, καταβάλλοντας συνολικά το ποσό £
  8. Τελικώς κατά η περί τις 24.3.2002 και προτού καν ολοκληρωθεί το διαμέρισμα, οι διάδικοι διέκοψαν τη σχέση τους. Το διαμέρισμα όμως παρέμεινε κατ' ουσία στην εναγόμενη αφού κατ' αποκλεισμό του ενάγοντος ενεγράφη στο όνομα τόσο αυτής όσο και της μητέρας της. Ο ενάγων ζήτησε επανειλημμένως την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού των £3.898, αποστέλλοντας μάλιστα και επιστολή δια του δικηγόρου του (τεκμήριο 1) χωρίς όμως να υπάρξει επ' αυτού οποιαδήποτε ανταπόκριση. Νομική Πτυχή / Κατάληξη Έρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως αλλά και την επιχειρηματολογία του κ. Ιωαννίδη, ο ενάγων στηρίζει την απαίτηση του στην αρχή της αποκατάστασης (restitution) έχοντας ως υπόβαθρο τον άδικο ή αδικαιολόγητο πλουτισμού (unjust enrichment). Πρόκειται για ιδιότυπη αρχή που έχει ως στόχο την απόδοση δικαιοσύνης σε περιπτώσεις που εκφεύγουν της στενής εφαρμογής των αρχών του δικαίου των συμβάσεων και γενικά δεν εντάσσονται στα στεγανά του κοινοδικαίου. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (General Principles), 27η έκδοση, σελ. 1392, παρ. 29-007, πολύ απλά αναφέρεται πως ο άδικος πλουτισμός εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που κάποιος έχει άδικα πλουτίσει σε βάρος άλλου και θα πρέπει έτσι να προβεί σε αποκατάσταση του άλλου. Ο άδικος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη και αυτοτελή βάση αγωγής. Αναγνωρίζεται όμως πως ως έννοια βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) που παρέχεται από τους κανόνες επιείκειας (βλ. Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-007 και Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173. Στην Κύπρο με βάση το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ισχύουν τόσο οι αρχές του κοινοδικαίου όσο και οι κανόνες επιείκειας υπό την αίρεση της μη πρόσκρουσης στις πρόνοιες του Συντάγματος και της νομοθεσίας. Οι αρχές αυτές ισχύουν ως αναπόσπαστο μέρος του κυπριακού δικαίου, χωρίς κανένα περιορισμό ως προς το χρόνο διαμόρφωσης τους (βλ. Το αγγλικό κοινοδίκαιο, οι κανόνες της επιείκειας και η εφαρμογή τους στην Κύπρο, σελ.75 και επέκεινα, του Γεώργιου Πική). Για επιτυχή επίκληση της αρχής του άδικου πλουτισμού θα πρέπει να καταδειχθεί (α) πως ο εναγόμενος πλούτισε (enriched) από όφελος (benefit), (β) εξόδοις του ενάγοντος (at the plaintiff´s expense) και (γ) ότι θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να διατηρήσει το όφελος (retention of the benefit would be unjust) (βλ. Goff and Jones The Law of Restitution, 2η έκδοση, σελ.11-45, Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-011 και Χρίστου v. Khoreva,
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Η αρχή τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις λήψης χρημάτων με υπέρμετρο επηρεασμό, με ψυχική πίεση, με απειλές, κατά λάθος και γενικά υπό οποιεσδήποτε συνθήκες που οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και της επιείκειας επιτάσσουν επιστροφή των χρημάτων. Αποκατάσταση (restitution) δεν διατάσσεται (α) όπου ο ενάγων παρείχε το όφελος ως έγκυρο δώρο ή προς εκπλήρωση κάποιας έγκυρης υποχρέωσης που είχε προς τον εναγόμενο, δυνάμει του κοινοδικαίου, του δικαίου της επιείκειας ή κάποιου νομοθετήματος, (β) όπου ο ενάγων παρείχε το όφελος υποκύπτοντας ή συμβιβάζοντας μια έντιμη αξίωση του εναγόμενου, (γ) όπου ο ενάγων παρείχε το όφελος εκτελώντας υποχρέωση την οποία όφειλε σε τρίτο πρόσωπο ή ενεργώντας εκούσια προς εξυπηρέτηση του δικού του συμφέροντος, (δ) όπου ο ενάγων ενήργησε εκούσια παρέχοντας όφελος στον εναγόμενο ο οποίος ούτε ζήτησε ούτε εξέφρασε επιθυμία για το όφελος που πήρε (the plaintiff acted officiously). Τούτου λεχθέντος υπάρχουν περιπτώσεις που παρά το εθελούσιο της πληρωμής, μπορεί να ανακτηθεί (βλ. Chitty (ανωτέρω) παρ.29.090 και επόμενες), (ε) όπου ο εναγόμενος δεν μπορεί να αποκατασταθεί στην αρχική του θέση ή όταν είναι καλόπιστος αγοραστής και (στ) όπου λόγοι δημοσίου συμφέροντος (public policy) αποκλείουν την αποκατάσταση (βλ.Goff and Jones (ανωτέρω) σελ.24 και Chitty (ανωτέρω), παρ. 29-011). Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας ως βάθρο τα ευρήματα μου, κρίνω πως θα πρέπει ως θέμα ύψιστης φυσικής δικαιοσύνης να εφαρμοστεί η αρχή της αποκατάστασης με βάση τον άδικο πλουτισμό. Πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που προανέφερα αφού μετά τη διάλυση του αρραβώνα των διαδίκων, το αναφερθέν διαμέρισμα μαζί με τον εξοπλισμό του, σε πλήρη αποκλεισμό του ενάγοντος, παρέμεινε (και) στην εναγόμενη. Η εναγόμενη προσπορίστηκε δηλαδή όφελος. Αυτό το όφελος, στο μέτρο της συνεισφοράς του βεβαίως, ήταν εξόδοις του ενάγοντος και σίγουρο είναι άδικο να το διατηρήσει και να το καρπωθεί η εναγόμενη. Δεν νομίζω η υπόθεση να επιδέχεται περαιτέρω συζήτησης. Ο ενάγων έχει αποδείξει την απαίτηση του. Έτσι εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των £3.898 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.