Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. ΓΕΧΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4190/06, 27 Σεπτεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4190/06 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- ΓΕΧΑ ΛΤΔ
- Σωτήρη Αγγελή
- S. Angeli & Co.Ltd. Εναγομένων _ _ _ _ _ _ Αίτηση ημερ. 20.7.06 για συνοπτική απόφαση 27 Σεπτεμβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα. Π. Μιχαηλίδου για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου. Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση: κα. Μ. Πανταζή για κ.κ. Κούσιος & Κορφιώτης. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους ποσό £138.591,09 πλέον τόκο 13,5% επί ποσού £132.575,48 από 3.5.06 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12 ως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/
- Η πιο πάνω αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης 1 είναι δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερ. 21.10.98, απόφασης/έγκρισης ημερ. 14.10.98 γενομένης αποδεκτής υπό της Εναγομένης 1 την 21.10.98 για έγκριση δανείου ύψους £155.617,05 υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2 και
- Την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης από τους Eναγόμενους ακολούθησε η παρούσα αίτηση των Eναγόντων για συνοπτική απόφαση εναντίον των πρώτων για το λόγο ότι αυτοί στερούνται υπεράσπισης. Σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας, και συγκεκριμένα στις 5.6.07, η παρούσα αίτηση αποσύρθηκε εναντίον της Εναγομένης 1 καθότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής εναντίον της. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18, θθ. 1,2 και 9(α) και Δ.48, θθ. 1-4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ημερ. 20.7.
- Ο ομνύων αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων/Αιτητών, έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν στην υπηρεσία των Εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών (Recoveries Department) σαν ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των Εναγομένων. Στο τμήμα αυτό κατέχονται και φυλάσσονται όλα τα σχετικά έγγραφα και παρακολουθούνται οι εν λόγω λογαριασμοί. Η παρακολούθηση του λογαριασμού των Εναγομένων έχει ανατεθεί στον ενόρκως δηλούντα, ο οποίος έχει στην κατοχή του, υπό τον έλεγχο και φύλαξη του τα έγγραφα του λογαριασμού αυτού και έχει ετοιμάσει σχετική κατάσταση, την οποία προσυπογράφει με το διευθυντή του Τμήματος και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωσή του. Αναφέρει επίσης ότι οι Εναγόμενοι αληθώς οφείλουν στους Ενάγοντες το ποσό των £138.591,09 πλέον τόκο 13,5% επί ποσού £132.575,48 από 3.5.06 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12 όπως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/99, οι Εναγόμενοι 1 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερ. 21.10.98 (Τεκμ. Β), αποδοχής έγκρισης (Τεκμ. Α), οι Εναγόμενοι 2 και 3 δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου ημερ. 21.10.98 (Τεκμ. Γ) και υποθήκης Υ5012/90, ημερ. 15.6.90 (Τεκμ. Δ). Ο ομνύων αναφέρει επίσης ότι για τα πιο πάνω έγγραφα γίνεται λεπτομερής αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας είναι ορθό. Αναφέρει επίσης ότι γνωρίζει πως το εν λόγω χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό αν και οι Εναγόμενοι εκλήθηκαν να το εξοφλήσουν με επιστολές των Εναγόντων ημερ. 3.2.03 και 3.5.06 (Τεκμ. Ε και Στ). Τέλος, αναφέρει ότι πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι οι Εναγόμενοι καμιά απολύτως υπεράσπιση έχουν στην παρούσα αγωγή και εξαιτείται την έκδοση απόφασης ως η αίτηση. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση στηριζόμενη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θθ.1-9 και Δ.48, θθ.1-
- Οι λόγοι ένστασης είναι οι εξής:
- Οι Ενάγοντες έχουν κινήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή 4191/06 εναντίον των ιδίων Εναγομένων και βάση της αγωγής είναι η ίδια συμφωνία.
- Η εγγύηση εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3 είναι η ίδια η οποία χρησιμοποιείται και στην αγωγή με αριθμό 4191/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους των Εναγόντων καθ΄ότι χρησιμοποιούν την ίδια συμφωνία και την ίδια εγγύηση σε δυο αγωγές εναντίον των ίδιων Εναγομένων.
- Οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν το ισχυριζόμενο ποσό καθ΄ότι σ΄αυτό υπάρχουν υπερχρεώσεις τόκων μέχρι και 14,75% οι οποίοι είναι παράνομοι και πέραν του ανωτάτου υπό του νόμου προβλεπόμενου ορίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στη συνημμένη στην ένσταση ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 Σωτήρη Αγγελή. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης: «
- Είμαι ο Εναγόμενος 2 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση.
- Είμαι διευθυντής της Εναγομένης 1 και της Εναγομένης 3 και εξουσιοδοτημένος από αυτές να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τους νομικούς ισχυρισμούς έχω λάβει σχετική συμβουλή από τους Δικηγόρους μου.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια κίνησε την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 με βάση συμφωνία ημερομηνίας 21.10.1998 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει κινήσει όμως και την αγωγή με αριθμό 4191/06 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση την ίδια συμφωνία. Επισυνάπτω δε σχετικά ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της αίτησης για συνοπτική απόφαση η οποία καταχωρήθηκε στην αγωγή 4191/06 στην οποία φαίνεται ότι είναι η ίδια συμφωνία.
- Περαιτέρω η εγγύηση η οποία είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση είναι η ίδια η οποία χρησιμοποιείται στην αγωγή με αριθμό 4191/06 και υπάρχει ισχυρισμός εκ μέρους της Ενάγουσας - Αιτητρίας ότι αφορά άλλη απαίτηση. Με βάση τα πιο πάνω πιστεύω ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους της Ενάγουσας.
- Περαιτέρω το αξιούμενο από την Ενάγουσα - Αιτήτρια ποσό είναι υπερβολικό και παράνομο καθ΄ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις τόκων μέχρι και 14,75% οι οποίοι είναι παράνομοι και πέραν του ανώτατου υπό του νόμου προβλεπομένου ορίου. Αυτό φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού την οποία έχουν καταχωρήσει ως Τεκμήριο Ζ.
- Αληθινά πιστεύω ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλήν υπεράσπιση και θα πρέπει να τους δοθεί η δυνατότητα να παρουσιάσουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους στο Δικαστήριο για να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη.» Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι συνήγοροι περιορίστηκαν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, και οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις. Η συνήγορος των Εναγόντων, αναφερόμενη στις αρχές που διέπουν αιτήσεις για συνοπτική απόφαση και στη σχετική νομολογία, υποστήριξε ότι εφόσον οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεδομένου ότι έχουν επιβεβαιώσει τα γεγονότα και το αξιούμενο ποσό από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά γι' αυτά, το βάρος μετατέθηκε στους ώμους των Εναγομένων να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που τους δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Υποστήριξε επίσης ότι οι Εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος καθότι οι ισχυρισμοί τους δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι ασαφείς, αόριστοι και δεν τεκμηριώνονται με λεπτομέρειες. Τέλος, εισηγήθηκε ότι είναι πρέπουσα και κατάλληλη η περίπτωση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης. Στην αγόρευση της η συνήγορος των Εναγομένων επανέλαβε τις θέσεις όπως εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 υποστηρίζοντας ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο πρέπει να τους επιτρέψει να υπερασπιστούν. Η διά κλήσεως αίτηση για συνοπτική απόφαση και η ακολουθητέα διαδικασία ρυθμίζεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται βέβαια σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.
- Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.18, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί απλώς για λόγους καθυστέρησης [βλ. Jones v. Stones
(1984)A.C. 122 και Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818]. Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπιστεί στην υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θθ. 1-5, όπως αυτά επεξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική όσο και σε κυπριακή νομολογία [βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant
(1895)1 Q.B. 597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. (Β) 782, R.C.K. Sports Ltd v. Persona Advert. Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. (Β) 817 και πιο πρόσφατα Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 417, Ζερβός ν. Euroinvestments Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, SIGMA RADIO T.V. LTD. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408, Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, (ανωτέρω) και Θεοδώρου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Εφ. 12059, ημερ. 8.9.06]. Τα εν λόγω κριτήρια ή προϋποθέσεις, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, συνοπτικά είναι τα ακόλουθα: (α) Ο ενάγων πρέπει να έχει καταχωρίσει και/ή να εγείρει την αγωγή του σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6. (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω κριτηρίων ή προϋποθέσεων από τον ενάγοντα στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου [βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S. (ανωτέρω)]. Στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από τον ενάγοντα το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό. Από πλευράς εναγομένου, εκτός το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις, και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι (α) Έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) Ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή [βλ. Λαζάρου v. Μακεδόνας (ανωτέρω)]. Η νομολογία υποδεικνύει πως αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18, θ.1, έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις [βλ. N.V. Caterchef Ltd. v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. (Γ) 1912] το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος, για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται επαρκή ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση [βλ. Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), Εθνική Τράπεζα ν. Χ" Νέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. 752 και Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Πάγια νομολογία τονίζει ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με τη μεγαλύτερη προσοχή, ούτως ώστε διάδικος να μην αποκλείεται από την έγερση οποιασδήποτε υπεράσπισης την οποία μπορεί πράγματι να διαθέτει [βλ. μεταξύ άλλων Anglo - Italian Bank v. Wells (and Davies) 38 L.T. 197, C.A., Ford v. Harvey and Others 9 T.L.R. 328 και Simon and Co v. Palmer´s Stores
(1912)1 K.B. 259]. Συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Όπου παρέχονται λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, όπου σε απάντηση της αξίωσης εγείρονται θέματα που θα πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως επαρκή να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση, τότε του παρέχεται δικαίωμα για υπεράσπιση [βλ. Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Επίσης ο εναγόμενος πρέπει να διευκρινίσει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και, αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί [βλ. γενικά τη Δ.18, θ.3, και την υπόθεση Hermes Insurance v. Theodorides (ανωτέρω) σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του]. Στην υπόθεση Hermes Insurance v. Theodorides (ανωτέρω) στη σελ. 338 αναφέρονται τα σημεία στα οποία, κατά την ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, τόσο ο ενάγων, όσο και ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να αποδείξει ο ενάγων εκδίδει απόφαση, ενώ αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις που βαρύνουν τον εναγόμενο, διατάσσει τη συνέχιση της υπόθεσης και την καταχώριση υπεράσπισης. Ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει είτε ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανοποιητικά για να του παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Το βάρος βρίσκεται επί των ώμων του εναγομένου [βλ. Kyprianides v. Ioannou (ανωτέρω)] και το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε σχετικό συμπέρασμα, ύστερα από ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση [βλ. Christodoulou v. Erotocritou XXI C.L.R. 175]. Στην πρακτική είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Άδεια για καταχώριση εμφάνισης θα πρέπει να του παρέχεται, ακόμα κι' όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας [βλ. Jacobs v. Booth´s Distillery Co
(1901)85 L.T. 262]. Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης [βλ. Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ΄ εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξη του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης [βλ. Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω)]. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι Ενάγοντες πληρούνται, εφόσον, αφενός μεν το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε στις 21.6.06 είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6, και αφετέρου οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στις 3.7.
- Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι Ενάγοντες παρατηρώ τα ακόλουθα. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να περιέχει δήλωση του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή [βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω)]. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει (verify) την αξίωση του ενάγοντα διαφορετικά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.
- Ο ενάγων έχει την υποχρέωση να επαληθεύσει την απαίτηση του. να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιούται σε συνοπτική απόφαση για το συγκεκριμένο ποσό, για το οποίο δεν θα πρέπει να αφήνει καμιά αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι οφείλεται. Το θέμα είναι κατά πόσο η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι επαρκής. Ο ενόρκως δηλών Χρ. Παπαλαμπριανού εξήγησε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπεύθυνος για την παρακολούθηση των λογαριασμών του Εναγομένων. Είμαι της γνώμης ότι τα γεγονότα που επιβεβαιώνουν τη βάση της αγωγής ήταν σε γνώση του ενόρκως δηλούντος και έχουν τεθεί, σε κάποιο βαθμό, ενώπιον του Δικαστηρίου. Το θέμα είναι αν μέσα από αυτά επιβεβαιώνεται το αξιούμενο ποσό. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θα συμφωνήσω με την κα. Πανταζή ότι οι Ενάγοντες, με την ένορκη δήλωση του κ. Παπαλαμπριανού και τα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια, δεν κατάφεραν να επιβεβαιώσουν (verify) το αξιούμενο ποσό με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην χρειάζεται να εξετάσει ούτε καν αν οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν καταδείξει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην ουσία της αγωγής ή άλλο λόγο που να δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης. Η ένορκη δήλωση του κ. Παπαλαμπριανού μαζί με τα συνοδεύοντα αυτήν τεκμήρια συσκοτίζει παρά να διαφωτίζει και να επιβεβαιώνει τα αξιούμενα ποσά για τους λόγους που θα αναφέρω αμέσως πιο κάτω. Στις επιστολές ημερ. 3.2.03 (Τεκμ. Ε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) που στάλησαν από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους 2 και 3 αναφέρεται ότι το οφειλόμενο ποσό, περιλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων ανέρχεται σε £130.857,44, ενώ στην καταχώριση στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκ. Ζ στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαλαμπριανού), φέρουσα την ίδια ημερομηνία με τις πιο πάνω επιστολές, δηλαδή 3.2.03, φαίνεται ως υπόλοιπο οφειλόμενο μετά τόκων όχι το ποσό που αναφέρεται στις εν λόγω επιστολές αλλά το ποσό των £132.385,
- Από τα πιο πάνω προκύπτει εύλογα το ερώτημα πώς συμβαίνει να είναι διαφορετικά τα ποσά που φέρονται ως οφελόμενα την ίδια ημερομηνία; Οι ίδιοι οι Ενάγοντες επισυνάπτουν στην εν λόγω ένορκη δήλωση ως τεκμήρια 2 έγγραφα τα οποία παρουσιάζουν διαφορετικό ποσό ως οφειλόμενο σε συγκεκριμένη ημερομηνία, δηλαδή στις 3.2.
- Ποιο είναι το ορθό οφειλόμενο ποσό στις 3.2.03 και πώς τελικά αυτό καθορίζει το τελικό οφειλόμενο ποσό που απαιτούν οι Ενάγοντες; Υπάρχει σοβαρή αντίφαση στα ποσά αυτά η οποία οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι δεν έχει βεβαιωθεί (verified) το αξιούμενο ποσό και έτσι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση που θέτει η Δ.18, θ.
- Πώς θα μπορούσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση, και μάλιστα συνοπτική, όταν υπάρχει από τους ίδιους τους Ενάγοντες αντίφαση ως προς το ποιο είναι το οφειλόμενο ποσό; Περαιτέρω οι αξιούμενοι τόκοι προς 13,5% ετησίως δεν εναρμονίζονται με τη συμφωνία δανειοδότησης της Εναγομένης 1 ούτε δικαιολογούνται από τα υπόλοιπα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί εκ μέρους των Εναγόντων. Το αρχικό επιτόκιο, με βάση τη συμφωνία ημερ. 21.10.98 (Τεκμ. Β) ήταν 8% ετησίως. Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 3.2.03 (Τεκμ. Ε), οι Ενάγοντες ειδοποίησαν όλους τους Εναγόμενους ότι το επιτόκιο αυξάνεται σε 12,5% ετησίως από 3.2.
- Με την αγωγή αξιώνεται τόκος 13,5% ετησίως χωρίς όμως να επεξηγείται πώς δικαιολογείται αυτό το επιτόκιο. Το γεγονός ότι υπήρξε ελευθεροποίηση του επιτοκίου με τον Ν.160(Ι)/99, δεν νομιμοποιεί τους Ενάγοντες να χρεώνουν τόκο πέραν από αυτό που συμφωνήθηκε ή που δικαιούνται με βάση τις πρόνοιες της πιο πάνω νομοθεσίας. Οι Ενάγοντες ουδέποτε απέστειλαν προς τους Εναγόμενους 2 και 3 οποιαδήποτε επιστολή ή ειδοποίηση που να καθορίζει επιτόκιο προς 13,5% και να τους πληροφορεί περί τούτου. Κρίνω, συνεπώς, ότι και για το θέμα των τόκων θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους Εναγόμενους 2 και 3 να προβάλουν τη θέση τους. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως θα πρέπει να επιτραπεί στους Εναγόμενους 2 και 3 να καταχωρίσουν υπεράσπιση. Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω κατάληξη μου σφραγίζει και τη μοίρα της αίτησης, θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ, σε πολύ γενικές γραμμές, και με τους άλλους λόγους ένστασης υπό στοιχεία
(1),
(2)και
(3). Κρίνω ότι οι εν λόγω λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν. Όπως προκύπτει από την αίτηση για συνοπτική απόφαση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της αγωγής 4191/06 (Τεκ. 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση), η αξίωση των Εναγόντων σε εκείνη την αγωγή στηρίζεται σε μεταγενέστερη συμφωνία που αφορά σε έγκριση και παραχώρηση άλλου δανείου. Δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ με το θέμα που ήγειρε στη γραπτή αγόρευση της η κα. Πανταζή αναφορικά με τις υποθήκες για το λόγο ότι το θέμα αυτό δεν καλύπτεται ούτε από τους λόγους ένστασης αλλά ούτε και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Σαν αποτέλεσμα, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στους Εναγόμενους 2 και 3 να καταχωρίσουν υπεράσπιση. Η υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 21 ημερών από σήμερα εκτός αν η εν λόγω περίοδος παραταθεί από το Δικαστήριο. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2 και 3 και εναντίον των Εναγόντων, να καταβληθούν δε στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............ Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο