Παναγιώτας Θεοφίλου ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μέσω Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 110/01, 25 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 110/01 Μεταξύ: Παναγιώτας Θεοφίλου Αιτήτριας/ Εφεσείουσας και
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μέσω Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας
- Γεώργιου Χριστοδούλου Κλείτου
- Ανδρέα Χριστοδούλου Κλείτου Καθ' ων η Αίτηση/ Εφεσίβλητων 25 Οκτωβρίου, 2007 Εμφανίσεις Για αιτήτρια/εφεσείουσα: κ. Γ. Παπαθεοδώρου. Για καθ'ου η αίτηση/εφεσίβλητο 1: κ. Α. Μαππουρίδης. Για καθ'ων η αίτηση/εφεσίβλητους 2 & 3: κ. Στ. Στυλιανού. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση/έφεση ημερ. 8.2.2001 (εφεξής η Αίτηση), η αιτήτρια ζητά την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (εφεξής ο Διευθυντής) ημερ. 12.1.2001 (εφεξής η Απόφαση) η οποία πάρθηκε στα πλαίσια της αίτησης ΑΧ 777/2000 που κατατέθηκε από μέρους των εφεσίβλητων 2 και 3 για επίλυση της συνοριακής διαφοράς μεταξύ του ακινήτου τους με αρ. εγγραφής 13365, Φ/Σχ.2-217-391 (τεμάχιο 290) και του συνορεύοντος ακινήτου της αιτήτριας με αρ. εγγραφής 15529, Φ/Σχ. 2-217-391 (τεμάχιο 289). Η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή φέρει ημερομηνία 23.2.2001 και κατατέθηκε εμπρόθεσμα στο πρωτοκολλητείο του δικαστηρίου (βλ. κανονισμό 6 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (διακατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Κανονισμών του 1956). Οι κύριοι και ουσιαστικοί λόγοι στους οποίους εδράζεται η αίτηση ως ανακύπτουν από τους παραταθέντες λόγους έφεσης, την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τόσο της ιδίας ημερ. 4.1.2007 όσο και της χωρομέτρου Αφροδίτης Ευαγγέλου ημερ. 7.2.2007 αλλά και την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κ. Παπαθεοδώρου ημερ. 4.5.2007 είναι δύο, και μπορεί πιστεύω να συνοψιστούν ως εξής: Πρώτον, στην έκδοση της Απόφασης ο Διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη του ότι, κατόπιν της αίτησης Α1519/92 που κατατέθηκε στις 17.9.1993 από μέρους της αιτήτριας έγινε επιτόπια εξέταση και χωρομετρική εργασία στις 14.12.1993 από λειτουργό του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, ο οποίος με τη σύμφωνη γνώμη, μεταξύ άλλων, τόσο της αιτήτριας όσο και του Κλείτου Χριστοδούλου, πατέρα και τότε ιδιοκτήτη του ακινήτου των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, τοποθέτησε σημεία διαχωρισμού (ορόσημα) επί του εκατέρωθεν συμφωνηθέντος και αναγνωρισθέντος κοινού εγγεγραμμένου συνόρου των τεμαχίων 289 και
- Βάσει των προαναφερθέντων, η έκταση γης που με την παρούσα προσβαλλόμενη Απόφαση καθορίζεται ως ανήκουσα στο τεμάχιο 290 των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, συμφωνήθηκε ότι ανήκει στο τεμάχιο 289 της αιτήτριας. Στηριζόμενοι στην προαναφερθείσα συμφωνία που επέλυσε οριστικά τη συνοριακή διαφορά, τα μέρη προχώρησαν στη διενέργεια διαφόρων μόνιμων έργων επί του ακινήτου τους. Συγκεκριμένα η αιτήτρια προχώρησε στην ανέγερση της κατοικίας της και στην ανέγερση τοίχου αντιστήριξης κατά μήκος του συνόρου. Λόγω ειδικά της πιο πάνω συμφωνίας και γενικότερα της συμπεριφοράς τους, οι καθ' ων η αίτηση εμποδίζονται νομικά από το να μεταβάλουν τη δημιουργηθείσα και υπάρχουσα κατάσταση. Με άλλα λόγια δεν υφίστατο καν συνοριακή διαφορά προς επίλυση. Δεύτερον, η έκδοση της προσβαλλόμενης Απόφασης δεν ενέπιπτε καν στις εξουσίες του Διευθυντή καθ' ότι μ' αυτή αφαίρεσε λωρίδα γης από το ακίνητο της αιτήτριας, επηρεάζοντας και επανακαθορίζοντας έτσι τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα, εξουσία που μπορούσε να ασκήσει μόνο το δικαστήριο. Σε απάντηση των πιο πάνω ο καθ' ου η αίτηση 1 δια της Ένστασης ημερ. 12.4.2005, της ένορκη δήλωσης της κτηματολογικού γραφέα Αφροδίτης Κανονιστή που τη συνοδεύει και της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του κ. Μαππουρίδη, εγείρει κατ' αρχάς ένα διαδικαστικό θέμα. Ισχυρίζεται ότι η Αίτηση δεν μπορεί καν να εξεταστεί εναντίον του καθ'ου η αίτηση 1 καθ' ότι το άρθρο 58 του Κεφ. 224 (που ρυθμίζει την επίλυση συνοριακών διαφορών) δεν συγκαταλέγεται στον κατάλογο των άρθρων για τα οποία δύναται ο Διευθυντής με βάση τους Κανονισμούς του 1956 να περιληφθεί ως διάδικος. Επί της ουσίας ισχυρίζεται ότι η Απόφαση λήφθηκε μετά από τη δέουσα έρευνα και είναι ορθή και νόμιμη. Στα πλαίσια της αίτησης Α1519/92, προσθέτει, δεν έγινε χωρομετρική εργασία καθ' ότι η αιτήτρια δήλωσε πως δεν είχε διαφορά με τους γείτονες της. Πέραν τούτου στην περιοχή όπου βρίσκονται τα ακίνητα έχει υιοθετηθεί από το 1998 νέο σχέδιο συμφώνως του άρθρου 50Α του Κεφ.
- Οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δια των ξεχωριστών Ενστάσεων τους ημερ. 26.2.2003 επίσης αμφισβητούν τις θέσεις της αιτήτριας. Εγείρουν διάφορες επιμέρους εντάσεις, εκ των οποίων οι πλείστες δεν είναι απόλυτα σχετικές και έτσι δεν θα με απασχολήσουν. Το σίγουρο πάντως είναι πως υιοθετούν τις θέσεις του καθ' ου η αίτηση 1, πράγμα που έπραξαν δια ρητής δήλωσης του ευπαίδευτου συνηγόρου τους κ. Στυλιανού κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, σε αντίθεση με την αιτήτρια, θεωρούν την Απόφαση του Διευθυντή ως πλήρως συνάδουσα με τα ορόσημα που τοποθετήθηκαν παλαιότερα. Προτού ασχοληθώ με την ουσία της Αίτησης είναι πιστεύω ορθό να ξεκαθαρίσει το διαδικαστικό ζήτημα που αφορά τον καθ' ου η αίτηση
- Προκύπτει πως η απόφαση του Διευθυντή, καλώς ή κακώς, αυτό θα διαφανεί στη συνέχεια, πάρθηκε δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ.224 που ρυθμίζει την επίλυση συνοριακών διαφορών. Το άρθρο 5
(2)των Κανονισμών του 1956 (που ισχύουν δυνάμει του άρθρου 85 του Κεφ.224), αναφέρει πως όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να προστίθενται ως διάδικοι. Ο Διευθυντής ωστόσο δεν θα προστίθεται εκτός αν δοθεί άδεια από το δικαστήριο, παρά μόνο σε διαδικασίες που αφορούν τα άρθρα 41, 43, 58, 59, 68, 69 και 69Α. Τα άρθρα αυτά αφορούσαν τον παλαιό Νόμο Κεφ. 231 που αντικαταστάθηκε από το Κεφ. 224 όπου υπήρξε αναρίθμηση με αποτέλεσμα τα προαναφερθέντα να αντιστοιχούν πλέον στα σημερινά άρθρα 42, 44, 60, 61, 70 και 71. Ως γίνεται αμέσως αντιληπτό το άρθρο 58 δεν συγκαταλέγεται στον κατάλογο των άρθρων όπου ο αιτητής δύναται αυτοβούλως να προσθέτει τον Διευθυντή ως διάδικο. Ως εκ των ανωτέρω και δοθέντος του γεγονότος πως εδώ ουδέποτε ζητήθηκε ή δόθηκε άδεια για προσθήκη του Διευθυντή, είναι φανερό πως υπάρχει παρέκκλιση από τις πρόνοιες του κανονισμού 5
(2)αφού όχι μόνο παρακάμπτονται τα όσα ρητώς αναφέρονται αλλά συνάμα εξουδετερώνεται η διακριτική ευχέρεια που ο νομοθέτης επέλεξε να δώσει στο δικαστήριο. Τούτο πλήττει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας και θα πρέπει, χωρίς άλλο, να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης καθ' όσον αφορά τον καθ' ου η αίτηση 1. Έρχομαι τώρα στην ουσία των ζητημάτων που εγείρει η αιτήτρια με διάδικους πλέον μόνο τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2. Σε ότι αφορά το πρώτο ζήτημα απόλυτα σχετική είναι η υπόθεση Μάρκου v. Πασχάλη
(2001)1(B) Α.Α.Δ.
- Εκεί ο εφεσίβλητος υπέβαλε αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του δικού του ακινήτου και του εφαπτόμενου ακινήτου της εφεσείουσας. Στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης, κτηματολόγος επισκέφθηκε το μέρος, προέβη σε επιτόπια εξέταση και τοποθέτησε ορόσημα, καθορίζοντας το κοινό σύνορο. Ωστόσο η αίτηση δεν κατέληξε σε απόφαση του Διευθυντή επί της διαφοράς συνόρων αφού τα μέρη συνομολόγησαν γραπτή συμφωνία επί του προκείμενου, την οποία μάλιστα υπέγραψαν στην παρουσία του κτηματολόγου. Σε κάποια στιγμή φαίνεται να υπαναχώρησε η εφεσείουσα από τα συμφωνηθέντα με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να αποταθεί εκ νέου στο Διευθυντή για επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Στα πλαίσια αυτής της αίτησης, ο Διευθυντής πήρε απόφαση δικαιώνοντας τις θέσεις του εφεσίβλητου. Η εφεσείουσα προφανώς δυσαρεστημένη από την εξέλιξη καταχώρησε αίτηση/έφεση προβάλλοντας τη θέση, όπως ακριβώς πράττει και εδώ η αιτήτρια, πως ο εφεσίβλητος ενόψει της προηγηθείσας συμφωνίας και των όσων επακολούθησαν, εμποδιζόταν να υποβάλει νέα αίτηση επίλυσης συνοριακής διαφοράς και κατ' επέκταση ο Διευθυντής εμποδιζόταν από του να επιληφθεί εκ νέου της διαφοράς και να πάρει απόφαση. Το πρωτόδικο δικαστήριο, όπως και το εφετείο μετά από εκτενή νομική ανάλυση του εγερθέντος ζητήματος απέρριψαν τη θέση της αιτήτριας υποδεικνύοντας πως τα μέρη δεν μπορούσαν με συμφωνία να αποκλείσουν την υποχρέωση του Διευθυντή να ενεργήσει δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ.
- Ο Διευθυντής επεσήμαναν, όχι μόνο δεν κωλυόταν αλλά είχε υποχρεωτικό καθήκον (mandatory duty) να επιλύσει τη διαφορά. Στην προκειμένη περίπτωση η θέση της αιτήτριας είναι πολύ πιο αδύνατη από την αντίστοιχη της εφεσείουσας στην πιο πάνω υπόθεση. Εδώ δεν παρουσιάστηκε καμία γραπτή συμφωνία. Ούτε και υπήρξε απευθείας συμφωνία μεταξύ των μερών. Η όποια συμφωνία, που έτσι κι αλλιώς δεν αποτελεί κώλυμα, έγινε μεταξύ της αιτήτριας και του πατέρα των καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω είναι τουλάχιστον αμφίβολο αν η εδώ πρώτη αίτηση της αιτήτριας αφορούσε την επίλυση συνοριακής διαφοράς με τους γείτονες της και αν έγινε οποιαδήποτε χωρομετρική εργασία. Η κα Αφροδίτη Κανονιστή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση ισχυρίζεται πως, δεν αφορούσε διαφορά με τους γείτονες της και πως τότε δεν έγινε καμία χωρομετρική εργασία. Παρά το γεγονός ότι η αιτήτρια είχε το απόλυτο βάρος να αποδείξει το εσφαλμένο της απόφασης του Διευθυντή (βλ. Kafieros & Another v. Theocharous & Others
(1978)1 C.L.R. 619, Κτωρίδη v. Έπαρχου Λεμεσού κ.α
(2005)1 Α.Α.Δ. 541 και καν.10
(3)των Κανονισμών του 1956), δε ζήτησε την αντεξέταση της κας Κανονιστή. Εν πάση περιπτώσει το σίγουρο είναι πως στην πρώτη αίτηση της αιτήτριας (Α1519/92) δε λήφθηκε καμία απόφαση από τον Διευθυντή επιλύουσα συνοριακή διαφορά μεταξύ των μερών στη βάση του άρθρου 58, με αποτέλεσμα η όποια συμφωνία και τα όποια επακόλουθα αυτής, σε καμία περίπτωση να μην αποτελούν κώλυμα στη μετέπειτα αίτηση που υπέβαλαν οι αιτητές και στην απορρέουσα Απόφαση που εκ του Νόμου υποχρεούτο να λάβει ο Διευθυντής. Επ' αυτού να σημειώσω πως η απόφαση του Διευθυντή ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από πλευράς τεχνικής και πραγματικής άποψης. Να προσθέσω εδώ πως η εξουσία που έχει ο Διευθυντής με βάση τον νόμο και τους κανονισμούς είναι ευρεία και ως ειδικός είναι το πιο αρμόδιο πρόσωπο να αποφασίσει τα θέματα που εγείρονται ενώπιον του. Το δικαστήριο στην απουσία συγκεκριμένων και ισχυρών λόγων δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματα του (βλ. Peyiotis and another v. Polemitis
(1982)1 C.L.R. 442, Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906 και Αριστοτέλους v. Χ" Κυριάκου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 100). Στη βάση των πιο πάνω η σχετική θέση της αιτήτριας και η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε απορρίπτονται. Έρχομαι στο δεύτερο θέμα που εγείρει η αιτήτρια που αφορά στο κατά πόσον ο Διευθυντής νομιμοποιείτο εν γένει να λάβει την προσβαλλόμενη Απόφαση. Κατ' αρχάς να συμφωνήσω με τη θέση πως η διεκδίκηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του αρμοδίου δικαστηρίου και όχι του Διευθυντή. Προωθείται δε αποκλειστικά με πολιτική αγωγή (βλ. Κραμβιάς κ.α v. Θεοδοσίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 267, Αλκιβιάδου κ.α v. Κωνσταντίνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2153 (όπου γίνεται διεξοδική ανάλυση του όλου θέματος) και Χαραλάμπους v. Γεωργίου κ.α
(2005)1 Α.Α.Δ. 515). Εδώ ωστόσο δεν έχουμε να κάνουμε με τη ρύθμιση και τον επηρεασμό ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων αλλά με την επίλυση συνοριακής διαφοράς. Συνοριακή διαφορά με την έννοια του άρθρου 58, θεωρείται η αμφισβήτηση ως προς την τοποθέτηση των συνόρων ακινήτου επί του εδάφους με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς το σύνορο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ή καθορίζεται σε σχέδιο. Δεν εμπίπτει στον όρο η αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η περιγραφή του ακινήτου στο πιστοποιητικό εγγραφής ή ο καθορισμός των συνόρων του σε σχέδιο είναι ορθός ή εσφαλμένος (βλ.Scherife Moustafa Mulla Ibrahim v. Mehmed Salih Souleyman 19 C.L.R. 237, Chrysanthou & Others v. Antoniades
(1969)1 C.L.R.622 και Παναγιώτου v. Χ" Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362. Με άλλα λόγια η επίλυση συνοριακής διαφοράς δεν αλλοιώνει και δεν αφαιρεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα από τα εμπλεκόμενα μέρη. Απλώς αποσαφηνίζει και αποκρυσταλλώνει το υφιστάμενο, βάσει της εγγραφής και του σχεδίου, σύνορο. Επ' αυτού θα πρέπει να σημειώσω πως η υπόθεση Νικολάου κ.α v. Κωνσταντίνου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1676 στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος της αιτήτριας δεν βοηθά την υπόθεση της. Εκεί η συμφωνία των μερών αφορούσε στο διαχωρισμό κοινού κτήματος που οδήγησε σε ανάλογες ξεχωριστές εγγραφές στο κτηματολόγιο. Ως αποτέλεσμα τούτου η εκ των υστέρων αμφισβήτηση της εγγραφής που εγέρθηκε, ορθά κρίθηκε πως άπτετο πλέον των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των μερών που θα έπρεπε να επιλυθεί από το δικαστήριο στα πλαίσια πολιτικής αγωγής. Εδώ ως προανέφερα, ο Διευθυντής όχι απλώς είχε το δικαίωμα να επιλύσει τη διαφορά αλλά εκ του Νόμου είχε την υποχρέωση να το πράξει. Συνεπώς απορρίπτεται και αυτή η εισήγηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν η Αίτηση κρίνεται όλως διόλου αβάσιμη και απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο επιδικάζονται σε βάρος της αιτήτριας και προς όφελος των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3. Διευκρινίζεται ότι επιδικάζονται δύο σετ εξόδων. Ένα προς όφελος του καθ' ου η αίτηση 1 και ένα προς όφελος των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο και τήρησαν κοινή στάση καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο