← Κύπρος

Επί τοις Αφορώσι τον Ιωσήφ Ηλία, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 350/07., 3 Οκτωβρίου, 2007

Επί τοις Αφορώσι τον Ιωσήφ Ηλία, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 350/07., 3 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 350/

  1. Σε Πτώχευση: Επί τοις Αφορώσι τον Ιωσήφ Ηλία, από Άρτας 5, Μακεδονίτισσα, ΄Εγκωμη, Λευκωσία. Αίτηση δια Κλήσεως της Εταιρείας Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ημερομηνίας 4.7.2007, για την Έκδοση Διατάγματος Παραλαβής της Περιουσίας του Οφειλέτη Ιωσήφ Ηλία, από τη Λευκωσία. Ημερομηνία: 3 Οκτωβρίου,
  2. Εμφανίσεις: Για τους Πιστωτές - Αιτητές: Ο κ. Χρ. Κουνιάς. Για τον Οφειλέτη - Καθ' ου η Αίτηση: Ο κ. Χρ. Καμπούρης. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απευθείας από την Έδρα) Ζητείται από τους αιτητές η έκδοση διατάγματος παραλαβής τής περιουσίας του καθ' ου η αίτηση, Ιωσήφ Ηλία, κάτοικου Κύπρου, ο οποίος χρωστά σε αυτούς, δυνάμει τελεσίδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή με αριθμό 4110/03, το εκκαθαρισμένο ποσό των £57.240,66, πλέον τόκο προς 11,75%, το χρόνο από 1.4.03, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον £699,50, έξοδα αγωγής με τόκο 8%, το χρόνο από 15.4.03, μέχρι εξοφλήσεως και £2,50, έξοδα επίδοσης συν 15% Φ.Π.Α. Σήμερα, το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε £90.819,06, πλέον τόκοι από 1.10.
  3. Τα γεγονότα της αίτησης βεβαιώνει με ένορκη δήλωσή της η Λίλλη Παντελή, η οποία, καθώς αναφέρει, βρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών. Η αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς 44-46 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Ο καθ' ου η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του διατάγματος, με τους λόγους για αυτό, να διατυπώνονται στο σώμα της Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης, υπό αρίθμηση 1 μέχρι 7 και που συνοψίζονται στο ότι, οι αιτητές προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να αποκαλύψουν το συνολικό πλέγμα των σχέσεων τους με τον καθ' ου η αίτηση, ότι η αίτηση είναι παράτυπη διότι δε συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις της Δ.48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και του Κανονισμού 16 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, ότι το νομοθετικό πλαίσιο πάνω στο οποίο στηρίζεται, συγκρούεται με τη γενικότερη αρχή του δόγματος της επιείκειας αλλά και με την αρχή της αναλογικότητας, με αποτέλεσμα το πλαίσιο αυτό να καθίσταται αντισυνταγματικό, με βάση το Άρθρο 30 του Συντάγματος, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, εκδικητική και κακόπιστη, με μόνη στόχευση την οικονομική καταστροφή του καθ' ου η αίτηση ο οποίος είναι ικανός να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του αφού έχει σταθερά μηνιαία εισοδήματα, ότι με υπόψη τις διατάξεις του Κανονισμού 50

(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ουσιωδώς παράτυπη ως εκ του περιεχομένου της, αλλά και ως εκ του γεγονότος ότι δε γίνεται από αξιωματούχο και δεόντως εξουσιοδοτημένο άτομο των αιτητών, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται, επιπροσθέτως και κατ' ακολουθείαν, οι διατάξεις του Κανονισμού 126
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση στην οποία επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Για υποστήριξη της αίτησης έδωσε ένορκη προφορική μαρτυρία η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Γιόλη Μακρίδου, η οποία κατάθεσε το φάκελο της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 181/07 (βλ. Τεκμήριο 1), δίνοντας κάποιες εξηγήσεις επί του περιεχομένου του φακέλου, καθώς και η Λίλλη Παντελή, η οποία πέραν του ότι υιοθέτησε το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης της δήλωσης, είπε ότι ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές για να εμφανιστεί και να παραθέσει τη μαρτυρία που θα υποστήριζε το αίτημα. Η Γιόλη Μακρίδου δεν αντεξετάστηκε, ενώ η Λίλλη Παντελή αντεξετάστηκε μόνον για το κατά πόσον είναι Διευθύντρια, Γραμματέας ή Διευθύνουσα Σύμβουλος των αιτητών, λέγοντας ότι καμιά από αυτές τις ιδιότητες δεν έχει, παρά μόνον ότι βρίσκεται στην υπηρεσία τους ως Λειτουργός. Δε δόθηκε μαρτυρία εκ πλευράς καθ' ου η αίτηση. Κατά τις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάλυσαν συνοπτικώς τους λόγους που υποστηρίζουν τις θέσεις τους. Ο κ. Κουνιάς, πρότεινε ότι οι αιτητές αποδείξαν με επάρκεια όλα όσα έπρεπε να αποδείξουν, προτείνοντας ότι όλοι οι λόγοι ένστασης θα πρέπει να απορριφθούν ως ανεδαφικοί κατά νόμο και ουσία. Ο κ. Καμπούρης, εισηγήθηκε ότι, ναι μεν πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε, για νομιμοποίηση υποβολής του αιτήματος, πλην όμως η παράληψη της Λίλλης Παντελή να πει στην ένορκη της δήλωση ότι γνωρίζει προσωπικώς τα γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση, παραβιάζει ουσιωδώς τον Κανονισμό 50
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης και ότι η μη αναφορά της στην ένορκη δήλωση περί του ότι ήταν εξουσιοδοτημένη να ορκιστεί σχετικώς με ό,τι διατυπώνεται εκεί, παρομοίως, θα πρέπει να θεωρηθεί ως καταλυτικής σημασίας για την τύχη του αιτήματος, ως παραβιαστική του Κανονισμού 126 του Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, όχι μόνον ως εκ της κατ' ισχυρισμόν παράληψης αλλά και του ότι η Λίλλη Παντελή δεν ήταν και ούτε είναι αξιωματούχος των αιτητών έτσι ώστε να μπορούσε νομίμως και κανονικώς να προέβαινε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, συμφώνως της ίδιας διάταξης. Θα έπρεπε, με άλλα λόγια, να ήταν αξιωματούχος («officer»), των αιτητών, όπως ο όρος αυτός προσδιορίζεται και διατυπώνεται στο Άρθρο 2 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ο οποίος, εν προκειμένω, δεν ικανοποιείται μια και όπως ανάφερε, η ίδια είναι, απλώς, Λειτουργός στην υπηρεσία των αιτητών και οπωσδήποτε όχι Διευθύντρια, Γραμματέας ή Διευθύνουσα Σύμβουλος τους. Για υποστήριξη των θέσεων τους και οι δύο δικηγόροι αναφέρθηκαν σε νομολογία, δίνοντας στο Δικαστήριο και το κείμενο κάποιων από τις αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψαν. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι καθώς και την προφορική μαρτυρία που δόθηκε και το περιεχόμενο της αίτησης, ένστασης και ενόρκων δηλώσεων. Αξιολόγησα επίσης το περιεχόμενο του φακέλου που αφορά στη (σχετική με την παρούσα), αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, δηλαδή το Τεκμήριο 1, όπως και την κατάσταση λογαριασμού του καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 3.10.07 (βλ. Τεκμήριο 2), που κατατέθηκε χωρίς ένσταση κατά τη διάρκεια τής μαρτυρίας της Λίλλης Παντελή. Θα πρέπει να πω ότι το θεωρώ αυτονόητο ότι ο κ. Καμπούρης εγκατέλειψε το σημείο περί ακυρότητας της αίτησης ως εκ της θεωρηθείσας από αυτόν παρατυπίας της, λόγω, φερόμενα, μη συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις της Δ.48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και του Κανονισμού 16 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, θέσεων, ούτως ή άλλως, αβάσιμων, αφού καμιά τέτοια παρατυπία δε διαπιστώνεται, με τη νομική βάση της αίτησης να διατυπώνεται επαρκώς στον τίτλο της, δηλαδή, με την αναφορά: «ΑΙΤΗΣΙΣ ΠΙΣΤΩΤΟΥ (Θ.Θ. 44-46), ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΗ», με την εκεί επίκληση στους Κανονισμούς 44-46, να αφορά, αυτονόητα, στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, όπως και τα εν πάση περιπτώσει, ασαφή και αόριστα περί αντισυνταγματικότητας τού νομοθετικού πλαισίου πάνω στο οποίο βασίζεται η αίτηση και όλα τα άλλα παρεμφερή που γράφονται στην ένσταση, αφού καμία σχετική αναφορά δεν έκαμε κατά την επιχειρηματολογία του. Η μαρτυρία των δύο μαρτύρων που κατέθεσαν, κρίνεται ως θετική, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι παρέμεινε και ουσιαστικώς αναντίλεκτη. Τη δέχομαι ως αληθινή και αξιόπιστη. Τα ίδια αφορούν και στο περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων. Σε σχέση με τη θέση ότι έχουν παραβιαστεί οι προϋποθέσεις του Κανονισμού 50
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, σε βαθμό μάλιστα ακυρότητας της αίτησης, διότι η Λίλλη Παντελή παρέλειψε να αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι γνωρίζει προσωπικώς τα γεγονότα και δύναται να ορκιστεί θετικώς με βάση τη δική της γνώση για την αλήθεια των γεγονότων περί των οποίων κατάθεσε, με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να γίνει δεκτή αφού από την ένορκη της δήλωση προκύπτει, θεωρώ με καθαρότητα, ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της αίτησης, τόσον από έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή της όσον και ως εκ του χειρισμού της υπόθεσης στην οποία προέβηκε. Οι δηλώσεις της, όπως διατυπώνονται στην αίτηση, είναι, από ό,τι γνωρίζει και πιστεύει, αληθινές και ορθές. Αυτό είναι αρκετό και πλήρως ικανοποιητικό και αφήνω κατά μέρος το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε σχετικώς κατά την ακροαματική διαδικασία. Δε νομίζω να χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε άλλο πάνω σε αυτό, παρά μόνον ότι η εισήγηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικώς με τον ισχυρισμό ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Λίλλης Παντελή δεν ικανοποιεί τις διατάξεις του Κανονισμού 126
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, διότι δεν είναι αξιωματούχος των αιτητών, παρατηρώ ότι ο όρος «officer», όπως αναφέρεται στον κανονισμό αυτό, δε μεταφράζεται επακριβώς στην ελληνική με τον όρο «αξιωματούχος», όπως εισηγήθηκε ο κ. Καμπούρης, αλλά με τον όρο «λειτουργός», και τούτη είναι, θα πρέπει να λεχθεί, η μετάφραση που δόθηκε ή υιοθετήθηκε αν θέλετε, από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σαββίδη v. Χρηματοδοτήσεις «Πάνθηρας Λτδ», Π.Ε. 10817/ ημερ. 25.9.01[1], στην οποία ο ίδιος ο κ. Καμπούρης παρέπεμψε για να ενισχύσει το επιχείρημά του. Συνεπώς, με βάση αυτή την προσέγγιση, η Λίλλη Παντελή, αδιαμφισβήτητα, αποτελεί Λειτουργό των αιτητών και μπορούσε, όπως και έπραξε, να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αλλά, έστω ότι κάποιος δεχόταν ότι η ορθή μετάφραση είναι αυτή που παραπέμπει στον όρο «αξιωματούχος», τότε και πάλιν η εισήγηση δε θα μπορούσε να γίνει δεκτή αφού η προσπάθεια του συνηγόρου να εντάξει τα πράγματα εντός των ερμηνευτικών διατάξεων του όρου «αξιωματούχος», όπως απαντάται στο Άρθρο 2 του Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, είναι μάλλον άστοχη διότι, πέραν του ότι τα δύο νομοθετήματα δεν είναι μεταξύ τους in pari materia και συνεπώς δεκτικά αλληλοερμηνείας, ο όρος «αξιωματούχος», σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δεν αποκλείει τον προσδιορισμό ως αξιωματούχου και κάποιου Λειτουργού μιας εταιρίας, αφού οι πρόνοιες του αναφέρουν, απλώς, ότι ο όρος «αξιωματούχος», περιλαμβάνει Διευθυντή, Γραμματέα και Διευθύνοντα Σύμβουλο και όχι ότι αποκλείει κάθε άλλη ιδιότητα. Η Λίλλη Παντελή, είναι φανερό, επιλέχθηκε από τους αιτητές για να ενεργήσει εκ μέρους τους για όλα όσα έχουν να κάνουν με την παρούσα αίτηση και είναι υπό αυτές τις περιστάσεις που θα πρέπει να θεωρηθεί - και θεωρείται, και μάλιστα υπάρχει για αυτό, αναλόγως σχετική, αναφορά στο σύγγραμμα Williams On Bankruptcy[2] - ως «λειτουργός» («officer»), για όλους τους σκοπούς που εδώ ενδιαφέρουν. Ας σημειωθεί επίσης, ότι ο κ. Καμπούρης, δεν αντεξέτασε τη μάρτυρα ούτε για την ιδιότητά της αυτή αλλά ούτε και για την εξουσιοδότηση που είχε για να πρόβαινε στα καθέκαστα, αν και προφορικώς, η μάρτυς έκαμε σχετική αναφορά η οποία, από μόνη της, θεωρείται αρκετή για να ικανοποιήσει την προϋπόθεση αυτή, έστω στην περίπτωση που κάποιος κατάληγε διαφορετικά απ' ότι το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, με την έννοια, δηλαδή, ότι η ένορκη δήλωση της δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει ο υπό συζήτηση κανονισμός. Δε με βρίσκει σύμφωνο η θέση του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση - σε περίπτωση που δεχόταν κάποιος ότι, πράγματι, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης δεν καθορίζει με την απαραίτητη ακρίβεια και επάρκεια την ιδιότητα της ομνύουσας και την ύπαρξη εξουσιοδότησης εκ πλευράς αιτητών - ότι η προφορική μαρτυρία που έδωσε δε θα μπορούσε να αξιολογηθεί και να χρησιμοποιηθεί ως συμπληρωματική ή θεραπευτική τής φερόμενης παράλειψης. Κάτι τέτοιο, όχι μόνον δεν προκύπτει από τη γενικότερη φιλοσοφία των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών και του Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκαν, αλλά και καθώς κρίνω, στην κοινή λογική, δεδομένου μάλιστα ότι επιτρέπεται σε αυτές τις διαδικασίες η προσκόμιση δια ζώσης μαρτυρίας προς απόδειξη ή αντίκρουση εκατέρωθεν ισχυρισμών. Η απόφαση άλλου αδελφού πρωτόδικου Δικαστή στην υπόθεση Επί της Αφορώσι τον Δημήτρη Καλογήρου, Αρ. Αίτησης 209/02, ημ. 26.5.04 (με αντίγραφο της οποίας με εφοδίασε ο κ. Καμπούρης), έχω την εντύπωση ότι διαφοροποιείται από το τι μας ενδιαφέρει εδώ, πέραν ασφαλώς του ότι, όπως σωστά υπέμνησε ο συνήγορος, δε δεσμεύει αλλά ούτε και αυστηρώς ομιλούντες, ως ομοβάθμιο πρωτόδικο Δικαστήριο, με καθοδηγεί. Εδώ, δεν πρόκειται περί ακυρότητας δικονομικού μέτρου, όπως θεωρήθηκε στην Kαλογήρου (ανωτέρω), με βάση τα γεγονότα της, αντιλαμβάνομαι, αλλά περί της επάρκειας ή όχι της μαρτυρίας που το συνοδεύει και υποστηρίζει. Ας μη ξεχνούμε επίσης ότι ο Κανονισμός 2 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών - ο οποίος αναφέρει ότι η μη συμμόρφωση με οποιονδήποτε από τους κανονισμούς αυτούς ή με οποιοδήποτε κανόνα πρακτικής, δεν καθιστά οποιαδήποτε διαδικασία άκυρη, εκτός αν το Δικαστήριο έτσι αποφασίσει - είναι πλήρως καλυπτικός του πράγματος, με σαφή την κατάληξη ότι το Δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, ουδόλως θα ήταν δικαιολογημένο να κατάληγε σε συμπέρασμα περί ύπαρξης μιας τέτοιας ακυρότητας. ΄Ο,τι αναφέρθηκε στην απόφαση Σιάτη ν. Λοϊζου Π.Ε. 9027 / ημ. 31.3.94[3] - στην οποία παρέπεμψε ο κ. Κουνιάς - ότι δηλαδή, ο καθ' ου η αίτηση, εκεί, προσπάθησε να πλήξει την αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του, για νομοτυπικούς μόνον λόγους που δεν είχαν ουσιαστικό περιεχόμενο, ισχύει, πολύ φοβούμαι και εδώ. Από πουθενά δε μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η παρούσα αίτηση είναι εκδικητική ή στοχεύει στο να πλήξει αθέμιτα ή άλλως πως τον καθ' ου η αίτηση ή ότι η παρούσα διαδικασία χρησιμοποιείται με σκοπό άλλο από εκείνον που νομοθετικώς προβλέπεται. Τουναντίον, στοχεύει στην προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση ώστε να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση, ολικώς ή μερικώς, των πιστωτών και δη, εδώ, των αιτητών. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Οι αναφορές του καθ' ου η αίτηση περί καταχώρισης της αγωγής 1223/07, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εναντίον (και) των αιτητών, ως εναγομένων 2, καθόλου δε θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να επηρεάσει την κατάληξη της παρούσας διαδικασίας, αφού πρόκειται περί ισχυρισμού που θα μπορούσε να είχε εγερθεί σε άλλο στάδιο και όχι εδώ, όπου εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω, σε τίποτε πρόσφορο και θετικό για τον καθ' ου η αίτηση δε θα μπορούσε να απολήξει και αν ακόμη αξιολογούνταν με τον τρόπο που υπαινίχθηκε ο κ. Καμπούρης. Ούτε και υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση από τους αιτητές να ανέφεραν στην αίτησή τους το γεγονός της καταχώρισης της αγωγής αυτής (και θα πρέπει να πω ότι αν και δόθηκε μαρτυρία ότι η αγωγή καταχωρίσθηκε στις 22.2.07, δε δόθηκε μαρτυρία για το κατά πόσον επιδόθηκε στους αιτητές) και σίγουρα, η ούτω καλουμένη παράληψη αναφοράς της, δε θα μπορούσε να μολύνει και δε μόλυνε το αξιόπιστο του αιτήματος, όπως ούτε και δίνει ευλόγως τη δυνατότητα στον καθ' ου η αίτηση να ισχυριστεί, με οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας, ότι η παράλειψη αυτή θα μπορούσε και πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα περί δήθεν καταφυγής των αιτητών στο Δικαστήριο με ακάθαρτα χέρια. Και αυτός λοιπόν ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Το ότι ο καθ' ου η αίτηση φαίνεται να αμφισβητεί το εξ αποφάσεως χρέος για το οποίο εκδόθηκε απόφαση ερήμην εναντίον του, δεν αποτελεί εδώ σχετικό παράγοντα, όπως ούτε και το γεγονός ότι οι αιτητές επέλεξαν να μη χρησιμοποιήσουν τη διαδικασία των μηναίων δόσεων για την ικανοποίηση της υπέρ τους απόφασης ή τη διαδικασία έκδοσης εντάλματος κινητών ή δέσμευσης των ακινήτων του, αφού η διαδικασίες αυτές δεν προβλέπονται στο Κεφ. 5, ως προϋπόθεση για την καταχώριση αίτησης πτώχευσης, και τα λέω τούτα εξ αφορμής όλων όσων αναφέρονται στις παραγράφους 7 μέχρι 9 της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση. Οι αιτητές δεν έχουν οποιαδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση για την πληρωμή του ποσού που οφείλεται. Ο καθ' ου η αίτηση μέσα σε τρεις μέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης, δυνάμει τελεσίδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή με αριθμό 4110/03, διάπραξε πράξη πτώχευσης, δηλαδή, την 12.2.07, επιδόθηκε σε αυτόν η ειδοποίηση πτώχευσης 181/07 (βλ. Τεκμήριο 1), με την οποία κλήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Η ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση προσωπικώς στις 5.2.07, δηλαδή, στις 12.2.07, μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρησή της. Δεν επήλθε συμμόρφωση με την ειδοποίηση πτώχευσης από τον καθ' ου η αίτηση εντός περιόδου επτά ημερών από την επίδοση της προς αυτόν αφού δεν πληρώθηκε οποιονδήποτε ποσό. Το Δικαστήριο στις 15.5.07, με αιτιολογημένη απόφαση, απόρριψε την αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, αποφασίζοντας ότι η πράξη πτώχευσης δέον όπως θεωρείται ότι διαπράχθηκε αυθημερόν, με την έκδοση, δηλαδή, της εν λόγω απόφασης. Η παρούσα αίτηση καταχωρίσθηκε στις 4.7.07, δηλαδή μέσα σε τρεις μήνες από την πράξη πτώχευσης. Υφίσταται οφειλή του καθ' ου η αίτηση (ο οποίος είναι οφειλέτης, όπως ορίζει ο νόμος), προς τους αιτητές ύψους τουλάχιστον £500 (και κανένα ποσό δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα έναντι του εξ αποφάσεως χρέους) και το Δικαστήριο έχει κατά τόπον αρμοδιότητα να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, αφού ο καθ' ου η αίτηση, για τον τελευταίο χρόνο πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, είχε τη συνήθη διαμονή και εργασία του στη Λευκωσία. Καταλήγω ότι έχουν ικανοποιηθεί όλες οι προϋποθέσεις για την έγκριση του αιτήματος. Εκδίδεται διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση Ιωσήφ Ηλία. Ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος και διατάσσεται όπως παρουσιαστεί στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη στη Λευκωσία αμέσως μετά την προς αυτόν επίδοση τού διατάγματος. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον. Πρωτοκολλητής. /Μ.Ρ. [1] Προσθήκη Δικαστηρίου: βλ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1411. [2] Προσθήκη Δικαστηρίου: βλ. Williams´ Law and Practice in Bankruptcy, 16η εκδ.
(1949), παρ. 149, σελ. 522. [3] Προσθήκη Δικαστηρίου: βλ.
(1994)1 Α.Α.Δ. 226. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.