Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Στέλλας Ανδρέα Χατζηπέτρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1040/06, 27 Σεπτεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1040/06 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Εναγόντων και
- Στέλλας Ανδρέα Χατζηπέτρου
- Φροσούλας Σπύρου Χατζηαράπη
- Παναγιώτας Χατζηαράπη
- Κατερίνας Κκόλου Εναγομένων _ _ _ _ _ _ Αίτηση ημερ. 19.3.07 για συνοπτική απόφαση 27 Σεπτεμβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα. Ε. Μιχαηλίδου για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου. Για την Εναγόμενη 4/Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Χρ. Νεοφύτου για κ.κ. Νεοφύτου, Φλουρέντζου & Σία. _ _ _ _ _ _ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα και τις Εναγόμενες 2, 3 και 4 ως εγγυήτριες το ποσό των £67.530,03 πλέον τόκους προς 12,75% από 10.11.05 επί του ποσού των £64.492,18, το οποίο, όπως οι πρώτοι ισχυρίζονται, αποτελεί υπόλοιπο δανείου. Την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης από τις Eναγόμενες 1,3 και 4 ακολούθησε η παρούσα αίτηση των Eναγόντων για συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγομένης 4 για το λόγο ότι αυτή στερείται υπεράσπισης. Να σημειωθεί ότι, σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας, εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3: εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 απόφαση εκ συμφώνου και εναντίον της Εναγομένης 2 απόφαση λόγω παράλειψης της να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18, θθ.1, 2 και 9(α), και Δ.48, θθ. 1-4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Χρ. Παπαλαμπριανού, ημερ. 19.3.
- Ο ομνύων αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων/Αιτητών, έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν στην υπηρεσία των Εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών (Recoveries Department) σαν ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των Εναγομένων. Στο τμήμα αυτό κατέχονται και φυλάσσονται όλα τα σχετικά έγγραφα και παρακολουθούνται οι εν λόγω λογαριασμοί. Η παρακολούθηση του λογαριασμού των Εναγομένων έχει ανατεθεί στον ενόρκως δηλούντα, ο οποίος έχει στην κατοχή του, υπό τον έλεγχο και φύλαξη του τα έγγραφα του λογαριασμού αυτού και έχει ετοιμάσει σχετική κατάσταση, την οποία προσυπογράφει με το διευθυντή του Τμήματος και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωσή του. Αναφέρει επίσης ότι η Εναγόμενη 4 αληθώς οφείλει στους Ενάγοντες το ποσό των £67.530,03 πλέον τόκο 12,75% επί ποσού £64.492,18 από 10.11.05 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12 όπως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/99, δυνάμει ενσωματωμένης εγγύησης επί του δανείου ημερ. 28.11.03 και εγγυητηρίου εγγράφου ημερ. 28.11.03 (Τεκμ. Γ). Ο ομνύων αναφέρει επίσης ότι για τα πιο πάνω έγγραφα γίνεται λεπτομερής αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας είναι ορθό. Αναφέρει επίσης ότι γνωρίζει πως το εν λόγω χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό αν και η Εναγόμενη 4 κλήθηκε να το εξοφλήσει με επιστολές των Εναγόντων ημερ. 19.8.04 και 10.11.05 (Τεκμ. Στ και Ζ). Τέλος, αναφέρει ότι πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι η Εναγόμενη καμιά απολύτως υπεράσπιση έχει στην παρούσα αγωγή και εξαιτείται την έκδοση απόφασης ως η αίτηση. Η Εναγόμενη 4 καταχώρισε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση στηριζόμενη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θθ.1, 2 και 3 και Δ.48, θθ. 1-4, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένσταση παρατίθενται οι ακόλουθοι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης:
(1)Η αίτηση είναι κατ΄ουσία αβάσιμη καθότι η Εναγόμενη 4 έχει πολύ καλή υπεράσπιση και ως εκ τούτου πρέπει να της δοθεί από το Δικαστήριο το δικαίωμα να εκθέσει την υπεράσπιση της και να ασκήσει το συνταγματικό της δικαίωμα της ακρόασης καθώς σε αντίθετη περίπτωση αυτό θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης.
(2)Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική, αντινομική και ως εκ τούτου θέτει την αίτηση χωρίς την ορθή νομική βάση. Η ειδοποίηση ένστασης συνοδεύεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση της Εναγομένης 4, ημερ. 27.6.07, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «
- Α. (γ) Η επίδικη συμφωνία και/ή άλλες παρόμοιες συμφωνίες καταρτίστηκαν εικονικά και ήτο εις γνώση αυτό και των δύο μερών της συμφωνίας. Συγκεκριμένα και οι δύο πλευρές γνώριζαν, ότι το συγκεκριμένο δάνειο και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις ήταν ο τρόπος και/ή το μέσο προκειμένου να εξασφαλισθεί το δάνειο το οποίο η εναγόμενη αρ. 1 αιτήθηκε προκειμένου να αγοράσει μετοχές και να τις διαπραγματευτεί στο Χρηματιστήριο Κύπρου. Οι ενάγοντες ήταν αυτοί που προέτρεψαν και/ή υπέβαλαν και/ή εισηγήθηκαν και/ή παρανόμως ενήργησαν και/ή ενήργησαν αντίθετα από τις δεσμευτικές οδηγίες της Κεντρικής τράπεζας τον τρόπο αυτό για εξασφάλιση χρημάτων προκειμένου η εναγόμενη αρ. 1 να εξασφαλίσει πίστωση δι΄αυτού του τρόπου καθώς υπήρχε ρητή αντίθετη οδηγία από την Κεντρική Τράπεζα για παραχώρηση δανείων προς το σκοπό αγοράς μετοχών, οδηγία την οποία οι ενάγοντες όφειλαν και/ή είχαν υποχρέωση εκ του Νόμου να ακολουθήσουν. Ο προαναφερόμενος τρόπος εξασφάλισης πίστωσης από φυσικά ή νομικά πρόσωπα μέσω τραπεζών επινοήθηκε και/ή αποτελούσε παράνομη τακτική των Τραπεζών. (δ) Διότι η πιο πάνω συμπεριφορά ή και πρακτική των εναγόντων είναι παράνομη που καθιστά εν πάση περιπτώσει την επίδικη ισχυριζόμενη συμφωνία παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη. (ε) Διότι η ως άνω αναφερόμενη σύμβαση καταρτίστηκε από πλευράς εναγόντων μέσα στο πλαίσιο της ίδιας παράνομης τακτικής των εναγόντων και έγινε με σκοπό των εναγόντων να παραβιάσουν την Περί Τόκου Νομοθεσία ή και τη Δημόσια Χρηματοπιστωτική Πολιτική του Κράτους ή και την Πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας ή και οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας σ΄ότι αφορά το ύψος του νόμιμου ή και του κρατούντος επιτοκίου επί του δανεισμού χρημάτων.» Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις χωρίς οποιαδήποτε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με γραπτές αγορεύσεις υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η συνήγορος των Εναγόντων, αναφερόμενη στις αρχές που διέπουν αιτήσεις για συνοπτική απόφαση και στη σχετική νομολογία, υποστήριξε ότι εφόσον οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεδομένου ότι έχουν επιβεβαιώσει τα γεγονότα και το αξιούμενο ποσό από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά γι' αυτά, το βάρος μετατέθηκε στους ώμους της Εναγομένης 4 να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. ΄Ανευ βλάβης των πιο πάνω υποστήριξε επίσης ότι η Εναγόμενη 4 δεν απέσεισε το βάρος καθότι οι ισχυρισμοί της δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι ασαφείς, αόριστοι και δεν τεκμηριώνονται με λεπτομέρειες. Τέλος, εισηγήθηκε ότι είναι πρέπουσα και κατάλληλη η περίπτωση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεδομένου ότι η Εναγόμενη 4 στερείται υπεράσπισης. Στην αγόρευση του ο συνήγορος της Εναγομένης 4 επανέλαβε τις θέσεις όπως εκτίθενται στην ειδοποίηση ένστασης υποστηρίζοντας ότι η Εναγόμενη 4 έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο πρέπει να της επιτρέψει να υπερασπιστεί. Η διά κλήσεως αίτηση για συνοπτική απόφαση και η ακολουθητέα διαδικασία ρυθμίζεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται βέβαια σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.
- Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.18, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί απλώς για λόγους καθυστέρησης [βλ. Jones v. Stones
(1984)A. C. 122 και Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. 11694 ημερ. 17.6.05]. Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπιστεί στην υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θθ. 1-5, όπως αυτά επεξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική όσο και σε κυπριακή νομολογία [βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant
(1895)1 Q.B. 597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1(Α) C.L.R. 333, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. (Β) 782, R.C.K. Sports Ltd v. Persona Advert. Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. (Β) 817 και πιο πρόσφατα Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 417, Ζερβός ν. Euroinvestments Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, SIGMA RADIO T.V. LTD. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ. Εφ. 11803, 11804, 11805 ημερ. 18/3/05, Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, (ανωτέρω) και Θεοδώρου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. 12059, ημερ. 8.9.06]. Τα εν λόγω κριτήρια ή προϋποθέσεις, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, συνοπτικά είναι τα ακόλουθα: (α) Ο ενάγων πρέπει να έχει καταχωρίσει και/ή να εγείρει την αγωγή του σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6. (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω κριτηρίων ή προϋποθέσεων από τον ενάγοντα στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου [βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S. (ανωτέρω)]. Στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από τον ενάγοντα το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό. Από πλευράς εναγομένου, εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις, και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι (α) Έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) Ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή [βλ. Λαζάρου v. Μακεδόνας (ανωτέρω)]. Η νομολογία υποδεικνύει πως αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18, θ.1 έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις (βλ. N.V. Caterchef Ltd. v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. (Γ) 1912) το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος, για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται επαρκή ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση [βλ. Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), Εθνική Τράπεζα ν. Χ" Νέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. 752 και Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Πάγια νομολογία τονίζει ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με τη μεγαλύτερη προσοχή, ούτως ώστε διάδικος να μην αποκλείεται από την έγερση οποιασδήποτε υπεράσπισης την οποία μπορεί πράγματι να διαθέτει (βλ. μεταξύ άλλων Anglo - Italian Bank v. Wells (and Davies) 38 L.T. 197, C.A., Ford v. Harvey and Others, 9 T.L.R. 328 και Simon and Co v. Palmer´s Stores
(1912)1 K.B. 259). Συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Όπου παρέχονται λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, όπου σε απάντηση της αξίωσης εγείρονται θέματα που θα πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως επαρκή να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση, τότε του παρέχεται δικαίωμα για υπεράσπιση [βλ. Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Επίσης ο εναγόμενος πρέπει να διευκρινίσει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και, αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί (βλ. γενικά τη Δ.18, θ.3 και την υπόθεση Hermes Insurance v. Theodorides (ανωτέρω) σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να αποδείξει ο ενάγων εκδίδει απόφαση, ενώ αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις που βαρύνουν τον εναγόμενο, διατάσσει τη συνέχιση της υπόθεσης και την καταχώριση υπεράσπισης. Ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει είτε ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανοποιητικά για να του παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Το βάρος βρίσκεται επί των ώμων του εναγομένου [βλ. Kyprianides v. Ioannou (ανωτέρω)] και το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε σχετικό συμπέρασμα, ύστερα από ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση (βλ. Christodoulou v. Erotocritou XXI C.L.R. 175). Στην πρακτική είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Άδεια για καταχώριση εμφάνισης θα πρέπει να του παρέχεται, ακόμα κι' όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Jacobs v. Booth´s Distillery Co
(1901)85 L.T. 262). Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης [βλ. Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ΄ εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης [βλ. Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω)]. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι Ενάγοντες πληρούνται, εφόσον, αφενός μεν το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε στις 3.2.06 είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6 και αφετέρου η Εναγόμενη 4 έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στις 20.12.06. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι Ενάγοντες παρατηρώ τα ακόλουθα. Οι Ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός. Οι εταιρείες ως νομικές οντότητες, λειτουργούν μέσω των αξιωματούχων και υπαλλήλων τους, οι δε συναλλαγές τους εμφαίνονται, κατά κανόνα, στα διάφορα έγγραφα και άλλα βιβλία της εταιρείας. Αξιωματούχος ή υπάλληλος της εταιρείας, ανάλογα με τα καθήκοντα που ασκεί, είναι και γνώστης των συναλλαγών της εταιρείας. Γνώση αποκτάται από άμεση επαφή με τα έγγραφα της εταιρείας ή την επαγγελματική συνεργασία των υπαλλήλων της στην κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτησή τους ότι ο ομνύων, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο και ορκίζεται εκ μέρους των Εναγόντων που είναι εταιρεία, διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν στην αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων με την παρακολούθηση της κίνησης του λογαριασμού και τη συμμετοχή του στην ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει ότι είναι πρόσωπο ικανό μέσα στην έννοια της Δ.18, θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει τόσο την αιτία της αγωγής όσο και το αξιούμενο ποσό, όπως και έπραξε, έχοντας επίσης υπό την κατοχή και φύλαξή του όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία και παρέθεσε, παρόλο ότι η παράθεση των εγγράφων είναι αχρείαστη [βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), Παύλου ν. Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. (Β) 1051 και Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 274]. Στην ένορκη δήλωση δηλώνεται επίσης η πίστη του ομνύοντος ότι η Εναγόμενη 4 δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Προσθέτω ακόμη ότι ο ομνύων δεν έχει αντεξετασθεί από τον συνήγορο της Εναγομένης 4 και ως εκ τούτου δεν αμφισβητήθηκαν όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωσή του. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18. Έχοντας καταλήξει ότι υπήρξε συμμόρφωση με τις διαδικαστικές πρόνοιες της Δ.18, θ.1 στρέφομαι να εξετάσω κατά πόσο η Εναγόμενη 4 απέδειξε ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που της δίνουν δικαίωμα να υπερασπιστεί. Πριν όμως προχωρήσω περαιτέρω θεωρώ ορθό να επισημάνω πως στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Η νομολογία καθιστά σαφές ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο Δικαστηρίου στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση. Σ΄αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση τα ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας και με αποκλειστικό σκοπό την απάντηση στο εν λόγω ερώτημα. Η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως ή καλής υπεράσπισης διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο για την παραχώρηση άδειας καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Σωκράτους ν. Ανδρέου κ.ά
(1997)1 Α.Α.Δ. 41 και Χρίστου ν. Επιστ. Τεχν. Επιμελ. Κύπρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847). Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, μπορεί με ασφάλεια να διαπιστωθούν τα εξής. Η Εναγόμενη 4 δεν περιορίζεται σε γενική άρνηση της ισχυριζόμενης οφειλής ούτε και ισχυρίζεται εικονικότητα ή παρανομία από πλευράς των Εναγόντων, γενικά και αόριστα, όπως είναι η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των τελευταίων. Αντίθετα, στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 4 που συνοδεύει την ένσταση, δίδονται λεπτομέρειες των εν λόγω ισχυρισμών και γενικά των στοιχείων επί των οποίων εδράζεται η προτιθέμενη υπεράσπιση. Έχω ήδη παραθέσει αυτούσιες συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, το περιεχόμενο των οποίων μαρτυρεί του λόγου το ασφαλές. Είναι φανερό πως η παρούσα περίπτωση, δεν αφορά περίπτωση όπου οι Ενάγοντες έχουν καθαρή υπόθεση και η Εναγόμενη 4 αναμφίβολα στερείται καλόπιστης υπεράσπισης. Αντίθετα, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, κρινόμενο στο σύνολο του αποκαλύπτει ικανοποιητικές λεπτομέρειες της προτιθέμενης υπεράσπισης της Εναγομένης 4. Είναι σαφής η θέση της Εναγομένης 4 ότι δεν οφείλει τα επίδικο ποσό γιατί η συμφωνία δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση, είναι για τους λόγους που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση, εικονική και/ή αντίθετη προς τη δημόσια πολιτική και συνεπώς παράνομη. Πρόσθετα, η Εναγόμενη 4, η οποία υπενθυμίζω ενάγεται υπό την ιδιότητα εγγυήτριας της Εναγομένης 1, ισχυρίζεται (βλ. παρα. 3(Β)(α)), ότι οι Ενάγοντες κωλύονται από του να αξιώνουν από αυτή τα επίδικα ποσά, γιατί τα ποσά για τα οποία είχε αρχικά εγγυηθεί την Εναγόμενη 1 ήταν συγκεκριμένου ύψους και έχουν ήδη εξοφληθεί. Συνεπώς, εγείρονται κατά τη γνώμη μου σοβαρά νομικά θέματα για τα οποία η Εναγόμενη 4 δικαιούται να ακουστεί (βλ. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ. ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1(Α) ΑΑΔ 180).) Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων, υπεστήριξε πως η προτιθέμενη υπεράσπιση της Εναγομένης 4 στερείται οποιασδήποτε πιθανότητας επιτυχίας. Περιορίζομαι να υπενθυμίσω πως στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της προτιθέμενης υπεράσπισης και τις πιθανότητες επιτυχίας της. Είναι αρκετό για τον εναγόμενο να δίνει, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του, αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης το οποίο χρήζει εκδίκασης. Και στην προκειμένη περίπτωση, για τους λόγους που έχω αναφέρει, η Εναγόμενη 4 έχει πράξει ακριβώς αυτό. Η κ. Μιχαηλίδου υποστήριξε επίσης ότι, εφόσον, σε αιτήσεις όπως η παρούσα αίτηση, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει είτε την αίτηση είτε την ένσταση συνιστά μαρτυρία, δεν παρέχεται περιθώριο προβολής των γεγονότων κατά τρόπο διαζευκτικό. Συμφωνώ με την εν λόγω θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόντων. Δεν συμφωνώ όμως με τη θέσης της ότι στην προκειμένη περίπτωση, τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η Εναγόμενη 4 προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της, κατά τρόπο διαζευκτικό. Εκείνο που προβάλλεται κατά τρόπο διαζευκτικό στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 4 δεν είναι τα γεγονότα αλλά οι νομικές συνέπειες που τα ισχυριζόμενα γεγονότα, σε περίπτωση που αυτά γίνουν δεκτά, ενδεχομένως να επιφέρουν, για τις επίδικες συμφωνίες. Στην υπόθεση Ζερβός (ανωτέρω) υποδείχθηκε πως η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύει ο ενάγων πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. Και τούτο γιατί η λειτουργία της διαδικασίας αυτής πρέπει πλέον να συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος μας, και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που διασφαλίζουν την ελεύθερη πρόσβαση διαδίκου στο Δικαστήριο όπου και δικαιούται να προβάλει τους ισχυρισμούς του στην υπόθεση που αντιμετωπίζει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως θα πρέπει να επιτραπεί στην Εναγόμενη 4 να υπερασπιστεί. Σαν αποτέλεσμα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης 4 και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν όμως στο τέλος της υπόθεσης. Η Εναγόμενη 4 να καταχωρίσει την Υπεράσπιση της εντός 21 ημερών από σήμερα εκτός αν ο πιο πάνω χρόνος παραταθεί από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Aντίγραφο Πρωτοκολλητής MN cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο