← Κύπρος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΙΖΙΔΗ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΣΙΝΙΔΗ, Αρ. Αγωγής 9823/02, 8 Αυγούστου, 2007

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΙΖΙΔΗ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΣΙΝΙΔΗ, Αρ. Αγωγής 9823/02, 8 Αυγούστου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής 9823/02 Μεταξύ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΙΖΙΔΗ Ενάγοντος και ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΣΙΝΙΔΗ Εναγομένου ------------------------------ 8 Αυγούστου, 2007 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Μ. Μηλιώτου. Για τον Εναγόμενο: κα Χρ. Παπαφώτη. ------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων διεκδικούσε αρχικά από τον εναγόμενο το ποσό των £3.400, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του, του δάνεισε στις 26.6.2001 βάσει γραπτής ή προφορικής συμφωνίας και το οποίο θα έπρεπε να αποπληρωθεί εντός ενός μηνός. Παρά όμως τις οχλήσεις του ενάγοντος το ποσό ουδέποτε αποπληρώθηκε. Ο εναγόμενος διατείνεται ότι τα γεγονότα είναι αντίστροφα. Δηλαδή δεν δανείστηκε αλλά δάνεισε χρήματα στον ενάγοντα. Το δάνειο έγινε στις 4.5.1999, ήταν για £7.200 και το ποσό δόθηκε σε μετρητά. Μετά παρέλευση 20 ημερών επεστράφη ποσό £2.200 και παρέμεινε έτσι υπόλοιπο £5.

  1. Στις 26.6.2001 επεστράφησαν άλλες £3.400 με αποτέλεσμα να παραμείνει υπόλοιπο £1.600, το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται και διεκδικείται ανταπαιτητικώς. Με αυτές τις λιτές αλλά συνάμα διαμετρικά αντίθετες δικογραφημένες εκδοχές η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση, αφού προηγουμένως (4.10.2005) η πλευρά του ενάγοντος περιόρισε την απαίτηση της σε £2.
  2. Ως μάρτυρες κατέθεσαν ο ενάγων, η θυγατέρα του Ειρήνη Λοϊζίδου (Μ.Ε.1) που τυγχάνει δικηγόρος και ο εναγόμενος. Δεν θα επιχειρήσω να καταγράψω σε έκταση τη μαρτυρία των προαναφερθέντων προσώπων καθ' ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ανώφελο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό. Νοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Τούτων λεχθέντων για σκοπούς και μόνο αλληλουχίας και καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν, θα παραθέσω σε πολύ αδρές γραμμές τις εκατέρωθεν δια ζώσης εκδοχές. Η εκδοχή που υποστήριξε ο ενάγων ενώπιον του δικαστηρίου είναι πως στις 26.6.2001, ο εναγόμενος με τον οποίο διατηρούσαν από παλαιά φιλικές σχέσεις, επισκέφθηκε το περίπτερο της κόρης του στην Εγκωμη, όπου για να ανταπεξέλθει σε οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε του δάνεισε το ποσό των £3.400 παραδίδοντας του τις μεταχρονολογημένες επιταγές 01246554 για ποσό £1000 ημερ. 29.6.2001 (τεκμήριο 2), 01246555 για ποσό £1.200 ημερ. 9.7.2001 (τεκμήριο 3) και 01246556 για ποσό £1.200 ημερ. 15.7.2001, η οποία τελικώς δεν εξαργυρώθηκε εξ ου και ο περιορισμός της απαίτησης σε £2.
  1. Προς αναγνώριση του προαναφερθέντος δανείου ο εναγόμενος υπέγραψε στην παρουσία τόσο του ίδιου όσο και της θυγατέρας του, η οποία μάλιστα υπέγραψε και ως μάρτυρας, την έγγραφη δήλωση (τεκμήριο 5). Το εν λόγω χρέος, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος που περιλάμβαναν και επιστολή της δικηγόρου-θυγατέρας του (τεκμήριο 6), παραμένει απλήρωτο. Η Μ.Ε.1 επιβεβαίωσε την επί παρουσία της υπογραφή του τεκμηρίου 5 από τον εναγόμενο, γεγονός που επιμαρτύρησε υπογράφοντας σχετικά το εν λόγω έγγραφο. Δεν ήταν όμως σε θέση να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με τα καταγραφέντα στο έγγραφο ποσά, καθ' ότι ως εξήγησε, του έριξε απλώς μια γρήγορη ματιά χωρίς να δώσει σημασία στο περιεχόμενο. Η εκδοχή του εναγόμενου είναι πως όντως διατηρούσαν με τον ενάγοντα φιλική σχέση από παλαιά, η οποία μάλιστα σε αντίθεση με τα όσα υποστήριξε ο ίδιος, ήταν αδιάλειπτη και ιδιαιτέρως εγκάρδια. Στα πλαίσια αυτής της σχέσης δάνεισε στον ενάγοντα στις 4.5.1999 το ποσό των £7.200 σε μετρητά για να "παίξει" στο χρηματιστήριο. Μετά παρέλευση 20 ημερών ο ενάγων του επέστρεψε £2.200 και παρέμεινε υπόλοιπο £5.
  2. Τις τρεις προαναφερθείσες επιταγές που του έδωσε ο ενάγων στο περίπτερο στις 25.6.01 (όχι στις 26.6.01) ήταν προς μερική αποπληρωμή του υπολοίπου και όχι το αντικείμενο νέου δανείου που λάμβανε ο ίδιος από τον ενάγοντα. Όσον αφορά το τεκμήριο 5 είναι γεγονός ότι το υπέγραψε και το μονόγραψε σε μερικά σημεία αλλά όχι στην χαλκευμένη μορφή που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Το έγγραφο αυτό το υπέγραψε κατόπιν παράκλησης του ενάγοντος, ώστε να μη γνωρίζει η οικογένεια του και ιδιαίτερα η θυγατέρα του, τους πραγματικούς λόγους που του έδινε αυτά τα χρήματα. Στις τελικές τους αγορεύσεις οι συνήγοροι των διαδίκων κα Παπαφώτη και Μηλιώτου υποδεικνύοντας η κάθε μια τις αδυναμίες και αντιφάσεις στην υπόθεση της άλλης πλευράς, υποστήριξαν την γνησιότητα της εκδοχής του διαδίκου που εκπροσωπούσαν, αξιώνοντας έτσι την έκδοση ανάλογης απόφασης εκ μέρους του. Ως σωστά επισήμανε η κα Μηλιώτου δεν ανακύπτουν στην παρούσα υπόθεση πολύπλοκα νομικά ζητήματα που να χρήζουν ανάλυσης και επίλυσης. Η συνήγορος σημείωσε πως προβλήθηκαν απλώς δύο εκδοχές και εναπόκειται στο δικαστήριο να επιλέξει ποια εκδοχή θα γίνει δεκτή. Σ' αυτό θα πρόσθετα ότι δεν πρέπει κατ' ανάγκη να γίνει δεκτή η μια εκδοχή σε βάρος της άλλης. Μόνο αν κριθεί αξιόπιστος αυτός (ή αυτοί) που την υποστηρίζει γίνεται δεκτή μια εκδοχή. Αλλιώς απορρίπτεται παρά το ενδεχόμενο να εμπεριέχει αληθινά στοιχεία ή ακόμα και να είναι πλήρως αυθεντική (βλ. Αθανασίου κ.α v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Μετά την επισήμανση αυτή περνώ στο θέμα της αξιολόγησης, κάνοντας αρχή από τον ενάγοντα. Ο ενάγων μου προξένησε κακή εντύπωση και έτσι χωρίς ενδοιασμό τον κρίνω αναξιόπιστο. Η εκδοχή του αντιστρατεύεται της λογικής και ήταν χωρίς συνοχή και συγκρότηση. Πέραν τούτων, οι αντιφάσεις, οι ανακολουθίες και γενικά οι παλινωδίες στην εκδοχή του είναι τόσο πολυσύνθετες που δυσκολεύομαι πραγματικά να τις ταξινομήσω σε κάποιο ορθολογιστικό πλαίσιο. Θα υπογραμμίσω έτσι κάποια σημεία που θεωρώ ιδιαιτέρως αποκαλυπτικά της ανειλικρίνειας του. Ξεκινώ πρώτα με το τεκμήριο 5, το οποίο κατά την ακρόαση μετατράπηκε σε παντιέρα και αυτό παρά το γεγονός ότι στο δικόγραφο δεν αναφέρεται καν. Σε σχέση με το έγγραφο αυτό ο ενάγων στα πρώτα στάδια της κυρίως του εξέτασης ανέφερα πως όταν ο εναγόμενος στις 26.6.01 επέστρεψε με την πρώτη επιταγή των £1.000 (τεκμήριο 1) λέγοντας του ότι "δεν τον βολεύει" και πως θέλει κι άλλα χρήματα του απάντησε ως εξής: "Εγώ είπα ότι, επειδή πρόκειται για πολλά λεφτά και επειδή απλώς εγώ χειρίζομαι την περιουσία της κόρης μου, που είναι δικηγόρος, να φωνάξουμε την κόρη μου να είναι παρούσα να κάνουμε και ένα έγγραφο. Πράγματι, της τηλεφώνησα, ήλθε, φτιάξαμε ένα έγγραφο το οποίο υπέγραψε ως μάρτυρας η κόρη μου.." Με άλλα λόγια η εκδοχή του σε εκείνο το χρονικό σημείο ήταν πως η ανάγκη καταρτισμού του τεκμηρίου 5 δεν προέκυψε εξ αρχής αλλά στη συνέχεια όταν του ζητήθηκε ο δανεισμός επιπλέον χρημάτων. Η δε ετοιμασία του έγγραφου έγινε στην παρουσία του εναγόμενου και της κόρης του. Στην αντεξέταση όμως ανασκεύασε πλήρως λέγοντας πως στις 25.6.01 που έδωσε την πρώτη επιταγή των £1.000 (τεκμήριο 1) στον εναγόμενο, ο τελευταίος ήταν βιαστικός και δεν είχε έτσι χρόνο να υπογράψει οτιδήποτε. Ως εκ τούτου του ανέφερε τα εξής: "να έλθεις την επόμενη ή σε 1-2 ημέρες για να υπογράψουμε. Συμπλήρωσε δε τα ακόλουθα: "και είχα ετοιμάσει το έγγραφο για £1.000." Λίγο αργότερα στις ίδιες περίπου γραμμές ανέφερε τα εξής: "έδωσα την επιταγή των £1.000, του είπα πήγαινε στο καλό και θα ετοιμάσω ένα έγγραφο και να έρθεις αύριο-μεθαύριο να υπογράψουμε και ετοίμασα το έγγραφο εγώ." Όταν δε ο εναγόμενος επέστρεψε ζητώντας κι άλλα χρήματα, άλλαξε τα ποσά επί του υφιστάμενου εγγράφου και κάλεσε την κόρη του και υπέγραψε μπροστά της ο εναγόμενος. Με άλλα λόγια η εκδοχή του σε τούτο το στάδιο ήταν πως η πρόθεση καταρτισμού του τεκμηρίου 5 προέκυψε από την αρχή. Το έγγραφο δεν υπεγράφη με την παράδοση της επιταγής-τεκμήριο 1 απλούστατα διότι βιαζόταν ο εναγόμενος. Το δε τεκμήριο 5 το ετοίμασε στη συνέχεια μόνος του ο ενάγων και το παρουσίασε στον εναγόμενο όταν επέστρεψε στις 26.6.
  1. Όταν δε ο τελευταίος ζήτησε επιπλέον χρήματα έκαμε τις αναγκαίες επί του εγγράφου αλλαγές και στη συνέχεια κάλεσε την κόρη του απλά για να επιμαρτυρήσει τις υπογραφές. Επί των πιο πάνω η Μ.Ε.1 παρουσίασε μια τρίτη εκδοχή. Ανέφερε πως όταν ο πατέρας της, της είχε πει ότι δάνεισε £1.000 στον εναγόμενο τον ρώτησε αν είχαν συντάξει οποιοδήποτε χαρτί προς απόδειξη τούτου. Τη ρώτησε τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα τέτοιο χαρτί, του εξήγησε και αυτός τότε της είπε ότι θα το ετοίμαζε και θα το παρουσίαζε την επαύριον στον εναγόμενο για να υπογράψει. Δηλαδή σύμφωνα με τα λεγόμενα της Μ.Ε.1 η πρόθεση του ενάγοντος για ετοιμασία του τεκμηρίου 5 δεν προέκυψε ούτε κατά την αρχική παράδοση της επιταγής (τεκμήριο 1) ούτε και όταν του ζητήθηκαν περισσότερα χρήματα από τον εναγόμενο. Προέκυψε όταν τον συμβούλεψε σχετικά η ίδια. Οι προαναφερθείσες ανακολουθίες κλονίζουν συθέμελα τα όσα ανέφερε ο ενάγων σε σχέση με το τεκμήριο 5, το οποίο υπενθυμίζω, ο ίδιος ενέταξε στον πυρήνα της εκδοχής του. Ένα άλλο εξίσου σημαντικό ζήτημα στο οποίο υπάρχει ουσιώδης αντίφαση είναι αυτό που αφορά το τι τελικώς απέγινε η επιταγή (τεκμήριο 1). Στην κυρίως του εξέταση ο ενάγων αναφερόμενος στο συγκεκριμένο θέμα υποστήριξε τα εξής: "την επέστρεψε πίσω και για να είμαι ειλικρινής δεν θυμούμαι την τύχη της, μπορεί να πλήρωσα κανέναν έμπορα εγώ με εκείνη, γι' αυτό αν θυμάστε, αυτό το δικαστήριο το ίδιο, αποσύραμε τις £1.000 και έπεσε το ποσό στις £3.4.00 η απαίτηση." Το δικαστήριο δεν θυμάται βεβαία αυτά που υπέδειξε ο ενάγων, αφού ουδέποτε συνέβησαν. Δεν είναι αυτό το θέμα όμως. Το θέμα είναι πως στην αντεξέταση υπήρξε εκ νέου ανασκευή. Ερωτηθείς και πάλι για την κατάληξη της επιταγής είπε τα εξής: "είπα προηγουμένως ότι δεν θυμάμαι τι έγινε η πρώτη επιταγή των £1.000, εάν την έπιασα πίσω ή όχι. Την έφερε εκεί πέρα διότι ήταν άλλης ημερομηνίας και δεν έκαμνε τη δουλειά του όπως είπε, αλλά δεν θυμούμαι αν αυτή η επιταγή δόθηκε σε λίγες μέρες στον ίδιο ή αφέθη να αλλαχθεί από τον ίδιο ή αγόρασα κάποιο εμπόρευμα." Τα ίδια επανέλαβε και λίγο αργότερα όταν η συνήγορος επανήλθε επί του θέματος. Με άλλα λόγια ενώ στην κυρίως του εξέταση θυμόταν την επιστροφή της επιταγής-τεκμήριο 1, στην αντεξέταση την λησμόνησε, αφήνοντας μάλιστα ανοικτό το ενδεχόμενο τελικά, όχι απλώς να παρέμεινε στα χέρια του εναγόμενου αυτή η επιταγή αλλά και να την εξαργύρωσε κιόλας. Το μέγεθος και η σημασία της ανακολουθίας προκύπτουν από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο ζήτημα άπτεται του ύψος και γενικά των συνθηκών και δεδομένων που περιβάλλουν την κατ' ισχυρισμό σύναψη δανείου, όπου θα ανέμενε κανείς σαφήνεια και σιγουριά. Πρόκειται δηλαδή για κεφαλαιώδους σημασίας αντίφαση που είναι αρκετή από μόνη της να εκθεμελιώσει την όλη εκδοχή του ενάγοντος. Πέραν των πιο πάνω υπάρχουν κι άλλα ζητήματα, που αν και μόνα τους φαίνονταν ασήμαντα, ιδωμένα σε συνάρτηση αποκαλύπτουν και πάλι την ανειλικρίνεια του ενάγοντος. Για παράδειγμα με βάση ποια συλλογιστική και λογική θα επέστρεφε ο εναγόμενος επιταγή ημερ.6.7.01 για ποσό £1.000 (τεκμήριο 1) και αυτή η επιταγή να αντικαθίστατο (και) με επιταγή ημερ. 9.7.01 για ποσό £1200 (τεκμήριο 2). Γιατί δηλαδή δεν θα μπορούσε να κρατήσει την επιταγή-τεκμήριο 1 ο εναγόμενος και να του εδίδοντο μόνο δύο επιπρόσθετες επιταγές; Περαιτέρω γιατί αναφέρεται στο τεκμήριο 5 ο αριθμός της επιταγής -τεκμήριο 1 αφού αν επιστράφηκε πίσω δεν είχε καμία πλέον σχέση με το δάνειο; Από την άλλη αν δεν επιστράφηκε και πρόθεση ήταν να εξαργυρωθεί και αυτή, το αναγραφέν ποσό θα έπρεπε να ήταν £4.400 και όχι £3.
  2. Στα ερωτήματα αυτά δεν δόθηκαν απαντήσεις. Τέλος να σημειώσω και το γεγονός ότι στην κυρίως του εξέταση ο ενάγων ανέφερε πως ο εναγόμενος επέστρεψε "την άλλη ημέρα" ζητώντας τα επιπλέον χρήματα ενώ στην αντεξέταση ανέφερε πως είναι μετά από δύο μέρες που επέστρεψε. Η αντίφαση δεν είναι επουσιώδης διότι η δεύτερη εκδοχή συνοδευόταν με ισχυρισμό του ενάγοντος πως το βράδυ της ενδιάμεσης ημερομηνίας, ετοίμασε το τεκμήριο
  3. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του ενάγοντος. Όσον αφορά τη Μ.Ε.1, χωρίς να θέλω να της αποδώσω γενική πρόθεση ανειλικρίνειας ή συλλήβδην προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων, σε αντιδιαστολή των όσων υποστήριξε, κρίνω πως δεν είδε τον εναγόμενο να υπογράφει το τεκμήριο 5, τουλάχιστον στη μορφή που αυτό παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Και να τον έβλεπε βέβαια, ελλείψει ουσιαστικής ανάμειξης και πρωτογενούς γνώσης των διαμειφθέντων και δοσοληψιών μεταξύ του πατέρα της και του εναγόμενου και δοθείσας της κατάρρευσης της εκδοχής του ενάγοντος, τούτο δεν θα επηρέαζε καθόλου την κατάληξη μου. Πέραν του υποδειχθέντος σημείου και των θεμάτων για τα οποία πηγή πληροφόρησης ήταν ο πατέρας της, δέχομαι για ότι αυτό αξίζει, τα υπόλοιπα λεγόμενα της Μ.Ε.
  4. Ο εναγόμενος, όπως και ο ενάγων, μου προξένησε κακή εντύπωση. Δεν υπάρχουν βέβαια στους κόλπους της δικής του μαρτυρίας οι αντιφάσεις και τα ρήγματα που ενυπήρχαν στην εκδοχή του ενάγοντος. Όμως η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρος σε συνάρτηση με κάποιες επιμέρους αντιφάσεις που θα υποδείξω στη συνέχεια, δεν μου αφήνουν αμφιβολία πως σε ουσιαστικά θέματα, δεν υπήρξε απόλυτα ειλικρινής στο δικαστήριο. Ήταν διστακτικός, σκεφτικός και αμφίλογος, σαν να ήθελε να πει κάποια πράγματα αλλά την ίδια ώρα να αποκρύψει κάποια άλλα. Για κάποιο λόγο δηλαδή δεν ήθελε να δώσει την πλήρη εικόνα και διάσταση των γεγονότων. Τα λεγόμενα ενός τέτοιου μάρτυρα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνουν δεκτά. Η προσπάθεια που περιγράφω ανωτέρω δεν περιορίστηκε σε κάποια επιμέρους ζητήματα αλλά ήταν ουσιωδώς γενικευμένη έτσι που να μην μπορεί να διασωθεί κανένα μέρος της μαρτυρίας του. Πέραν των πιο πάνω αξίζει να επισημανθούν κάποιες αντιφάσεις και ανακολουθίες που προκύπτουν από την εκδοχή του. Συγκεκριμένα ενώ η δικογραφημένη και δια ζώσης θέση του ήταν πως 20 ημέρες μετά που παραχώρησε το δάνειο στον ενάγοντα, ο τελευταίος του επέστρεψε ποσό £2.200, κατά την αντεξέταση του ενάγοντος, του υποβλήθηκε από τη συνήγορο κα Παπαφώτη ότι είναι £2.000 που του επέστρεψε. Περαιτέρω ενώ στην κυρίως του εξέταση ανέφερε πως ο ενάγων είχε το περίπτερο από το 1999 και ότι τις πλείστες φορές συναντιόταν εκεί, στην αντεξέταση το αρνήθηκε λέγοντας ότι το 1999 είναι φαρμακείο που είχε ο ενάγων. Στο περίπτερο πρόσθεσε πήγε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2001 όταν επέστρεψε (τη δεύτερη φορά) από το εξωτερικό. Ένα άλλο σημείο που ξενίζει ιδιαιτέρως στην εκδοχή του είναι αυτό που αφορά κάποιαν άλλη άγνωστη επιταγή που φέρεται να εξέδωσε προγενέστερα στο όνομα του ο ενάγων. Την επιταγή αυτή ισχυρίστηκε, την πήρε στην τράπεζα αλλά του είπαν ότι θα έπρεπε να την καταθέσει, αφήνοντας σαφώς να νοηθεί ότι τούτο του ελέχθη διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλια για άμεση εξαργύρωση. Έπειτα την πήρε σε κάποιο κ. Σεργίδη, ο οποίος ως προκύπτει "αγόραζε" επιταγές τρίτων και αναλάμβανε ο ίδιος την είσπραξη τους. Ο κ. Σεργίδης δεν δέχθηκε όμως τη συγκεκριμένη επιταγή λέγοντας του "τούτη δεν έχει chance, πρέπει να κάνεις αγωγή για να τα πιάσεις αν δεν τα πληρώνει". Αργότερα όμως, σύμφωνα πάντα με τα όσα συνάγονται από την εκδοχή του εναγόμενου, ο κ. Σεργίδης δεν είχε πρόβλημα να του εξαργυρώσει την ανυπόγραφη επιταγή 01246556 και να στραφεί ο ίδιος δικαστικά εναντίον του ενάγοντος, καταχωρώντας την αγωγή (τεκμήριο 4). Εν όψει τούτων αβίαστα απορρίπτω και τη μαρτυρία του εναγόμενου. Ως αποτέλεσμα όλων όσων έχω αναφέρει πιο πάνω δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία για να θεμελιώσει καμία από τις προβαλλόμενες ενώπιον μου εκδοχές, ούτε βεβαίως και για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων. Συνεπώς κρίνω πως αμφότερες οι πλευρές απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους. Έτσι απορρίπτεται τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση. Η κατάληξη αυτή με οδηγεί στο συμπέρασμα πως υπό τις περιστάσεις είναι δικαιότερο να μη υπάρξει διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.