Ηλία Α. Θεοδότου ν. Michaelides Diana Estates Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 11630/02, 14 Σεπτεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 11630/02 Μεταξύ: Ηλία Α. Θεοδότου, από Λευκωσία Ενάγοντα - και -
- Michaelides & Diana Estates Ltd, από Λευκωσία
- Άρτεμης Χρίστου, από Λευκωσία
- Κώστα Μιχαηλίδη, από Λευκωσία
- Δήμου Λευκωσίας
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Χάσικος για Μ. Κυπριανού & Σία Για εναγόμενους 1, 2 και 3: κ. Μιχαηλίδης Για εναγόμενο 4: κ. Παπασιάντης Για εναγόμενο 5: κα Μαυρομουστάκη Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ενός
(1)καταστήματος με μεσοπάτωμα (στο εξής το κατάστημα) επί της οδού Μέδοντος αρ. 2, στη Λευκωσία. Το κατάστημα βρίσκεται στο ισόγειο του κτιριακού συγκροτήματος «Megaron Michaelides & Diana» (στο εξής το συγκρότημα) και όταν στις 17.12.1987 το αγόρασε ο ενάγοντας από την εναγομένη 1 (στο εξής η Εταιρεία) ήταν υπό ανέγερση. Ήταν βασικός όρος του πωλητηρίου (τεκμ.1) - το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (τεκμ.3) - ότι το συγκρότημα θα ανεγειρόταν από την Εταιρεία σύμφωνα με το αρχιτεκτονικό σχέδιο που είχε εγκριθεί με την άδεια οικοδομής ημερ. 19.9.87, η οποία εκδόθηκε από τον εναγόμενο 4 (στο εξής ο Δήμος). Δύο
(2)χρόνια όμως μετά, στις 31.7.89, ο Δήμος τροποποίησε την αρχική άδεια εκδίδοντας νέα. Ταυτόχρονα έκδωσε και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, γιατί στο μεταξύ οι εργασίες ανέγερσης του συγκροτήματος είχαν ολοκληρωθεί. Η δεύτερη (καλυπτική) άδεια έμελλε να προσκρούσει στην αντίδραση του ενάγοντα, κι αυτό αφού παρήλθαν αρκετά χρόνια από την παράδοση και τιτλοποίηση του καταστήματος. Αιτία, η προσθήκη, με έγκριση του Δήμου, ενός
(1)επιπλέον χώρου στάθμευσης μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος για αποκλειστική χρήση από τους κατόχους γραφείου του συγκροτήματος. Την ύπαρξη του εν λόγω χώρου, διατείνεται ο ενάγοντας στο δικόγραφό του, την πληροφορήθηκε για πρώτη φορά στις 15.5.99, γιατί από τις 6.3.89 που του παραδόθηκε το κατάστημα μέχρι τότε ουδείς χρησιμοποιούσε το χώρο αυτό ως χώρο στάθμευσης. Έκτοτε, όμως, χρησιμοποιείται από τους κατόχους των γραφείων 001 και 003, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς η εμπορικότητα του καταστήματος του και να υφίσταται ζημιές. Η δημιουργία του εν λόγω χώρου, ισχυρίζεται, ήταν αποτέλεσμα συνωμοσίας και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου όλων των εναγομένων με σκοπό να του προκαλέσουν ζημιά. Αυτό, γιατί του απέκρυψαν ότι εγκρίθηκε από το Δήμο ο εν λόγω χώρος στάθμευσης, ο οποίος στη συνέχεια γράφτηκε από το Κτηματολόγιο στον τίτλο ιδιοκτησίας γραφείου του συγκροτήματος. Και όλα αυτά, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους για να πλήξουν το συμφέρον του και να μη υποστούν οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 τη ζημιά που θα προέκυπτε από τη δημιουργία επιπρόσθετου χώρου στάθμευσης. Επιπρόσθετα, η δημιουργία του εν λόγω χώρου συνιστά παραβίαση των όρων του πωλητηρίου από την Εταιρεία και η έγκριση και εγγραφή του από τους εναγόμενους 4 και 5 παραβίαση νόμιμου καθήκοντος, γιατί εν γνώσει τους παρανόμησαν και καταχράστηκαν, κακόβουλα και κακόπιστα, την εξουσία τους. Κατ΄ επίκληση (βασικά) των πιο πάνω ζητά Δηλωτική απόφαση ότι η άδεια εγγραφής του επιπρόσθετου χώρου στάθμευσης ημερ. 7.8.89 είναι άκυρη, ως και Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 να χρησιμοποιούν τον εν λόγω χώρο. Περαιτέρω, ζητά Διάταγμα επαναφοράς των χώρων στάθμευσης του συγκροτήματος στην κατάσταση που προνοούσε η άδεια οικοδομής ημερ. 19.9.87 καθώς επίσης και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα ότι ήδη έχει υποστεί ζημία ύψους £38.000. Οι εναγόμενοι, στις (ξεχωριστές) εκθέσεις υπεράσπισής τους, απορρίπτουν τις αξιώσεις του ενάγοντα και ό,τι επικαλείται για στήριξη τους. Κοινή υπεράσπιση και των πέντε
(5)είναι ότι η έγκριση και εγγραφή του επίδικου χώρου στάθμευσης ήταν αποτέλεσμα νόμιμων διαδικασιών και όχι επιλήψιμης συμπεριφοράς, όπως είναι οι σχετικοί ισχυρισμοί του ενάγοντα. Επιπρόσθετα:-
- Είναι θέση της Εταιρείας και των Διευθυντών της, εναγομένων 2 και 3, ότι ο ενάγοντας γνώριζε την ύπαρξη του εν λόγω χώρου, ο οποίος εμφαίνεται και στο τοπογραφικό σχέδιο που επισυνάφθηκε στον τίτλο ιδιοκτησίας του καταστήματος, ο οποίος εκδόθηκε και του παραδόθηκε το
- Μάλιστα, η Εταιρεία πρότεινε ανταλλαγή του επίδικου χώρου με το χώρο στάθμευσης του καταστήματος, πρόταση που απόρριψε. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν εμπλέκονται στην υπόθεση γιατί η οποιαδήποτε ανάμειξη τους έγινε όχι υπό την προσωπική τους ιδιότητα, αλλά υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντών της Εταιρείας. Τέλος, προβάλλουν ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται λόγω δεδικασμένου να προχωρήσει την υπό κρίση αγωγή, γιατί είχε κινήσει προηγουμένως άλλη αγωγή με την ίδια βάση εναντίον της Εταιρείας, την υπ΄ αρ. 10646/99, την οποία απόσυρε «ως διευθετηθείσα».
- Είναι θέση των εναγομένων 4 και 5 ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπόθεσης, λόγω του ότι η απόφαση για έγκριση και εγγραφή του επίδικου χώρου στάθμευσης είναι εκτελεστή διοικητική πράξη που μόνο με προσφυγή θα μπορούσε να προσβληθεί. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 4 διατείνεται ότι η έγκριση του επίδικου χώρου στάθμευσης έγινε καθόλα νόμιμα και σύμφωνα με τους τότε ισχύοντες κανονισμούς και πρακτική. Επί του προκειμένου ο εναγόμενος 5 επισημαίνει ότι η ανάμειξη του Κτηματολογίου στην υπόθεση περιορίσθηκε στην έκδοση χωριστών τίτλων, εγκρίνοντας σχετική αίτηση ημερ. 4.9.89 της Εταιρείας. Η διαδικασία αυτή, τονίζει, δεν απαιτούσε οποιαδήποτε ενημέρωση η συγκατάθεση του ενάγοντα. Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα, έξι
(6)βασικά είναι τα προς κρίση επίδικα ζητήματα. Τα ακόλουθα:
- Πότε ο ενάγοντας πληροφορήθηκε την ύπαρξη του επίδικου χώρου στάθμευσης.
- Κατά πόσο ο εν λόγω χώρος ήταν αποτέλεσμα της αποδιδόμενης στους ενάγοντες επιλήψιμης συμπεριφοράς.
- Κατά πόσο οι εναγόμενοι 4 και 5 παραβίασαν οποιονδήποτε νόμιμο καθήκον έναντι του ενάγοντα και, αν ναι, κατά πόσο η απόφαση τους για έγκριση και εγγραφή του επίδικου χώρου στάθμευσης είναι εκτελεστή διοικητική πράξη.
- Κατά πόσο η Εταιρεία παραβίασε τους όρους του Πωλητηρίου και, αν ναι, κατά πόσο συνυπεύθυνοι για την παραβίαση είναι και οι Διευθυντές της, εναγόμενοι 2 και
- Οι συνέπειες, αν υπάρχουν, από την απόσυρση της αγωγής 10646/99 και, τέλος,
- Το ζήτημα των αξιούμενων θεραπειών. Τα πιο πάνω ζητήματα θα κριθούν στη βάση της μαρτυρίας των πέντε
(5)μαρτύρων που κατέθεσαν για τον ενάγοντα και των τριών
(3)που κατέθεσαν για τους εναγόμενους 1, 2 και 3. Από τη θεώρηση της διαπιστώνονται παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τα οποία παρατίθενται όπως πιο κάτω και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Το συγκρότημα έχει ανεγερθεί σε προνομιούχο, από απόψεως τοποθεσίας, οικόπεδο. Μπροστά απ΄ αυτό διέρχεται η λεωφόρος Στασίνου και από τις δύο πλάγιες πλευρές οι οδοί Ανδροκλή και Μέδοντος (τοπογραφικό τεκμ. 9(α)). Στο ισόγειο του συγκροτήματος υπάρχουν οκτώ
(8)καταστήματα. Το κατάστημα του ενάγοντα είναι το υπ΄ αρ. 3 (τεκμ.12), με τον επίδικο χώρο στάθμευσης να βρίσκεται σε απόσταση 2.80 μ. από τη βιτρίνα του καταστήματος και 0.70 μ. από το δημόσιο πεζοδρόμιο. Το συγκρότημα αποπερατώθηκε το 1989 και ο ενάγοντας παρέλαβε το κατάστημα στις 6.3.89, δηλώνοντας ότι «ήταν της απολύτου αρεσκείας του και ουδεμία απαίτηση είχε ούτε θα είχε στο μέλλον» (τεκμ.5). Ένα
(1)χρόνο περίπου μετά, τον Φεβρουάριο του 1992, το κατάστημα γράφτηκε στο όνομα του και στη συνέχεια εκδόθηκε και ο σχετικός τίτλος (τεκμ.2), τον οποίο ο ενάγοντας παρέλαβε. Μαζί με αυτό και τα τεκμ.9(α), (β) και (γ) τα οποία ήταν συνδεδεμένα (καρφιτσομένα) στον τίτλο. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι το τεκμ. 9(β), το τοπογραφικό δηλαδή στο οποίο απεικονίζεται το ισόγειο του συγκροτήματος όπου αποτυπώνεται και ο επίδικος χώρος στάθμευσης. Τέλος, να επισημανθεί ότι το συγκρότημα άρχισε να ανεγείρεται με βάση τους όρους της άδειας οικοδομής ημερ. 19.9.87, που είχε εκδοθεί από το Δήμο. Η εν λόγω άδεια προέβλεπε ένδεκα
(11)χώρους στάθμευσης αλλά στην πορεία, στις 31.7.89, ο Δήμος - όπως ήδη έχει αναφερθεί - ενέκρινε ακόμη ένα, τον επίδικο. Αυτό έγινε χωρίς οποιανδήποτε γνώση ή πληροφόρηση του ενάγοντα και παρά το γεγονός ότι το Πωλητήριο (τεκμ.1) προνοούσε ότι το συγκρότημα θα ανεγειρόταν με βάση τους όρους της άδειας ημερ. 19.9.
- Κατ΄ ακολουθία δε της έκδοσης από το Δήμο πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, η Εταιρεία απευθύνθηκε στο Κτηματολόγιο το οποίο, χωρίς πάλιν οποιανδήποτε γνώση ή πληροφόρηση του ενάγοντα, προχώρησε σε έκδοση χωριστών τίτλων, εγγράφοντας τον επίδικο χώρο στάθμευσης στον τίτλο ιδιοκτησίας γραφείου του συγκροτήματος. Έχοντας παραθέσει τα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα προχωρώ σε σύνοψη της προσαχθείσας μαρτυρίας, αρχίζοντας με τη μαρτυρία που αφορά το πρώτο ζήτημα. Πότε, δηλαδή, πληροφορήθηκε ο ενάγοντας την ύπαρξη του χώρου στάθμευσης μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματός του. Η σχετική μαρτυρία προέρχεται από τον ίδιο (ΜΕ.1), από την εναγόμενη 2 (ΜΥ.1) και από την Ι. Σταυρινού (ΜΥ.3), πολιτικό μηχανικό και υπάλληλο, τότε, της Εταιρείας. Μέχρι τις 15.5.99, ισχυρίσθηκε ο ενάγοντας, δεν γνώριζε ότι μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος του υπήρχε χώρος στάθμευσης. Στο σημείο εκείνο, τόνισε, ουδείς μέχρι τότε στάθμευε αυτοκίνητο και ούτε σε πελάτη του δεν το επέτρεψε. Εκείνο όμως το πρωινό στάθμευσε εκεί το αυτοκίνητο του ο (νέος) ιδιοκτήτης του γραφείου 101 από τον οποίο πληροφορήθηκε ότι στον τίτλο ιδιοκτησίας του γραφείου υπήρχε εγγεγραμμένο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του χώρου, κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τη μετέπειτα έρευνα που διενήργησε (τεκμ.4). Του υποβλήθηκε ότι γνώριζε την ύπαρξη του εν λόγω χώρου ευθύς εξ αρχής και μάλιστα του έγινε πρόταση να ανταλλάξει το χώρο στάθμευσης του καταστήματος του με τον επίδικο, υποβολή που απέρριψε. Η πρόταση για ανταλλαγή, υποστήριξε, έγινε πολύ αργότερα και αυτό ως αποτέλεσμα των διαμαρτυριών του προς τους εναγόμενους 1, 2 και
- Ρωτήθηκε κατά πόσο ο τίτλος ιδιοκτησίας του καταστήματος (τεκμ.3) συνοδευόταν και από άλλα έγγραφα, τα τεκμ. 9(α), (β) και (γ) και απάντησε θετικά. Τα έγγραφα αυτά δεν τα παρουσίασε στο Δικαστήριο όταν κατέθεσε ως τεκμήριο τον τίτλο και όπως προκύπτει από τις δύο μικρές τρυπίτσες στην πάνω αριστερή γωνία του τεκμ.3 τα είχε αφαιρέσει. Του επισημάνθηκε ότι στο τεκμ. 9(β) απεικονίζεται ο επίδικος χώρος στάθμευσης και του υποβλήθηκε ότι τουλάχιστον από τότε πληροφορήθηκε την ύπαρξη του. Τον τίτλο ιδιοκτησίας, αντέτεινε, τον πήρε τον Ιούλιο του 1992 και δεν έδωσε σημασία στα συνοδευτικά έγγραφα τεκμ. 9(α), (β) και (γ), γιατί δεν του πέρασε από το μυαλό ότι πιθανό να υπήρχε στο σημείο εκείνο χώρος στάθμευσης. Ο επίδικος χώρος στάθμευσης, ισχυρίσθηκε η ΜΥ.1, ανήκει στον ενάγοντα και πάντα εκεί στάθμευε το αυτοκίνητο του. Μάλιστα, ο ενάγοντας διαμαρτυρόταν όταν δικοί τους πελάτες στάθμευαν εκεί το αυτοκίνητο τους και για να μην υπάρχουν προβλήματα τους συμβούλευαν να μην το κάνουν. Κατά τα άλλα δήλωσε ότι δεν έχει οποιανδήποτε γνώση επί του θέματος γιατί όλα τα θέματα που αφορούσαν το συγκρότημα τα χειριζόταν ο εναγόμενος 3, στον οποίο είχε δώσει σχετικό πληρεξούσιο. Πιο θετική επί του θέματος ήταν η μαρτυρία της ΜΥ.
- Πριν την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, ανάφερε, έγινε αλλαγή χρήσης ενός διαμερίσματος από διαμέρισμα-κατοικία σε γραφείο. Προκειμένου να εγκριθεί η αλλαγή, ο Δήμος έθεσε ως όρο την υπόδειξη ενός ακόμη χώρου στάθμευσης. Η Εταιρεία πρότεινε διάφορα σημεία αλλά ο Δήμος υπέδειξε τον επίδικο χώρο στάθμευσης, κατ΄ ακολουθία του οποίου δόθηκε καλυπτική άδεια και ταυτόχρονα εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Στη συνέχεια η Εταιρεία απευθύνθηκε στο Κτηματολόγιο με κατάληξη την έκδοση χωριστών τίτλων και τιτλοποίηση του καταστήματος στο όνομα του ενάγοντα. Ο ενάγοντας, ισχυρίσθηκε, γνώριζε από τότε που παρέλαβε το κατάστημα την ύπαρξη του χώρου στάθμευσης γιατί τον χρησιμοποιούσε από τότε το προσωπικό της Εταιρείας. Επειδή όμως διαμαρτυρόταν και δημιουργούσε προβλήματα αποφάσισαν να τον χρησιμοποιούν όποτε ήταν απολύτως αναγκαίο. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο ενάγοντας πληροφορήθηκε οπωσδήποτε την ύπαρξη του εν λόγω χώρου από τα συνοδευτικά έγγραφα του τίτλου ιδιοκτησίας και συμφώνησε ότι, όταν η Εταιρεία απευθύνθηκε στο Δήμο για έγκριση της αλλαγής δεν ενημέρωσαν τον ενάγοντα, ούτε στη συνέχεια τον ενημέρωσαν ότι εγκρίθηκε από το Δήμο πρόσθετος χώρος στάθμευσης μπροστά από το κατάστημα του. Για τα επόμενα τρία ζητήματα - τις αποδιδόμενες δηλαδή σ΄ όλους τους εναγόμενους επιλήψιμες ενέργειες, την ισχυριζόμενη παραβίαση νόμιμου καθήκοντος εκ μέρους των εναγομένων 4 και 5 και την επικαλούμενη παραβίαση του Πωλητηρίου από την Εταιρεία - ο ενάγοντας προώθησε την υπόθεση του με μαρτυρία προερχόμενη από τον ίδιο και από άλλους τρεις μάρτυρες. Των Α. Ανδρέου (ΜΕ.2), συνταξιούχου λειτουργού του Κτηματολογίου και τώρα ιδιώτη εκτιμητή, Α. Λουκά (ΜΕ.4), Ανώτερου Τεχνικού Επιθεωρητή του Δήμου και Α. Τσίγκη (ΜΕ.5), Κτηματολογικού γραφέα στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Η μαρτυρία του ενάγοντα για τα πιο πάνω θέματα, πέραν της επίκλησης των όρων του Πωλητηρίου, εξαντλήθηκε (ουσιαστικά) στην υποστήριξη της θέσης ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν επιλήψιμα γιατί, (α) δεν τον ενημέρωσαν σε κανένα στάδιο της διαδικασίας για δημιουργία του επίδικου χώρου στάθμευσης, κάτι που έθιγε άμεσα τα συμφέροντά του, (β) του απέκρυψαν σε πρώτο στάδιο την έγκριση από το Δήμο του επίδικου χώρου και σε δεύτερο την εγγραφή του από το Κτηματολόγιο και (γ) δημιούργησαν χώρο στάθμευσης χωρίς οποιαδήποτε επιτόπια εξέταση και μάλιστα επί δημόσιου πεζοδρομίου, κάτι που είναι πρωτοφανές. Επί του προκειμένου ο ΜΕ.2, στηρίζοντας τη θέση του ενάγοντα, υποστήριξε ότι στην υπό κρίση περίπτωση το Κτηματολόγιο δεν ενήργησε με τον πρέποντα τρόπο. Από τη στιγμή, πρόβαλε, που ο ενάγοντας είχε καταθέσει το Πωλητήριο, το Κτηματολόγιο όφειλε να τον ενημερώσει για την τροποποιητική άδεια του Δήμου που έθιγε τα συμφέροντα του. Δηλαδή, όφειλε, πριν προχωρήσει στην εγγραφή του χώρου στάθμευσης, να καλέσει στο Κτηματολόγιο τόσο τον ενάγοντα όσο και την Εταιρεία προκειμένου να ακούσει τις θέσεις τους. Αντ΄ αυτού προχώρησε και ενέγραψε σε τίτλο ιδιοκτησίας γραφείου τον εν λόγω χώρο, ο οποίος μάλιστα βρίσκεται επί πεζοδρομίου, θέση όμως που αναίρεσε όταν του υποδείχθηκε το τεκμ. 9(β). Η μαρτυρία του ΜΕ.4 αντλήθηκε από το φάκελο 5/87, που τηρεί ο Δήμος σε σχέση με το συγκρότημα. Αρχικά, ανάφερε, είχαν εγκριθεί 11 χώροι στάθμευσης, 9 στο υπόγειο του συγκροτήματος και 2 στο ισόγειο. Για έγκριση όμως της αίτησης της Εταιρείας για αλλαγή χρήσης θα έπρεπε να υποδειχθεί και 12ος χώρος. Προς τούτο έγιναν δύο επιτόπιες επιθεωρήσεις από τεχνικό του Δήμου, η πρώτη στις 30.3.89 και η δεύτερη στις 5.5.
- Κατ΄ αρχή ο τεχνικός δεν αποδέχτηκε το συγκεκριμένο σημείο για χώρο στάθμευσης. Στη συνέχεια όμως, στις 7.7.89, δόθηκε έγκριση από το Δημοτικό Μηχανικό του Δήμου. Τότε, ανάφερε, δεν υπήρχε κανονισμός που να διέπει την απόσταση των χώρων στάθμευσης από το πεζοδρόμιο, όπως ο Κανονισμός που τέθηκε σε ισχύ στις 1.12.
- Η λήψη σχετικής απόφασης, και αυτό μετά από επιτόπια επιθεώρηση, ανήκε στο Δημοτικό Μηχανικό, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε όπως πιο πάνω. Ο επίδικος χώρος στάθμευσης, κατέληξε, δεν είναι επί του δημόσιου πεζοδρομίου αλλά εφάπτεται σχεδόν σ΄ αυτό. Όσον αφορά το αν ο Δήμος ενημέρωσε σχετικά τον ενάγοντα, τόνισε ότι ο Δήμος γνώριζε μόνο την Εταιρεία, η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια του ακινήτου και κανένα άλλο. Ο ΜΕ.5, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, παρουσιάζει φακέλους του Κτηματολογίου στο Δικαστήριο. Από το σχετικό φάκελο, ανάφερε, προκύπτει ότι για τους χώρους στάθμευσης του συγκροτήματος έγινε χωρομετρία και ο επίδικος χώρος αποτυπώνεται στο σχέδιο τεκμ.
- Όπως φαίνεται απ΄ αυτό ο εν λόγω χώρος δεν είναι επί του πεζοδρομίου αλλά πλησίον του πεζοδρομίου. Και κατέληξε:- Από το φάκελο δεν προκύπτει ότι το Κτηματολόγιο ειδοποίησε σε οποιοδήποτε στάδιο τον ενάγοντα για την αλλαγή που έγινε σε σχέση με τους χώρους στάθμευσης. Το κατά πόσο το Κτηματολόγιο ειδοποιεί τους ενδιαφερόμενους σε τέτοιες περιπτώσεις δεν το γνωρίζει. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι το Κτηματολόγιο ακολουθεί πάντα τους όρους της άδειας οικοδομής. Για το 5ο ζήτημα, που αφορά την αγωγή 10646/99, παρουσιάσθηκε από τον Πρωτοκολλητή Τζιωρτζή (ΜΥ.2) ο φάκελος της υπόθεσης (τεκμ.13), αφού προηγουμένως κατέθεσε σχετικά και ο ενάγοντας. Όπως επιβεβαιώνεται από το φάκελο, η αγωγή καταχωρήθηκε επί κλητηρίου εντάλματος της Δ.2 θ.1 εναντίον της Εταιρείας και με αυτή ο ενάγοντας ζητούσε διάταγμα με το οποίο να της απαγορεύεται να χρησιμοποιεί τον επίδικο χώρο ως και αποζημιώσεις. Παράλληλα, ο ενάγοντας εξασφάλισε στις 3.9.99 και προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδιζόταν η Εταιρεία να αποξενώσει το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκε το συγκρότημα. Έκτοτε παρατηρείται στασιμότητα στην προώθηση της αγωγής, παρόλο που η εταιρεία δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης. Το γεγονός αυτό ώθησε τον Πρωτοκολλητή να αποστείλει στις 20.4.01 ειδοποίηση στον ενάγοντα και τους δικηγόρους του, στοιχείο που οδήγησε στην απόσυρση της αγωγής. Πιο συγκεκριμένα, στις 5.10.01 οι τότε δικηγόροι του ενάγοντα κατέθεσαν στο Πρωτοκολλητείο ειδοποίηση για απόσυρση της αγωγής «καθ΄ ότι διευθετήθη», κάτι που δήλωσαν και αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου στις 26.10.
- Αποτέλεσμα τούτου ήταν η απόρριψη της αγωγής χωρίς έξοδα. Ο ενάγοντας, με τη μαρτυρία του, κάκισε την ενέργεια των τότε δικηγόρων του να αποσύρουν την αγωγή «ως διευθετηθείσα εξωδίκως». Όταν, ισχυρίσθηκε, πήρε την ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή (τεκμ. 8(α)) έδωσε γραπτώς οδηγίες στους δικηγόρους του (τεκμ.8(β)) για απόσυρση της αγωγής «άνευ βλάβης». Κι αυτό, όπως εξηγεί σε ένορκη δήλωση του ημερ. 14.3.02 (τεκμ. 8(γ)), γιατί η Εταιρεία είχε ήδη αποξενωθεί όλο το συγκρότημα και, περαιτέρω, η αγωγή θα έπρεπε να στραφεί και εναντίον των εναγομένων της παρούσας αγωγής. Επίσης, όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, η Εταιρεία διεγράφει από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών από τις 14.5.99, πριν δηλαδή κινηθεί η αγωγή 10646/
- Για το ζήτημα των ζημιών κατέθεσαν, πέραν του ενάγοντα, οι Ανδρέου (ΜΕ.2) και Δημητριάδης (ΜΕ.3). Ο ΜΕ.2, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι εκτιμητής ακινήτων ενώ ο ΜΕ.3 είναι συνταξιούχος λογιστής. Το αδιαμφισβήτητο στοιχείο της μαρτυρίας και των τριών είναι ότι ο ενάγοντας είναι εισαγωγέας εσώρουχων και χρησιμοποιεί το κατάστημα τόσο για χονδρικές όσο και για λιανικές πωλήσεις. Ο κύριος όγκος, όμως, των εργασιών του είναι οι χονδρικές πωλήσεις, οι οποίες καλύπτουν το 88-90% των εμπορικών του συναλλαγών ενώ οι λιανικές περιορίζονται στο 10-12%. Με τον επίδικο χώρο στάθμευσης, ισχυρίσθηκε ο ενάγοντας, επηρεάσθηκε ουσιωδώς η εμπορική του δραστηριότητα με αποτέλεσμα να υποστεί και να υφίσταται σημαντικές ζημιές, όπως κατέδειξαν και οι εκθέσεις των ΜΕ.2 και
- Πιο συγκεκριμένα, επηρεάζεται ουσιωδώς η είσοδος στο κατάστημα και η βιτρίνα του δεν είναι ορατή από το δρόμο. Προς τούτο παρουσίασε και σχετική φωτογραφία (τεκμ.6), όπου απεικονίζεται σταθμευμένο αυτοκίνητο μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος που την καθιστά δυσδιάκριτη. Η ύπαρξη του εν λόγω χώρου, ανάφερε, αποτελεί για τον ίδιο εμπόδιο στο να αναπτύξει περαιτέρω την επιχείρηση του και πέραν από τη μόλυνση του περιβάλλοντος προκαλεί οχληρία και διαμαρτυρίες εκ μέρους των πελατών του. Για τεκμηρίωση των θέσεων του παρέπεμψε στις εκθέσεις των ΜΕ.2 και 3 και αρνήθηκε υποβολή ότι καμιά ζημιά δεν έχει υποστεί ούτε υφίσταται. Ο ΜΕ.2 παρουσίασε στο Δικαστήριο έκθεση (τεκμ.10), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και επεξήγησε. Σκοπός της εκτίμησης, όπως αναφέρεται στην έκθεση, ήταν ο υπολογισμός της ζημιάς που υπέστη το κατάστημα λόγω του χώρου στάθμευσης μπροστά από τη βιτρίνα του. Προς τούτο εφοδιάσθηκε με αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας και κτηματικό σχέδιο και, περαιτέρω, προέβηκε και σε επιτόπια επιθεώρηση. Κατ΄ αυτή διαπίστωσε ότι η ύπαρξη του εν λόγω χώρου δημιουργεί «.προβλήματα στην απρόσκοπτη θέα από και προς τη βιτρίνα, την ομαλή προσπέλαση πεζών καθώς και οχληρία», με αποτέλεσμα την αλλαγή της χρήσης του καταστήματος από κατάστημα λιανικού εμπορίου σε αποθηκευτικό/εργαστηριακό χώρο. Η αλλαγή αυτή, υποστήριξε, είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί η αγοραστική και ενοικιαστική αξία του καταστήματος». Με αυτή τη βάση, και χρησιμοποιώντας ως μέθοδο την απευθείας σύγκριση με δύο άλλα καταστήματα - ένα επί της οδού Μέδοντος και ένα επί της οδού Στασίνου - σε συνδυασμό με τη μέθοδο της επένδυσης, εκτίμησε την ενοικιαστική αξία του καταστήματος τόσο χωρίς την ύπαρξη του επίδικου χώρου όσο και με την υφιστάμενη από το 1999 κατάσταση. Κατέληξε ότι, χωρίς τον χώρο στάθμευσης η ενοικιαστική αξία του καταστήματος θα ήταν προς £115 μ² το χρόνο ενώ με την υφιστάμενη κατάσταση £50 μ² το χρόνο. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι το εμβαδό του καταστήματος είναι 35 μ² και του μεσοπατώματος 17 μ² υπολόγισε την ετήσια ζημιά στις £2.275 και σύνολο £38.
- Επισημαίνεται, στο σημείο αυτό, ότι η έκθεση φέρει ημερ. 5.12.01 και η υπολογισθείσα από το μάρτυρα ζημιά καλύπτει περίοδο 16 χρόνων. Με τις προφορικές του όμως εξηγήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοροποιήθηκε σε κάποιο βαθμό από το περιεχόμενο της έκθεσης του. Συγκεκριμένα ανάφερε ότι το κατάστημα, λόγω εμβαδού, δεν προσφέρεται 100% για λιανικό εμπόριο. Περαιτέρω, συμφώνησε ότι ο επίδικος χώρος στάθμευσης δεν επηρεάζει το χονδρικό εμπόριο και ότι αν ο ενάγοντας του έλεγε ότι χρησιμοποιεί το κατάστημα κυρίως για χονδρικό εμπόριο τότε η εκτίμηση του θα΄ ταν σαφώς διαφορετική. Αυτό, γιατί πήρε σαν βάση ότι το κατάστημα χρησιμοποιείται για λιανικό και όχι για χονδρικό εμπόριο. Έκθεση για το θέμα των ζημιών ετοίμασε και ο ΜΕ.3 (τεκμ.11), την οποία επίσης υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σ΄ αυτή υποστηρίζει ότι η ύπαρξη του χώρου στάθμευσης μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος, το οποίο επισκέφθηκε στις 11.4.07, έχει «.δυσμενείς επιπτώσεις στον κύκλο εργασιών ιδίως του λιανικού εμπορίου», χωρίς αυτό να μην αντανακλά και στο χονδρικό εμπόριο. Πιο συγκεκριμένα, το λιανικό εμπόριο επηρεάζεται γιατί (α) το κατάστημα υποβαθμίζεται λόγω κακής εμφάνισης, κάτι που αντανακλά στον καταστηματάρχη (τον ενάγοντα) ο οποίος δίδει την εικόνα αμελούς και αδιάφορου επιχειρηματία, (β) τα εκθέματα στη βιτρίνα δεν είναι ορατά από τους περαστικούς και (γ) λόγω της ύπαρξης του χώρου στάθμευσης μπροστά από τη βιτρίνα προκαλείται τέτοια οχληρία που δε συμβάλλει στην προσέλκυση πελατών. Επιπτώσεις, όμως, υπάρχουν και για το χονδρικό εμπόριο επειδή ο ενάγοντας δεν γνωρίζει αν και πότε θα απαλλαγεί από τον εν λόγω χώρο, με αποτέλεσμα να περιορίσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Πέραν τούτων, ανάφερε ότι εξέτασε και τα λογιστικά βιβλία του ενάγοντα για την περίοδο 1999-2004 και διαπίστωσε ότι οι εισπράξεις από τις λιανικές πωλήσεις παρουσιάζουν πτωτική πορεία, ενώ οι εισπράξεις από τις χονδρικές ανοδική. Προς τούτο έδωσε συγκεκριμένα ποσά, τα οποία παρατίθενται κατ΄ έτος όπως πιο κάτω με τη διευκρίνιση ότι εκτός παρενθέσεως δίδονται οι εισπράξεις από τις λιανικές πωλήσεις και εντός παρενθέσεως από τις χονδρικές. Έχουν ως ακολούθως:- 1999 £4.650 (£17.963), 2000 £3.495 (£13.668), 2001 £3.160 (£21.010), 2002 £2.637 (£22.460), 2003 £2.746 ( £22.087) και 2004 £2.203 £21.
- Στη σύντομη αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων 1, 2 και 3 υποστήριξε, βασικά, τα ακόλουθα:- Η απόσυρση της αγωγής 10646/99 ως διευθετηθείσας εγείρει έναντι της Εταιρείας, θέμα δεδικασμένου (Πατσαλίδης ν. Δίσπυρος, Πολ. Εφ. 11552/ημερ. 19.1.06). Όσον δε αφορά τους εναγόμενους 2 και 3 αυτοί, όπως διεφάνηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αναμείχθηκαν στην υπόθεση υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Εταιρείας και, επομένως, δεν έχουν οποιανδήποτε ευθύνη. Τέλος, υποστήριξε ότι η έγκριση του επίδικου χώρου στάθμευσης, την ύπαρξη του οποίου γνώριζε ο ενάγοντας τουλάχιστο όταν πήρε τον τίτλο ιδιοκτησίας, ήταν αποτέλεσμα νομότυπων και έγκυρων διαδικασιών και όχι επιλήψιμων ενεργειών των εναγομένων. Στη βάση των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα στη (γραπτή του) αγόρευση κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί την προσαχθείσα από την πλευρά του ενάγοντα μαρτυρία και να του χορηγήσει τις αξιούμενες θεραπείες. Πιο συγκεκριμένα, οι βασικές θέσεις που προώθησε έχουν (περιεκτικά) ως ακολούθως:
- Υπό τα περιστατικά της υπόθεσης δεν εγείρεται θέμα δεδικασμένου, γιατί δεν υπάρχει «ταυτότητα συμφέροντος και ταυτότητα διαδίκων». Παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις Μιχαήλ κ.α. ν. Επίσημου Παραλήπτη
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 975 και Forest κ.α. v. Βαρδάκη κ.α.
(2002)1(Α) ΑΑΔ
- Η Εταιρεία παραβίασε ουσιώδη όρο του Πωλητηρίου και για την παραβίαση αυτή συνυπεύθυνοι είναι και οι εναγόμενοι 2 και 3, γιατί παρόλο που «έβαλαν τις υπογραφές τους στο συμβόλαιο» εντούτοις «εφάρμοσαν (σε σχέση με τον επίδικο χώρο στάθμευσης) σχέδιο απόκρυψης» με πρόθεση να επιφέρουν ζημιά στον ενάγοντα και αυτό για χάρη των δικών τους συμφερόντων.
- Η έγκριση και εγγραφή του επίδικου χώρου, εν αγνοία του ενάγοντα, ήταν αποτέλεσμα:- (α) Παραβίασης του Νόμου και των Κανονισμών τόσο από το Δήμο όσο και από το Κτηματολόγιο. Με την κατάθεση του Πωλητηρίου, υποστήριξε, κατοχυρώθηκε το δικαίωμα του ενάγοντα επί του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου μπροστά από την είσοδο του καταστήματος του. Η μεταγενέστερη όμως αλλοίωση του ζωτικής σημασίας χώρου αυτού, εκ μέρους του Δήμου, «συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του και είναι παράνομη πράξη». Περαιτέρω, με την εν λόγω έγκριση παραβιάσθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης πολιτών, κι αυτό για εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Εταιρείας, στερήθηκε ο ενάγοντας από το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στο χώρο εργασίας του, επήλθε ρύπανση του περιβάλλοντος και οχληρία, νομιμοποιήθηκε η παρουσία ατόμων που δεν έχουν σχέση με το κατάστημα, στερήθηκε ο ενάγοντας του δικαιώματος διαμαρτυρίας και προκλήθηκε σ΄ αυτό κατάσταση δυσφορίας και αναστάτωσης. Όσον αφορά το Κτηματολόγιο, αυτό δεν χειρίστηκε σωστά και νομότυπα την υπόθεση και με την εγγραφή του χώρου αλλοίωσε το δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης. Παράπεμψε, επί τούτου, στις υποθέσεις Χρίστου κ.α. ν. Νίκου
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 940, Χριστοφή ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 ΑΑΔ 718, Eρωτοκρίτου ν. Θεοδώρου κ.α.
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1800 και Δρυάδη κ.α. ν. Καληπέρα
(1998)1 (Β) 881. (β) Παραβίασης νόμιμου καθήκοντος εκ μέρους των εναγομένων 4 και 5, γιατί γνώριζαν ότι εγκρίνοντας και εγγράφοντας τον εν λόγω χώρο «παρανομούσαν κατά τρόπο προβλεπτό ότι θα δημιουργούσε ζημιά στον ενάγοντα». Διέπραξαν, επομένως, το αστικό αδίκημα της δημόσιας οχληρίας, όπως αναλύεται στη σελ. 138 του συγγράμματος των Δικαστών Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Αστικά Αδικήματα». Επομένως, κατέληξε, η έγκριση και εγγραφή του επίδικου χώρου στάθμευσης δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά αστικό αδίκημα. Παρέπεμψε σχετικά στις πρόνοιες του άρθρου 172 του Συντάγματος. Με τη σειρά τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων 4 και 5 εισηγήθηκαν ότι η έγκριση, σε πρώτο στάδιο, από το Δήμο και η εγγραφή, σε δεύτερο, από το Κτηματολόγιο του επίδικου χώρου στάθμευσης έγινε μέσα στο πλαίσιο του (τότε) ισχύοντος Νόμου και Κανονισμών. Επομένως, ήταν καθ΄ όλα νόμιμες πράξεις και επεσήμαναν την ανυπαρξία μαρτυρίας με την οποία τεκμηριώνεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ύπαρξη συνομωσίας ή άλλων επιλήψιμων ενεργειών εκ μέρους λειτουργών των εν λόγω εναγομένων. Περαιτέρω, υποστήριξαν ότι οι πιο πάνω πράξεις αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και κάλεσαν το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή του ενάγοντα για δύο ακόμη λόγους. Ο πρώτος, ότι τα περιστατικά της υπόθεσης δεν τεκμηριώνουν δημόσια οχληρία (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζιπίτη κ.α.
(2003)1 (Β) 749 και ο δεύτερος, ο ενάγοντας δεν απόδειξε ζημία. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας προς τούτο συνεχώς κατά νου το τι διαλαμβάνεται στα δικόγραφα, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά ή μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης γεγονότα, την υποκειμενική εικόνα που σχημάτισα για την αξιοπιστία των μαρτύρων και τις θέσεις και επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Η μαρτυρία των ΜΕ.4 και 5, όπως ήδη επισημάνθηκε, δεν αμφισβητήθηκε. Οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν στο Δικαστήριο τι, βασικά, διαλαμβάνεται στους τηρούμενους από τα τμήματα τους φακέλους για την υπόθεση και τι σχετικά γνωρίζουν οι ίδιοι, ως λειτουργοί των αντίστοιχων τμημάτων, για την ακολουθητέα διαδικασία και πρακτική σε θέματα όπως το υπό κρίση. Εξέτασα τη μαρτυρία τους και δεν εντόπισα οτιδήποτε στη βάση του οποίου θα μπορούσε κάποιο σημείο να μη γίνει αποδεκτό. Συνακόλουθα τη δέχομαι στην ολότητά της και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο ενάγοντας, γενικά, μου έκαμε θετική εντύπωση και δεν αποκρύβω ότι κέρδισε και τη συμπάθεια του Δικαστηρίου. Δύο, όμως, σημεία της μαρτυρίας του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, ενώ τρίτο παρουσιάζει αδυναμίες. Πιο συγκεκριμένα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό το σημείο της μαρτυρίας του ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την ύπαρξη του επίδικου χώρου στάθμευσης στις 15.5.
- Η εικόνα που σχημάτισα για το άτομο του είναι ότι μελετά τις υποθέσεις που τον αφορούν και αγωνίζεται για τα συμφέροντά του. Η εικόνα αυτή δεν είναι μόνο προϊόν υποκειμενικής εκτίμησης, αλλά προκύπτει και από την εξέταση ενεργειών του που σχετίζονται με την υπόθεση. Αφορούν την έρευνα που διενήργησε για διακρίβωση των συνθηκών υπό τις οποίες εγκρίθηκε και ενεγράφη ο επίδικος χώρος στάθμευσης, τις διαμαρτυρίες του και τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της Εταιρείας με την αγωγή 10646/99, για την οποία έδωσε γραπτή εντολή προς τους δικηγόρους του να την αποσύρουν άνευ βλάβης (τεκμ.8(β)), ως και τις διάφορες διαμαρτυρίες προς δημόσιες αρχές (τεκμ.8(γ)). Περαιτέρω, και το πλέον σημαντικό, δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι φρόντισε, όταν κατέθετε στο Δικαστήριο τον τίτλο του καταστήματος (τεκμ.3), να αφαιρέσει απ΄ αυτόν τα συνοδευτικά έγγραφα και ειδικά το τεκμ. 9(β), όπου απεικονίζεται και ο επίδικος χώρος στάθμευσης μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος. Η αφαίρεση αυτή κρίνω ότι δεν έγινε αθώα, αλλά αποσκοπούσε στο να αποκρύψει την ύπαρξη αυτού του εγγράφου για ευνόητους λόγους. Η εξήγηση δε που έδωσε, ότι δηλαδή δεν έδωσε σημασία στα έγγραφα αυτά γιατί δεν φαντάστηκε τη δημιουργία χώρου στάθμευσης σε εκείνο το σημείο, δεν είναι καθόλου πειστική. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, γιατί τα αφαίρεσε και γιατί δεν αναφέρθηκε καθόλου σ΄ αυτά κατά την κυρίως εξέταση του, παρά μόνο στην αντεξέταση και αφού προφανώς διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να κάμει διαφορετικά; Το δεύτερο σημείο αφορά τον ισχυρισμό του ότι ο χώρος στάθμευσης είναι επί του πεζοδρομίου. Όπως ήδη επισημάνθηκε (τεκμ.12) ο χώρος αυτός απέχει 0.70 μ. από το δημόσιο πεζοδρόμιο και βρίσκεται επί του ιδιωτικού χώρου του συγκροτήματος. Τέλος, το σημείο της μαρτυρίας του που παρουσιάζει αδυναμίες σχετίζεται με τις αποδιδόμενες στους εναγόμενους επιλήψιμες πράξεις και ενέργειες. Ότι δηλαδή η δημιουργία του επίδικου χώρου ήταν αποτέλεσμα συνωμοσίας και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου όλων των εναγομένων με σκοπό να του προκαλέσουν ζημία. Εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή κάθε πτυχή της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Διαπίστωσα ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δίδει βάση, ή ακόμη και υποψία, για εξαγωγή συμπεράσματος ότι επεδείχθηκε η ισχυριζόμενη επιλήψιμη συμπεριφορά. Επί του προκειμένου θα΄ ταν χρήσιμο να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο ζήτησε (στο στάδιο των αγορεύσεων) από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα να υποδείξει τη μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να δώσει έρεισμα για τέτοιο συμπέρασμα. Η θέση του ήταν ότι οι αποδιδόμενες στους εναγόμενους - ιδίως στους εναγόμενους 4 και 5 - επιλήψιμες πράξεις και ενέργειες αποδεικνύονται «ως εκ του αποτελέσματος», δηλαδή την έγκριση και εγγραφή του επίδικου χώρου στάθμευσης. Το σχόλιο του Δικαστηρίου για τη θέση αυτή είναι απλό:- Το αποτέλεσμα είναι δεδομένο, ό,τι θα έπρεπε να καταδειχθεί είναι αν τούτο ήταν προϊόν επιλήψιμων πράξεων και ενεργειών, όπως προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έγινε και στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας οι σχετικοί ισχυρισμοί παρέμειναν μετέωροι και ως τέτοιοι στερούνται οποιασδήποτε σημασίας. Δέχομαι, όμως, ότι καθ΄ όλη τη διαδικασία έγκρισης και εγγραφής του επίδικου χώρου στάθμευσης ότι τόσο ο Δήμος όσο και το Κτηματολόγιο δεν τον ενημέρωσαν, όπως ήταν και η μαρτυρία των ΜΕ.4 και
- Είναι έκδηλο ότι η μαρτυρία της ΜΥ.1 συνοδεύεται με σύγχυση και άγνοια του υπό κρίση θέματος. Είναι αρκετό επί τούτου να επισημανθεί ότι η εν λόγω μάρτυρας ισχυρίσθηκε ότι ο επίδικος χώρος στάθμευσης ανήκει στον ενάγοντα, κάτι που αποδεδειγμένα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στη μαρτυρία της, επομένως, δεν θα δοθεί καμιά βαρύτητα. Όσον αφορά τη μαρτυρία της ΜΥ.3, αυτή εξαντλείται σε δύο σημεία. Το πρώτο, ότι η εταιρεία δεν ενημέρωσε τον ενάγοντα για τη δημιουργία του επίδικου χώρου στάθμευσης, και, το δεύτερο, για τις διαμαρτυρίες του ενάγοντα σε σχέση με αυτόν. Όπως ήδη έγινε αποδεκτό, ο ενάγοντας γνώριζε την ύπαρξη του εν λόγω χώρου από τότε που παρέλαβε τον τίτλο ιδιοκτησίας, δηλαδή από το
- Φαίνεται, κι αυτό είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι ο ενάγοντας πρόβαλε διαμαρτυρίες και είναι γι΄ αυτό που η Εταιρεία δεν χρησιμοποιούσε εκείνο το χώρο. Η χρήση του έγινε από το (νέο) ιδιοκτήτη του γραφείου 101 το Μάρτη του 1999, κάτι που ενεργοποίησε τις μεταγενέστερες αντιδράσεις του ενάγοντα με έγερση (αρχικά) της αγωγής 10646/99 και στη συνέχεια της παρούσας. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι η φύση της μαρτυρίας του ΜΥ.2, με την οποία παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο ο φάκελος της αγωγής 10646/94, είναι τέτοια που δεν μπορεί παρά να γίνει αποδεκτή. Παρέμεινε για αξιολόγηση η μαρτυρία των ΜΕ.2 και
- Απ΄ αυτούς ο ΜΕ.2 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Όπως είναι γνωστό, το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα είναι η παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων για τη δοκιμασία της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε να δώσει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία (βλ., μεταξύ άλλων, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 CLR 41 και Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)SC 34). Κι΄ αυτό, αφού πρώτα ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα για τον οποίο δίδει μαρτυρία. Εξέτασα τα προσόντα και πείρα του μάρτυρα και έχω ικανοποιηθεί ότι τα προσόντα που κατέχει και η πείρα που απόκτησε στον τομέα της εκτίμησης ακινήτων, του προσδίδουν την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα και έτσι θα προσεγγισθεί η μαρτυρία του. Την έχω εξετάσει με την πρέπουσα προσοχή και έχω διαπιστώσει ότι παρουσιάζει τρεις
(3)σοβαρές, κατά την άποψή μου, αδυναμίες σε βαθμό που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τις ακόλουθες:- (α) Η βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε για να κτίσει την εκτίμηση του είναι λανθασμένη, στοιχείο που αφ΄ εαυτού την εκθεμελιώνει. Πιο συγκεκριμένα, η μείωση της αγοραστικής (την οποία δεν προσδιόρισε) και της ενοικιαστικής αξίας του καταστήματος, υποστήριξε, ήταν αποτέλεσμα της αλλαγής της χρήσης του καταστήματος από κατάστημα λιανικού εμπορίου σε κατάστημα χονδρικού εμπορίου και αυτό λόγω της δημιουργίας του χώρου στάθμευσης μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος. Αυτή ήταν η βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε, βάση όμως που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα γιατί ο ενάγοντας χρησιμοποιούσε πάντοτε το κατάστημα κυρίως για χονδρικό εμπόριο. Το στοιχείο αυτό - όταν το πληροφορήθηκε κατά την αντεξέταση - τον οδήγησε να παραδεχθεί ότι η εκτίμηση θα΄ ταν σαφώς διαφορετική αν έπαιρνε ως βάση ότι το κατάστημα χρησιμοποιείτο κυρίως για χονδρικό εμπόριο. Περαιτέρω, συμφώνησε ότι λόγω εμβαδού το κατάστημα δεν προσφέρεται 100% για λιανικό εμπόριο, αλλά σε πιο βαθμό προσφέρεται και για λιανικό εμπόριο δεν προσδιόρισε. (β) Η εκτίμηση, όπως αναφέρεται στην έκθεση, στηρίχθηκε στη συγκριτική μέθοδο σε συνδυασμό με τη μέθοδο της επένδυσης. Ποια είναι η μέθοδος της επένδυσης και πως συνδυάσθηκε με τη συγκριτική μέθοδο δεν επεξήγησε. Επομένως, εντοπίζεται παράλειψη του μάρτυρα να παρουσιάσει τα επιστημονικά κριτήρια που σχετίζονται με τη μέθοδο της επένδυσης, τα οποία έλαβε υπόψη (σε συνδυασμό με την άλλη μέθοδο) για να καταλήξει εκεί που κατέληξε, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μη είναι σε θέση να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη ελλείψει αναφοράς των σχετικών κριτηρίων. (γ) Εκτίμησε ότι λόγω της ύπαρξης του χώρου στάθμευσης η ετήσια ενοικιαστική ζημία του καταστήματος ανέρχεται στις £2.
- Στη συνέχεια υπολόγισε τη συνολική ζημιά σε £38.300 και αυτό για περίοδο 16 χρόνων. Κατέβαλα αρκετή προσπάθεια να αντιληφθώ τα κριτήρια που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στα 16 χρόνια, χωρίς όμως επιτυχία. Με δεδομένο το αποδεκτό στοιχείο της μαρτυρίας του ενάγοντα ότι μέχρι τις 15.5.99 ουδείς στάθμευε στο σημείο εκείνο αυτοκίνητο η οποιαδήποτε ζημία θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να έχει ως αφετηρία αυτό το χρονικό σημείο. Επομένως, δεν έχω αντιληφθεί τι κριτήρια έλαβε υπόψη ο μάρτυρας για να καταλήξει στη ζημία των 16 χρόνων. Υπάρχει, όμως, ακόμη μια παράμετρος. Το κατάστημα χρησιμοποιείται από τον ενάγοντα από τότε που του παραδόθηκε, στις 6.3.89, για στέγαση της επιχείρησης του και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι είχε ή έχει πρόθεση να το ενοικιάσει. Πώς τότε προβάλλεται αξίωση για ζημιές λόγω μείωσης της ενοικιαστικής του αξίας; Εν όψει των πιο πάνω στη μαρτυρία του ΜΕ.2 δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα και προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του τελευταίου μάρτυρα, του ΜΕ.
- Στόχος της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα ήταν να δοθεί στήριξη στη θέση του ενάγοντα, ότι λόγω της ύπαρξης χώρου στάθμευσης μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος επηρεάσθηκαν αρνητικά οι λιανικές πωλήσεις. Σ΄ αυτό αποσκοπούσε η παράθεση των εισπράξεων για τα έτη 1999-2004, τόσο για τις λιανικές όσο και για τις χονδρικές πωλήσεις. Τα αναφερθέντα νούμερα δεν αμφισβητήθηκαν και δέχομαι ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το ζητούμενο, όμως, είναι αν στη βάση και μόνο των εν λόγω ποσών μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι πράγματι, λόγω της ύπαρξης του εν λόγω χώρου, επηρεάσθηκαν αρνητικά οι λιανικές πωλήσεις και, αν ναι, σε πιο βαθμό. Έχω την άποψη ότι σαν θέμα απλής κοινής λογικής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η βιτρίνα ενός καταστήματος λιανικού εμπορίου έχει σημασία στην προσέλκυση πελατών. Στην παρούσα όμως περίπτωση το κατάστημα χρησιμοποιείται κυρίως για χονδρικό εμπόριο, τομέας που αντιστοιχεί στο 88-90% (όπως ανάφερε ο ίδιος ο ενάγοντας) του όλου κύκλου εργασιών του. Επομένως, αν πράγματι επηρεάσθηκαν δυσμενώς οι εισπράξεις από λιανικές πωλήσεις, ο αντίκτυπος στις συνολικές εισπράξεις της επιχείρησης είναι πολύ μικρός. Εν πάση όμως περιπτώσει, έχω την άποψη ότι για κατάληξη σε ασφαλές συμπέρασμα για το υπό κρίση θέμα τα αναφερθέντα νούμερα, από μόνα τους, δεν αποτελούν ικανοποιητική βάση. Θα έπρεπε, κατά την άποψή μου, να προσκομισθούν στοιχεία και για τις εισπράξεις από λιανικές πωλήσεις της προγενέστερης περιόδου, για την περίοδο δηλαδή που ο εν λόγω χώρος δεν εχρησιμοποιείτο. Μόνο έτσι θα μπορούσε να γίνει σύγκριση, για να κριθεί αν η μείωση των εισπράξεων είναι απόρροια της χρησιμοποίησης του εν λόγω χώρου και, αν ναι, σε πιο βαθμό. Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε και στην απουσία του στοιχείου της σύγκρισης δεν μπορεί να εξαχθεί το πιο πάνω συμπέρασμα. Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης που έγινε ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Επισημαίνω ιδιαίτερα τα πιο κάτω, πέραν των ευρημάτων που παρατίθενται στην αρχή της παρούσας.
- Ο ενάγοντας δεν πληροφορήθηκε σε κανένα στάδιο από οποιονδήποτε ότι ο Δήμος ενέκρινε τον επίδικο χώρο στάθμευσης και ότι, στη συνέχεια, το Κτηματολόγιο τον ενέγραψε σε τίτλο ιδιοκτησίας γραφείου του συγκροτήματος.
- Πριν ο Δήμος εγκρίνει τον εν λόγω χώρο προέβηκε σε δυο επιτόπιες επιθεωρήσεις. Αρχικά ο τεχνικός δεν ενέκρινε το συγκεκριμένο σημείο αλλά στη συνέχεια εγκρίθηκε από το Δημοτικό Μηχανικό. Επίσης, το Κτηματολόγιο πριν προχωρήσει σε εγγραφή του χώρου προέβηκε σε χωρομετρία και ακολούθως τον ενέγραψε.
- Ο επίδικος χώρος στάθμευσης βρίσκεται στον ιδιωτικό χώρο του συγκροτήματος, σε απόσταση 2.80 μ. από τη βιτρίνα του καταστήματος του ενάγοντα και 0.70 μ. από το δημόσιο πεζοδρόμιο.
- Ο ενάγοντας πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την ύπαρξη του επίδικου χώρου όταν το 1992 πήρε τον τίτλο ιδιοκτησίας του καταστήματος του, ο οποίος συνοδευόταν και από τοπογραφικό σχέδιο που τον απεικόνιζε. Η Εταιρεία, όμως, δεν τον χρησιμοποιούσε λόγω της αντίδρασης και των διαμαρτυριών του ενάγοντα. Από το Μάιο, όμως, του 1999 χρησιμοποιείται από το (νέο) ιδιοκτήτη του γραφείου, στον τίτλο ιδιοκτησίας του οποίου είναι εγγεγραμμένος.
- Η χρήση του επίδικου χώρου στάθμευσης από το Μάιο του 1999 και μετά προκάλεσε την αντίδραση του ενάγοντα. Εκδηλώθηκε με την αγωγή 10646/99, στο πλαίσιο της οποίας εξασφάλισε εναντίον της Εταιρείας και προσωρινό διάταγμα. Η Εταιρεία, η οποία στο μεταξύ διαγράφηκε από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης και ο ενάγοντας την απόσυρε όπως το σχετικό πρακτικό ημερ. 26.10.01, χωρίς να καταχωρήσει στο μεταξύ έκθεση απαίτησης.
- Το κατάστημα χρησιμοποιείται από τον ενάγοντα κυρίως για χονδρικό εμπόριο, το οποίο δεν επηρεάζεται αρνητικά από την ύπαρξη του επίδικου χώρου στάθμευσης. Το κατά πόσο όμως η χρησιμοποίηση του επίδικου χώρου στάθμευσης επηρεάζει αρνητικά και, αν ναι, σε πιο βαθμό τις λιανικές πωλήσεις είναι ζήτημα για το οποίο δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα. Έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω ευρήματα προχωρώ στην εξέταση και τελική κρίση των θεμάτων που έχουν εγερθεί στην παρούσα υπόθεση, αρχίζοντας με το ζήτημα του δεδικασμένου. Σύμφωνα με τη Δ.15 θ.1 ο ενάγοντας - όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Πατσαλίδη ν. Δίσπυρου (ανωτέρω), με αναφορά στην Παμπορίδης ν. Κτηματική Τράπεζα Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670 - «δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα, (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψη της χωρίς τέτοια άδεια, που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο». Έχω την άποψη ότι υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.15 θ.1 και τι σχετικά αποφασίσθηκε για το θέμα του δεδικασμένου στην υπόθεση Δίσπυρος (ανωτέρω). Εδώ απλώς καταχωρήθηκε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η αγωγή 10646/99 αποσύρθηκε πριν την καταχώριση έκθεσης απαίτησης και στην απουσία σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους της Εταιρείας, η οποία κανένα ενδιαφέρον για την υπόθεση δεν είχε επιδείξει. Περαιτέρω, είχε προηγηθεί η διαγραφή της Εταιρείας από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών - κάτι που αδιαμφισβήτητα συνέβη αμέσως πριν την καταχώριση της αγωγής - με συνέπεια την απώλεια της νομικής της οντότητας. Επομένως, η απόσυρση της αγωγής εναντίον Εταιρείας, που είχε απωλέσει τη νομική της υπόσταση, «ως διευθετηθείσας» ήταν χωρίς σημασία. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω κρίνω ότι η απόσυρση της αγωγής 10646/99 δεν δημιουργεί δεδικασμένο και παρελκύει οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση του θέματος. Ακολουθεί η εξέταση του επόμενου ζητήματος, αν δηλαδή ο επίδικος χώρος στάθμευσης ήταν αποτέλεσμα της αποδιδόμενης στους εναγόμενους επιλήψιμης συμπεριφοράς, ως και κατά πόσο οι εναγόμενοι 4 και 5 παραβίασαν οποιοδήποτε νόμιμο καθήκον έναντι του ενάγοντα. Σ΄ ότι αφορά τα θέματα αυτά επισημάνθηκε ήδη, ότι στην προσαχθείσα μαρτυρία δεν εντοπίζεται «ίχνος μαρτυρίας που να δίδει βάση, ή ακόμη και υποψία, για εξαγωγή συμπεράσματος ότι επιδείχθηκε η ισχυριζόμενη επιλήψιμη συμπεριφορά» και ότι οι ισχυρισμοί για συνωμοσία, δόλο, απάτη κ.λ.π. παρέμειναν μετέωροι και ως τέτοιοι στερούνται οποιασδήποτε σημασίας. Το τι σχετικά παρέμεινε - και επ΄ αυτού το Δικαστήριο κατέληξε σε σχετικό εύρημα - είναι ότι ο ενάγοντας σε κανένα στάδιο της διαδικασίας έγκρισης και εγγραφής του επίδικου χώρου στάθμευσης δεν έτυχε οποιασδήποτε πληροφόρησης από οποιονδήποτε. Το ερώτημα, επομένως, που εγείρεται είναι αν η παράλειψη των εναγομένων, ή οποιουδήποτε απ΄ αυτούς, να πληροφορήσουν τον ενάγοντα για την εν λόγω διαδικασία τεκμηριώνει τα όσα επιλήψιμα τους αποδίδει και, περαιτέρω, τεκμηριώνει παρανομία ή παράβαση νόμιμου καθήκοντος των εναγομένων 4 και 5 ή, τέλος, αν με την παράλειψη αυτή παραβιάσθηκαν δικαιώματα του ενάγοντα. Η απάντηση, κατά την άποψή μου, είναι σαφώς αρνητική. Είναι αρκετό, επί τούτου να παρατηρήσω τα ακόλουθα: 1. Όπως ήδη παρατηρήθηκε η προωθηθείσα θέση του ενάγοντα ότι οι επιλήψιμες ενέργειες των εναγομένων αποδεικνύονται «ως εκ του αποτελέσματος» δεν ευσταθεί, γιατί θα έπρεπε να προσαχθεί μαρτυρία - η οποία ελλείπει παντελώς - ότι το αποτέλεσμα, η έγκριση δηλαδή και εγγραφή του χώρου στάθμευσης, ήταν προϊόν επιλήψιμων πράξεων και ενεργειών όπως προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης. 2. Η επίκληση παρανομίας ή παράβασης νόμιμου καθήκοντος τεκμηριώνεται με αναφορά στο Νόμο και Κανονισμό ο οποίος, κατ΄ ισχυρισμό έχει παραβιασθεί. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν προσδιορίσθηκε ποιο Νόμο ή ποιο Κανονισμό παραβίασαν οι εναγόμενοι 4 και 5 και η σχετική θέση προωθήθηκε κατά τρόπο γενικό και αόριστο. 3. Με την κατάθεση του Πωλητηρίου στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, ο ενάγοντας απέκτησε δικαίωμα επί του καταστήματος (βλ. Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου, ανωτέρω) και με την έκδοση χωριστών τίτλων (βλ. Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1058) θα μπορούσε, επικαλούμενος το σχετικό Νόμο, να αξιώσει ειδική εκτέλεση. Αυτή είναι η σημασία της κατάθεσης ενός Πωλητηρίου στο Κτηματολόγιο και δεν σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο ούτε με τη διαδικασία της άδειας οικοδομής ούτε με τη διαδικασία έκδοσης χωριστών τίτλων, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η έγκριση και η εγγραφή του επίδικου χώρου στάθμευσης. Επί του προκειμένου, υιοθετώ τη θέση του ΜΕ.4 ότι ο Δήμος γνώριζε μόνο την Εταιρεία, ως και τη θέση του ΜΕ.5 ότι το Κτηματολόγιο όφειλε να ακολουθήσει τους όρους της άδειας οικοδομής που επέβαλε ο Δήμος. Για όλα τα πιο πάνω η θέση του ενάγοντα ότι η έγκριση και εγγραφή του επίδικου χώρου στάθμευσης ήταν αποτέλεσμα συνωμοσίας, δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων απορρίπτεται, όπως απορρίπτεται και η θέση ότι οι εναγόμενοι 4 και 5 παρανόμησαν ή παραβίασαν νόμιμο καθήκον έναντι του ενάγοντα. Ο ενάγοντας δεν περιορίσθηκε μόνο σε επίκληση των πιο πάνω. Ήγειρε θέμα ότι οι εναγόμενοι 4 και 5, με την έγκριση και εγγραφή του επίδικου χώρου στάθμευσης, διέπραξαν το αστικό αδίκημα του άρθρου 45 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να τον αποζημιώσουν για τις ζημιές που έχει υποστεί, όπως προνοείται και από το άρθρο 172 του Συντάγματος. Το άρθρο 45 του Κεφ. 148 έχει ως ακολούθως: «
- Δημόσια οχληρία συνίσταται σε παράνομη πράξη, ή σε παράλειψη εκτέλεσης νομικής υποχρέωσης αν η πράξη αυτή ή η παράλειψη θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, ασφάλεια, υγεία, ιδιοκτησία ή άνεση του κοινού ή παρακωλύει το κοινό στην άσκηση κοινού δικαιώματος». Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου είναι σαφείς. Το ότι η έγκριση και εγγραφή του επίδικου χώρου στάθμευσης από τους εναγόμενους 4 και 5 δεν αποτελεί παράνομη πράξη έχει ήδη αποφασισθεί. Η δημόσια, όμως, οχληρία συνίσταται και σε παράλειψη εκτέλεσης νομικής υποχρέωσης, αν με την παράλειψη τίθεται σε κίνδυνο η ζωή, ασφάλεια, υγεία, ιδιοκτησία ή άνεση του κοινού, ή παρακωλύεται το κοινό σε άσκηση κοινού δικαιώματος. Είναι έκδηλο, κατά την άποψή μου, ότι η έγκριση και εγγραφή ενός χώρου στάθμευσης από τις αρμόδιες αρχές σε ένα ιδιωτικό χώρο, όπως είναι η υπό κρίση περίπτωση, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ταυτισθεί με «παράλειψη εκτέλεσης νομικής υποχρέωσης», ούτε με αυτή τίθεται σε κίνδυνο η ζωή, ασφάλεια, υγεία κ.λ.π. του κοινού. Ο επίδικος χώρος στάθμευσης, όπως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, βρίσκεται στον ιδιωτικό χώρο του συγκροτήματος και απέχει 0.70 μ. από το δημόσιο πεζοδρόμιο. Επομένως τίποτα απ΄ όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 45 δεν ισχύει και η σχετική θέση του ενάγοντα απορρίπτεται. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η αγωγή εναντίον των εναγομένων 4 και 5 είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Ό,τι παρέμεινε για εξέταση είναι η ισχυριζόμενη παραβίαση όρου του Πωλητηρίου από την Εταιρεία, αν γι΄ αυτή έχουν προσωπική ευθύνη και οι εναγόμενοι 2 και 3 και, αν ναι, σε ποιες θεραπείες δικαιούται ο ενάγοντας. Το Πωλητήριο, όπως ήδη έχει σημειωθεί, προνοούσε (αρ.2) ότι το συγκρότημα, μέρος του οποίου αποτελούσε το κατάστημα, θα αναγειρόταν σύμφωνα με τους όρους της άδειας οικοδομής ημερ. 19.9.87, η οποία δεν προνοούσε χώρο στάθμευσης μπροστά από τη βιτρίνα του καταστήματος. Ο χώρος αυτός προστέθηκε με την (τροποποιητική) άδεια ημερ. 31.8.89 εν αγνοία και χωρίς την έγκριση του ενάγοντα, ο οποίος πληροφορήθηκε την ύπαρξή του με την παραλαβή, το 1992, του τίτλου ιδιοκτησίας του καταστήματος. Όπως προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία, ο ενάγοντας δεν αποδέχθηκε την ύπαρξη χώρου στάθμευσης μπροστά από το κατάστημα του. Αντίθετα διαμαρτυρήθηκε, με αποτέλεσμα ο εν λόγω χώρος να μην χρησιμοποιείται μέχρι το Μάιο του 1999 που έγινε αλλαγή στην ιδιοκτησία του γραφείου, στον τίτλο ιδιοκτησίας του οποίου είχε εγγραφεί. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η Εταιρεία πράγματι παραβίασε ουσιώδη όρο του Πωλητηρίου. Όμως για την παραβίαση αυτή δεν μπορεί να έχουν προσωπική ευθύνη και οι διευθυντές της/εναγόμενοι 2 και
- Συμβαλλόμενοι στο Πωλητήριο ήταν ο ενάγοντας και η Εταιρεία και μόνο η Εταιρεία είναι υπόλογη για την παραβίαση του. Το ερώτημα, που τώρα εγείρεται, είναι σε τι θεραπείες δικαιούται ο ενάγοντας. Διάταγμα για επαναφορά των χώρων στάθμευσης στην κατάσταση που προνοείτο από την άδεια οικοδομής ημερ. 19.9.87 δεν μπορεί να εκδοθεί. Ό,τι θα εδικαιούταν ο ενάγοντας είναι σε αποζημιώσεις εναντίον της Εταιρείας (άρθρο 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149) για τις ζημιές που υπέστη. Η μαρτυρία, όμως, που προσκόμισε δεν παρέχει κατάλληλη βάση για προσμέτρηση των ζημιών. Ό,τι προκύπτει απ΄ αυτή είναι ότι σε κάποιο μικρό βαθμό επηρεάσθηκαν οι λιανικές πωλήσεις της επιχείρησής του. Γι΄ αυτό τον επηρεασμό κρίνω ότι ένα ποσό της τάξεως των £1.000.- ως ονομαστικές αποζημιώσεις θα ΄ταν δίκαιο και εύλογο. Για όλα τα πιο πάνω η αγωγή εναντίον των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. Όσον αφορά την αγωγή εναντίον της Εταιρείας αυτή επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται εναντίον της Εταιρείας και προς όφελος του ενάγοντα απόφαση για το ποσό των £1.000.- υπό μορφή ονομαστικών αποζημιώσεων. Περαιτέρω η Εταιρεία καταδικάζεται σε έξοδα στην αντίστοιχη με την απόφαση κλίμακα, τα οποία επίσης να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο