ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΓΙΑΠΑΤΟΣ. ν. ΜΑΡΙΑ ΣΑΒΒΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2614/03., 28 Σεπτεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2614/
- Μεταξύ: ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΓΙΑΠΑΤΟΣ. Ενάγοντα. - και -
- ΜΑΡΙΑ ΣΑΒΒΑ.
- ΜΕΛΙΝΑ ΠΥΡΓΟΥ. Εναγομένων. --------------------- Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: Ο κ. Μ. Ηλιάδης. Για τις εναγόμενες: Ο κ. Γ. Γεωργίου. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά τη διατύπωση παραδεχτών γεγονότων, η αξίωση περιορίστηκε στην επιδίκαση αποζημιώσεων για τον πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντα, εξαιτίας τραυματισμών που υπέστηκε στις 14.3.01, στη Λευκωσία, όταν αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη 1 (και του οποίου ιδιοκτήτρια ήταν η εναγόμενη 2), συγκρούστηκε με μοτοποδήλατο επί του οποίου επέβαινε. Είναι παραδεκτό ότι: (α) Αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα είχαν οι εναγόμενες. (β) Ο ενάγων δικαιούται στην επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων ύψους Λ.Κ.6.665, για έξοδα υδροθεραπείας, φυσιοθεραπείας, κινησιοθεραπείας, αγοράς φαρμάκων, έκδοσης ιατρικών πιστοποιητικών, μετάβασης στο εξωτερικό για σκοπούς εγχειρήσεων, θεραπείας και ιατρικών εξετάσεων ως επίσης και για άλλα ιατρικά και μεταφορικά έξοδα. (γ) Ο ενάγων δεν ήταν ικανός για εργασία μεταξύ 14.3.01 και 14.12.01 και ότι οι καθαρές μηνιαίες απολαβές του από το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Σία, στο οποίο εργοδοτούνταν κατά τους κρίσιμους χρόνους, ήσαν Λ.Κ.763,23 (βλ. τεκμήριο 1). Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης έδωσαν προφορική μαρτυρία, ο ενάγων (ΜΕ1) και ο χειρούργος ορθοπεδικός γιατρός Βασίλειος Μπιτούνης (ΜΕ2), ενώ για τις εναγόμενες, ο χειρούργος ορθοπεδικός γιατρός Μιχάλης Πηλαβάκης (ΜΥ1). Αναντίρρητα, οι γιατροί που έδωσαν μαρτυρία είναι εμπειρογνώμονες στον τομέα περί του οποίου κατέθεσαν. Ο ενάγων επικεντρώθηκε στους τραυματισμούς του και στο πώς τον επηρέασαν σε σχέση με πτυχές που ενδιαφέρουν στην παρούσα αγωγή. Ο γιατρός Βασίλειος Μπιτούνης αναφέρθηκε στην ιατρική κατάσταση του ενάγοντα, έχοντας τον εξετάσει για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 2003, επεξηγώντας συγχρόνως και το περιεχόμενο των ιατρικών του σημειωμάτων (βλ. τεκμήρια 4 και 5). Ο γιατρός Μιχάλης Πηλαβάκης, εξέτασε αρχικώς τον ενάγοντα στις 6.7.05, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο ιατρικών πιστοποιητικών των γιατρών Κώστα Χριστοδουλάκη (βλ. τεκμήριο 9), Οδυσσέα Αθάνατου (βλ. τεκμήριο 10), Βασίλειου Μπιτούνη (ΜΕ2) (βλ. τεκμήριο 4) και ακτινογραφίες του δεξιού γόνατος και της δεξιάς ποδοκνημικής, με τις οποίες τον είχε εφοδιάσει ο ενάγων. Ακολούθως, στις 12.7.05, συνέταξε πιστοποιητικό το οποίο υιοθέτησε και ανάλυσε (βλ. τεκμήριο 11), ενώ στις 30.3.06, έγραψε και δεύτερο (βλ. τεκμήριο 12), το οποίο παρομοίως επεξήγησε στο Δικαστήριο. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων, Π.Ε.151/06, ημ. 13.7.07). Στο στάδιο των αγορεύσεων, ο κ. Ηλιάδης εισηγήθηκε αποδοχή των θέσεων του ενάγοντα και επιδίκαση ποσού πέριξ των Λ.Κ.50.000, ως γενικές αποζημιώσεις, με τόκο από την ημερομηνία του δυστυχήματος, καθώς και ποσόν Λ.Κ.28.050, ως απώλεια απολαβών, για την περίοδο των έντεκα μηνών που ο ενάγων τελούσε σε αναρρωτική άδεια, ήτοι για περίοδο εννέα μηνών από την 14.3.01 μέχρι την 13.12.01 και δύο μηνών, από την 7.11.03 μέχρι την 6.1.04, οπόταν και υποβλήθηκε σε εγχείρηση αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης, στα πλαίσια αποκατάστασης των τραυμάτων που υπέστηκε κατά τη σύγκρουση. Ο κ. Γεωργίου, πρότεινε την απόδοση γενικών αποζημιώσεων τής τάξης των Λ.Κ.15.000, με τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης στις 26.1.06, ενώ σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της απώλειας εισοδημάτων, υποστήριξε απόρριψη του κονδυλίου λόγω ανεπάρκειας της προσκομισθείσας μαρτυρίας και του γεγονότος ότι - εν πάση περιπτώσει - τα ζητούμενα ποσά σχετίζονται με εισοδήματα τα οποία δεν είχαν δηλωθεί δεόντως στο φόρο εισοδήματος με αποτέλεσμα να μην παρέχεται η δυνατότητα έγκρισής τους βάσει του σκεπτικού της απόφασης Ορφανίδου v. Ορφανίδη
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ
- Aυτονοήτως, οι πιο πάνω οριοθετήσεις των συνηγόρων ουδόλως δεσμεύουν το Δικαστήριο. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι δικηγόροι, τόσον προφορικώς όσον και στο γραπτό τους περίγραμμα. Ο ενάγων μού δημιούργησε, γενικώς, καλή εντύπωση. Κάποιες μικροαντιφάσεις στις οποίες περιέπεσε, καθόλου δεν επηρέασαν τη θετική του εικόνα ως μάρτυρα, ούτε και οι κάποιες υπερβολές στην περιγραφή των επιπτώσεων που είχε από το δυστύχημα ήσαν τέτοιας μορφής και έκτασης που να δημιουργούν ενδοιασμούς για την αξιοπιστία του. Ο γιατρός Βασίλης Μπιτούνης, δε μου δημιούργησε καλή εντύπωση. Ήταν γενικός και αόριστος σε ζητήματα κρίσιμης σημασίας για την υπόθεση, αποτυγχάνοντας, συν τω χρόνω, να βοηθήσει το Δικαστήριο στη δημιουργία σαφούς υποβάθρου επί του οποίου θα μπορούσε να βασιστεί για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Η μαρτυρία του ελέγχεται, κυρίως, στα περί των απόψεων που εξέφρασε για το κατά πόσον υπάρχουν ή όχι κατάλοιπα από τους τραυματισμούς και πιθανότητα να υποβληθεί μελλοντικώς σε αρθροπλαστική εγχείρηση στο γόνατο και στην ποδοκνημική άρθρωση. Η πτυχή αυτή αποτέλεσε και την κυριότερη αιτία διάστασης μεταξύ του μάρτυρα και του Μιχάλη Πηλαβάκη. Ο μάρτυς - όπως είπε - είχε διαπιστώσει έναρξη μετατραυματικής αρθρίτιδας τής συστοίχου ποδοκνημικής άρθρωσης, το Νοέμβριο του 2003, κάτι που καταχώρησε στο ιατρικό του σημείωμα - τεκμήριο
- Στην προφορική του μαρτυρία, ανάφερε ότι για πρώτη φορά διαπίστωσε την ύπαρξη οστεοαρθρίτιδας από ανάλυση των ακτινογραφιών που λήφθηκαν στις 7.10.05, οι οποίες, όπως εξειδίκευσε, παρουσιάζουν έναρξη βραδείας εξέλιξης οστεοαρθρίτιδα στην ποδοκνημική άρθρωση. Η αντίφαση αυτόδηλη και ουσιώδης. Επιπλέον, ενώ στο πρώτο ιατρικό του σημείωμα ημερομηνίας 21.11.03 (βλ. τεκμήριο 4), προχώρησε σε μια γενικόλογη αναφορά περί επιδείνωσης της συμπτωματολογίας του γόνατος ένεκα μακράς ακινητοποιήσεως, στο δεύτερο σημείωμα ημερομηνίας 10.10.05 (βλ. τεκμήριο 5), είπε ότι ο τραυματισμός και η μακρά ακινητοποίηση και αδυναμία χρήσεως του σκέλους, επέφεραν σημαντική μεταβολή στη λειτουργία του γόνατος η οποία από ασυμπτωματική και λειτουργική, κατέστη επώδυνος και δυσλειτουργική. Ήταν, επιπροσθέτως, πασιφανής η εμμονή του να υποβιβάζει συνεχώς το γεγονός της διορθωτικής οστεοτομής που έγινε στον ενάγοντα κατά την παιδική του ηλικία, προσπαθώντας με γενικότητα - και εκλαμβάνοντας αδικαιολογήτως ως δεδομένα, στοιχεία για τα οποία δεν είχε εκ των πραγμάτων επαρκή πληροφόρηση - να πείσει ότι η προϋπάρχουσα κατάστασή του ενάγοντα καθόλου δεν επηρέασε ή θα μπορούσε να επηρεάσει την υφιστάμενη. Σε άλλο στάδιο, είπε ότι η μακρά ακινητοποίηση του δεξιού γόνατος οδήγησε σε βλάβη του χόνδρου ο οποίος δεν τρεφόταν κανονικά, κάτι που οδήγησε στη δημιουργία οστεοαρθρίτιδας, λέγοντας, μάλιστα, ότι για αυτού του είδους τις ακινητοποιήσεις - λόγω των προβλημάτων που μπορεί να δημιουργήσουν (συμπεριλαμβανομένης και της δημιουργίας οστεοαρθρίτιδας) - θα πρέπει να επιδεικνύεται πολύ μεγάλη προσοχή. Παραγνώρισε όμως ο μάρτυς - και του έγινε σχετική υποβολή - ότι μακρόχρονη ακινητοποίηση του δεξιού γόνατος είχε παρατηρηθεί και κατά τη διορθωτική οστεοτομή και τις άλλες συναφείς επεμβάσεις κατά την παιδική ηλικία του ενάγοντα. Απορρίπτω τη μαρτυρία του Βασίλειου Μπιτούνη, ως αναξιόπιστη. Ο Μιχάλης Πηλαβάκης μού δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση. Ήταν σταθερός και καθαρός στις τοποθετήσεις του. Προσπάθειά του ήταν, σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, να διαφωτίσει, παρά να συγχύσει και να βοηθήσει, παρά να παρασύρει. Οι τοποθετήσεις του κατά την ακροαματική διαδικασία ήσαν απολύτως ταυτισμένες και σταθερές με αυτά που είχε αναφέρει προηγουμένως στα ιατρικά του πιστοποιητικά - τεκμήρια 11 και 12 και τούτο επισημαίνεται, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά για να καταδείξει τη σταθερότητα της εκδοχής του. Σε σχέση με τη γνωμάτευση του γιατρού Οδυσσέα Αθάνατου (βλ. τεκμήριο 10), επί της οποίας στηρίχθηκε ανάμεσα σε άλλα, για να κατασταλάξει στα πορίσματά του, διευκρίνισε - αφού από τα δικά του πιστοποιητικά κάτι τέτοιο δεν εξάγεται με σαφήνεια - ότι όντως, η μυϊκή ατροφία στην περιοχή του μηρού οφείλεται μόνον μερικώς στον τραυματισμό από το δυστύχημα και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, στην προϋπάρχουσα κατάσταση. Είπε επίσης ότι συμφωνεί με τη γνώμη του ορθοπεδικού Κώστα Χριστοδουλάκη (βλ. τεκμήριο 9), ότι αν και δεν παρατηρήθηκαν οστεοαρθρικές αλλοιώσεις κατά το χρόνο της εξέτασης του από αυτόν στις 3.1.02, υπάρχει πιθανότητα να παρατηρηθούν στο μέλλον, ασχέτως αν μέχρι σήμερα κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει. Δέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του Μιχάλη Πηλαβάκη, ως αξιόπιστη. Ο ενάγων γεννήθηκε στις 5.11.68, είναι παντρεμένος και πατέρας τεσσάρων ανήλικων παιδιών. Αμέσως μετά το δυστύχημα, διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου, αφού του έγινε κλινικός και ακτινολογικός έλεγχος, μεταφέρθηκε στην κλινική «Ευαγγελίστρια» για περαιτέρω θεραπεία. Ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος υπέστη κάταγμα σκαφοειδούς οστού τού αριστερού καρπού και συντριπτικό κάταγμα τού κάτω τριτημορίου της δεξιάς κνήμης και περόνης, με γραμμοειδή επέκταση στην ποδοκνημική άρθρωση. Χειρουργήθηκε την ίδια μέρα, υπό γενική αναισθησία. Το κάταγμα της κνήμης ανατάχθηκε και σταθεροποιήθηκε με πλάκα και βίδες ενώ το άκρο ακινητοποιήθηκε σε γύψινο επίδεσμο, όπως και η αριστερή πηχιοκαρπική. Ως εκ της εγχείρησης, δημιουργήθηκε ουλή μήκους 25 εκατοστών στην πρόσθια επιφάνεια της δεξιάς κνήμης, η οποία έχει σήμερα επουλωθεί και είναι δυσκόλως ορατή. Βγήκε από την κλινική στις 31.3.
- Ο γύψινος επίδεσμος από τον καρπό αφαιρέθηκε στις 2.5.01, αφού το κάταγμα είχε πορωθεί πλήρως, ενώ από την κνήμη, στις 18.7.01, οπόταν και άρχισε η φυσιοθεραπευτική αγωγή. Παράμεινε εκτός εργασίας μέχρι τις 14.12.
- Παρουσίαζε άλγος στη δεξιά κνήμη, στην περιοχή του κατάγματος και στην ποδοκνημική, το οποίο επιδεινωνόταν με τις αλλαγές του καιρού και τη φυσική φόρτιση. Λόγω της σοβαρότητας των τραυμάτων, έτυχε αναρρωτικής άδειας διαρκείας εννέα μηνών, δηλαδή, από τη μέρα του δυστυχήματος, μέχρι την 14.12.
- Στις 7.11.03, υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου αφαιρέθηκαν τα υλικά της οστεοσύνθεσης και έγινε καθαρισμός της περιοχής. Του χορηγήθηκε επιπρόσθετη αναρρωτική άδεια δύο μηνών μέχρι την 6.1.
- Το κάταγμα του σκαφοειδούς αντιμετωπίστηκε συντηρητικώς και επουλώθηκε εντός του αναμενόμενου χρόνου των έξι εβδομάδων, χωρίς ο καρπός να παρουσιάζει ανατομικό ή λειτουργικό έλλειμμα. Το κάταγμα της κνήμης επουλώθηκε στην ανατομική του θέση. Παρουσιάζει μυϊκή ατροφία στην περιοχή του μηρού η οποία οφείλεται, μερικώς, στον τραυματισμό του και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, στην προϋπάρχουσα κατάσταση. Το ίδιον αφορά και στις ενοχλήσεις που παρουσιάζει στο δεξί γόνατο. Υποφέρει από ευαισθησία και πόνο κατά τις καιρικές αλλαγές με φυσική φόρτωση, κάτι που αναμένεται να συνεχίσει στην περιοχή του κατάγματος της κνήμης. Δεν υπάρχουν μετατραυματικές αλλοιώσεις, παρόλο που είναι δυνατόν να υπάρχει συνέχιση των ενοχλημάτων κατά τη βάδιση σε ανώμαλο έδαφος ή μετά από παρατεταμένη ορθοστασία. Στην παιδική του ηλικία, ο ενάγων υπέστη δύο χειρουργικές επεμβάσεις στο δεξιό ισχίο και δεξιό γόνατο για διόρθωση παραμόρφωσης των άκρων. Ως εκ της διορθωτικής οστεοτομής, προκλήθηκε βράχυνση στο μηριαίο οστό με αποτέλεσμα τώρα να βαδίζει με μικρή χωλότητα. Προκλήθηκε επίσης μυϊκή ατροφία στην περιοχή, η οποία αυτή τη στιγμή προσδιορίζεται σε 3.5 εκατοστά και είναι βελτιωμένη από την αρχική μετατραυματική περίοδο. Η ατροφία αποδίδεται κατά πρώτο λόγο στα προβλήματα που δημιουργήθηκαν εξαιτίας των επεμβάσεων που υπέστηκε στο μηριαίο και γόνατο, πριν τον τραυματισμό του. Η παρατηρούμενη ανισοσκέλεια, δεν έχει επηρεαστεί με κανέναν τρόπο από τη μικρή συνδρομή στην υφιστάμενη μυϊκή ατροφία. Η κινητικότητα του αριστερού γόνατος υπολείπεται 10° του φυσιολογικού εύρους, γεγονός που οφείλεται και αυτό, σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, στην επέμβαση που του έγινε κατά την παιδική του ηλικία. Ο τριγμός που παρατηρείται κατά την κάμψη του δεξιού γόνατος, που είναι σχεδόν πλήρης όπως και του αριστερού, επίσης οφείλεται στη διορθωτική επέμβαση της παραμόρφωσης στο γόνατο και όχι στους τραυματισμούς ως εκ του δυστυχήματος. Οι τραυματισμοί που υπέστηκε από το δυστύχημα (καθώς και τα συνεπακόλουθα τους), υπήρξαν επώδυνοι και τον ταλαιπώρησαν σε σημαντική έκταση, προκλήθηκαν δε από αυτό, κατά αιτιώδη συνάφεια, ως η φυσική, εγγύς και ευλόγως προβλεπτή απόρροια του. Η επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για τον πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια ανέσεων, έχει ως παράμετρο κρίσης τις σωματικές και άλλες βλάβες του ενάγοντα καθώς και την ένταση του άμεσου και επακόλουθου πόνου και έκταση της ταλαιπωρίας του. Όσον και αν κάθε περίπτωση κρίνεται αναλόγως των δικών της γεγονότων, προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις αποκαλυπτικές του μέτρου της αποζημίωσης είναι καθοδηγητικές για τον υπολογισμό του ύψους της, νοουμένου βεβαίως ότι ενυπάρχει αναλογικότητα στην έκταση, φύση και επακόλουθα των βλαβών. Στις περιπτώσεις αποφάσεων ξένων δικαστηρίων γίνονται οι αναγκαίες αναπροσαρμογές, με τις ημεδαπές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Προσμετρούν ανάμεσα σ' άλλα, η συνεχής πτώση της αγοραστικής αξίας του χρήματος, η δεδομένη τάση για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με αυτές που επιδικάζονταν στο παρελθόν - με επίγνωση ότι η τάση αυτή πρέπει να περιορίζεται στα σωστά πλαίσια της λογικής και δίκαιης για όλους τους διαδίκους αποζημίωσης - καθώς επίσης και η βαρύτητα που εκάστοτε προσδίδεται σε παρόμοιους παράγοντες. Στόχο αποτελεί η επιδίκαση δίκαιου και εύλογου ποσού αποζημίωσης και όχι η απόδοση του μέγιστου δυνατόν ποσού σε χρήμα προς τελεία αποζημίωση ή για τιμωρία του αδικοπραγούντα. Ο υπολογισμός στη βάση αισθημάτων συμπάθειας προς το πρόσωπο του θύματος πρέπει να αποφεύγεται, χωρίς όμως να εννοείται ότι η απονομή των αποζημιώσεων δεν πρέπει να είναι επαρκής. Αφού έλαβα υπόψη τα στοιχεία που συνέθεσαν τα τραύματα του ενάγοντα, τη φύση, έκταση και επιπτώσεις τους στο άτομό του, συμπεριλαμβανομένου του πόνου, αγωνίας, οδύνης και ταλαιπωρίας του, κατέληξα, κατ' ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, ότι ποσόν Λ.Κ18.000, θα συνιστούσε υπό τις περιστάσεις εύλογη και δίκαιη απονομή γενικών αποζημιώσεων. Το ποσόν, αντικειμενικά ιδωμένο, ισοζυγίζει δίκαια την αναγκαιότητα επιδίκασης αντιπροσωπευτικής και επαρκούς αποζημίωσης και το επιβεβλημένο αποφυγής εναπόθεσης στους ώμους των εναγόμενων, απαράδεκτου κοινωνικού βάρους. Καταλήγοντας στο ποσόν αυτό είχα κατά νουν τις αρχές που προανέφερα, καθώς και τις αποφάσεις στις με παρέπεμψαν οι δικηγόροι,[1] όπως και άλλες[2], με τις αναλόγως μικρές ή μεγάλες διαφοροποιήσεις τους από τους επίδικους τραυματισμούς. Σε σχέση με τις ζητούμενες ειδικές αποζημιώσεις για την περίοδο που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, η απαίτηση του ενάγοντα χωρίζεται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη, αφορά σε απώλεια εισοδημάτων ύψους Λ.Κ.19.800, από διαφορές επιχειρήσεις τις οποίες εξυπηρετούσε με πιστοποιήσεις και διεκπεραιώσεις εγγράφων και η δεύτερη, παρομοίως, με την απώλεια εισοδημάτων ύψους Λ.Κ.8.250, από το σταθερό του εργοδότη που, τότε, ήταν το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Σία. Θα ασχοληθώ με τις δύο κατηγορίες σε ξεχωριστές ενότητες, αμέσως πιο κάτω. ΑΠΩΛΕΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ. Ο ενάγων κατάθεσε έξι βεβαιώσεις από δικηγορικά, λογιστικά και άλλα γραφεία (βλ. τεκμήρια 2(α)-(στ)), στις οποίες αναφέρεται η κατά μέσον όρον μηνιαία πληρωμή του για τις διάφορες υπηρεσίες που τους παρείχε τον αμέσως προηγούμενο χρόνο του δυστυχήματος, δηλαδή κατά το
- Πιο συγκεκριμένα, ο ενάγων κατά το 2000, λάμβανε κατά μέσον όρο Λ.Κ.300 μηνιαίως, από το δικηγορικό γραφείο Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία (βλ. τεκμήριο 2(α)), Λ.Κ.500 από το δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Σοφοκλέους & Σία (βλ. τεκμήριο 2(β)), Λ.Κ.250, περίπου από το δικηγορικό γραφείο Π. Παπαγεωργίου & Σία (βλ. τεκμήριο 2(γ)), Λ.Κ.450, από το δικηγορικό γραφείο Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία (βλ. τεκμήριο 2(δ)), Λ.Κ.500, από το λογιστικό οίκο KPMG (βλ. τεκμήριο 2(ε)) και Λ.Κ.200, από την εταιρεία Cyworld Business Centre Limited (βλ. τεκμήριο 2(στ)). Τα ποσά αυτά, πολλαπλασιαζόμενα επί εννέα μήνες που διήρκησε η πρώτη φάση της αναρρωτικής άδειας του ενάγοντα, αθροίζονται, στο ποσόν των Λ.Κ.19.800, εκτός αριθμητικού λάθους. Το κονδύλι όμως αυτό δε μπορεί να επιδικασθεί για τρεις διαζευκτικούς και ουσιώδεις λόγους: Πρώτον, το περιεχόμενο των βεβαιώσεων είναι πολύ γενικό για να αποτελέσει βάση επιδίκασης ειδικών αποζημιώσεων, με δεδομένη ασφαλώς την αυστηρότητα που ορίζει η νομολογία σε τέτοιες περιπτώσεις (βλ. Ηρακλέους v. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Η αναφορά σε «κατά μέσον όρον» μηνιαίως καταβαλλόμενων ποσών, δε χαρακτηρίζεται από την αναμενόμενη ακρίβεια, ούτε και η προφορική μαρτυρία του ενάγοντα συγκεκριμενοποίησε τα πράγματα - στο βαθμό ασφαλώς που αυτό θα μπορούσε να είναι εφικτό - έτσι ώστε να οδηγήσει σε διαφορετική ενδεχομένως κατάληξη. Ούτε δόθηκε μαρτυρία ως προς το τι εννοούσαν οι συντάκτες των βεβαιώσεων, με την αναφορά σε μέσο όρο, με αυτονόητη όμως και εύλογη την ερμηνεία ότι τα ποσά αυτά θα μπορούσαν να ήσαν μεγαλύτερα, μικρότερα ή και τα ίδια με τα αναφερόμενα, με παντελώς απροσδιόριστη την εκάστοτε διακύμανση, και αφήνω κατά μέρος (διότι δε συζητήθηκε άμεσα η πτυχή αυτή), το γεγονός ότι πουθενά στις βεβαιώσεις δεν αναφέρεται ή δεν αφήνεται με καθαρότητα να νοηθεί, έστω, η προοπτική συνέχισης της συνεργασίας των υπό αναφορά επιχειρήσεων με τον ενάγοντα και κατά τη διάρκεια της περιόδου 14.3.01 μέχρι 14.12.01, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που παρουσιάζονται ότι υπήρχαν κατά το
- Δε δόθηκε επίσης μαρτυρία περί της όποιας συνεργασίας των επιχειρήσεων αυτών με τον ενάγοντα κατά την περίοδο 1.1.01 μέχρι 14.3.
- Είναι γεγονός, ότι στην παράγραφο 9(δ) της Έκθεσης Απαίτησης διατυπώνονται με ακρίβεια τα ποσά που φερόμενα αναλογούν στην κάθε επιχείρηση, για όλη τη σχετική περίοδο που ο ενάγων βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια. Η δικογραφία όμως δεν αποτελεί μαρτυρία στην απουσία παραδοχής (που δεν υπάρχει εδώ) και ως εκ τούτου δε μπορεί να συμπεραθεί επαρκώς ότι το ποσόν που αντιστοιχεί στην κάθε επιχείρηση, όπως δικογραφείται, αποτελεί πραγματικά την απώλεια του ενάγοντα ως εκ του πολλαπλασιασμού του κατά μέσον όρον απολεσθέντος ποσού, με τους εννέα μήνες της απουσίας του. Τα πράγματα θα ήταν πιθανώς διαφορετικά αν στις βεβαιώσεις διατυπωνόταν με ενάργεια το συνολικό ποσόν των εργασιών έτσι ώστε να συνάδει με τη δικογραφία, με παρεπόμενο η αναφορά σε μέσους όρους, να καθίσταται άνευ σημασίας. Ο ενάγων απείχε πολύ από την κατάλληλη απόδειξη του κονδυλίου αυτού και στη βάση του τρόπου με τον οποίο εξελίχθηκε η αντεξέταση του επί της πτυχής αυτής και της αμφισβήτησης αυτού καθ΄ αυτού του περιεχομένου τους ως, το λιγότερον, ανακριβούς αλλά και της αδυναμίας του να καλύψει την ασάφεια με τη δική του μαρτυρία, δε θα το θεωρούσα ορθόν και δίκαιον να επιδικάσω κατ΄ αποκοπήν ένα συνολικό ποσό αποζημίωσης, κάτι που στη θεωρία του πράγματος, θα ενέπιπτε εντός των πλαισίων των νομίμων επιλογών του Δικαστηρίου (βλ. Παναγιώτου v. Φραγκέσκου και Άλλου (ανωτέρω)). Δεύτερον, όπως ήδη έχει λεχθεί πιο πάνω, το περιεχόμενο των βεβαιώσεων αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση - και υπάρχει απόκλιση επί τούτου από την αντίθετη τοποθέτηση του ενάγοντα κατά τις αγορεύσεις - διότι, πέραν της γενικής υφής της αντεξέτασης σε σχέση με διάφορες πτυχές του περιεχομένου των βεβαιώσεων αυτών, είχεν υποβληθεί με καθαρότητα στον ενάγοντα ότι αυτό το περιεχόμενο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι του δόθηκαν με σκοπό να βοηθήσουν στην υπόθεση του και τίποτε περισσότερον. Ενόψει τούτου και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των άρθρων 27 και 34 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, όπως τροποποιήθηκε, δε θα μπορούσε να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύνουσα σημασία στην υπό αναφορά μαρτυρία. Ο ενάγων δεν προσκόμισε τους συντάκτες των βεβαιώσεων ή άλλη σχετική μαρτυρία προς αυτήν την κατεύθυνση για να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς του. Είχε ασφαλώς το δικαίωμα της επιλογής της μαρτυρίας που θα παρουσίαζε. Αν και ο συνήγορος του ενάγοντα δεν ήγειρε θέμα εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 26 του Κεφ.9, που αφορά στην εξουσία κλήτευσης μαρτύρων για αντεξέταση σε περίπτωση εξ ακοής μαρτυρίας, σημειώνεται ότι η μη χρησιμοποίηση των προνοιών αυτών εκ πλευράς εναγομένων δε μπορεί να θεωρηθεί ως παραδοχή της αλήθειας του περιεχομένου των δηλώσεων ούτε και ως κώλυμα πρόταξης οποιασδήποτε αμφισβήτησης σε σχέση με αυτά που προκύπτουν από τα εν λόγω έγγραφα. Οι πρόνοιες του άρθρου 26, αποτελούν διαδικαστικό μηχανισμό που και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες δεν υφίστανται εδώ, να συνδράμει στη δυνατότητα εξαγωγής ευρημάτων διά της αποδοχής ή όχι μιας τέτοιας μαρτυρίας ως εκ της ενεργοποίησης ή παράλειψης ενεργοποίησης των διατάξεων της. Τρίτον, ο ενάγων παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι ουδέποτε δήλωσε στο φόρο εισοδήματος τα ποσά που έπαιρνε από τις υπηρεσίες που παρείχε στις προαναφερθείσες επιχειρήσεις και ότι - σε αντίθεση με το τι έπραξε αναφορικά με τα εισοδήματα του από το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Σία (ζήτημα με το οποίο ενασχολείται η απόφαση πιο κάτω) - ουδέποτε τα δήλωσε στο φόρο εισοδήματος. Λόγω αυτού, και αν ακόμη μπορούσε να διαπιστωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό ποιο ήταν το ύψος των εισοδημάτων του από τις επιχειρήσεις αυτές, δε θα μπορούσαν, ως θέμα αρχής, να ληφθούν υπόψη ως μαρτυρία για σκοπούς στοιχειοθέτησης απαίτησης προς επιδίκαση απολεσθέντων εισοδημάτων, κάτω από οποιανδήποτε κατηγορία αποζημιώσεων. Ως θέμα δημόσιας πολιτικής - και με εξαίρεση όλα όσα προκύπτουν από την εφαρμογή του Περί Ρύθμισης Φορολογικών Υποχρεώσεων (Ειδικές Διατάξεις) Νόμου 215(I)/04, περί του οποίου γίνεται αναφορά πιο κάτω - δεν επιτρέπεται σε φορολογούμενο ο οποίος παρέλειψε να αποκαλύψει στο φόρο εισοδήματος τα εισοδήματά του, να τα επικαλεστεί αργότερα για να αποκτήσει άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ορφανίδου ν. Ορφανίδη (ανωτέρω) και έχει ευρεία εφαρμογή. Ισχύει οπωσδήποτε και σε περιπτώσεις όπως η παρούσα. Επομένως, και από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιόν μου με βάση την οποία θα μπορούσα να οδηγηθώ σε ασφαλές συμπέρασμα για την ισχυριζόμενη απώλεια εισοδήματος, του ενάγοντα. Η πιο πρόσφατη απόφαση στην Κωνσταντινίδης v. Φιλίππου
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 807, δε μεταβάλλει το σκηνικό. Εκεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε προς όφελος του εφεσίβλητου (ο οποίος ήταν δημοτικός υπάλληλος), συγκεκριμένο ποσόν, ως απώλεια μισθών από επιπρόσθετη εργασία που εκτελούσε ως κατασκευαστής καλουπιών, παρόλο που δεν τηρούνταν κάρτες κοινωνικών ασφαλίσεων και ούτε είχαν υποβληθεί φορολογικές δηλώσεις για την επιπρόσθετη αυτή απασχόληση του, στη βάση του σκεπτικού ότι, στην Κακόψιτος και Άλλος v. Παναγή και Άλλου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ 839, δεν είχαν παρουσιαστεί γραπτά στοιχεία, ενώ στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν υπήρχαν γραπτά στοιχεία έτσι ώστε να τίθετο θέμα παρουσίασης τους στο Δικαστήριο. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στη βάση της αξιοπιστίας της πρωτοδίκως προσκομισθείσας μαρτυρίας, χωρίς οποιανδήποτε συζήτηση (μια και δε φαίνεται να τέθηκε απευθείας ένα τέτοιο ζήτημα), είτε της υπόθεσης Ορφανίδου v. Ορφανίδη (ανωτέρω), είτε του ζητήματος της δημόσιας πολιτικής. Κάποιες σποραδικές διακηρύξεις σε αγγλικές αποφάσεις περί του ότι η παράλειψη δήλωσης εισοδημάτων στο φόρο εισοδήματος, δεν αποστερεί από τον απαιτητή τη δυνατότητα να τα αξιώσει όχι μόνον ως ειδική αποζημίωση αλλά και ως απώλεια μελλοντικών απολαβών, θα πρέπει να προσεγγιστούν με μεγάλη επιφυλακτικότητα για τα κυπριακά δεδομένα, όχι μόνον διότι το Δικαστήριο δεσμεύεται από την κυπριακή νομολογία, αλλά και διότι οι εν λόγω αποφάσεις δε καταπιάστηκαν, ουσιωδώς, με την πτυχή της δημόσιας πολιτικής και συμφέροντος που αφορά στο ζήτημα, όπως έπραξε το δικό μας Εφετείο, με σαφή στόχευση και διάθεση. Η αγγλική θεώρηση είναι ότι η προκύπτουσα παρανομία τής μη υποβολής των αληθινών στοιχείων στο φόρο εισοδήματος, δε μολύνει με παρανομία τα εισπραχθέντα ποσά, τα οποία, ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεωρούνται νόμιμα και ότι το Δικαστήριο, καταλήγοντας στο ύψος της αποζημίωσης, θα πρέπει να προβαίνει και στην ανάλογη αφαίρεση του φόρου που θα έπρεπε να είχε καταβληθεί, αν είχαν δηλωθεί. Βεβαίως, το αφαιρετέο ποσό, δεν καταλήγει στα ταμεία του κράτους παρά μόνον, απλώς, δεν αφαιρείται από τη τσέπη του εναγόμενου ή τα ταμεία που τον καλύπτουν. Οι δικαστικές τοποθετήσεις επί του ζητήματος στις αγγλικές αποφάσεις, όχι μόνον έγιναν παρεμφερώς (obiter) αλλά, κάποιες απ' αυτές, βρίσκονται και σε σύγκρουση μεταξύ τους, ως προς το ποια θα πρέπει να επικρατήσει, εν τέλει, ως η ορθότερη προσέγγιση (βλ. Kemp & Kemp, Τόμ. 1, παρ. 8-005 - 8-010, 12-015 - 12-017). ΑΠΩΛΕΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΙΑ. Είναι παραδεκτό ότι οι καθαρές μηνιαίες απολαβές του ενάγοντα κατά το 2001, ήσαν Λ.Κ.763.23. Δεν αμφισβητήθηκε ότι παρέμεινε εκτός εργασίας για συνολική περίοδο έντεκα μηνών, δηλαδή, μεταξύ 14.3.01 και 14.12.01, καθώς και μεταξύ 7.11.03 και 6.1.04 (στην παράγραφο 9(δ), της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται η 7.1.04, πλην όμως η ημερομηνία 6.1.04, αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του ενάγοντα και υιοθετήθηκε στην αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου του). Το συνολικό ποσόν που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των καθαρών απολαβών με τη χρονική απουσία του ενάγοντα από την εργασία του είναι Λ.Κ.8.395,53 (Λ.Κ.763,23 x 11 = Λ.Κ.8.395,53, εκτός αριθμητικού λάθους) και όχι Λ.Κ.8.250, που ζητείται στην Έκθεση Απαίτησης. Το ποσόν όμως των Λ.Κ.8.250, προτάχθηκε ως ζητούμενο και κατά την αγόρευση του δικηγόρου του ενάγοντα και ως εκ τούτου, θεωρώ ότι συνειδητώς το κονδύλι αυτό περιορίστηκε αναλόγως. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων εισηγήθηκε απόρριψη της αξίωσης αυτής για δύο λόγους: Ο πρώτος, αφορά στη θέση ότι το ποσόν δεν είχε δηλωθεί στο φόρο εισοδήματος ευθύς εξαρχής καθώς έπρεπε, παρά μόνον δηλώθηκε κατοπινά, με βάση τις πρόνοιες του Ν.215(I)/04 (βλ. τεκμήριο 3), με αποτέλεσμα, ως εκ του σκεπτικού στην Ορφανίδου v. Ορφανίδη (ανωτέρω), η αξίωση να καθίσταται ανέφικτη ως εκ της παρανομίας που τη χαρακτηρίζει, ανεξαρτήτως της μετέπειτα συμμόρφωσης με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις. Ο δεύτερος, σχετίζεται με την ανεπάρκεια της Βεβαίωσης Περί Ειδικής Φορολογικής Διευθέτησης Κεφαλαίων ή Εισοδημάτων - τεκμήριο 3, ως μαρτυρίας (οποιαδήποτε βαρύτητας) αφού δεν κλητεύθηκε αρμόδιος λειτουργός ή ο συντάκτης της για να την καταθέσει και να αναφερθεί σε αυτήν σχετικώς. Έγινε μάλιστα επί τούτου κατ΄ αναλογίαν επίκληση στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταμπούρας v. Κολάνη, Αρ. Αγ. 632/02, ημ. 31.5.07, όπου είχε αποφασιστεί ότι βεβαίωση που είχε κατατεθεί ως τεκμήριο χωρίς να δοθούν εξηγήσεις για τη μη κλήση του συντάκτη της για σκοπούς προφορικής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ήταν η καλύτερη δυνατόν μαρτυρία που θα μπορούσε να προσκομιστεί σε εκείνη περίπτωση. Αναφορικώς με τον πρώτο λόγο, αυτό που παρατηρείται είναι το γεγονός ότι το τεκμήριο 3 (σε αντίθεση με το έγγραφο που αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης στη Ταμπούρας v. Κολάνη (ανωτέρω)), αποτελεί έγγραφο δημόσιας αρχής (και τούτο παρέμεινε αναμφισβήτητο), το οποίο έγινε αποδεκτό ως μαρτυρία βάσει του άρθρου 35 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, αλλά - και σε κάποια έκταση - βάσει του άρθρου 5
(2)του Ν.215(I)/04, ως απόδειξη του περιεχομένου του. Δε δόθηκε αντικρουστική μαρτυρία. Το έγγραφο κατατέθηκε από τον ενάγοντα ως νόμιμο κάτοχό του. Το ότι αποτελεί αντίγραφο, δικαιολογήθηκε από τον ενάγοντα στη βάση ότι απωλέσθηκε και υπήρξε αδυναμία εντοπισμού του. Ούτε αυτό αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 34 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, δεν υφίσταται εν προκειμένω οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων. Το ίδιον ισχύει και σε σχέση με τις εξουσίες που παρέχει το άρθρο 36 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, βάσει των οποίων το Δικαστήριο δύναται, για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αφού λάβει υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, να μην αποδεχθεί ως μαρτυρία οποιονδήποτε έγγραφο. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος που προβλήθηκε από την υπεράσπιση δε γίνεται αποδεκτός. Σε σχέση με το δεύτερο λόγο, δεν τίθεται εδώ ζήτημα οποιασδήποτε επιλήψιμης συμπεριφοράς του ενάγοντα καθότι τα έσοδα αυτά δηλώθηκαν, τελικώς, στην αρμόδια κρατική υπηρεσία με βάση ειδικώς θεσπισθείσα νομοθεσία, δηλαδή το Ν.215(I)/04, κάτι που χωρίς πολλά, διαφοροποιεί τα μέγιστα την παρούσα υπόθεση από όσα συναφώς συζητήθηκαν στην Ορφανίδου v. Ορφανίδη (ανωτέρω). Ως εκ των πιο πάνω, το κονδύλι αυτό των ειδικών αποζημιώσεων έχει αποδειχθεί με την απαιτούμενη επάρκεια. Με βάση τα προαναφερθέντα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, ως ακολούθως: (α) Λ.Κ.18.000, ως γενικές αποζημιώσεις, με τόκο προς 8% ετησίως, από την ημερομηνία του δυστυχήματος στις 14.3.01, μέχρι εξοφλήσεως. (β) Λ.Κ.8.250, ως ειδικές αποζημιώσεις, με τόκο προς 8% ετησίως, από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής στις 28.2.03, μέχρι εξοφλήσεως. (γ) Λ.Κ.6.665, ως ειδικές αποζημιώσεις, με τόκο προς 8% ετησίως, από την ημερομηνία καταχώρησης της πρώτης Έκθεσης Απαίτησης στις 8.4.04, μέχρι εξοφλήσεως. Καθορίζοντας τη χρονική έναρξη της τοκοφορίας, είχα υπόψη το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 58(Α) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και τη νομολογία που το ερμήνευσε (βλ., μεταξύ άλλων, Κούρρης ν. Παπαδόπουλου και Άλλου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1147). Έλαβα υπόψη το γεγονός ότι το ατύχημα συνέβηκε στις 25.7.01 και ότι τα τραύματα και οι ζημιές του ενάγοντα είχαν αποκρυσταλλωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό πριν την 11.11.02, που καταχωρήθηκε η αγωγή. Η καθυστέρηση παρέμεινε ανεξήγητη. Ο ενάγοντας είχε το βάρος παράθεσης τέτοιων στοιχείων που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την ενάσκηση της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε, όμως δεν το έπραξε (βλ. Στυλιανού v. Μάτση και Άλλου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1288). Τα έξοδα και ο Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα (το συνολικό ποσό της απόφασης είναι Λ.Κ.32.915, πλέον οι αναλογούντες τόκοι) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον. Πρωτοκολλητής. /Μ.Ρ. [1] Από τον ενάγοντα: Constantin v. Αντωνιάδη
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1701, Γεωργίου v. Αντωνίου
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 967, Ανδρέου v. Θεμιστοκλέους
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 355. Από τις εναγόμενες: Σοφοκλέους v. Χαριλάου
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1645 Παναγιώτου v. Φραγκέσκου και Άλλου
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 687, Κυριάκου v. Φινοπούλου
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1950., Κούρρης v.Παπαδοπούλου και Άλλου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1147 και Μαίττας v. Γεωργίου και Άλλων
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ.1. [2] Βλ. Νικολαίδης, Φρ., Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες
(1996), Πίνακας V,Barrie, Personal Injury Law,2η Εκδ., 2005, παρ. 22.140 μέχρι 22.166 , Χαραλάμπους v. Ξυδά, Π.Ε.291/05, ημ. 26.6.07,Κωνσταντινίδης v. Παπαμιλτιάδους και Άλλων, Π.Ε.12017, ημ. 14.6.07 . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο