LIBERTΥ LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. Δέσπω Παρασκευαίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8522/04, 22.10.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8522/04 Μεταξύ : - LIBERTΥ LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και
- Δέσπω Παρασκευαίδου
- Σουζάνα Αναστάση
- Μελάνθης Μελανθίου
- Βαλεντίνα Αντωνιάδου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.10.07 Αίτηση ημερομηνίας 26/11/04 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κα Χ΄Προδρόμου Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση 1- 3 : κα Λ. Λουκαίδου Θεοφάνους Για εναγόμενο καθ' ου η αίτηση 4 : κα Μιλτιάδους Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των εναγόντων, δυνάμει ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, βασίζεται σε συμφωνία συνεργασίας και αντιπροσώπου. Στην βάση της συμφωνίας η εναγόμενη 1 διορίστηκε ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος των εναγόντων για περίοδο πέντε χρόνων. Το συμφωνηθέν αντάλλαγμα ήταν ποσοστό επί των εισπραττομένων καθαρών ασφαλίστρων από τα ασφαλιστικά συμβόλαια που θα σύναπτε η εναγόμενη
- Η συμφωνία προέβλεπε για χρηματοδότηση της εναγόμενης 1 και τηρείτο χρεωπιστωτικός λογαριασμός. Σύμφωνα με την θέση των εναγόντων η εναγόμενη 1 από το 2003 δεν είχε καμία ασφαλιστική παραγωγή επιδεικνύοντας πλήρη αδράνεια και αδιαφορία με αποτέλεσμα στις 3.9.04 να τερματίσουν την μεταξύ τους συμφωνία. Κατά την διάρκεια της ισχύος της συμφωνίας η εναγόμενη 1 προείσπραξε προμήθειες και άλλα ωφελήματα και έλαβε και δάνειο και/ή χρηματοδότηση από τους ενάγοντες. Την ίδια περίοδο ο λογαριασμός της πιστώθηκε με διάφορα ποσά και με συμψηφισμό των διαφόρων χρεώσεων και πιστώσεων προέκυψε υπόλοιπο σε βάρος της ύψους Λ.Κ.10.174,26.- Την 1.3.02 με συμπληρωματική συμφωνία παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη 15.000 μετοχές της εταιρείας Liberty Life Insurance Ltd με χρηματιστηριακή αξία ανερχόμενη κατά τον χρόνο της παραχώρησης σε Λ.Κ.5.475.- Σύμφωνα με την συμφωνία παραχώρησης των μετοχών, θα ήταν επιστρεπτέες αν η εναγόμενη 1 δεν παρέμενε στην ενεργό υπηρεσία των εναγόντων για πέντε χρόνια. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν την συμφωνία συνεργασίας και/ή την οφειλή της εναγομένης
- Στην βάση των πιο πάνω συμφωνιών αξιώνουν εναντίον όλων των εναγομένων το ποσό των Λ.Κ.15,649.26 σ. Όλοι οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση και οι ενάγοντες την 26.11.04 υπέβαλαν αίτημα για συνοπτική απόφαση εναντίον τους. Οι εναγόμενοι αντέδρασαν και καταχώρισαν ένσταση. Η αίτηση των εναγόντων υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αντώνη Αντωνίου. Με την άδεια του δικαστηρίου έχουν καταχωρηθεί συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις συνοδευόμενες από σωρεία εγγράφων. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 Θ. 1 (α), 2 και στην Δ.48 Θ.1-3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης παραπέμπω στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ
- Συνοπτικά οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης από τον αιτητή είναι :
- Καταχώρηση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος.
- Καταχώρηση εμφάνισης από τον εναγόμενο
- Η αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο των ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει ο ομνύον δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίηση τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση.( Stavrinides v. Ceskosloveneska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 ). Και ο λόγος είναι γιατί η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. (βλ. Symon & Co v. Palme´s Stores
(1903)Ltd
(1912)1 K.B.259, 266-267 ). Αναφορικά με την επάρκεια της ένορκης δήλωσης στην υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Πολ. Έφεση 11618 ημερ. 24.3.06 υπεδείχθη ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «να ορκιστεί θετικά» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Λέχθηκε ότι : « Σε υπόθεση που ορκίστηκε υπάλληλος εταιρείας εκ μέρους της, αποφασίστηκε ότι είναι αναγκαίο σε περιπτώσεις εταιρειών να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα. Ο υπάλληλος που ορκίστηκε στην προκειμένη υπόθεση είχε στην κατοχή του όλα τα επίδικα έγγραφα των οποίων την ορθότητα έλεγξε ο ίδιος, που είχε και την ευθύνη παρακολούθησης του σχετικού λογαριασμού.( Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)K.B. 1253 ). Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Αντωνίου, που είναι στην υπηρεσία των εναγόντων η θέση που κατέχει στην ενάγουσα είναι του οικονομικού διευθυντή και έχει υπό τον έλεγχο και στην κατοχή του τις οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης 1 και έχει προσωπική γνώση του λογαριασμού και της οφειλής της. Η εναγόμενη 1 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ημερ. 13.1.06 αναφέρει ότι ο Αντωνίου δεν μπορούσε να ορκιστεί ούτε και έχει θετική και προσωπική γνώση των γεγονότων, γιατί, όπως έχει πληροφορηθεί από τον Πέτρο Χαραλάμπους υπάλληλο των εναγόντων, ο Αντωνίου εργοδοτήθηκε στους ενάγοντες την 2.1.95 μέχρι την 1.2.
- Σημειώνω ότι η θέση αυτή παρέμεινε χωρίς να αμφισβητηθεί. Με δεδομένο τον πιο πάνω ισχυρισμό, ότι δηλαδή ο ομνύον δεν εργάζεται στους ενάγοντες - αιτητές, ούτε τον ουσιώδη χρόνο, αφού με βάση τα διάφορα τεκμήρια η συμφωνία της εναγομένης 1 υπεγράφη μετά που έφυγε ο ομνύον από την υπηρεσία των εναγόντων, αλλά ούτε ήταν και στην υπηρεσία τους κατά τον χρόνο που ορκίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης, κρίνω πως δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη πιο πάνω προϋπόθεση, και ως θέμα δικαιοδοσίας, η αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Να υπομνήσω πως η σχετική αναφορά στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εναγομένης 1 αναφέρει επί λέξει τα εξής : « .. Ο Αντώνης Αντωνίου δεν μπορούσε να έχει θετική γνώση καθ' ότι εργοδοτήθηκε στην ενάγουσα εταιρεία από 2.1.1995 μέχρι 14.1.2000 ....» Αποκαλύπτει, ως λέχθηκε, τη πηγή της πληροφόρησης της, τον Πέτρο Χαραλάμπους με αριθμό ταυτότητας 704654 που εργοδοτείτο στην ενάγουσα εταιρεία από το 1996 μέχρι το
- Προσθέτει ακόμα πως το 2002 που σταμάτησε ο Χαραλάμπους να εργάζεται, ο Αντωνίου δεν εργαζόταν στην ενάγουσα. Αυτό αποτελεί στοιχείο μαρτυρίας που δεν αμφισβητήθηκε με κάποιο παραδεκτο τρόπο. (Πατουρη ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118). Και ως τέτοιο παραμένει αναντίλεκτο και αδιαμφισβήτητο. Ακόμα ένα θέμα που εγείρεται από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, κυρίως από την καθ' ης η αίτηση 4 στην αγόρευση της κας Μιλτιάδους, είναι το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την καταχώρηση της αίτησης μέχρι την εκδίκαση της. Υπενθυμίζω ότι καταχωρήθηκε στις 26.11.04. Είναι νομολογημένο ότι η μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση αίτησης για συνοπτική απόφαση καθιστά την διαδικασία ατελέσφορη. Σχετική είναι η υπόθεση Μεττή κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)2 Α.Α.Δ. 417) που παρέπεμψε η κα Μιλτιάδους. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη και θα πρέπει να απορριφθεί. Παρόλη την κατάληξη μου αυτή θα εξετάσω αν οι εναγόμενοι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την διεξαγωγή δίκης με την καταχώρηση υπεράσπισης. Η νομολογία εναποθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους των εναγομένων. (Παυλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1051). Όπως εξηγείται στην υποθεση Λαζάρου κ.ά ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Δ.Δ. 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Θα πρέπει ακόμα να υποδειχθεί ότι ακριβώς λόγω της φύσης της, ως κατ' εξαίρεση της συνήθους διαδικασίας μιας δίκης, ο καθ' ου η αίτηση πρέπει με την ένορκη του δήλωση να προβάλει τα στοιχεία που εδράζει την υπεράσπιση του και δεν αναμένεται ότι θα προσκομίσει την διαθέσιμη μαρτυρία. Όπως τέθηκε στην υπόθεση (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1968) : « Η ένορκη δήλωση του εφεσείοντα περιείχε τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει, και η υπό αναφορά συνοπτική διαδικασία δεν ήταν η δίκη της υπόθεσης για να προσκομίσει την μαρτυρία που διέθετε. Αυτό που αναμενόταν να δείξει ήταν πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που επιδεικνύεται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Και βεβαίως, το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης ». Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902 - 905: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης..... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Και τούτο αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι' αυτό και η συνοπτική διαδικασία κάτω από τη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (Ζερβός ανωτέρω). Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 που γίνεται εκτενής αναφορά και σύνοψη της νομολογίας επί συνοπτικής απόφασης. Στο πιό πάνω πλαίσιο θα αντικρυστούν οι ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση και κατ' επέκταση η προβαλλόμενη υπεράσπιση τους. Η καθ' ης η αίτηση 1, εξουσιοδοτημένη και από τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3, περιληπτικά αναφέρει ότι η συνεργασία της με τους ενάγοντες άρχισε την 9.11.
- Προβάλλει την θέση ότι ο τερματισμός του εγγράφου έγινε αδικαιολόγητα και μονομερώς από τους ενάγοντες και αρνείται ότι είχαν τέτοιο μονομερές δικαίωμα. Ο λόγος για τον οποίο μειώθηκαν τα ασφαλιστικά συμβόλαια δεν οφειλόταν στην ίδια αλλά στους ενάγοντες και στην κακή τους φήμη που δημιουργήθηκε τον επίδικο χρόνο. Λόγω μείωσης των ασφαλιστών αναγκάζονταν να εξυπηρετούν και πελάτες των συναδέλφων τους που έφυγαν, με αποτέλεσμα να επιφορτίζονται επιπλέον εργασία. Το αποτέλεσμα ήταν να επιφορτιστεί μεγάλο όγκο εργασίας και μείωση της δικής της παραγωγής. Παραπλανήθηκαν από τους ενάγοντες δια αναληθών παραστάσεων, εξειδικεύονται στην ένορκη της δήλωση, και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι σκόπιμα τερμάτισαν τη συμφωνία για να μην μπορεί να απαιτήσει τις προμήθειες της ώστε να επικαλεστούν δικαίωμα επιστροφής των μετοχών που αναγράφονταν στη συμφωνία. Αναφορικά με τον αιθμό των μετοχών που της παραχωρήθηκαν είναι η θέση της ότι της παραχωρήθηκαν λογότερες απο τις συμφωνηθείσες και όχι στον χρόνο που συμφώνησαν με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά ύψους Λ.Κ.22.000 περίπου το οποίο και ανταπαιτεί. Αμφισβητεί επίσης το ύψος του αξιούμενου ποσού, γιατί δεν πιστώθηκαν όλα τα ποσά που δικαιούται είτε γιατι την χρέωσαν με ποσά που δεν όφειλε είτε γιατί κάποια ποσά ήταν υποχρέωση της εταρείας να τα καταβάλει. Είναι ακόμα η θέση της ότι οι συμφωνίες που υπέγραψε με τους ενάγοντες είναι άκυρες γιατί υπογράφτηκαν υπό καθεστώς ψυχικής πίεσης και με ψευδείς παραστάσεις. Αναφέρει λεπτομέρειες των ψευδών παραστάσεων και της πίεσης που υπέστη. Είναι η τελική της θέση ότι έχει ουσιαστική υπεράσπιση αλλά και ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων και θα πρέπει να της δοθεί το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της. Ανάλογη θα έλεγα είναι και η υπεράσπιση που προβάλλει και η καθ΄ ης η αίτηση 4 που ενάγεται ως λέχθηκε ως εγγυήτρια της εναγομένης
- Επί της εγγυήσεως της αναφέρει ότι αυτή είναι άκυρη γιατί είναι αντίθετη με την δημόσια πολιτική γιατί αφορά εγγύηση συναδέλφου προς συνάδελφο. Υπεγράφη υπό συνθήκες ανεπίτρεπτης επιρροής εκ μέρους της εργοδότριας ενάγουσας εταιρείας, γιατί τους λέχθηκε ότι ήταν υποχρέωση και/ή προϋπόθεση η αμοιβαία και αλληλέγγυος εγγύηση των υπολοίπων εργοδοτουμένων και έτσι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να υπογράψει την εγγύηση για να συνεχίσει την περαιτέρω συνεργασία με την ενάγουσα εταιρεία. Προβάλλει ακόμα την θέση ότι η ενάγουσα ποτέ δεν την προειδοποίησε για τυχόν απαιτήσεις της δυνάμει της εγγυητικής. Είναι τέλος η θέση της ότι η εγγύηση δεν καλύπτει την συμπληρωματική συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1, γιατί με την νέα συμφωνία αλλοιώθηκαν οι όροι της αρχικής. Δεν προτίθεμαι να επεκταθώ περισσότερο, στις ένορκες δηλώσεις επισυνάπτονται σωρεία εγγράφων προς υποστήριξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Γίνεται αναλυτική αναφορά, από τους αιτητές στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τους, με αναφορά στα διάφορα έγγραφα, επιστολές και συμφωνίες, για να καταδείξουν ότι είτε η εναγόμενη δεν δικαιούται οτιδήποτε από τον τερματισμό του συμβολαίου, είτε ότι δεν είχε την απαιτούμενη παραγωγή και δεν πέτυχε τους στόχους, οπότε δικαίως τερματίστηκε το έγγραφο συνεργασίας της. Έχω την άποψη ότι ακριβώς η πληθώρα των εγγράφων που επισυνάφθηκαν από όλες τις πλευρές και οι εκατέρωθεν συγκρουόμενοι ισχυρισμοί, καταδεικνύουν το ατελέσφορο της διαδικασίας προς έκδοση απόφασης συνοπτικά. Εγείρονται σωρεία θεμάτων, τόσο πραγματικών όσο και νομικών. Είναι σαφές ότι θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία για να ξεκαθαρίσει το πραγματικό τοπίο των γεγονότων και να ερμηνευτούν σειρά εγγράφων. Τίθενται από πλευράς των εναγομένων σοβαρά νομικά ζητήματα που δεν είναι της παρούσης να εξεταστούν. Έχω την άποψη ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση δεν αποτελούν ούτε και συνιστούν σκιώδη και αόριστη υπεράσπιση, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας της. Είναι ακόμα κατά την αντίληψη μου φανερό ότι δεν προβάλλουν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά παρουσιάζουν και εκθέτουν επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία, που για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας κρίνω ότι είναι αρκετά για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Στην πρόσφατη υπόθεση Ανδρονίκου κ.α ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. 309/05 ημερ. 20.7.
- υπεδείχθη ότι στο στάδιο της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης δεν πρέπει να εξετάζονται τα νομικά θέματα που εγείρονται. Πρόκειται για θέματα που το κατάλληλο τους στάδιο είναι η κανονική δίκη όπου οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν με λεπτομέρεια τις θέσεις τους. Ως υποδεικνύεται στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) A.Α.Δ. 1912, το κριτήριο ικανοποιείται με την παροχή λεπτομερειών από τον εναγόμενο σε λογική έκταση, γιατί αν με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς εξασφαλίζεται άδεια για υπεράσπιση, το αποτέλεσμα είναι το μέτρο να αχρηστεύεται. Θεωρώ και αυτή είναι η κατάληξη μου, ότι οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των εναγομένων εύλογα δημιουργούν διαφορά προς εκδίκαση, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας τους, ώστε να δικαιολογούν την παροχή του δικαιώματος σε όλους τους εναγόμενους να προβάλουν υπεράσπιση. Ως απότελεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης με την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης στην αγωγή. Υπεράσπιση θα καταχωρηθεί σύμφωνα με τους Θεσμούς. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Η. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο