Ανδρέα Ασκώτη ν. Deme Dairy Ltd, Αρ. Αγωγής: 8243/03, 26 Σεπτεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8243/03 Μεταξύ Ανδρέα Ασκώτη Ενάγοντος και Deme Dairy Ltd Εναγομένων και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 5.12.2006 Μεταξύ Έλενας Ανδρέα Χαραλάμπους διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Ασκώτη Ενάγουσας και Deme Dairy Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερ. 24.5.2007 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εναγομένους: κ. Λ. Ιωαννίδης Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κα Ττοφαρίδου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η υπεράσπιση τους, παραθέτοντας το κείμενο της νέας υπεράσπισης στο αιτητικό. Το νέο κείμενο περιλαμβάνει δύο προδικαστικές ενστάσεις που αφορούν αφενός την παρεμπόδιση της καθ' ης η αίτηση να εγείρει την αγωγή λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα γένεσης του αγωγίμου δικαιώματος και αφετέρου την κατά τόπο αναρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω δίδονται λεπτομέρειες που αφορούν τα γεγονότα σύναψης της συμφωνίας μεταξύ του αποβιώσαντος ενάγοντος και των εναγομένων αλλά και λεπτομέρειες που αφορούν την εξόφληση του ποσού της απαίτησης με ταυτόχρονη άρνηση των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης και με τον ισχυρισμό ότι η αγωγή εγέρθηκε εκδικητικά και/ή για αλλότριους σκοπούς. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 θθ 1-5, Δ.48 θθ 1-3, 8, 9, Δ.63 θθ 1-3, Δ.64 θθ 1, 2, τα άρθρα 29, 31, 32 του Νόμου 14/60, το άρθρο 30 του Συντάγματος και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των αιτητών, Χάρης Δημητρίου διευθυντής τους, στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας με την αίτηση, αναφέρεται στους λόγους που οδήγησαν στην υποβολή της και εξήγησε ότι ο προηγούμενος δικηγόρος των εναγομένων είχε υπόψη του ελλιπή στοιχεία σε σχέση με την υπόθεση και μετά την αντικατάσταση του ο νέος δικηγόρος διαπίστωσε το ελλιπές περιεχόμενο της υπεράσπισης και του ζήτησε να τον πληροφορήσει για όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου καταχωρήθηκε στις 26.2.2007 και στις 27.2.2007 καθώς και στις 13.3.2007 που η αγωγή ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου ο νέος δικηγόρος εκδήλωσε την πρόθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης, πράγμα που έκανε όταν εφοδιάστηκε με τα σχετικά στοιχεία. Ο ενόρκως δηλών πιστεύει ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα παραβιάσει τα δικαιώματα της ενάγουσας ούτε θα προκαλέσει αδικία ή καθυστέρηση και η αίτηση έχει υποβληθεί καλόπιστα καθόσον αυτό κατέστη αναγκαίο με σκοπό να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη και να τεθούν όλα τα ουσιώδη γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου για να επιλυθεί η διαφορά των διαδίκων ενώ αν δεν εγκριθεί η τροποποίηση οι εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη καθότι θα αδυνατούν να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους και θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της καθ' ης η αίτηση που καταχωρήθηκε στις 6.9.2007 ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι. Αφενός μεν ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου επειδή οι αιτητές παρέλειψαν να καταχωρήσουν τροποποιημένη υπεράσπιση μετά την καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και θεωρείται ότι υιοθέτησαν την αρχική τους υπεράσπιση και αφετέρου ότι όλα τα γεγονότα που επικαλούνται οι αιτητές ήταν γνωστά πριν την ετοιμασία της υπεράσπισης τους που καταχωρήθηκε στις 24.6.2004, ενώ περαιτέρω οι αιτούμενες τροποποιήσεις διαγράφουν ουσιαστικά ολόκληρη την προηγούμενη υπεράσπιση και η δίκη εκτροχιάζεται με αποτέλεσμα να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην καθ' ης η αίτηση που δεν μπορεί να θεραπευθεί με διαταγή εξόδων. Αυτό μάλιστα είναι πρόδηλο από το γεγονός ότι ο αρχικός ενάγων της αγωγής απεβίωσε και δεν θα είναι δυνατό να αντικρουστούν οι εκ των υστέρων ισχυρισμοί των αιτητών. Η καταχώρηση της αίτησης σ' αυτό το στάδιο συνιστά αδικαιολόγητη καθυστέρηση, παραβιάζει τις νομολογιακές αρχές και τους δικονομικούς κανόνες αλλά και την συνταγματική επιταγή για εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου και το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί την απόρριψη της αίτησης. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του δικηγόρου Ρ. Πισιάρα που συνοδεύει την ένσταση, υποστηρίζονται οι πιο πάνω λόγοι με την επισήμανση ότι τα γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν με την τροποποιημένη υπεράσπιση ήταν γνωστά εξ' αρχής στους εναγόμενους και υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες, αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι των δύο πλευρών με αναφορά στα δεδομένα της υπόθεσης και τις νομολογιακές αρχές. Εκ μέρους των αιτητών ο συνήγορος τους υποστήριξε ότι με βάση τις νομολογιακές αρχές και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει την αίτηση εφόσον δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης και η πρόθεση τροποποίησης της υπεράσπισης δηλώθηκε αμέσως μετά την αλλαγή του δικηγόρου των αιτητών, καθόσον μάλιστα οι εναγόμενοι δεν δημιούργησαν κωλυσιεργία στη διαδικασία και ως προς την ουσία της αίτησης είναι σαφές ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί της υπεράσπισης που καταχωρήθηκε από τον προηγούμενο δικηγόρο των αιτητών πρέπει να αντικατασταθούν με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των ιδίων και η καθ' ης η αίτηση μπορεί να αποζημιωθεί με τα έξοδα που θα επιδικαστούν υπέρ της. Αντίθετα, η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση υποστηρίζοντας τους λόγους της ένστασης εισηγήθηκε ότι ουσιαστικά επιζητείται αντικατάσταση όλων των παραγράφων της υπεράσπισης με άλλες παραγράφους διαφορετικού περιεχομένου και αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επηρεαστούν ουσιωδώς τα δικαιώματα της ενάγουσας και θα εκτροχιαστεί η δίκη δεδομένου ότι η συμφωνία που αποτελεί τη βάση της αγωγής ήταν προφορική και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα από την ενάγουσα οι νέοι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι εναγόμενοι. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia
(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από το δικογραφικό φάκελο η αγωγή καταχωρήθηκε στις 25.7.
- Με αυτή ο ενάγων απαιτεί από τους εναγόμενους ποσό £10.000 πλέον τόκων, οφειλόμενο δυνάμει δανείου και/ή διευκολύνσεων και/ή φιλικής διευκόλυνσης και/ή χρέους και/ή ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό με το οποίο οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία. Στην έκθεση υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στις 24.6.2004 οι εναγόμενοι αρνούνται την αξίωση του ενάγοντος κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών του περί σύναψης συμφωνίας υποστηρίζοντας ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό σ' αυτόν, χωρίς να εξειδικεύουν τους ισχυρισμούς τους με οποιαδήποτε γεγονότα. Στην απάντηση στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 15.9.2004 ο ενάγων αρνείται τη θέση των εναγομένων εμμένοντας στην αξίωση του. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 27.10.2004 και στη συνέχεια για ακρόαση στις 4.4.2005, που αναβλήθηκε λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου και για ακρόαση στις 23.11.2005, οπότε αναβλήθηκε λόγω ασθένειας του ενάγοντα, ο οποίος όπως δηλώθηκε στις 11.4.2006 που ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση η υπόθεση απεβίωσε στο μεταξύ. Έκτοτε οι συνήγοροι του ενάγοντα προέβησαν στη διαδικασία τροποποίησης του τίτλου της αγωγής, υποβάλλοντας αρχικά μονομερώς σχετική αίτηση ημερομηνίας 17.7.2006, η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 15.9.2006 αλλά στη συνέχεια υποβλήθηκε νέα αίτηση τροποποίησης του τίτλου αλλά και του κλητηρίου εντάλματος με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 13.10.2006, που αποσύρθηκε στις 14.11.2006 και καταχωρήθηκε στο μεταξύ μονομερής αίτηση με το ίδιο αιτητικό ημερομηνίας 7.11.2006 που επιδόθηκε στο συνήγορο των εναγομένων. Στις 5.12.2006 ο συνήγορος των εναγομένων αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος τροποποίησης και δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και περαιτέρω να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 20.12.
- Στο μεταξύ, μετά τις 11.4.2006, η αγωγή ορίζετο για οδηγίες και στις 23.1.2007 ο συνήγορος των εναγομένων δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι θα αιτηθεί τροποποίηση της υπεράσπισης. Στις 27.2.2007 ενημερώθηκε το Δικαστήριο ότι στις 26.2.2007 έγινε αλλαγή δικηγόρου των εναγομένων και στις 13.3.2007 επαναλήφθηκε από το νέο δικηγόρο των εναγομένων η δήλωση περί αιτήματος τροποποίησης της υπεράσπισης που εν τέλει υποβλήθηκε με την υπό κρίση αίτηση, ενόσω τότε η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 4.10.
- Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων τους, θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. Όπως προβάλλει από τα γεγονότα, η αναγκαιότητα τροποποίησης της υπεράσπισης διαφάνηκε κατ' ουσίαν μετά την αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων. Μπορεί μεν να είχε δηλωθεί από τον προηγούμενο δικηγόρο ότι θα προέβαινε σε τροποποίηση της υπεράσπισης αλλά προφανώς αυτή θα αφορούσε τροποποίηση ως συνέπεια της τροποποίησης που έγινε στο κλητήριο ένταλμα. Έχει εξηγηθεί ότι ο νέος δικηγόρος εντοπίζοντας το ελλιπές περιεχόμενο της υπεράσπισης, η οποία είναι ουσιαστικά γενική και αόριστη άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντος, ζήτησε από τον διευθυντή των εναγομένων λεπτομέρειες και στοιχεία της υπόθεσης και της θέσης τους, τα οποία επιζητείται να περιληφθούν στην υπεράσπιση των εναγομένων με την αιτούμενη τροποποίηση. Τα δεδομένα φανερώνουν ότι η μη συμπερίληψη ουσιωδών γεγονότων στην υπεράσπιση των εναγομένων δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια ή κακοπιστία των εναγομένων εφόσον παρέμεινε αναμφισβήτητο ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν τους είχαν ζητηθεί λεπτομερή στοιχεία για την υπόθεση από τον δικηγόρο που τους εκπροσωπούσε αρχικά, αν και αυτά υπήρχαν εξ αρχής και τα γνώριζαν οι εναγόμενοι. Όπως και η νομολογία υποδεικνύει, ακόμη και τυχόν αμέλεια ή απροσεξία στη σύνταξη της υπεράσπισης που δεν οφείλεται σε κακοπιστία των εναγομένων, δεν μπορεί να στερήσει τους εναγόμενους από τη δυνατότητα να προβάλλουν ουσιώδεις ισχυρισμούς για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί κακοπιστία στους εναγόμενους καθότι θα ήταν αυθαίρετο το συμπέρασμα ότι αυτοί ανέμεναν τον θάνατο του ενάγοντα για να προβάλλουν εκ των υστέρων ισχυρισμούς ενόψει της προεκτεθείσας μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, Απόρριψη της αίτησης υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα θα ισοδυναμούσε με άρνηση να ακουστούν οι εναγόμενοι κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η συμφωνία του αποβιώσαντος ενάγοντος με τους εναγόμενους ήταν προφορική δεν μπορεί να στερήσει τους εναγόμενους από το δικαίωμα να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένου μάλιστα ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο κείμενο της νέας υπεράσπισης οι εναγόμενοι επικαλούνται πέραν των προφορικών και γραπτά στοιχεία προς υποστήριξη της θέσης τους. Βέβαια η ουσία και ειδικότερα το βάσιμο των επικαλούμενων γεγονότων και ισχυρισμών, που ως είναι πρόδηλο εξειδικεύουν την υπάρχουσα στην αρχική υπεράσπιση γενική άρνηση των εναγομένων ως προς την επίδικη απαίτηση του αποβιώσαντος ενάγοντος, δεν μπορούν να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο και επισημαίνεται ότι οι εναγόμενοι έχουν το βάρος να αποδείξουν τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τους. Αναμφίβολα η τροποποίηση που επιζητείται είναι αναγκαία εφόσον με αυτή θα τεθούν γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς των εναγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόψει του ελλιπούς περιεχομένου της αρχικής υπεράσπισης για τους λόγους που επεξηγήθηκαν. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επηρεαστεί δυσμενώς η καθ' ης η αίτηση στο χειρισμό της υπόθεσης ενόψει της αόριστης θέσης ότι δεν θα μπορέσει αυτή να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των αιτητών. Και αυτό επειδή, πέραν των προδικαστικών ενστάσεων που ουσιαστικά εγείρουν νομικά θέματα, αφενός μεν η καθ' ης η αίτηση μπορεί να καταχωρήσει τροποποιημένη απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση και αφετέρου ούτως ή άλλως συνεπεία του θανάτου του ενάγοντος, που επεσυνέβη εκκρεμούσης της αγωγής, εντοπίζεται κάποιος βαθμός δυσκολίας στην πλευρά της καθ' ης η αίτηση προς απόδειξη της επικαλούμενης προφορικής συμφωνίας μεταξύ του αποβιώσαντος ενάγοντος με τους εναγόμενους αλλά και συνάμα δεν απαλλάσσεται αυτή από το βάρος απόδειξης της, θα έχει ωστόσο την δυνατότητα να αντεξετάσει τους μάρτυρες των εναγομένων, οι οποίοι, όπως ήδη επισημάνθηκε, έχουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και δεν μπορεί να προβλεφθεί στο στάδιο αυτό ότι η καθ' ης η αίτηση θα είναι αδύνατο να αντικρούσει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Η οποιαδήποτε βλάβη της καθ' ης η αίτηση κατά συνέπεια μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Η τροποποίηση ζητείται πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη εκτροχιάζεται αν αυτή επιτραπεί και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μόλις διαπιστώθηκε από το νέο δικηγόρο αμέσως μετά τον διορισμό του η αναγκαιότητα της τροποποίησης. Με την αιτούμενη τροποποίηση θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη και σχετικά με τα επίδικα θέματα στοιχεία ώστε να επιλυθεί η όλη διαφορά των διαδίκων. Η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην όλη υπόθεση εξάλλου δεν φαίνεται να οφείλεται στους εναγόμενους ενόψει της πορείας της αγωγής μέχρι σήμερα, όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω, ενόσω μάλιστα μεγάλο μέρος του χρόνου που παρήλθε αναλώθηκε για την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης. Πρέπει να επισημανθεί επίσης ότι η υπόθεση Γραμμές Στρίντζη v. Επίσ. Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607, την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, σαφώς διακρίνεται από την παρούσα καθότι στην υπόθεση εκείνη η αίτηση τροποποίησης είχε υποβληθεί σε προχωρημένο στάδιο της δίκης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, την προσαγωγή της μαρτυρίας επτά μαρτύρων των εναγομένων και την πάροδο πολλών ετών αφότου καταχωρήθηκε η αγωγή και προσδιορίστηκε η υπεράσπιση των εναγομένων και η ανταπαίτηση τους. Κρίθηκε ως εκ τούτου με τα δεδομένα αυτά ότι η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρείχε αφ' εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Στην παρούσα υπόθεση τα δεδομένα που έχουν προδιαγραφεί είναι προδήλως διαφορετικά και η αίτηση εγκρίνεται όπως ήδη επεξηγήθηκε, χωρίς να αποτελεί η αλλαγή δικηγόρου το μοναδικό κριτήριο. Δεν θα συμφωνούσα ακόμη ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου, ως είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση λόγω του ότι οι αιτητές δεν καταχώρησαν ήδη τροποποιημένη υπεράσπιση σύμφωνα με τις αρχικές οδηγίες του Δικαστηρίου, που εξάλλου έρχεται σε αντίθεση με την προβληθείσα επίσης θέση της ότι η μη καταχώρηση τροποποιημένης υπεράσπισης μετά την καταχώρηση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτοί υιοθέτησαν την αρχική τους υπεράσπιση. Και αυτό επειδή, η καθ' ης η αίτηση δεν έλαβε οποιαδήποτε διαβήματα ενόψει της μη καταχώρησης σύμφωνα με τους θεσμούς τροποποιημένης υπεράσπισης των εναγομένων ούτε και φαίνεται να υπήρξε οποιαδήποτε ένσταση εκ μέρους της όταν οι αιτητές εκδήλωσαν την πρόθεση τους να αιτηθούν τροποποίηση της υπεράσπισης και ανεβλήθη η αγωγή για τον σκοπό αυτό. Κρίνεται κατ' επέκταση ότι η αίτηση είναι επιτρεπτή και εγκρίνεται ως προς την αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης ενόψει της αντίληψης ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην καθ' ης η αίτηση και αυτή ικανοποιείται στο στάδιο αυτό με την καταβολή των εξόδων. Τα έξοδα, που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης καθ' ολοκληρίαν όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών και υπέρ της καθ' ης η αίτηση και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Δίδονται συνεπώς οδηγίες όπως τροποποιημένη υπεράσπιση καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος ενώ τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση στην ενάγουσα της τροποποιημένης υπεράσπισης. Περαιτέρω η ημερομηνία 4.10.2007 που ορίσθηκε η υπόθεση για ακρόαση ακυρώνεται και η υπόθεση ορίζεται στις 22.10.2007 για σκοπούς οδηγιών και ορισμό της εκ νέου για ακρόαση, ώστε να καταχωρηθούν και ανταλλαγούν στο μεταξύ τα τροποποιημένα δικόγραφα. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο