← Κύπρος

Κυριάκου Βασιλείου ν. Σωτήρη Αστανιώτη, Αρ. Αγωγής: 4501/04, 10 Οκτωβρίου, 2007

Κυριάκου Βασιλείου ν. Σωτήρη Αστανιώτη, Αρ. Αγωγής: 4501/04, 10 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4501/04 Μεταξύ Κυριάκου Βασιλείου Ενάγοντα και Σωτήρη Αστανιώτη Εναγομένου Αίτηση ημερ. 27.3.2007 Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενο/Αιτητή: κα Γρηγορίου (για να ακούσει απόφαση η κα Κυριάκου) Για Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση: κα Γεωργιάδου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Χαραλάμπους) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-Tempore) Με την παρούσα αίτηση ο αιτητής-εναγόμενος επιζητεί τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, παραθέτοντας το κείμενο της νέας υπεράσπισης και ανταπαίτησης στο αιτητικό. Όπως φαίνεται στο κείμενο αυτό, επιζητείται τροποποίηση του μεγαλύτερου μέρους της υπεράσπισης και μειώνεται η ανταπαίτηση για τους λόγους που εξηγούνται στην ένορκη δήλωση του αιτητή ημερομηνίας 27.3.2007, που συνοδεύει την αίτηση. Όπως υποστηρίζει ο αιτητής, μετά το θάνατο της πρώην δικηγόρου του και την ανάληψη της υπόθεσης από τον νέο δικηγόρο του, διαφάνηκε ότι στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση που είχε καταχωρηθεί απ' αυτήν, είχαν παραλειφθεί ουσιώδη γεγονότα και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι περιλήφθηκαν απαιτήσεις του γιου του και της θυγατέρας του που δεν τον αφορούσαν, εναντίον του ενάγοντα. Υποστηρίζει ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία για να τεθούν όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τους διαδίκους ενώπιον του Δικαστηρίου, με την αιτούμενη τροποποίηση θα μπορέσει να προβάλλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ο ενάγων αν η αίτηση εγκριθεί. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.25 Θ.Θ.1-5 και Δ.48 Θ.Θ.1-3, 8 και 9, το άρθρο 30

(3)του Συντάγματος, η πρακτική, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και οι γενικές αρχές του Νόμου και της Νομολογίας. Στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα που καταχωρήθηκε στις 20.6.2007 και έχει την ίδια νομική βάση με την αίτηση, προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι τα γεγονότα που ο αιτητής ισχυρίζεται ήταν γνωστά από την αρχή της έγερσης της αγωγής, η αίτηση γίνεται για κωλυσιεργία και με καθυστέρηση στην καταχώρηση της, επιζητείται δε να προστεθεί νέα βάση υπεράσπισης. Αυτούς τους λόγους ανέπτυξε ο καθ' ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 20.6.2007 που συνοδεύει την ένσταση του, όπου και παρουσιάζει το ιστορικό καταχώρησης και ορισμού της αγωγής μέχρι την ημέρα καταχώρησης της αίτησης και, περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο μοναδικός λόγος καταχώρησης της αίτησης είναι η καθυστέρηση στην υπόθεση. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Καταχωρήθηκαν μόνο γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των συνηγόρων των διαδίκων όπου γίνεται παραπομπή στη σχετική νομολογία για το θέμα και αναπτύσσονται οι ισχυρισμοί της κάθε πλευράς. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia
(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο, η αγωγή που αφορά απαίτηση του ενάγοντα ύψους £220, πλέον τόκων και εξόδων, για εκτελεσθείσες εργασίες προς όφελος του εναγόμενου, καταχωρήθηκε στις 18.5.2004, ακολούθησε η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και στις 2.12.2004 η καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ύψους £760, εκ μέρους του εναγομένου, ενώ στις 11.1.2005 καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 18.4.2005 και στη συνέχεια για ακρόαση στις 10.10.2005 και στις 10.3.
  1. Ακολούθησαν ορισμοί της για μνεία και οδηγίες και στις 19.4.2006 έγινε αλλαγή δικηγόρου. Τελευταία φορά που ορίστηκε για ακρόαση ήταν στις 2.2.
  2. Η αλλαγή δικηγόρου που λέχθηκε, αφορούσε τον ενάγοντα ενώ στις 11.1.2007 έγινε αλλαγή δικηγόρου του εναγομένου. Στις 2.2.2007 ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους του εναγομένου για να καταχωρηθεί η αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων τους, θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. Όπως φαίνεται από τα γεγονότα, η αναγκαιότητα της τροποποίησης της υπεράσπισης και ανταπαίτησης διαφάνηκε μετά την αλλαγή του δικηγόρου του εναγομένου-αιτητή και αυτή η αλλαγή επήλθε συνεπεία θανάτου της πρώην δικηγόρου του. Έχει εξηγηθεί από τον αιτητή στο Δικαστήριο ότι στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση και ανταπαίτηση περιλαμβάνονται απαιτήσεις και ισχυρισμοί που δεν αφορούσαν την υπόθεση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου, και γίνεται αναφορά στον Δημήτρη Αστανιώτη, γιο του εναγομένου, προφανώς εκ παραδρομής, αμέλειας ή αβλεψίας. Είναι γι' αυτό το λόγο που επιζητείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τις σχέσεις και τις συμφωνίες μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου και ζητείται η τροποποίηση για να αποκατασταθεί η σύγχιση που εντοπίζεται στο υπό κρίση δικόγραφο. Δεν έχει προβληθεί εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ότι υπάρχει κακοπιστία. Όπως η νομολογία υποδεικνύει, η αμέλεια, η απροσεξία ή η αβλεψία που δεν οφείλεται σε κακοπιστία δεν μπορεί να στερήσει τον εναγόμενο από τη δυνατότητα να προβάλει ουσιώδεις ισχυρισμούς του για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και θα ήταν αυθαίρετο να λεχθεί ότι υπήρξε κακοπιστία στην παρούσα υπόθεση, ενόσω η τροποποίηση που ζητείται είναι σχετική και ουσιώδης. Απόρριψη της αίτησης υπό τα δεδομένα της υπόθεσης θα ισοδυναμούσε με άρνηση να ακουστεί ο εναγόμενος στη βάση των πραγματικών γεγονότων κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Από την άλλη, δεν έχει προβληθεί εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ότι αυτός θα υποστεί οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά αν εγκριθεί η αίτηση. Η οποιαδήποτε ζημιά που θα υποστεί ή ταλαιπωρία, μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ του, όπως γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ως προς δε το στάδιο που επιζητείται η τροποποίηση, δεν είναι τέτοιο που θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δίκης. Επίσης, το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι παράγων που μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ της έγκρισης της αίτησης, δεδομένου ότι δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και δεν διαφάνηκε ότι η καταχώρηση της αίτησης έγινε με αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση, δεδομένου ότι η αίτηση υποβλήθηκε μόλις έγινε αντιληπτό ότι το δικόγραφο περιείχε ουσιώδη λάθη, γεγονός που παρέμεινε αναμφισβήτητο ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως έχει επισημανθεί, είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στα δικόγραφα που καταχωρεί και στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αμέλεια, η οποία ωστόσο μπορεί να διορθωθεί σε αυτό το στάδιο της δίκης. Έχει λεχθεί εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση ότι δεν εξηγήθηκε η καθυστέρηση εκ μέρους του αιτητή, ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε και προηγουμένως, θεωρώ το λόγο που προβλήθηκε, σε σχέση με την αλλαγή του δικηγόρου, ικανοποιητικό για επεξήγηση της καθυστέρησης, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης. Ως προς δε τη θέση ότι επιζητείται να προστεθεί άλλη βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης είναι αρκετό να λεχθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία όταν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ακόμη και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Άννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(1999)1 ΑΑΔ 11). Προφανώς δε, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη v. Επίσ. Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607, όπου λέχθηκε ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για έγκριση της αίτησης λόγω του ότι στην υπόθεση εκείνη η αίτηση τροποποίησης είχε υποβληθεί σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, αφού είχαν ακουστεί μάρτυρες για τους ενάγοντες και εναγομένους και μετά από πάροδο πολλών ετών αφού καταχωρήθηκε η αγωγή. Ενόψει όλων των πιο πάνω που έχω εξηγήσει, η αίτηση είναι επιτρεπτή και εγκρίνεται ως προς την αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ενόψει της αντίληψης ότι δεν θα προκληθεί αδικία στον καθ' ου η αίτηση και αυτός ικανοποιείται στο στάδιο αυτό με την καταβολή των εξόδων. Τα έξοδα που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον του αιτητή και υπέρ του καθ' ου η αίτηση και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Δίδονται συνεπώς οδηγίες όπως τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος ενώ τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση στον ενάγοντα της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Η αγωγή που είναι ορισμένη σήμερα για οδηγίες ακολουθώντας την αίτηση, ορίζεται για οδηγίες και για ορισμό της εκ νέου για ακρόαση ώστε να καταχωρηθούν και ανταλλαγούν στο μεταξύ τα τροποποιημένα δικόγραφα, στις 19.11.07 και ώρα 9.00 π.μ. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.