ΑΝΔΡΕΑ ΙΩΑΝΝΙΔΗ. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΑΛΛΕΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 12265/02., 25 Σεπτεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12265/
- Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΙΩΑΝΝΙΔΗ. Ενάγοντα. - και - ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΑΛΛΕΝΟΥ. Εναγόμενου. --------------------- Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: Ο κ. Κ. Δημητριάδης. Για τον εναγόμενο: Η κ. Στ. Ερωτοκρίτου. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Είναι παραδεκτό, ότι στις 25.7.01 και ενώ ο ενάγων ήταν επιβάτης στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής EAZ 997, υπέστη τραυματισμούς ένεκα σύγκρουσης τού εν λόγω οχήματος με εκείνο του εναγόμενου (BAH 585), στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού, για την οποία αποκλειστικώς υπεύθυνος ήταν ο εναγόμενος. Η δίκη περιορίστηκε στο ζήτημα του προσδιορισμού του βαθμού σοβαρότητας των σωματικών βλαβών και του υπολογισμού των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, έδωσαν προφορική μαρτυρία ο ενάγων (ΜΕ1) και οι Γεώργιος Παπασταύρου (ΜΕ2) και Βάσος Τζιωνή (ΜΕ3), καθώς και οι ιατροί Νίκος Καραπατάκης (ΜΕ4) και Οδυσσέας Αθάνατος (ΜΕ5), ενώ για την υπεράσπιση, ο ιατρός Αχιλλέας Περδίος (ΜΥ1). Ο ενάγων αναφέρθηκε στον πόνο, ταλαιπωρία και επιπτώσεις που είχαν τα τραύματα που υπέστηκε, στον ίδιο και στην ποδοσφαιρική του καριέρα αφού, καθώς είπε, κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Αναφέρθηκε στις διάφορες συνεργασίες που είχε με αθλητικά σωματεία στην Κύπρο και ιδιαίτερα σε αυτήν με το σωματείο Άδωνης Ιδαλίου (βλ. τεκμήρια 2, 2Α, 3 και 14). Ο Γενικός Γραμματέας της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (Κ.Ο.Π) Γεώργιος Παπασταύρου, καταπιάστηκε με την ιδιότητα του ενάγοντα ως ποδοσφαιριστού και τη σχέση του με την Κ.Ο.Π., ενώ ο Πρόεδρος του Άδωνη Ιδαλίου Βάσος Τζιωνή, επικεντρώθηκε στη συμφωνία εργοδότησης του ενάγοντα με το σωματείο, το
- Οι ιατροί Νίκος Καραπατάκης, Οδυσσέας Αθάνατος και Αχιλλέας Περδίος, περίγραψαν και ανάλυσαν τα τραύματα του ενάγοντα επεξηγώντας ταυτοχρόνως και το περιεχόμενο των ιατρικών τους εκθέσεων (βλ. αντιστοίχως, τεκμήρια 8Α, 8Β και 18). Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων, Π.Ε.151/06, ημ. 13.7.07). Στο στάδιο των αγορεύσεων, ο κ. Δημητριάδης εισηγήθηκε αποδοχή όλων των θέσεων του ενάγοντα και την επιδίκαση ποσού Λ.Κ.20.000, ως γενικές αποζημιώσεις, όπως και την απόδοση ενός κατ΄ αποκοπήν ποσού της τάξης των Λ.Κ.10.000, για την απώλεια της χαράς, ικανοποίησης και απόλαυσης του ενάγοντα να παίζει ποδόσφαιρο. Πρότεινε επίσης την επιδίκαση ποσού μεταξύ Λ.Κ.76.800 και Λ.Κ.86.400, ως απώλεια μελλοντικών απολαβών, ενώ από το κονδύλι των ειδικών αποζημιώσεων, υπέβαλε ότι αποδείχθηκε ποσόν Λ.Κ.2.565, για απολεσθέντα εισοδήματα ως ελαιοχρωματιστής, για τους μήνες Αύγουστο-Δεκέμβριο του 2004 και ποσόν Λ.Κ.140, ως ιατρικά έξοδα και έξοδα έκδοσης ιατρικών πιστοποιητικών. Η κ. Ερωτοκρίτου εισηγήθηκε την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων ύψους Λ.Κ.7.000, ενώ υπόβαλε ότι ο ενάγων δεν απόδειξε απώλεια μελλοντικών απολαβών αλλά ούτε και απώλεια απολαβών για τους μήνες Αύγουστο-Δεκέμβριο 2004, που αποτελεί μέρος των ζητούμενων ειδικών αποζημιώσεων. Παραδέχθηκε όμως ότι αποδείχθηκε ποσόν Λ.Κ.115, ως ειδικές αποζημιώσεις που αφορά στα έξοδα του ιατρού Οδυσσέα Αθάνατου, ως το τεκμήριο
- Είναι ασφαλώς αυτονόητο ότι οι πιο πάνω οριοθετήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων ουδόλως δεσμεύουν το Δικαστήριο. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι δικηγόροι, τόσον προφορικώς όσον και στο γραπτό τους περίγραμμα. Όλοι οι μάρτυρες, πλην του ενάγοντα και του Βάσου Τζιωνή, μου προξένησαν καλή εντύπωση. Οι ιατροί που κατέθεσαν ήσαν σταθεροί και λεπτομερείς στις τοποθετήσεις τους, δίνοντας στο Δικαστήριο επαρκές υπόβαθρο για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Κάποια φαινομενική διάσταση στις τοποθετήσεις των ιατρών Καραπατάκη και Αθάνατου, με αυτές του Αχιλλέα Περδίου, αναλύεται πιο κάτω με τρόπο που καταδεικνύει με σαφήνεια ότι και οι τρεις είπαν την αλήθεια, με την κάποια απόκλιση στις τοποθετήσεις τους, να μην υπέχει ουσιώδους σημασίας σε αυτά που εδώ ενδιαφέρουν. Παρομοίως καλή εντύπωση μού δημιούργησε και ο Γεώργιος Παπασταύρου. Ο ενάγων μού δημιούργησε κάκιστη εντύπωση. Ήταν ασαφής και αόριστος στις τοποθετήσεις του. Οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από μια εντόνως αμυντική στάση και διάθεση υπεκφυγής από την ουσία των περισσότερων ερωτημάτων που του υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση. Ως ουσιώδης διαφορά κατά τη δίκη προέκυψε το κατά πόσον η συμφωνία που σύναψε με το αθλητικό σωματείο Άδωνης Ιδαλίου μετά το δυστύχημα, δηλαδή στις 14.9.01, αλλά και η προηγηθείσα προσυμφωνία στις 10.7.01 (βλ. τεκμήριο 2), ήσαν γνήσιες και όχι εικονικές, έτσι ώστε να αποτελούσαν βάση για μελλοντική απαίτηση ανάλογων αποζημιώσεων. Πάνω σε αυτή λοιπόν την πτυχή των πραγμάτων είναι που ελέγχεται η μαρτυρία του ενάγοντα ο οποίος, λυπούμαι να πω, με τον τρόπο που απαντούσε, μετάδωσε, σαφώς, την εικόνα μάρτυρα με ροπή προς το ψέμα. Δεν είναι όμως μόνον η μαρτυρία του αυτή καθ΄ αυτή που στερείται αξιοπιστίας και πειστικότητας, αλλά και η εκδοχή του. Το δυστύχημα έλαβε χώρα στις 25.7.
- Θέση του ήταν ότι το προσύμφωνο συνεργασίας με τον Άδωνη Ιδαλίου υπογράφθηκε στις 10.7.01, με το σωματείο να του πληρώνει Λ.Κ.1.000 στις 20.7.01, ως δήθεν προκαταβολή μεταγραφής για την αγωνιστική περίοδο 2001/2002 «βάση συμβολαίου», το οποίο όμως δεν υπογράφθηκε παρά μόνον στις 14.9.
- Όταν ρωτήθηκε πώς ήταν δυνατό να πληρωθεί το ποσόν αυτό βάσει συμβολαίου τη στιγμή που δεν είχε καν υπογραφθεί το συμβόλαιο κατ΄ εκείνον το χρόνο, είπε ότι το συμβόλαιο υπήρχε, ενώ όταν του υποδείχθηκε ότι η συμφωνία εργοδότησης - τεκμήριο 3, δε μπορούσε να υφίσταται τότε διότι, απλούστατα, ήταν πασιφανές ότι υπογράφθηκε στις 14.9.01, άλλαξε την εκδοχή του και ισχυρίστηκε ότι το ποσόν των Λ.Κ.1.000, του καταβλήθηκε στη βάση του προσύμφωνου συνεργασίας και όχι της συμφωνίας εργοδότησης που ακολούθησε. Όταν του επισημάνθηκε ότι οι όροι του προσύμφωνου διέφεραν από τους όρους της συμφωνίας εργοδότησης αναφορικώς με τα καταβλητέα ποσά, δε μπορούσε να δώσει εξήγηση, λέγοντας ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, το ποσόν των Λ.Κ.1.000, θα πρέπει να πληρώθηκε βάσει του συμβολαίου. Όταν του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε πληρώθηκε το ποσόν αυτό, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι πάνω στη σχετική απόδειξη υπήρχε καταχώρηση περί έκδοσης κάποιας επιταγής και ότι ο όλος ισχυρισμός αποτελούσε μέρος της ιστορίας που έπλασε για να πείσει το Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημιώσεις για την υποτιθέμενη απώλεια μελλοντικών απολαβών, απάντησε ότι δε θυμόταν τι ακριβώς θα πρέπει να είχε γίνει και ότι το σίγουρο είναι ότι είχε στα χέρια του απόδειξη (βλ. τεκμήριο 2Α, η οποία για λόγους που δεν επεξηγήθηκαν, αναφέρεται σε «Πληρωμή 1.6.98-31.5.99», αν και διατυπώνει σαφώς πιο κάτω ότι το ποσόν δόθηκε «.δια προκαταβολή μεταγραφής για την αγωνιστική περίοδο 2001-2002 βάση συμβολαίου.»), στην οποία αναφερόταν ότι το ποσόν αυτό του είχε πληρωθεί από τον Άδωνη Ιδαλίου. Ο μάρτυς δεν ήταν ούτε εδώ πειστικός με τον τρόπο που απάντησε, για να πω το λιγότερον. Επανέρχομαι στο ζήτημα της πειστικότητας της εκδοχής του ενάγοντα και πιο συγκεκριμένα, στο γεγονός ότι, ενώ είχε πει ότι υπέστηκε σοβαρούς τραυματισμούς στις 25.7.01 και ότι ενώ γνώριζε ευθύς εξ αρχής ότι θα βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια μέχρι την 31.12.01, εντούτοις προχώρησε και υπόγραψε τη συμφωνία στις 14.9.
- Είναι γεγονός ότι στο ιατρικό πιστοποιητικό του ιατρού Νίκου Καραπατάκη (βλ. τεκμήριο 8), αναφέρεται ότι ο ενάγων θα ήταν ικανός για εργασία μετά την 31.12.
- Δεν αναφέρει όμως το αν η εργασία αυτή θα περιλάμβανε και την ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο. Αυτό όμως δεν έχει και τόσην σημασία, όσον έχει το γεγονός ότι ο ενάγων εξακολουθούσε να νιώθει ενοχλήσεις ως εκ των τραυμάτων του με αποτέλεσμα, μάλιστα, να επισκεφθεί τον ιατρό Οδυσσέα Αθάνατο στις 7.8.01, για περαιτέρω εξετάσεις, με τον τελευταίο να γνωματεύει ότι ο ενάγων θα ήταν αδύνατον να ενασχοληθεί ξανά με το ποδόσφαιρο επί επαγγελματικής βάσης και στο επίπεδο που ασχολούνταν πριν το ατύχημα, για δε τα επόμενα τρία τουλάχιστον χρόνια, δε θα μπορούσε - σε αντίθεση με σήμερα - να ασχοληθεί ουσιωδώς και με οποιασδήποτε μορφής αθλητική δραστηριότητα. Πολύ κακή εντύπωση μού προξένησε και ο Βάσος Τζιωνής. Ήταν αντιφατικός και αόριστος σε κρίσιμες πτυχές των επίδικων θεμάτων για τα οποία ρωτήθηκε, παρά το σχετικώς σύντομο της μαρτυρίας του. Για παράδειγμα, ανάφερε αρχικώς ότι η επίδικη συμφωνία είχε υπογραφθεί χωρίς να υπάρχουν σε αυτήν χειρόγραφες προσθήκες. Όταν του υποδείχθηκε ότι υπάρχουν αρκετές χειρόγραφες προσθήκες, όπως και διαγραφές συγκεκριμένων παραγράφων της (βλ. παραγράφους 14(α), (β), (δ), 15(ε) και 18), είπε ότι είχαν υπογραφθεί δύο συμφωνίες με τον ενάγοντα, όμως δεν ήταν σε θέση να πει αν η συμφωνία - τεκμήριο 3, ήταν η επίδικη ή η άλλη και το κατά πόσον οι δύο συμφωνίες είχαν οποιεσδήποτε διαφορές. Ρωτήθηκε αν εννοούσε ως συμφωνία, το προσύμφωνο - τεκμήριο 2 και απάντησε αρνητικά. Ακολούθως και μετά από επισταμένη αντεξέταση, παραδέχθηκε, τελικώς, ότι η δεύτερη συμφωνία στην οποία αναφερόταν ήταν το τεκμήριο 14, το οποίο, επέμενε, ήταν πιστό αντίγραφο της συμφωνίας - τεκμήριο
- Στην αρχή, αρνήθηκε ότι υπήρχαν οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ των δύο εγγράφων, στην εξέλιξη όμως της αντεξέτασης, παραδέχθηκε ότι πράγματι, υπήρχαν διαφορές μεταξύ των δύο και δη, η ύπαρξη μονογραφών και υπογραφών στο ένα έγγραφο, που δεν υπήρχαν στο άλλο. Μια απλή σύγκριση των δύο αποδεικνύει, ως γεγονός, του λόγου το αληθές. Μετά τη διαπίστωση αυτή ρωτήθηκε γιατί δεν είχε παραδεχθεί την ύπαρξη διαφορών την πρώτη φορά που του υποβλήθηκε σχετική ερώτηση και σε απάντηση, ανάφερε ότι οι χειρόγραφες προσθήκες έγιναν από τον προηγούμενο Πρόεδρο του σωματείου και όχι από τον ίδιο προσωπικώς, αν και ήταν παρών κατά την υπογραφή, δεν εξήγησε όμως το απόλυτο της αρχικής του τοποθέτησης, δεδομένων αυτών που πρόταξε ως δικαιολογία. Σε άλλο στάδιο, ο μάρτυς είπε ότι, πλην των μονογραφών και των υπογραφών αλλά και των κάποιων χειρόγραφων προσθηκών, δεν υπήρχε άλλη διαφορά μεταξύ των δύο εγγράφων. Του υποβλήθηκε ότι υπήρχε ακόμη μια ανεξήγητη διαφορά, στο ότι δηλαδή, η παράγραφος 15(ε) της επίδικης συμφωνίας - τεκμήριο 3, ήταν διαγραμμένη ενώ η αντίστοιχη παράγραφος στο πιστό αντίγραφο της συμφωνίας, δεν ήταν. Ο μάρτυς, ήταν φανερό ότι βρέθηκε προ μεγάλης αμηχανίας, απαντώντας, τελικώς, ότι δε μπορούσε να θυμηθεί οτιδήποτε το σχετικό και ότι το γεγονός μπορούσε να ερμηνευθεί με δύο τρόπους. Όταν κλήθηκε να τους αναλύσει, δήλωσε αδυναμία. Απάντησε όμως κατοπινά ότι, κατά την πρώτη υπογραφή της συμφωνίας (υπέδειξε το τεκμήριο 3), ο ενάγων ήταν καλά στην υγεία του ενώ κατά την υπογραφή - καθώς είπε - της δεύτερης συμφωνίας (υπέδειξε το τεκμήριο 14), δεν ήταν καλά στην υγεία του λόγω επιδείνωσης της κατάστασης του ως εκ του δυστυχήματος στα τέλη Ιουλίου του
- Του υποδείχθηκε ότι αν πράγματι αυτό ήταν το σκεπτικό, τότε η λογική των πραγμάτων θα απαιτούσε αντίστροφο χειρισμό, δηλαδή διαγραφή της παραγράφου 15(ε), κατά την πρώτη υπογραφή, ήτοι κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 3 και όχι κατά την υπογραφή του τεκμηρίου
- Ο μάρτυς απάντησε ότι κατά την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας, ο ενάγων δεν ήταν καλά και βρισκόταν σε ακινησία λόγω τραυματισμού στο σπόνδυλο και στον αυχένα, έφερε κολάρο, χρησιμοποιούσε πατερίτσες και παρέμενε κλινήρης. Όταν του τέθηκε ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως τα περίγραφε και ότι ουδέποτε ο ενάγων έφερε κολάρο ή χρησιμοποιούσε πατερίτσες, απάντησε ότι δε μπορούσε να θυμηθεί επακριβώς αυτά στα οποία είχε προαναφερθεί σε σχέση με την εξέλιξη της υγείας του. Μετέπειτα, όταν η κ. Ερωτοκρίτου του υπόβαλε για δεύτερη φορά, ότι ο ενάγων ουδέποτε τραυματίστηκε στον αυχένα, ο μάρτυς δε συμφώνησε και ισχυρίστηκε ότι έτσι θυμόταν και μάλιστα ότι ερχόταν στο γήπεδο με τις πατερίτσες. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο ενάγων ποτέ δε χρησιμοποίησε πατερίτσες, ο μάρτυς διαφώνησε. Επιπροσθέτως, είχε πει ότι το Δελτίο Υγείας του ενάγοντα είχε εκδοθεί μετά από ιατρική εξέταση και αυτό το γνώριζε προσωπικώς. Όταν ρωτήθηκε ποιος ιατρός είχε εξετάσει τον ενάγοντα για σκοπούς έκδοσης του Δελτίου Υγείας, δεν απάντησε, για να πει όμως κατά τη δεύτερη υποβολή της ερώτησης, ότι δε γνώριζε και ότι μπορεί ο ενάγων να είχε εξετασθεί από ιατρό «πριν έρθει στον Άδωνη». Ο μάρτυς όμως είχεν αναφέρει προηγουμένως ότι το σωματείο προχώρησε στη σύναψη της συμφωνίας - τεκμήριο 3, έπειτα από διαβεβαιώσεις ιατρού, ύστερα από την υπογραφή του προσυμφώνου συνεργασίας - τεκμήριο 2 στις 10.7.01, ότι ο ενάγων μπορούσε, όντως, να αγωνιστεί ως ποδοσφαιριστής στον Άδωνη, παρά το δυστύχημα. Κλήθηκε να αποκαλύψει την ταυτότητα του ιατρού αυτού, δεν ήταν όμως σε θέση να πει ποιος ιατρός ήταν που έδωσε τη διαβεβαίωση, για να καταλήξει ότι ουδέποτε το σωματείο ή ο ίδιος προσωπικώς είχαν μια τέτοια διαβεβαίωση από οποιονδήποτε ιατρό απευθείας, και ότι αυτά που είχε πει σχετικώς, τα ανάφερε στη βάση του περιεχομένου πληροφόρησης που τους είχε δώσει ο ενάγων ότι κάποιος ιατρός είχε πει στον ποδοσφαιριστή ότι μπορούσε να προχωρήσει και να αγωνιστεί. Υπάρχουν όμως και άλλα. Από τη μαρτυρία του Τζιωνή αναδύεται ότι τόσον ο ίδιος όσον και το σωματείο γνώριζαν καλώς για την κατάσταση του ενάγοντα πριν την υπογραφή της συμφωνίας. Μάλιστα, τόσος ήταν ο ενθουσιασμός του μάρτυρα και η αποφασιστικότητά του να βοηθήσει με κάθε τρόπο - καθώς υπολόγιζε - την υπόθεση του ενάγοντα, που ισχυρίστηκε ότι τον είχε δει κατ΄ επανάληψη να προσέρχεται στις προπονήσεις το Σεπτέμβρη του 2001, φέροντας αυχενικό κολάρο (όχι οσφυϊκό κορσέ) και πατερίτσες και να υποβαστάζεται από τη σύζυγό του η οποία τον μετέφερε εκεί με αυτοκίνητο. Σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του, είπε ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ο ενάγων ήταν καλά στην υγεία του και ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε προβλήματα για έναρξη συνεργασίας μαζί του. Κανείς άλλος όμως εκτός από τον ίδιο - ούτε καν ο ενάγων - δεν ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος έφερε ή χρησιμοποιούσε σε οποιονδήποτε στάδιο αυχενικό κολάρο ή πατερίτσες ούτε και δόθηκε ιατρική μαρτυρία περί τραυματισμού του στον αυχένα ή για συνθήκες που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη χρήση αυτού του εξοπλισμού, πέραν του γεγονότος ότι δεν υπάρχει δικογραφημένος ένας τέτοιος ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης. Συνειδητοποιώντας σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης ότι τα πράγματα ίσως να μην έβαιναν καλώς για την υπόθεση του ενάγοντα, ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος (όπως και όλοι οι άλλοι ποδοσφαιριστές), θα έπρεπε να είναι κάτοχοι εγκύρου Δελτίου Υγείας έτσι ώστε να διασφαλίζεται και από ιατρικής απόψεως η ικανότητα και δυνατότητά τους να παίζουν ποδόσφαιρο και να γυμνάζονται με αποδοτικότητα και ασφάλεια. Υπογράμμισε μάλιστα ότι ο ενάγων ήταν κάτοχος ενός τέτοιου εγκύρου Δελτίου Υγείας. Αυτό είναι γεγονός. Το Δελτίο Υγείας του ενάγοντα ήταν σε ισχύ μέχρι την 14.1.03 (βλ. τεκμήριο 16). Του υποβλήθηκε το ερώτημα γιατί θεώρησε ως υγιή τον ενάγοντα τη στιγμή που γνώριζε περί των τραυματισμών που υπέστηκε ως εκ του δυστυχήματος, επιλέγοντας να βασισθεί στο Δελτίο Υγείας το οποίο, ως εκ των πραγμάτων, δεν αντικατόπτριζε την πραγματική εικόνα της υγείας του ποδοσφαιριστή κατά το συγκεκριμένο χρόνο, για να απαντήσει ότι από τη στιγμή που υπήρχε έγκυρο Δελτίο Υγείας, το σωματείο ήταν καλυμμένο - όπως χαρακτηριστικά τόνισε - κάτι που ασφαλώς, όχι μόνον άφησε το ερώτημα ουσιαστικώς αναπάντητο αλλά και δημιούργησε, συν τω χρόνω, προβληματισμό για τη σοβαρότητα με την οποία αντικρίζονται, από φαινομενικώς αρμόδιους, τέτοια σοβαρά ζητήματα τα οποία καθάπτονται της υγείας των αθλητών. Απορρίπτω το σύνολο της μαρτυρίας και εκδοχής του ενάγοντα και του Βάσου Τζιωνή ως παντελώς αναξιόπιστη, ενώ δέχομαι την ολότητα της μαρτυρίας και εκδοχής των υπολοίπων μαρτύρων ως αξιόπιστη, με μόνη διαφοροποίηση την ήδη συζητηθείσα πτυχή της ιατρικής μαρτυρίας. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος, ο ενάγων ήταν ερασιτέχνης ποδοσφαιριστής. Ουδέποτε ήρθε σε πραγματική και αληθινή προσυμφωνία και συμφωνία εργοδότησης με τον Άδωνη Ιδαλίου κατά το
- Αποτάθηκε όμως σε αυτούς - έχοντας, ας σημειωθεί, ξανασυνεργαστεί μαζί τους κατά τις ποδοσφαιρικές περιόδους 1996/1997 και 1997/1998 - για εικονική συνομολόγηση μια τέτοιας συμφωνίας έτσι ώστε να δημιουργήσει το θεμέλιο για μελλοντική αξίωση εναντίον του εναγόμενου, με τον τρόπο που αναφέρθηκε πιο πάνω. Κάθε τι το οποίο σχετίζεται με την υποτιθέμενη αυτή συνεργασία τού 2001, ακόμη και η κατάταξή του ως μη ερασιτέχνη ποδοσφαιριστή από την Κ.Ο.Π. (αφού βασίστηκε στην κατ΄ επίφαση προσυμφωνία και συμφωνία με τον Άδωνη Ιδαλίου), απορρίπτονται, για οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση. Αναφορικώς με την υπόλοιπη μαρτυρία και ιδιαίτερα την ιατρική, η μοναδική ουσιώδης διαφορά που προκύπτει μεταξύ των ιατρών που κατέθεσαν, έγκειται στο κατά πόσον η αδυναμία του ενάγοντα να ξανασχοληθεί με το ποδόσφαιρο στην ίδια ένταση όπως πριν το δυστύχημα οφείλεται στο συμπιεστικό κάταγμα του δωδέκατου θωρακικού σπονδύλου (το οποίο παραδεκτώς υπέστη) ή στη σπονδυλόλυση και σπονδυλολίσθηση του πέμπτου οσφυϊκού σπονδύλου και στο κατά πόσον αυτές υφίσταντο πριν το ατύχημα ή όχι. Ο ιατρός Περδίος δεν ήταν απόλυτος στην τοποθέτηση ότι η αμφοτερόπλευρη σπονδυλόλυση του οσφυϊκού σπονδύλου και η πρώτου βαθμού σπονδυλολίσθηση, αποτελούν το αίτιο της αδυναμίας του ενάγοντα να ασχοληθεί ξανά με το ποδόσφαιρο, στο βαθμό που προλέχθηκε, αφού δεν απόκλεισε το ενδεχόμενο, το κάταγμα του θωρακικού σπονδύλου να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην αναφερόμενη αδυναμία, ως εκ της φύσης του κατάγματος, ασχέτως της πόρωσης του. Το δέχομαι και προβαίνω σε ανάλογο εύρημα, υπογραμμίζοντας ότι υπάρχει επί τούτου σύγκλιση με τη μαρτυρία των ιατρών Καραπατάκη και Αθάνατου. Ανάφερε επίσης ότι αν και η σπονδυλόλυση και σπονδυλολίσθηση προϋπήρχαν του τραυματισμού, εντούτοις δε μπορούσε να αποκλείσει την πιθανότητα επηρεασμού της υφιστάμενης κατάστασης ένεκα του συμπιεστικού κατάγματος, ανεξαρτήτως του ότι δεν υπέχουν άμεσης σχέσης με τον τραυματισμό. Το αποδέχομαι και αυτό και προβαίνω επίσης σε αντίστοιχο εύρημα, για τους ίδιους λογους. Καταλήγω, ότι ως αποτέλεσμα του τραυματισμού στο δωδέκατο θωρακικό σπόνδυλο, ο ενάγων παρουσιάζει αδυναμία ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο ως τερματοφύλακας, στον ίδιο βαθμό έντασης που ασχολούνταν πριν το ατυχές συμβάν, είναι όμως σε θέση σήμερα να ασχολείται με το ποδόσφαιρο, νοουμένου ότι αυτό το πράττει με σύνεση και προσοχή. Το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού τού ιατρού Σίμου Ιωάννου (βλ. τεκμήριο 16), ο οποίος δεν έδωσε προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αγνοείται πλήρως, δεδομένης της αμφισβήτησης του από την υπεράσπιση, στα πλαίσια αντεξέτασης του ενάγοντα και των υπολοίπων ιατρών που κατέθεσαν για αυτόν. Το υπό αναφοράν πιστοποιητικό, δεν έχει ημερομηνία σύνταξης και είναι αντίγραφο, και επί τούτου υπήρξε συναφής ένσταση περί της δυνατότητας αποδοχής του ως αξιολογήσιμης μαρτυρίας. Ο ενάγων έδωσε διιστάμενες θέσεις ως προς το πότε και πόσες φορές επισκέφθηκε τον ιατρό Ιωάννου μετά το ατύχημα. Το φερόμενα ως πρωτότυπο του ιατρικού πιστοποιητικού (το οποίο έχει ημερομηνία 25.10.05), κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο για αναγνώριση, χωρίς ακολούθως να κατατεθεί ως τεκμήριο στη διαδικασία, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να αξιολογηθεί ως μαρτυρία. Ενόψει όλων αυτών και με υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, όπως τροποποιήθηκε και που αφορά στην αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, αλλά και του άρθρου 34 του Κεφ.9, που άπτεται της απόδειξης δηλώσεων που περιέχονται σε έγγραφα, δε μπορώ να δεχθώ την προκύπτουσα μαρτυρία ως έχουσα οποιανδήποτε ουσιώδη βαρύτητα. Υπό τις περιστάσεις, ο ενάγων όφειλε να καλούσε τον ιατρό Ιωάννου για να δώσει μαρτυρία. Δεν το έπραξε, έχοντας ασφαλώς κάθε δικαίωμα να προβεί στην επιλογή που προέβηκε. Με κανέναν τρόπο όμως δε θα αποτελούσε δικαιολογία, εδώ, εκ πλευράς ενάγοντα (όπως εισηγήθηκε ο κ. Δημητριάδης), η καταφυγή στις πρόνοιες του άρθρου 26 του Κεφ.9, που αφορά στην εξουσία κλήτευσης μαρτύρων για αντεξέταση σε περίπτωση εξ ακοής μαρτυρίας. Η πρόνοια αυτή αποτελεί διαδικαστικό μηχανισμό που ενδεχομένως και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις που δεν υφίστανται εδώ, να συνδράμει στη δυνατότητα εξαγωγής ευρημάτων διά της αποδοχής ή όχι μιας τέτοιας μαρτυρίας ως εκ της ενεργοποίησης ή παράλειψης ενεργοποίησης των προνοιών της. Πέραν των άλλων ευρημάτων που έχουν ήδη διατυπωθεί και με υπόψη το περιεχόμενο της δικογραφίας, βρίσκω ότι ο ενάγων γεννήθηκε στις 25.10.
- Είναι παντρεμένος και έχει δύο ανήλικα παιδιά. Αμέσως μετά το δυστύχημα στις 25.7.01, διακομίσθηκε στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου και του έγινε κλινικός και ακτινολογικός έλεγχος. Παράμεινε κλινήρης στο Νοσοκομείο μέχρι τις 2.8.01, οπότε και εξήλθε φορώντας οσφυϊκό κορσέ. Έκτοτε, παρακολουθούνταν για αρκετούς μήνες στην Κλινική Καταγμάτων του Νοσοκομείου. Κατά τον αξονικό και νευροχειρουργικό έλεγχο που του έγινε στις 30.8.01, δεν παρατηρήθηκαν πιεστικά σημεία επί του νωτιαίου σάκου και των ριζών ενώ κατά τον ακτινολογικό έλεγχο της 11.12.01, διαφάνηκε ότι το κάταγμα του δωδέκατου θωρακικού σπονδύλου είχεν πορωθεί. Του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι την 31.12.01, μετά το πέρας της οποίας θεωρήθηκε ως ικανός για εργασία. Στις 7.8.01, λόγω του ότι οι πόνοι και τα συμπτώματα από τον τραυματισμό συνέχιζαν να τον ταλαιπωρούν, επισκέφθηκε τον ιατρό Οδυσσέα Αθάνατο για περαιτέρω θεραπεία και παρακολούθηση. Στις 3.6.03, με εντολή της ασφαλιστικής εταιρείας του εναγόμενου, εξετάστηκε από τον ιατρό Αχιλλέα Περδίο. Στις 9.6.03, του έγινε μαγνητική τομογραφία (βλ. τεκμήρια 19 και 20) και στις 18.7.03, ακτινολογική εξέταση, ενώ στις 26.6.06, νέα ακτινολογική εξέταση (βλ. τεκμήριο 17). Οι τραυματισμοί του (και τα συνεπακόλουθα τους), υπήρξαν επώδυνοι και τον ταλαιπώρησαν σε μεγάλο βαθμό, προκλήθηκαν δε, κατά αιτιώδη συνάφεια, από το επίδικο δυστύχημα, ως φυσική, εγγύς και ευλόγως προβλεπτή απόρροια του. Εξακολουθεί και σήμερα να έχει κάποιες ενοχλήσεις κατά τις κινήσεις του, παρουσιάζοντας πόνο και δυσφορία. Μπορεί όμως να ασχολείται με αθλητικές δραστηριότητες, πέραν του ποδοσφαίρου, όπως κολύμπι και ελαφρό τροχάδην. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής στην εταιρεία του πατέρα του, Α/φοι Ιωαννίδη Ελαιοχρωματιστές Λτδ, με καθαρές απολαβές Λ.Κ.130, τη βδομάδα. Κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής του άδειας πληρώθηκε από την εταιρεία όλους τους μισθούς και ωφελήματα που δικαιούνταν. Η αξίωσή του συνεπώς για την επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων για την απώλεια εισοδημάτων κατά την εν λόγω περίοδο δε μπορεί να πετύχει, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι από το τεκμήριο 12 (Κατάσταση Αποδοχών Εργοδοτουμένων), φαίνεται να προκύπτει ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε εν πάση περιπτώσει. Δεδομένης της σχετικής παραδοχής του ενάγοντα, το ζήτημα της απουσίας συναφούς καταχώρησης στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για την περίοδο Ιουλίου-Δεκεμβρίου 2001, ίσως αποτελέσει βάση για διερεύνηση εκτός του πεδίου της παρούσας υπόθεσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι με δική του παραδοχή (και παρά την αναξιοπιστία της μαρτυρίας του, τούτη αξιολογείται ως δήλωση εναντίον των συμφερόντων του), η ικανότητα του για εργασία ως ελαιοχρωματιστή παραμένει η ίδια όπως και πριν το ατύχημα, με τις απολαβές του, μάλιστα, να έχουν αυξηθεί σε σύγκριση με αυτές που είσπραττε πριν τις 25.7.
- Αγωνίστηκε σε διάφορες ποδοσφαιρικές ομάδες στην Κύπρο, με πρώτη εγγραφή του στον αθλητικό σύλλογο Νέα Σαλαμίνα Αμμοχώστου στις 10.8.88 (βλ. τεκμήριο 17Α). Η επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για τον πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια ανέσεων, έχει ως παράμετρο κρίσης τις σωματικές και άλλες βλάβες του ενάγοντα καθώς και την ένταση του άμεσου και επακόλουθου πόνου και έκταση της ταλαιπωρίας του. Όσον και αν κάθε περίπτωση αποφασίζεται αναλόγως των δικών της γεγονότων, προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις αποκαλυπτικές του μέτρου της αποζημίωσης είναι καθοδηγητικές για τον υπολογισμό του ύψους της, νοουμένου βεβαίως ότι ενυπάρχει αναλογικότητα στην έκταση, φύση και επακόλουθα των βλαβών. Στις περιπτώσεις αποφάσεων ξένων δικαστηρίων γίνονται οι αναγκαίες αναπροσαρμογές, με τις ημεδαπές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Προσμετρούν ανάμεσα σ' άλλα, η συνεχής πτώση της αγοραστικής αξίας του χρήματος, η δεδομένη τάση για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με αυτές που επιδικάζονταν στο παρελθόν - με επίγνωση ότι η τάση αυτή πρέπει να περιορίζεται μέσα στα σωστά πλαίσια της λογικής και δίκαιης για όλους τους διαδίκους αποζημίωσης - καθώς επίσης και η βαρύτητα που εκάστοτε προσδίδεται σε παρόμοιους παράγοντες. Στόχο αποτελεί η επιδίκαση δίκαιου και εύλογου ποσού αποζημίωσης και όχι η απόδοση του μέγιστου δυνατόν ποσού σε χρήμα προς τελεία αποζημίωση ή για τιμωρία του αδικοπραγούντα. Ο υπολογισμός στη βάση αισθημάτων συμπάθειας προς το πρόσωπο του θύματος πρέπει να αποφεύγεται, χωρίς όμως να σημαίνει ότι η απονομή των αποζημιώσεων δεν πρέπει να είναι επαρκής. Αφού έλαβα υπόψη τα στοιχεία που συνέθεσαν τα τραύματα του ενάγοντα, τη φύση, έκταση και επιπτώσεις τους στο άτομό του, συμπεριλαμβανομένου του πόνου, αγωνίας, οδύνης και ταλαιπωρίας του, κατέληξα, κατ' ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, ότι ποσόν Λ.Κ.8.000, θα συνιστούσε υπό τις περιστάσεις εύλογη και δίκαιη απονομή γενικών αποζημιώσεων. Το ποσόν αυτό, αντικειμενικώς ιδωμένο, ισοζυγίζει δίκαια την αναγκαιότητα επιδίκασης αντιπροσωπευτικής και επαρκούς αποζημίωσης και το επιβεβλημένο αποφυγής εναπόθεσης στους ώμους του εναγόμενου, απαράδεκτου κοινωνικού βάρους. Με κατά νούν τις ίδιες αρχές, επιδικάζεται επίσης ποσόν Λ.Κ.2.000, ως ξεχωριστό κονδύλι γενικών αποζημιώσεων[1], για την ενόχληση και απώλεια των προσωπικών ανέσεων και κοινωνικών δραστηριοτήτων του ενάγοντα, όπως αυτή της απόλαυσης ενασχόλησής του με το ποδόσφαιρο, από τη μέρα του δυστυχήματος μέχρι και την αποθεραπεία του, αλλά και για το γεγονός ότι από τότε και παρά την πλήρη πόρωση των τραυμάτων του, η εν λόγω ασχολία του δε μπορεί να διεξάγεται με την ίδια ένταση, όπως και προηγουμένως. Είναι εμπεδωμένο ότι αν κατά το χρόνο της ακρόασης ο ενάγων εξακολουθεί να εργοδοτείται (όπως στην παρούσα περίπτωση), το Δικαστήριο, αν υπάρχει πραγματικό ή ουσιαστικό ενδεχόμενο σε κάποιον χρόνο πριν από το αναμενόμενο τέλος της εργασιακής του σταδιοδρομίας, να απωλέσει την υφιστάμενη εργοδότηση ακόμη και για λόγους τελείως άσχετους με τον τραυματισμό του, μπορεί να επιδικάσει κάποιο ποσό υπό μορφή απώλειας εισοδηματικής ικανότητας. Ο κίνδυνος μελλοντικών απωλειών δεν πρέπει να ερμηνεύεται πολύ αυστηρά και θα πρέπει να υπολογίζεται σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο η απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων είναι πιθανόν να υλοποιηθεί, την πιθανότητα εξεύρεσης υπαλλακτικής εργοδότησης και σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο παράγοντα, ευνοϊκό ή δυσμενή, που δυνατόν να επηρεάσει τις δυνατότητες του να εξασφαλίσει απασχόληση. Όταν κατά το χρόνο της ακρόασης εξακολουθεί να εργοδοτείται, το Δικαστήριο θα επιδικάσει αποζημιώσεις για απώλεια της εισοδηματικής του ικανότητας, μόνον όταν υπάρχει ουσιαστικός ή πραγματικός και όχι, απλώς, απομακρυσμένος, κίνδυνος ότι σε κάποιο χρόνο, πριν από το υπολογιζόμενο τέλος της εργασιακής του ζωής, θα χάσει την υφιστάμενη του εργοδότηση. Αν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, θα πρέπει, κατά τον υπολογισμό της κατάλληλης αποζημίωσης να υπολογιστεί και να αποτιμηθεί αριθμητικώς η σημερινή αξία του κινδύνου της οικονομικής ζημίας που θα υποστεί, αν ο κίνδυνος πραγματοποιηθεί, έχοντας υπόψη το βαθμό του κινδύνου, το χρόνο που δυνατόν να πραγματοποιηθεί και τους παράγοντες, ευνοϊκούς και δυσμενείς, που επηρεάζουν ή δυνατόν να επηρεάσουν τις πιθανότητες του να εξασφαλίσει εργασία ή εξίσου καλώς αμειβόμενη εργοδότηση, αν ο κίνδυνος πραγματοποιηθεί. Ο υπολογισμός και αριθμητική αποτίμηση του κινδύνου δεν είναι δυνατόν να λογαριαστεί με ακρίβεια. Αν όμως ο κίνδυνος απώλειας της υφιστάμενης εργοδότησης ή η πιθανότητα αδυναμίας εξασφάλισης άλλης απασχόλησης ή άλλης εξίσου καλής εργασίας ή και τα δύο, είναι μόνον μικρός, τότε θα πρέπει να επιδικάζεται χαμηλή αποζημίωση. Κατά την εκτίμηση του κινδύνου που διατρέχει ο ενάγων να χάσει την υφιστάμενη του εργοδότηση, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη διάφορες μεταβλητές όπως, τη φύση και δυνατότητες της επιχείρησης των εργοδοτών, την ηλικία και προσόντα του, τη διάρκεια απασχόλησής του στη συγκεκριμένη εργοδότηση, το υπόλοιπο του χρόνου μέχρι το τέλος της εργασιακής του ζωής, τη φύση της ανικανότητας και οποιανδήποτε ανάληψη υποχρέωσης ή δήλωση των προθέσεων των εργοδοτών του ως προς τη μελλοντική του εργοδότηση. Τα κριτήρια αυτά, δυνατόν να αποβούν βοηθητικά για τη διαβάθμιση του κινδύνου απώλειας της υφιστάμενης εργοδότησης ως ουσιαστικού και πραγματικού και όχι απλώς, υποθετικού. Ακόμη κι όταν ο ενάγων επιστρέψει στην προ του δυστυχήματος εργασία χωρίς φανερές οικονομικές επιπτώσεις από τα τραύματά του ή ακόμη και αν εξασφαλίσει νέα εργοδότηση με μεγαλύτερες αποδοχές, υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα να έχει υποστεί μείωση της μελλοντικής εισοδηματικής του ικανότητας. Από την άλλη, το γεγονός και μόνο ότι ο τραυματισμός κατέστησε αναγκαία την αλλαγή εργασίας, δε συνεπάγεται αυτομάτως και μείωση της ικανότητας για εργασία ή μείωση των απολαβών του (βλ. Χρίστου ν. Χριστοφή και άλλων
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 503, 507-709, Moeliker v. Reyrolle & Co Ltd
(1977)1 All E.R.9, McGregor On Damages, 16η εκδ, 1997, παρ.1584). Λαμβάνοντας υπόψη την ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία καθώς και όλους τους αξιολογήσιμους παράγοντες, θεωρώ ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κατάληξη στο συμπέρασμα ότι υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό ή ουσιαστικό ενδεχόμενο για τον ενάγοντα να χάσει στο μέλλον τη δουλειά του και να μη μπορέσει να βρει μια άλλη εξίσου καλή εργασία ως ελαιοχρωματιστής. Δεν τίθεται θέμα κρίσης για την πιθανότητα ο ενάγων να απωλέσει την εργασία του ως ποδοσφαιριστής έτσι ώστε να χρειάζεται ένταξη της πιθανότητας αυτής στις παραμέτρους που αναφέρθηκαν πιο πάνω σε σχέση με την ενασχόληση του ως ελαιοχρωματιστή, αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία ότι, όταν στο παρελθόν ασχολούνταν με το ποδόσφαιρο, πληρωνόταν από τα διάφορα σωματεία στα οποία κατά καιρούς ήταν εγγεγραμμένος. Οι αναφορές του περί μηνιαίων απολαβών από τον Εθνικό Άσσιας το 2000, πέραν του ότι έχουν ήδη κριθεί ως αναξιόπιστες αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση με ρητή μάλιστα πρόκληση παρουσίασης του σχετικού συμφωνητικού ή άλλων αποδείξεων. Ο ενάγων περιορίστηκε απλώς στο να αρνηθεί την υποβολή και να αναφέρει ότι υπήρχε συμβόλαιο και αποδείξεις τις οποίες μπορούσε να προσκομίσει αν του ζητούνταν. Του ζητήθηκαν, όμως δεν τις παρουσίασε. Στη βάση λοιπόν αυτή και έχοντας υπόψη τις πρόνοιες των άρθρων 27 και 34 του Κεφ.9, όπως τροποποιήθηκε, δε θα προσέδιδα στη μαρτυρία αυτή οποιαδήποτε βαρύνουσα σημασία έτσι ώστε να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως θεμέλιο για συναφές εύρημα ή ενασχόληση με άλλες σχετικές πτυχές των πραγμάτων. Ο ενάγων δεν απόδειξε την απαίτησή του για την επιδίκαση αποζημιώσεων για απώλεια μελλοντικών απολαβών, είτε ως ποδοσφαιριστής είτε ως ελαιοχρωματιστής. Ο ενάγων την πληρωμή ποσού Λ.Κ.25, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για την εξέτασή του από τον ιατρό Νίκο Καραπατάκη (βλ. τεκμήριο 10) και (πέραν του ότι έγινε παραδεκτό από την υπεράσπιση), την καταβολή ποσού Λ.Κ.115, στον ιατρό Οδυσσέα Αθάνατο (βλ. τεκμήριο 11). Δικαιούται λοιπόν σε επιδίκαση ποσού Λ.Κ.140 (Λ.Κ.115 + Λ.Κ.25), ως ειδικές αποζημιώσεις. Τα υπόλοιπα ποσά που απαιτούνται κάτω από αυτήν την κατηγορία, δεν αποδείχθηκαν επαρκώς και απορρίπτονται. Στη βάση των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου, ως ακολούθως: (α) Λ.Κ.8.000, ως γενικές αποζημιώσεις, με τόκο προς 8% ετησίως, από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής στις 11.11.02, μέχρι εξοφλήσεως. (β) Λ.Κ.2.000, ως γενικές αποζημιώσεις για την απώλεια των προσωπικών ανέσεων και κοινωνικών δραστηριοτήτων του ενάγοντα, με τόκο προς 8% ετησίως, από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής στις 11.11.02, μέχρι εξοφλήσεως. (γ) Λ.Κ.140, ως ειδικές αποζημιώσεις με τόκο προς 8% ετησίως, από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης στις 10.12.02, μέχρι εξοφλήσεως. Καθορίζοντας τη χρονική έναρξη της τοκοφορίας, είχα υπόψη το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 58(Α) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και τη νομολογία που το ερμήνευσε (βλ., μεταξύ άλλων, Κούρρης ν. Παπαδόπουλου και Άλλου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1147). Έλαβα υπόψη το γεγονός ότι το ατύχημα συνέβηκε στις 25.7.01 και ότι τα τραύματα και οι ζημιές του ενάγοντα είχαν αποκρυσταλλωθεί σε μεγάλο βαθμό πριν τις 11.11.02, που καταχωρήθηκε η αγωγή. Η καθυστέρηση παρέμεινε ανεξήγητη. Ο ενάγοντας είχε το βάρος παράθεσης τέτοιων στοιχείων που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την ενάσκηση της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε, όμως δεν το έπραξε. [βλ. Στυλιανού v. Μάτση και Άλλου (ανωτέρω)]. Δε συγκλίνω με τη θέση της κ. Ερωτοκρίτου ότι η αναξιοπιστία του ενάγοντα, στην έκταση που περιγράφθηκε πιο πάνω, πρέπει να αποτελέσει αίτιο για αποστέρηση της τοκοφορίας επί των επιδικασθέντων ποσών. Η επιδίκαση των ποσών αυτών δε βασίστηκε πάνω στην αναξιόπιστη αυτή μαρτυρία ούτε και η ταξινόμηση τους σχετίζεται με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί συνομολόγησης συμφωνίας με τον Άδωνη Ιδαλίου. Όμως, το ζήτημα της αναξιοπιστίας του ενάγοντα και της διάθεσής του να εξαπατήσει το Δικαστήριο με τον τρόπο που αναλύθηκε πιο πάνω, έχει τη δική του ιδιαίτερη σημασία αναφορικώς με το ζήτημα της επιδίκασης των εξόδων της υπόθεσης (βλ. Ultraframe (UK) Ltd and Others v. Fielding and Others
(2007)2 All E.R. 983). Στη Λοφίτης v. Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1402, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε και τα ακόλουθα, κατ΄ αναλογίαν σχετικά, με το τι απασχολεί εδώ: «Έξοδα Έχει τονιστεί ότι η επιδίκαση εξόδων ασκείται πάντα με κύριο γνώμονα την έκβαση της δίκης. (Ιδε Αρέστη v. Λαδόκονου
(1996)1 Α.Α.Δ. 646). Παρέκκλιση από την πιο πάνω αρχή «δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρος της». (Ιδε Θρασυβούλυ v. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12). Όταν εξετάζει το θέμα των εξόδων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη μεταξύ άλλων και τη συμπεριφορά των διαδίκων και των μαρτύρων τους έτσι που μια δυσμενής άποψη για την αξιοπιστία τους να οδηγήσει στην έκδοση ανάλογου διατάγματος ως προς τα έξοδα. (Ιδε Baylis Baxter Ltd. v. Sabath [1958] 2 All E.R. 209). Μια τέτοια ενέργεια θεωρείται ότι συνδέεται με την υπόθεση, αφού βασίζεται σε γεγονότα που το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια να παρατηρήσει κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας. (Ιδε Donald Cambell and Co. Ltd. v. Pollak
(3)[1927] A.C. 732). Στην παρούσα περίπτωση η μη επιδίκαση εξόδων υπέρ ή εναντίον οιουδήποτε διαδίκου θεωρείται ορθή έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί και από τις δύο πλευρές. (Ιδε Baylis Baxter Ltd. v. Sabath (πιο πάνω).» Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καθώς και το σύνολο της υπόθεσης και βεβαίως, την έκταση της αναξιοπιστίας του ενάγοντα και ενός εκ των ουσιωδέστερων μαρτύρων του, ενασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της μη επιδίκασης εξόδων υπέρ του ενάγοντα, τα οποία, κανονικώς εχόντων των πραγμάτων, θα δικαιούνταν ως αποτέλεσμα της μερικής επιτυχίας της αξίωσης του. Ο κάθε διάδικος να καταβάλει τα έξοδα του δικηγόρου του. (Υπ)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον. Πρωτοκολλητής. /Μ.Ρ. [1] Βλ. Barrie, Personal Injury Law, 2η Εκδ., 2005, παρ. 22.02. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο