← Κύπρος

MC JEWELLERY LTD ν. UNICARS LTD, Αρ. Αγωγής: 2353/05., 18 Σεπτεμβρίου, 2007

MC JEWELLERY LTD ν. UNICARS LTD, Αρ. Αγωγής: 2353/05., 18 Σεπτεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2353/

  1. Μεταξύ: M.C. JEWELLERY LTD. Εναγόντων. - και - UNICARS LTD. Εναγομένων. --------------------- Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου,
  2. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες. Ο κ. Χρ. Νικολάου. Για τους εναγόμενους: Ο κ. Στ. Μαυροκέφαλος. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Αποτελεί εκδοχή των εναγόντων ότι όταν το 2000 αγόρασαν από τους εναγόμενους ένα εμπορικό αυτοκίνητο τύπου βαν, μάρκας Seat Ibiza με αριθμό εγγραφής HKY152 («το αυτοκίνητο»), για σκοπούς μεταφοράς των εμπορευμάτων τους, ήταν αναμενόμενο ότι θα διέθετε ασφαλές σύστημα κλειδώματος ώστε να μην ήταν δυνατόν να ανοιχθεί παρά μόνον με το κλειδί του, στο οποίο υπήρχε ενσωματωμένο τηλεχειριστήριο για σκοπούς κλειδώματος και ξεκλειδώματος. Ήταν αυτονόητο ότι οι εναγόμενοι δε θα παρέδιδαν σε οποιοδήποτε πρόσωπο, μη εξουσιοδοτημένο από τους ενάγοντες, όμοιο κλειδί, κάτι όμως που δεν έγινε αφού αμελώς και κατά παράβαση των νομικών τους υποχρεώσεων έναντι των εναγόντων, τον Ιούνιο του 2001, εφοδίασαν πρόσωπο άγνωστο στους τελευταίους, με κλειδί χωρίς ενσωματωμένο τηλεχειριστήριο, το οποίο όμως μπορούσε να κλειδώσει και να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητο. Το κλειδί είχε παραγγελθεί από το Τμήμα Εξαρτημάτων των εναγομένων το Μάιο του 2001, από κάποιον Μιχάλη Χριστοδούλου ο οποίος και το παράλαβε στις 15.6.
  3. Την 1.11.01 και ενώ το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο και κλειδωμένο έξω από κατάστημα στη Λευκωσία, άγνωστος ή άγνωστοι το ξεκλείδωσαν και έκλεψαν από αυτό δύο χαρτοφύλακες με χρυσαφικά και κοσμήματα αξίας Λ.Κ.210.631,00, περιουσία των εναγόντων, χωρίς να παραβιάσουν το αυτοκίνητο, χρησιμοποιώντας το κλειδί που είχε παραδοθεί στον Μιχάλη Χριστοδούλου. Είναι για αυτούς τους λόγους που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση αποζημίωσής τους με την καταβολή της αξίας της κλαπείσας περιουσίας. Οι εναγόμενοι αμφισβητούν κάθε πτυχή της αξίωσης και αντιτείνουν ότι ουδέποτε παραβήκαν το νομικό τους καθήκον έναντι των εναγόντων ή επέδειξαν οποιασδήποτε μορφής αμέλεια. Εν πάση περιπτώσει, όταν το Μάιο του 2001, ο Μιχάλης Χριστοδούλου προσήλθε στα γραφεία τους για να αιτηθεί την έκδοση κλειδιού για το αυτοκίνητο, παρουσίασε πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής το οποίο και θεωρήθηκε επαρκές στοιχείο για να δικαιολογήσει την αποδοχή της παραγγελίας και μετέπειτα την παράδοσή του σε αυτόν. Η πλήρης περιγραφή και λεπτομέρειες της αξίωσης και υπεράσπισης διατυπώνονται αντιστοίχως στην Έκθεση Απαίτησης και Υπεράσπιση και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή: (α) Οι ενάγοντες ήσαν (και εξακολουθούν να είναι), εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα εργασιών τη Λεμεσό και κύρια ενασχόληση το εμπόριο και κατασκευή χρυσαφικών και κοσμημάτων, διατηρώντας προς τούτο εργοστάσιο/εργαστήριο επεξεργασίας χρυσού και πολύτιμων λίθων στην ίδια πόλη. (β) Οι εναγόμενοι ήσαν (και εξακολουθούν να είναι), εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία η οποία από το 1990, εμπορεύεται ως ο αποκλειστικός εισαγωγέας, πωλητής και προμηθευτής των ισπανικών αυτοκινήτων Seat στην Κύπρο καθώς και όλων των εξαρτημάτων, ανταλλακτικών και παρελκομένων τους κατ΄ εξουσιοδότηση της κατασκευάστριας αυτοκινητοβιομηχανίας Seat. (γ) Το αυτοκίνητο πουλήθηκε από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους το Νοέμβριο του 2000, έχοντας αριθμό πλαισίου VSSZZZ6KZ1R
  4. (δ) Η αγορά του αυτοκινήτου έγινε με βάση το έντυπο παραγγελίας με αριθμό 21821 (βλ. τεκμήριο 6). (ε) Το αυτοκίνητο γράφτηκε στο όνομα των εναγόντων στις 23.11.00 και προς τούτο εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος, ως το τεκμήριο
  5. (στ) Οι ενάγοντες κατά τον ίδιο χρόνο αγοράς του αυτοκινήτου από τους εναγόμενους, αγόρασαν και δεύτερο αυτοκίνητο πανομοιότυπο με το αυτοκίνητο με αριθμό πλαισίου VSSZZZ6KZ1R094905, το οποίο αργότερα έλαβε αριθμό εγγραφής HKY
  6. (η) Οι ενάγοντες το Νοέμβριο του 2001, μετά τη φερόμενη κλοπή του εμπορεύματος αγόρασαν από τους εναγόμενους και τρίτο αυτοκίνητο παρομοίου τύπου με το αυτοκίνητο. (θ) Το αυτοκίνητο παραδόθηκε στους ενάγοντες σε άρτια κατάσταση και τηρούσε όλες τις αναγκαίες προδιαγραφές που είχαν τεθεί προς τους εναγόμενους και κυρίως, διέθετε ασφαλές σύστημα κλειδώματος το οποίο είχε εγκατασταθεί από την κατασκευάστρια εταιρεία. (ι) Οι εναγόμενοι παρέδωσαν προς τους ενάγοντες δύο κλειδιά για το αυτοκίνητο, ένα από τα οποία είχε ενσωματωμένο τηλεχειριστήριο για το κλείδωμα και ξεκλείδωμα του, ως το τεκμήριο
  7. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης έδωσαν προφορική μαρτυρία οι Παναγιώτης (Πανίκος) Αλεξάνδρου (ΜΕ1), Χάρης Βασιλείου (ΜΕ2), Μιχάλης Χριστοφή (ΜΕ3), Στέλιος Σταύρου (ΜΕ4), Αντώνης Πολυκάρπου (ΜΕ5), Ντίνα Γρηγορίου (ΜΕ6) και Κωνσταντίνα (Νταϊάνα) Κωνσταντίνου-Αλεξάνδρου (ΜΕ7), ενώ για την υπεράσπιση οι Μιχάλης Ιωάννου (ΜΥ1) και Χαράλαμπος Παπαχαραλάμπους (ΜΥ2). Ο Πανίκος Αλεξάνδρου (ΜΕ1), ήταν υπάλληλος των εναγόντων από το Μάρτιο του 1995 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2001, οπόταν και είχε υποβάλει παραίτηση με ισχύ από την αρχή του επόμενου χρόνου λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Περίγραψε τα καθήκοντα του και τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν την 1.11.01, στο βαθμό και έκταση που μπορούσε, αφού η κλοπή είχε γίνει στην απουσία του. Τη μέρα εκείνη ήταν μαζί με τον Χάρη Βασιλείου (ΜΕ2), ο οποίος μόλις είχε προσληφθεί από τους ενάγοντες και τον ακολουθούσε για σκοπούς εκπαίδευσης. Ο Χάρης Βασιλείου (ΜΕ2), αναφέρθηκε και αυτός στα γεγονότα της 1.11.01, περιγράφοντας τις κινήσεις που έκανε μαζί με τον Πανίκο Αλεξάνδρου (ΜΕ1) και όλα όσα επακολούθησαν της κλοπής. Ο Μιχάλης Χριστοφή (ΜΕ3), κατέθεσε ως Διευθυντής και βασικός μέτοχος των εναγόντων, περιγράφοντας τις συνδιαλλαγές που είχαν με τους εναγόμενους για την αγορά διαφόρων αυτοκινήτων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο. Αναφέρθηκε επίσης στη φύση και αξία του κλαπέντος εμπορεύματος καθώς και σε αυτά που ακολούθησαν της κλοπής. Ο κλειδαράς Στέλιος Σταύρου (ΜΕ4), αναφέρθηκε στη διαδικασία αντιγραφής κλειδιών αυτοκινήτων με ειδικότερη αναφορά στη δυνατότητα δημιουργίας κλειδιού (αντικλειδιού) για το αυτοκίνητο. Ο αστυφύλακας 4750 Αντώνης Πολυκάρπου (ΜΕ5), επικεντρώθηκε σε λεπτομέρειες των αστυνομικών ερευνών που επακολούθησαν της κλοπής, μέρος των οποίων ήταν και η λήψη καταθέσεων από τους Πανίκο Αλεξάνδρου (ΜΕ1) και Χάρη Βασιλείου (ΜΕ2) και η έκδοση διατάγματος εξαήμερης προσωποκράτησης τους στις 2.11.01, αφού θεωρήθηκαν ύποπτοι για το αδίκημα της κλοπής βάσει των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  8. Είπε επίσης ότι, τελικώς, κανείς δεν κατηγορήθηκε αφού, όπως φαίνεται και στον αστυνομικό φάκελο (βλ. τεκμήριο 8), η μαρτυρία που προέκυψε ήταν ανεπαρκής (βλ. τεκμήρια 4

(1)και 4
(2)). Η Ντίνα Γρηγορίου (ΜΕ6), είπε ότι τη μέρα και ώρα της κλοπής είδε να απομακρύνεται με ταχύτητα από το χώρο που βρισκόταν το αυτοκίνητο ένα άσπρο διπλοκάμπινο αυτοκίνητο το οποίο θεώρησε ύποπτο, χωρίς όμως να μπορεί να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Η Κωνσταντίνα (Νταϊάνα) Κωνσταντίνου-Αλεξάνδρου (ΜΕ7), σύζυγος του Πανίκου Αλεξάνδρου (ΜΕ1), ανάφερε ότι ο σύζυγός της διατηρούσε στο σπίτι δεύτερο κλειδί του αυτοκινήτου το οποίο όμως κατά τη μέρα και ώρα της κλοπής βρισκόταν στο συρτάρι της κουζίνας, όπως πάντα. Ο Μιχάλης Ιωάννου (ΜΥ1), εργαζόταν στο Τμήμα Ανταλλακτικών των εναγομένων από το
  1. Το τμήμα αυτό είναι υπεύθυνο για την παραγγελία και παράδοση κλειδιών αυτοκινήτων που πουλούν οι εναγόμενοι. Περίγραψε πώς το Μάιο του 2001, πήγε εκεί κάποιος Μιχάλης Χριστοδούλου και παράγγειλε κλειδί για το αυτοκίνητο παρουσιάζοντας προς τούτο το πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου. Κατάγραψε τον αριθμό πλαισίου που διατυπωνόταν στο έγγραφο καθώς και το όνομα και αριθμό κινητού τηλεφώνου του αιτητή (βλ. τεκμήριο 10), κρατώντας συνάμα αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής (βλ. τεκμήριο 9). Εξήγησε την ακολουθητέα διαδικασία σε τέτοιες περιπτώσεις λέγοντας ότι μετά που παραλήφθηκε το κλειδί από την Ισπανία, παραδόθηκε στον Μιχάλη Χριστοδούλου στις 13.6.01, με τον τελευταίο να καταβάλει το αντίτιμο σε μετρητά και να αγοράζει επιπροσθέτως και κάποιο άλλο ανταλλακτικό για το ίδιο αυτοκίνητο. Ο Χαράλαμπος Παπαχαραλάμπους (ΜΥ2), κατάθεσε ως ο Διευθυντής των εναγομένων. Αναφέρθηκε στην αγορά του αυτοκινήτου και στη γενικότερη πολιτική της εταιρείας σε σχέση με τις πωλήσεις αυτοκινήτων καθώς και στους όρους και προϋποθέσεις που τις συνοδεύουν. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων, Π.Ε.151/06, ημ. 13.7.07). Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικεντρώθηκαν, κυρίως, στην αξιοπιστία της μαρτυρίας προτείνοντας μετά από σχετική νομική ανάλυση, αποδοχή των θέσεων τους. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Νικολάου με έρεισμα τις πρόνοιες του άρθρου 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, εισηγήθηκε ότι οι εναγόμενοι όφειλαν προς τους ενάγοντες καθήκον επιμέλειας να έλεγχαν και μεριμνούσαν όπως το κλειδί δινόταν σε άτομο που ήταν εξουσιοδοτημένο από τους τελευταίους, πράγμα που δεν έκαναν, γεγονός που ισοδυναμεί με παράβαση του συζητούμενου καθήκοντος και δημιουργία πλήρους ευθύνης για πρόκληση ζημιάς στους ενάγοντες ως εκ της κλοπής που επακολούθησε. Πρότεινε επίσης ότι τα γεγονότα και περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούν την εφαρμογή της αρχής res ipsa loquitur. Ο κ. Μαυροκέφαλος αντέτεινε ότι με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση η υπό αναφορά αρχή αφού η εκδοχή των εναγόντων σε συνδυασμό με ισχυρισμούς και άλλες παραδοχές στις οποίες έχουν προβεί, ξεφεύγουν παντελώς από αυτά που σχετικώς απαιτούνται από το άρθρο 55 τού Κεφ.148, για τη μετατόπιση του βάρους απόδειξης στους ώμους των εναγομένων. Υπέβαλε επίσης ότι όχι μόνον δεν προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες αλλά, ούτως ή άλλως και να υπήρχε τέτοιο καθήκον, απουσιάζει εδώ η σύνδεση μεταξύ της φερόμενης αμέλειας και της υποτιθέμενης ζημιάς. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι δικηγόροι, τόσον προφορικώς όσον και στο γραπτό τους περίγραμμα. Όλοι οι μάρτυρες μού δημιούργησαν αρκετά καλή εντύπωση. Ήσαν σταθεροί και συνεπείς στις τοποθετήσεις τους, με κάποιες μικρές αντιφάσεις και ανακολουθίες που παρατηρήθηκαν να μην επηρεάζουν τη γενικώς θετική εικόνα που εξέπεμψαν. Το γεγονός όμως ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία έχει κριθεί ως αξιόπιστη δεν εξυπακούει κατ΄ ανάγκην ότι χαρακτηρίζεται και από την ποιότητα εκείνη που απαιτείται για την απόδειξη οποιουδήποτε ισχυρισμού και τούτο θα διαφανεί αμέσως πιο κάτω κατά την ανάλυση των επίδικων θεμάτων. Η αρχή res ipsa loquitur[1], δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση αφού όχι μόνον από την εκδοχή των εναγόντων αλλά και αντικειμενικώς, πλέον, βάσει της δοθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας, δεν έχει αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες στερούνταν γνώσης ή μέσων γνώσης κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, των πραγματικών περιστατικών του συμβάντος το οποίο οδήγησε στη ζημιά και ότι η ζημιά αυτή προκλήθηκε από ιδιοκτησία επί της οποίας είχαν πλήρη έλεγχο οι εναγόμενοι. Με υπόψη τη μαρτυρία του Μιχάλη Χριστοφή αλλά και το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2 και 3, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, βρίσκω ότι η αξία της κλαπείσας περιουσίας που βρισκόταν στο αυτοκίνητο την 1.11.01, είναι Λ.Κ210.631,
  2. Από τη μαρτυρία του Στέλιου Σταύρου (τον οποίο δέχομαι ως εμπειρογνώμονα για τα ζητήματα περί των οποίων κατάθεσε), προκύπτει ότι θα μπορούσε να φτιαχτεί κλειδί για το αυτοκίνητο, εκτός εργοστασίου, είτε με τη χρησιμοποίηση πρωτότυπου κλειδιού είτε με αντίγραφό του, αλλά ακόμη και με τη χρήση του κωδικού του αριθμού. Ο μάρτυς δε μπορούσε να πει με οποιονδήποτε βαθμό βεβαιότητας κατά πόσον το αυτοκίνητο ξεκλειδώθηκε από το κλειδί που πήρε ο Μιχάλης Χριστοδούλου, ενώ άφησε να νοηθεί ότι το αυτοκίνητο δυνατόν να ανοίχθηκε και χωρίς τη χρήση κλειδιού του τύπου που δόθηκε στον Μιχάλη Χριστοδούλου. Η περιστατική μαρτυρία είναι αδύνατη για να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το αυτοκίνητο ξεκλειδώθηκε με το κλειδί που δόθηκε στον Μιχάλη Χριστοδούλου, όποιος και να ήταν αυτός. Από τη μαρτυρία του Μιχάλη Ιωάννου απορρέει ότι αυτός έδρασε με επιμέλεια κάνοντας κάθε τι που θα μπορούσε να διασφαλίσει τα συμφέροντα όχι μόνον των εναγομένων αλλά και των εναγόντων, ως πελατών τους. Το γεγονός ότι θα μπορούσε να πράξει περισσότερα, όπως για παράδειγμα να ζητήσει την επίδειξη ταυτότητας από τον Μιχάλη Χριστοδούλου - κάτι που αποτελεί σήμερα πρακτική των εναγόντων ένεκα του επίδικου περιστατικού - ή να ζητήσει γραπτή εξουσιοδότηση από τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου ή ακόμη και να επικοινωνήσει με αυτούς στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ήταν νομικό πρόσωπο (όπως στην προκειμένη περίπτωση), δεν αμβλύνει το εύλογο και επαρκές των χειρισμών του. Ο Μιχάλης Χριστοδούλου παρουσιάστηκε στο Τμήμα Ανταλλακτικών δείχνοντας στον Μιχάλη Ιωάννου το πρωτότυπο του τίτλου ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μιχάλης Χριστοδούλου ήταν πρόσωπο άγνωστο τόσον στους ενάγοντες όσον και στους εναγόμενους και μη εξουσιοδοτημένος εκ πλευράς των πρώτων για τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης που τους αφορούσε. Ο Μιχάλης Ιωάννου όμως δε γνώριζε τα κίνητρα του Μιχάλη Χριστοδούλου ούτε και τον είχε δει προηγουμένως. Το όνομα Μιχάλης Χριστοδούλου στην αγγλική γλώσσα, δηλαδή «Michalis Christodoulou», σύμπιπτε με τα αρχικά του ονόματος των εναγόντων, όπως αυτό διατυπωνόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας, δηλαδή «M. C. Jewellery Ltd» (η υπογράμμιση δική μου). Αυτό επέδρασε στην κρίση του μάρτυρα, όπως και το γεγονός - σε καταλυτικό και αποφασιστικό βαθμό - ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας ήταν πρωτότυπος. Οι ιδιοκτήτες του αυτοκινήτου ήσαν νομικά πρόσωπα άρα δεν υπήρχε λόγος να ζητούσε από τον Μιχάλη Χριστοδούλου την παρουσίαση δελτίου ταυτότητας ή άλλου σχετικού αποδεικτικού. Δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος ή αίτιο κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο για να επεδείκνυε ο μάρτυρας επιπρόσθετη προσοχή πέραν αυτής που αρκούντως επέδειξε έτσι ώστε να ζητούσε και κάτι περισσότερο από αυτά που ζήτησε και εξασφάλισε. Απλούστατα, ο Μιχάλης Ιωάννου και κατ΄ επέκταση οι ενάγοντες εξαπατήθηκαν από την αξιόποινη συμπεριφορά του Μιχάλη Χριστοδούλου, τον οποίο ουδέποτε κατόρθωσε να εντοπίσει η αστυνομία λόγω των ψευδών στοιχείων που φαίνεται ότι είχε δώσει. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Με βάση όλα τα πιο πάνω, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το καθήκον επιμέλειας που είχαν οι εναγόμενοι έναντι των εναγόντων με κανένα τρόπο δεν παραβιάστηκε. Το όλον θέμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τελειώνει εδώ. Έστω όμως ότι, χάριν συζήτησης, υπήρξε παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας των εναγόντων προς τους εναγόμενους, δεν αποδείχθηκε ότι είναι συνεπεία της παράβασης αυτής που κλάπηκαν τα εμπορεύματα και προκλήθηκε η σχετική ζημιά στους ενάγοντες. Δεν ήταν η χορήγηση του κλειδιού στον Μιχάλη Χριστοδούλου που επέφερε τη ζημιά, αλλά η κλοπή των χρυσαφικών από κάποιους οι οποίοι διέρρηξαν το κλειδωμένο αυτοκίνητο την 1.11.
  3. Δε μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι αν δεν ήταν για την κλοπή του κλειδιού δε θα λάμβανε χώραν η κλοπή ή ότι η κλοπή έγινε ακριβώς γιατί οι κλέφτες είχαν στην κατοχή τους το κλειδί που δόθηκε στον Μιχάλη Χριστοδούλου ή άλλο αντίγραφό του, από όπου και αν αυτό είχε εξασφαλιστεί. Δε μπορεί επίσης να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα, στο επίπεδο που απαιτείται για αστική διαδικασία, ότι ο λόγος για τον οποίο εξασφαλίστηκε το κλειδί ήταν για να χρησιμοποιηθεί για την κλοπή των χρυσαφικών ή άλλου εμπορεύματος από το αυτοκίνητο και όχι για παράδειγμα για να κλαπεί το ίδιο το αυτοκίνητο. Το γεγονός ότι τελικώς δεν κλάπηκε το αυτοκίνητο αλλά το εμπόρευμα που ήταν μέσα σε αυτό, δε σημαίνει ότι δεν ήταν αυτή η αρχική πρόθεση των κλεφτών ή ότι, στη βάση της ίδιας λογικής, άλλη ήταν η αρχική πρόθεση (η κλοπή δηλαδή του αυτοκινήτου) και άλλη αυτή που επικράτησε επί τόπου (η κλοπή δηλαδή του εμπορεύματος αντί του αυτοκινήτου). Δεν υπάρχει τίποτε στην παρούσα υπόθεση που να κατατείνει στο ότι οι εναγόμενοι θα έπρεπε ή όφειλαν να ζυγιάσουν ως εύλογη την πιθανότητα και ενδεχόμενο ο Μιχάλης Χριστοδούλου να εξασφάλιζε το κλειδί με τον τρόπο που το εξασφάλισε για να το χρησιμοποιήσει σε άνομους σκοπούς (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Breslin v. Corcoran & Anor
(2003)IESC 23 (Απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου Ιρλανδίας), Doe v. Linder Constructions Co. 845 S.W.2d 173 (Tenn.1992) (Απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου Tennessee, ΗΠΑ). Με βάση τα πιο πάνω η αγωγή χρήζει απόρριψης. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον. Πρωτοκολλητής. /Μ.Ρ. [1] Βλ. γενικώς, Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα,
(2003), Τομ.2, σελ.53-55. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.