← Κύπρος

Alpha Bank Ltd ν. Τάκη Σοφοκλέους, Αρ. Αγωγής: 6115 /06, 28 Σεπτεμβρίου, 2007

Alpha Bank Ltd ν. Τάκη Σοφοκλέους, Αρ. Αγωγής: 6115 /06, 28 Σεπτεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6115 /06 Μεταξύ: Alpha Bank Ltd Εναγόντων και Τάκη Σοφοκλέους Εναγομένου _ _ _ _ _ _ Μονομερής αίτηση ημερ. 12.10.06 και προσωρινό διάταγμα ημερ. 24.10.06 28 Σεπτεμβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ : Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα. Ε. Μιχαηλίδου για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου. Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ου η αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης για κ. Χ. Κυριακίδη. _ _ _ _ _ _ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 24.10.06, κατόπιν μονομερούς αίτησης των Εναγόντων-Αιτητών, εκδόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο εμποδίζετο ο Εναγόμενος-Καθ΄ου η αίτηση να πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, υποθηκεύσει ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία στις Πάνω Πλάτρες και την Ορόκλινη. Ο Καθ΄ου η αίτηση έφερε ένσταση στη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Καταχώρισε γραπτή ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση με επισυνημμένα διάφορα έγγραφα. Δεν αντεξετάστηκε κανένας από τους ομνύοντες και οι δύο πλευρές καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, άρθρα 5, 7 και 9, η Δ.48 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στη γραπτή αγόρευση των Αιτητών γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την αίτηση, όσο και σε σχετική νομολογία. Η κα. Ε. Μιχαηλίδου αιτήθηκε όπως το προσωρινό διάταγμα γίνει απόλυτο σε σχέση με το ακίνητο στις Πάνω Πλάτρες μόνο και απέσυρε το αίτημα της σε σχέση με το ακίνητο στην Ορόκλινη. Στην προφορική αγόρευση του ο συνήγορος του Καθ΄ου η αίτηση υιοθέτησε τους λόγους ένστασης και τα γεγονότα όπως αναφέρονται στην συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών πιο κάτω. Δεν θα επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, αφού κρίνω πως κάτι τέτοιο είναι αχρείαστο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία (Σεβαστού ν. Σεβαστού

(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980). Θα σκιαγραφήσω, εκεί που χρειάζεται, τα ουσιώδη γεγονότα, για να διαφανεί καλύτερα η ουσία της διαφοράς. Η ουσία επί της οποίας στηρίχθηκε το αίτημα αφορά το ποσό των Λ.Κ. 110.728,55 πλέον τόκους και έξοδα, υπόλοιπο από ειδικό τρεχούμενο λογαριασμό δυνάμει επενδυτικού σχεδίου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη που υποστηρίζει την αίτηση, δεν υπάρχει άλλη εξασφάλιση υπέρ των Εναγόντων, πλην της συμφωνίας ενεχυρίασης μετοχών του Εναγομένου προς όφελος των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης των επίδικων ακινήτων, η αξία των οποίων επί καταναγκαστικής πώλησης είναι Λ.Κ. 144.006 και Λ.Κ. 64.000 (η αγοραία αξία είναι Λ.Κ. 180.000 και Λ.Κ. 80.000) αντίστοιχα και επειδή υπάρχει, ως πληροφορείται ο ομνύων, κίνδυνος αποξένωσης των εν λόγω ακινήτων με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες, αν εκδοθεί απόφαση υπέρ τους να μην ικανοποιηθούν, επιζητήθηκε η έκδοση του αναφερόμενου διατάγματος. Ο Καθ΄ου η αίτηση προβάλλει σειρά ενστάσεων που αφορούν τόσο στην ουσία της διαφοράς όσο και στη διαδικασία. Θέτει, πέραν των διαφόρων άλλων ενστάσεων, σε σχέση με την ουσία των γεγονότων της αίτησης, ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν όλα τα γεγονότα στο Δικαστήριο και απέκρυψαν ουσιαστικά στοιχεία που αφορούν στην ενεχυρίαση των μετοχών του Εναγομένου προς όφελος των Εναγόντων. Είναι ακόμα η θέση του ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση των Αιτητών δεν υποστηρίζεται από τα αναγκαία υποστηρικτικά έγγραφα και ότι ελλείπει το κατεπείγον για την έκδοση του διατάγματος. Έχει νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πέραν της ικανοποίησης των τριών θεσμικών προϋποθέσεων, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos ν. Pieris Estates and Others
(1982)1C.L.R. 557, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029). Θεωρώ ότι δύο από τις θέσεις του κ. Μ. Κυριακίδη θα πρέπει να εξεταστούν άμεσα, προτού προχωρήσω στην επί μέρους εξέταση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Η μια ότι οι Αιτητές δεν κατέδειξαν το επείγον της αίτησης, και η άλλη ότι δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο. Και οι δύο εισηγήσεις κρίνω πως θα πρέπει να εξεταστούν άμεσα και τούτο γιατί το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, οπότε η υποχρέωση των Αιτητών για να καταδείξουν και τα δύο αυτά στοιχεία βρισκόταν στους ώμους τους. Το κατεπείγον, ως η νομολογία υποδεικνύει, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο προς έκδοση μονομερώς ενός διατάγματος, ενώ η υποχρέωση αποκάλυψης όλων των γεγονότων, όπως εξηγείται στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 ενυπάρχει στον αιτητή, στο στάδιο της εκδόσεως μονομερώς ενός διατάγματος, ως θέμα ύψιστης πίστεως και ως υποχρέωση που επιβάλλει την αποκάλυψη όλων των γεγονότων, έστω και αν είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Είναι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο που η εξέταση των δύο αυτών ζητημάτων θα πρέπει να εξεταστεί άμεσα και πρωταρχικά, αφού ουσιαστικώς άπτονται του θέματος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αλλά και της ουσίας του εκδοθέντος διατάγματος. ΄Οπως λέχθηκε στις υποθέσεις Stavros Hotels Aprts Ltd κ.ά. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από μονομερή αίτηση, απουσία δε του πιο πάνω στοιχείου στερεί το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας και επιφέρει την ακύρωσή του, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Το θέμα του επείγοντος μπορεί να ελεγχθεί τόσο στα πλαίσια προνομιακού εντάλματος αλλά και από το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεώρησης του διατάγματος εφόσον εκ των υστέρων διαφαίνεται ότι δεν παρουσιάσθηκαν ορθά τα στοιχεία, το δε άρθρο 32
(2)προνοεί και την εκ μέρους του Δικαστηρίου εκ των υστέρων ακύρωση του διατάγματος «... επί αποδείξει ευλόγου αιτίας ...». Επομένως, στα πλαίσια της συνεκτίμησης όλων των παραγόντων, περιλαμβανομένων και αυτών που θέτει η αντίδικη πλευρά, το στοιχείο του χρόνου μπορεί να επανεξεταστεί, όπως και η ύπαρξη των τριών κριτηρίων (βλ. Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704), είτε αυτόνομα είτε ως μέρος ενός γενικότερου ισχυρισμού περί απόκρυψης των πραγματικών δεδομένων. Στην Τσιαντής (ανωτέρω) έγινε επισκόπηση της σχετικής νομολογίας αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης. Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση της θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Θεωρώ ότι το νόημα της πιο πάνω αρχής που τέθηκε από τη νομολογία είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο ασκεί τη δικαιοδοσία του προς έκδοση διαταγμάτων με αίτηση ενός των διαδίκων χωρίς ειδοποίηση στον άλλο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων. Είναι σημαντικό ακόμα να λεχθεί ότι η εξέταση τόσο των δύο πιο πάνω ζητημάτων όσο και των λοιπών δεδομένων και προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία, γίνεται μέσα από τις υποστηρίζουσες τις αντίστοιχες θέσεις ένορκες δηλώσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
  1. Αποτελεί αναπόφευκτα το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Η ακρόαση της αίτησης διέπεται από τη Δ.48, θ.
  2. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118). Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Blue Arrow General Trad. Co. Ltd. v. Μικρού
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1427, με την τροποποίηση της Δ.48, θ.4 οι νομολογιακές θέσεις που έχουν διατυπωθεί στη Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453 έχουν ατονήσει. Διατηρείται όμως και υπάρχει, με την άδεια του Δικαστηρίου, το δικαίωμα αντεξέτασης. Όπως λέχθηκε οι ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν και συνεπώς ο Καθ΄ου η αίτηση δεν αμφισβητήθηκε σε αυτά που ορκίστηκε (Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528). Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση όλων των εγειρόμενων ζητημάτων θα κριθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αφού όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού (ανωτέρω) το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει, σωρευτικά μάλιστα, τις τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Έχοντας καθορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξεταστεί και κατ' επέκταση θα γίνει η ακρόαση της αίτησης, θα προχωρήσω να εξετάσω τα δύο πιο πάνω ζητήματα που τέθηκαν από τον κ. Μ. Κυριακίδη. Θα παραθέσω τους βασικούς ισχυρισμούς του Καθ΄ου η αίτηση όπως αναδύονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση για να διαφανούν καλύτερα οι επί μέρους εισηγήσεις του κ. Μ. Κυριακίδη. Ως λέχθηκε η απαίτηση στηρίζεται σε υπόλοιπο επενδυτικού σχεδίου. Σύμφωνα με όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο Καθ΄ου η αίτηση, που υποστηρίζονται από τα διάφορα έγγραφα που επισύναψε, ο επενδυτικός λογαριασμός τερματίστηκε από τους Αιτητές στις 17.6.
  1. Εξάλλου αυτό αναφέρεται και στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι η θέση του Καθ΄ου η αίτηση ότι από τις 17.6.02 που τερματίστηκε ο πιο πάνω λογαριασμός οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν σε δικαστικά μέτρα εναντίον του παρά μόνο με την καταχώριση της αγωγής την 19.9.06, ήτοι πέραν των τεσσάρων ετών αργότερα. Είναι ακόμα η θέση του ότι οι ενεχυριασθείσες μετοχές τον ουσιώδη χρόνο είχαν μεγάλη αξία (Λ.Κ. 114.000) που υπερέβαινε το ισχυριζόμενο χρέος και οι Ενάγοντες παρέλειψαν ή και αδιαφόρησαν να προχωρήσουν στην πώληση τους για να εξοφλήσουν τον επίδικο λογαριασμό. Οι μετοχές εξακολουθούν να είναι υπό ενεχυρίαση προς όφελος των Εναγόντων και η σημερινή τους αξία ανέρχεται στις Λ.Κ. 70.
  2. Τα γεγονότα αυτά παρουσιάζονται υπό διπλή άποψη. Τόσο από την σκοπιά ότι οι Αιτητές δεν κατέδειξαν το κατεπείγον όσο και υπό το πρίσμα της απόκρυψης τους από το Δικαστήριο όταν αποτάθηκαν μονομερώς για την έκδοση του διατάγματος. Σε άμεση συνάρτηση με αυτά, είναι η θέση του κ. Μ. Κυριακίδη ότι όχι μόνο οι Αιτητές απέκρυψαν τα πιο πάνω, αλλά δεν παράθεσαν στο Δικαστήριο τόσο την αξία των ενεχυριασθεισών μετοχών κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας όσο και σήμερα. Ακόμα ότι δεν παρουσίασαν εκτίμηση σχετικά με την αξία των επίδικων ακινήτων. Δεν θα αποφασιστεί τώρα το θέμα αυτό, ανεξάρτητα αν φαίνεται διαφορετική αναφορά στην ένορκη δήλωση των Αιτητών, αφού άπτεται της ουσίας. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι είχε και ο Καθ΄ου η αίτηση υποχρέωση να παρουσιάσει στοιχεία που αφορούν τις μετοχές καθώς και στοιχεία για την αξία των ακινήτων και ότι η αξία τους υπερβαίνει την απαίτηση των Εναγόντων (Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.α., Πολ. Έφεση αρ. 12026 ημερ. 8.9.06) πράγμα το οποίο μερικώς έπραξε προσκομίζοντας σχετικές εκτιμήσεις (Τεκμ. Α και Β) στις οποίες φαίνεται ότι η αγοραία αξία του ακινήτου στις Πάνω Πλάτρες είναι Λ.Κ. 390.000 ενώ του ακινήτου στην Ορόκλινη είναι Λ.Κ. 160.
  3. Άμεσα συναφές με το θέμα αυτό είναι και η εισήγηση του κ. Μ. Κυριακίδη ότι οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν την πηγή της πληροφόρησης τους περί του άμεσου κινδύνου που υπάρχει για την εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση αποξένωση των ακινήτων. Στη γραπτή αγόρευση τους οι Αιτητές αρνούνται ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο στοιχεία τέτοια που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος και ότι όσα στοιχεία παρέθεσε ο Καθ΄ου η αίτηση αποτελούν υπεράσπιση επί της ουσίας, που δεν είναι το παρόν στάδιο το κατάλληλο να εξεταστούν. Είναι νομολογημένο ότι η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή ενός δικογραφήματος δεν τα καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (Interpartemental Concerc «Uralmetrom» v. Besuno Ltd 2004 1(A) Α.Α.Δ. 557 και Νίνος Μιχαηλίδης Λτδ ν. Δρουσιώτη κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 877). Ο ομνύων για τους Αιτητές στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της έκθεσης απαιτήσεως, ενώ στην παράγραφο 3 αναφέρει ότι ο Εναγόμενος αληθινά οφείλει στους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ. 110.728,55 πλέον τόκους και έξοδα. Κανένα στοιχείο ή άλλες λεπτομέρειες παρατίθενται σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό και το αξιούμενο υπόλοιπο. Αντίθετα, στοιχεία και λεπτομέρειες που αφορούν το ιστορικό του επίδικου λογαριασμού τέθηκαν από τον Καθ΄ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του. Έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237 ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της δεδομένων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Κρίθηκε ακόμα, ότι σημαντικός είναι ο χρόνος τερματισμού της συμφωνίας και όχι το διάστημα για το οποίο ο λογαριασμός παρουσίαζε το ίδιο υπόλοιπο. Χρόνος επτά μηνών από τον τερματισμό των επιδίκων συμφωνιών μέχρι την καταχώριση της αγωγής δεν κρίθηκε απαγορευτικός προς έκδοση διατάγματος, λαμβάνοντας υπόψη ότι μετά τον τερματισμό ανταλλάγηκε αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων σε μια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους. Ούτε ακόμα θεωρήθηκε ως αρνητικό για τους αιτητές το γεγονός ότι αποτάθηκαν προς έκδοση διατάγματος με καθυστέρηση μεταξύ της καταχώρισης της αγωγής και της σχετικής αίτησης (Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α., Πολ. Έφεση 12144, ημερ. 27.3.06). Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και αντιπαραβάλλοντας όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις, συνάγεται ότι οι Αιτητές τερμάτισαν τον επίδικο λογαριασμό την 17.6.02. Δεδομένου του χρόνου τερματισμού της συμφωνίας, η διαπίστωση είναι ότι οι Ενάγοντες καταχώρισαν την αγωγή μετά από πάροδο πέραν των 4 ετών. Πέραν του ότι τα στοιχεία αυτά δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο όταν οι Αιτητές αποτάθηκαν μονομερώς για την έκδοση του διατάγματος, δεν υπάρχει ούτε και κάποια εξήγηση για το λόγο της ομολογουμένως πολύ μεγάλης καθυστέρησης στην προώθηση της αγωγής. Ως λέχθηκε ουσιαστική δικαιοδοτική προϋπόθεση στη βάση του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 είναι το κατεπείγον (βλ. Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1165 και τις αναφερόμενες αποφάσεις). Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία (Bacardi and Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Και στην παρούσα υπόθεση τίποτε δεν υπάρχει προς αυτή την κατεύθυνση. Με βάση όσα έχουν λεχθεί είναι η κρίση και η κατάληξη μου ότι οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Ο λόγος αυτός είναι αρκετός για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Άμεσα συναφές προς τα πιο πάνω είναι και το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Είναι καλά γνωστή η αρχή που διακηρύχθηκε στην Γρηγορίου (ανωτέρω), με αναφορά στη θεμελιακή υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe (C.A.)
(1988)1 W.L.R. 1350 για την υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορούν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Το αποτέλεσμα τέτοιας παράλειψης είναι ότι το Δικαστήριο, χωρίς να εξετάσει την ουσία ακυρώνει αμέσως τη διαταγή γιατί ακριβώς είναι θέμα ύψιστης πίστεως. Τι μπορεί κάθε φορά να αποτελούν ή και να συνιστούν ουσιώδη στοιχεία, εξαρτάται εξ αντικειμένου από τη φύση τους, και κατά πόσο είναι ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροασφαλής (Resola Cyprus Ltd ν. Χριστοδούλου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Είναι νομολογημένο ότι ουσιώδη στοιχεία, ακόμα και ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο είναι εκείνα που πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής και αν ένα γεγονός είναι ουσιώδες αποφασίζεται από το Δικαστήριο και όχι από τον διάδικο (Αριστοτέλους [ανωτέρω]). Αναποδράστως, το στοιχείο του κατεπείγοντος συναρτάται, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, άμεσα με το στοιχείο της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών δεδομένων και στοιχείων ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το χρόνο που οι Αιτητές αποτάθηκαν μονομερώς προς έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ο τερματισμός της συμφωνίας καθώς και το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα μέχρι την καταχώριση της αγωγής, καθώς και οι λόγοι που δεν προώθησαν άμεσα δικαστικά μέτρα οι Ενάγοντες, αποτελούσαν ουσιώδη συνιστώντα στοιχεία κατά την άσκηση της δικαστικής κρίσης όταν εκδίδετο το διάταγμα. Και όφειλαν οι Αιτητές να θέσουν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου όλα αυτά τα στοιχεία καθώς και το ιστορικό που αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό. Και αποτελεί άνευ ετέρου διαπίστωση ότι δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν αποτάθηκαν μονομερώς προς έκδοση του διατάγματος. Και δεν νομίζω να αμφισβητείται ότι τα στοιχεία αυτά ήσαν ουσιώδους σημασίας, δεδομένου του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος. Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Excl. Ltd κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1953). Οι πιο πάνω λόγοι είναι αρκετοί κατά την κρίση μου για να ακυρωθεί το διάταγμα και να απορριφθεί το αίτημα, χωρίς περαιτέρω εξέταση του επί της ουσίας (Σεβαστού και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου [ανωτέρω]). Υπάρχει όμως ακόμα ένα θέμα που εγείρεται από τον Καθ΄ ου η αίτηση και το οποίο προτίθεμαι να εξετάσω. Αφορά την επάρκεια της ένορκης δήλωσης των Αιτητών. Συγκεκριμένα επί του κινδύνου αποξένωσης της επίδικης ακίνητης περιουσίας. Ο ομνύων στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει ότι «εξ' όσων πληροφορούμαι υπάρχει άμεσος κίνδυνος αποξένωσης υπό του Εναγόμενου των ως άνω αναφερόμενων κτημάτων και είναι κατεπείγον όπως εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα .» Ηγέρθη από τον κ. Μ. Κυριακίδη κατά πόσο ο ομνύων αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Το ζήτημα πραγματεύεται σε όλες τις παραμέτρους του η υπόθεση Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301. Γίνεται γενική ανασκόπηση της νομολογίας, κυρίως στην περίπτωση αποξένωσης περιουσίας άλλης από το αντικείμενο της αγωγής όπως είναι και η παρούσα περίπτωση. Εξηγείται ότι το σχετικό κριτήριο, επί τέτοιων διαταγμάτων, είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντος, στο τέλος της ημέρας, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο που αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο, το Δικαστήριο χορηγεί το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, υπεδείχθη ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για την πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (βλ. επίσης Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1(B) Α.Α.Δ. 1121). Πρόκειται για την πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση της απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος. Είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο που απαιτείται εκ μέρους του ενάγοντος «στερεή μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι δεν θα ικανοποιηθεί η απόφαση. Δεν πρέπει ακόμα να παραγνωρίζεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να χορηγείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου και κυρίως ως βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης, το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε ακόμα πρέπει να παραγνωρίζεται, ότι η μονομερής έκδοση συντηρητικού διατάγματος συνιστά εξαιρετικό μέτρο και κατά παρέκκλιση του κανόνα φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Vuitton [ανωτέρω]). Στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), ο ισχυρισμός του αιτητή ήταν ότι οι πληροφορίες του προέρχονταν από κύκλους φιλικά προσκείμενους προς τους εναγόμενους πως οι τελευταίοι προσπαθούσαν να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Κρίθηκε ότι, αφ' εαυτού ο ισχυρισμός, ήταν αόριστος και δεν αποκάλυπτε την πηγή των πληροφοριών του και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να αγνοηθεί. Η προσκομισθείσα εν προκειμένω μαρτυρία διαφέρει ακόμα από όσα έχουν τεθεί στην υπόθεση Phasarias (ανωτέρω). Εκεί αφενός αντεξετάστηκε ο καθ΄ου η αίτηση και διεφάνη ότι όντως υπήρχαν επιβαρύνσεις υπέρ των τραπεζών, αφετέρου δε έγινε αναφορά από τους αιτητές ότι η πηγή των πληροφοριών τους ήταν έγκυροι τραπεζικοί κύκλοι, που ουσιαστικά επιβεβαιώθηκαν από την αντεξέταση του καθ΄ ου η αίτηση. Θεωρήθηκε ακόμα, πως η αναφορά σε αξιωματούχους τραπεζών δεν αποτελεί αόριστη πηγή και συνιστούσε επαρκή αποκάλυψη της πηγής της πληροφόρησης. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ, και αυτή είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού, ότι οι Αιτητές με κανένα τρόπο και με καμιά επί μέρους αναφορά, δεν έχουν αποκαλύψει από πού άντλησαν την πληροφορία τους για τον κίνδυνο άμεσης αποξένωσης της επίδικης ακίνητης περιουσίας υπό του Εναγομένου. Οι σχετικές πληροφορίες περιήλθαν σε γνώση του ομνύοντος από ακατονόμαστα πρόσωπα. Όμως, οι εν λόγω πληροφορίες είναι μια αόριστη πιθανότητα που δεν βασίζεται έστω και σε οποιεσδήποτε ενδείξεις για αποξένωση περιουσιακών στοιχείων. Δεν έχει προσαχθεί αποδεκτή μαρτυρία, καταδεικνύουσα πρόθεση εκ μέρους του Εναγομένου να αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Η πιο πάνω διαπίστωση μου καταρρίπτει το βάθρο του διατάγματος που συνίστατο στην ύπαρξη ανάγκης για την παροχή θεραπείας άνευ καθυστερήσεως. Τέτοια ανάγκη δεν έχει αποκαλυφθεί με την αίτηση των Εναγόντων. Περαιτέρω, ο κίνδυνος αυτός, να μείνει δηλαδή ανικανοποίητη η δικαστική απόφαση, ουδόλως επεξηγείται με αναφορά σε οποιαδήποτε γεγονότα στην ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη. Δεν υπάρχει καμία απολύτως διασύνδεση του αιτούμενου διατάγματος με οποιαδήποτε φερεγγυότητα του Εναγομένου ούτως ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει παράγοντες που να οδηγούν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, της ικανοποίησης δηλαδή ή μη της δικαστικής απόφασης σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος. Αντίθετα, όπως προκύπτει από την παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ου η αίτηση και το επισυνημμένο σε αυτή Τεκμήριο Γ, ο Καθ΄ου η αίτηση είναι απόλυτος ιδιοκτήτης επιπρόσθετης ακίνητης περιουσίας, ήτοι γραφείου, στη Λάρνακα με αγοραία αξία Λ.Κ. 29.500,00 σε τιμές του έτους
  1. Επομένως, ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η τυχόν δικαστική απόφαση, εκτός και αν εκδοθεί το διάταγμα δεν έχει καταδειχθεί (βλ. C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ (ανωτέρω)). Δεν χρειάζεται μεν να προσαχθεί ειδική μαρτυρία για την ύπαρξη πρόθεσης του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση της περιουσίας του, αλλά στην εξέταση του κριτηρίου περί της πιθανότητας να παραμείνει ανικανοποίητη η δικαστική απόφαση, το στοιχείο της πρόθεσης φυσιολογικά έπεται της αποκάλυψης ύπαρξης περιουσίας του Εναγομένου. Ο κίνδυνος αποξένωσης ή επιβάρυνσης δεν μπορεί να μετρηθεί με οποιοδήποτε αντικειμενικό τρόπο χωρίς να υπάρχουν επαρκή στοιχεία περί της περιουσίας ενός εναγομένου. Εδώ, όπως εξηγήθηκε, δεν υπάρχει καμία ουσιαστική μαρτυρία για την περιουσία του Εναγομένου ούτως ώστε να καταδειχθεί και ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η τυχόν απόφαση. Το όλο θέμα επομένως έχει παραμείνει μετέωρο. Ακριβώς σε ότι αφορά τον κίνδυνο μεταβίβασης, έχει λεχθεί στην Κιτρομηλίδου (ανωτέρω) ότι η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου είναι ανεπαρκής για να θεμελιώσει την έκδοση προσωρινού διατάγματος εφόσον δεν υπάρχουν στοιχεία που να παρέχουν ένδειξη ότι ένας εναγόμενος επείγεται να αποξενώσει την περιουσία του. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών του στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμεινε χωρίς αντίκρυσμα λόγω άμεσου απτού κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Είναι κατά την άποψη μου προφανές ότι η παρούσα δεν είναι μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση. Τέλος, αντιπαρέρχομαι τη δυσαναλογία και αναντιστοιχία μεταξύ του αξιούμενου ποσού και του δεσμευθέντος ακινήτου στις Πάνω Πλάτρες. Αφού το αξιούμενο ποσό είναι Λ.Κ. 110.728,55 πλέον τόκους και έξοδα, ενώ η αξία του δεσμευθέντος ακινήτου, είναι Λ.Κ. 180.000 επί δε καταναγκαστικής πώλησης είναι Λ.Κ. 144.
  2. Και τούτο με βάση το Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 24.10.06 σε σχέση με το ακίνητο στις Πάνω Πλάτρες ακυρώνεται και παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ. Το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 24.10.06 σε σχέση με το ακίνητο στην Ορόκλινη ακυρώνεται εκ συμφώνου και παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ΄ου η αίτηση και σε βάρος των Αιτητών. Τα έξοδα αυτά θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............ Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.