← Κύπρος

Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ ν. Μαρία Συρίμη, Αρ. Αγωγής: 3287/03, 26 Οκτωβρίου   2007

Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ ν. Μαρία Συρίμη, Αρ. Αγωγής: 3287/03, 26 Οκτωβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. B. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3287/03 Μεταξύ: Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ Ενάγοντες - και - Μαρία Συρίμη Εναγόμενη Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 17.11.06 Μεταξύ: ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες - και - Μαρία Συρίμη Εναγόμενη Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου 2007. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Φ. Πελίδης. Για την Εναγόμενη: Ο κ. Α. Παπαντωνίου. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση το κλητήριο ένταλμα, οι Ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασχολούντο με χρηματοδοτικές και άλλες συναφείς εργασίες και κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης ημερ. 14.10.99 για συμμετοχή στο Σχέδιο "Πανεπενδυτής" οι ίδιοι παραχώρησαν προς αυτήν πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.30.000, (στο εξής "το όριο"), μέσω ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 5055 (στο εξής "ο λογαριασμός"), το οποίο θα χρησιμοποιείτο αποκλειστικά για αγορά χρηματιστηριακών αξιών, δηλαδή μετοχών, ομολόγων κλπ. (στο εξής "οι Αξίες") ενταγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής "το Χ.Α.Κ."). Οι τίτλοι των αξιών που θα αγοράζοντο θα ενεχυριάζοντο προς όφελος των Εναγόντων χωρίς αυτό να εμποδίζει την ρευστοποίηση των όταν και εφόσον το αποφάσιζε η Εναγόμενη. Είναι επίσης ισχυρισμός πως η Εναγόμενη χρησιμοποίησε τις παραχωρηθείσες διευκολύνσεις για την αγορά αξιών και στη συνέχεια προέβη και σε πωλήσεις. Τις συναλλαγές αυτές διενήργησε η Εναγόμενη μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου Expresstock Securities Ltd (στο εξής «η Expresstock» προς το οποίο υπέγραψε σχετικά πληρεξούσια έγγραφα στις 15.10.99 και 15.11.01. Η Εναγόμενη είχε την υποχρέωση, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της, να ενεχυριάζει προς όφελος των Εναγόντων επιπρόσθετες αξίες (στο εξής "οι Αξίες Εξασφάλισης") ή να καταθέτει στο λογαριασμό μετρητά (στο εξής "τα Μετρητά"), συνολικής αξίας ίσης προς το 30% του ορίου. Επειδή παρά τις επανειλημμένες απαιτήσεις των Εναγόντων δεν διατηρείτο το ισοζύγιο αυτό, οι ίδιοι στις 23.1.03 τερμάτισαν τη συμφωνία και τη λειτουργία του λογαριασμού και απαίτησαν την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου που ήταν Λ.Κ.40.311,07 συν τόκους, όπερ αξιούν και με την παρούσα αγωγή, συν διάταγμα πώλησης των ενεχυριασμένων μετοχών. Η Εναγόμενη καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση (64 σελίδων) προβάλλοντας πλήθος ισχυρισμών και υπερασπίσεων (επί νομικών κυρίως σημείων) οι οποίες πολύ πολύ συνοπτικά μπορεί να διακριθούν σε δύο κατηγορίες: Η πρώτη αφορά στο ότι η συμφωνία ήταν άκυρη εξ υπαρχής (π.χ. δόλος, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, αθέμιτος επηρεασμός, παρανομία κλπ) και η δεύτερη ότι η ίδια η Ενάγουσα παρέβη τη σύμβαση αφού δεν πώλησε τις ενεχυριασμένες αξίες όταν η αγοραία αξία τους (με την τυχόν κατάθεση μετρητών) ήταν κατώτερη του 120% του ορίου ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων, σύμφωνα με τον όρο 7 της συμφωνίας τους. Οι Ενάγοντες κάλεσαν ως πρώτο μάρτυρα τον λειτουργό τους κ. Χάρη Μιχαηλίδη (Μ.Ε.1), ως δεύτερο τον κ. Γιώργο Ιωάννου (Μ.Ε.2), Ανώτερο Λειτουργό της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και ως τρίτο την κ. Κάτια Λύτρα (Μ.Ε.3), υπάλληλό τους. Η Εναγόμενη κάλεσε ως πρώτο μάρτυρα τον σύζυγο της κ. Κυριάκο Συρίμη (Μ.Υ.1), ως δεύτερο την κα Λητώ Ασημάκη (Μ.Υ.2), ως τρίτη κατέθεσε η ίδια η Εναγόμενη (Μ.Υ.3) και ως τελευταίο κάλεσε τον κ. Μάριο Αβραάμ (Μ.Υ.4). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ-ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ακολουθώντας κάποια χρονολογική σειρά ως προς τα γεγονότα πρέπει να σημειωθεί πως η Εναγόμενη περί τις αρχές του έτους 1999 επέδειξε ενδιαφέρον για αγορά μετοχών και επηρέασε σχετικά το σύζυγο της να το πράξει. Το φθινόπωρο του 1999 ο σύζυγος της (Μ.Υ.1) την πληροφόρησε για το σχέδιο "Πανεπενδυτής" των Εναγόντων, για το οποίο του είχε μιλήσει με τα καλύτερα λόγια ο φίλος του, ελεγκτής στο επάγγελμα, πελάτης αρχικά των Εναγόντων στο σχέδιο "Πανεπενδυτής" και αργότερα αντιπρόσωπος της εταιρείας Εxpresstock κ. Μάριος Αβραάμ (Μ.Υ.4). Ο Μ.Υ.4 ήταν βέβαιος όμως στη μαρτυρία του πως αντιπρόσωπος είχε αναλάβει σίγουρα μετά τη συμφωνία της Εναγόμενης με τους Ενάγοντες, ισχυρισμό τον οποίο δέχομαι. Ο ίδιος μάρτυρας έκαμε και αναφορά σε κάτι, το οποίο βεβαίως ήταν διάχυτο καθ' όλη την διαδικασία. Είπε συγκεκριμένα πως όταν μίλησε στον Μ.Υ.1 για το σχέδιο αυτό, η πορεία του Χ.Α.Κ. από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1999 ήταν συνεχώς ανοδική και υπήρχαν μόνο κέρδη, πράγμα που μπορούσε να διαπιστώσει οποιοσδήποτε. Κάποια στιγμή λοιπόν, πριν τις 15.10.99, ο Μ.Υ.4, ο οποίος συμμετείχε στο σχέδιο "Πανεπενδυτής" από πριν, έχοντας μόνο κέρδη, μίλησε για αυτό στον Μ.Υ.1. Ο τελευταίος ισχυρίζεται (στην παράγραφο 7(α) της γραπτής κατάθεσης του) ότι ο Μ.Υ.4 ενήργησε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων και ότι υπό την ιδιότητα του αυτή τους έκανε ξεκάθαρο ότι στην χειρότερη περίπτωση θα εκποιούντο οι ενεχυριασμένες μετοχές της Εναγόμενης πράγμα που θα ήταν και η μόνη ζημιά τους. Δεν προέκυψε όμως κάτι τέτοιο από τη μαρτυρία του Μ.Υ.4. Αυτό που διευκρίνισε ο Μ.Υ.4 είναι πως "οι μετοχές ήταν πάνω συνέχεια" και "οποιοσδήποτε έβλεπε ότι υπήρχαν κέρδη συνέχεια". Όσον αφορά την Εναγόμενη, είναι αναμφισβήτητο πως αυτή δεν συζήτησε το σχέδιο με οποιονδήποτε άλλον πέραν του συζύγου της, στον οποίον είχε πλήρη εμπιστοσύνη τόσο λόγω της συζυγικής ιδιότητας όσο και λόγω των σπουδών του στα οικονομικά και της θέσης του ως Λειτουργός στο Υπουργείο Οικονομικών. Η ίδια η Εναγόμενη ισχυρίζεται στη μαρτυρία της (βλ. παράγραφο 6 της γραπτής κατάθεσης της) πως δεν διάβασε τους όρους της συμφωνίας, αλλά σ' αυτό αντιφάσκει σαφέστατα με τον Μ.Υ.1 ο οποίος (στην παράγραφο 5(β) της γραπτής κατάθεσης του) ισχυρίζεται ότι και οι δύο τους διάβασαν τους όρους συμμετοχής στο σχέδιο. Δέχομαι λοιπόν τη θέση του Μ.Υ.1 ότι και η Εναγόμενη διάβασε τους όρους, χωρίς αυτό να αναιρεί την πλήρη εμπιστοσύνη που έδειξε στο σύζυγο της. Όπως εξήγησε στην προφορική της μαρτυρία, αυτός ήταν που της μίλησε για την οικονομική επιτυχία του σχεδίου, τα κέρδη που είχαν άλλοι συμμετέχοντες (μεταξύ των οποίων και ο Μ.Υ.4) και τη μη αναγκαιότητα υποθήκευσης περιουσίας ή υπογραφής εγγυήσεων, πράγματα που η Εναγόμενη έλαβε σοβαρά υπ' όψιν. Ο Μ.Υ.1 ενθυμείτο αμυδρώς ότι είχε και συνάντηση με κάποιον Γιαννάκη Χριστοδούλου, διευθυντή της Ενάγουσας ο οποίος του είχεν εξηγήσει ένα-δύο πράγματα. Αυτός του είπε για την ανάγκη ενεχυρίασης μετοχών (30% του ορίου) και την ανάγκη εξουσιοδότησης συγκεκριμένου χρηματιστηριακού γραφείου. Ερωτήθηκε στην αντεξέταση του ειδικά για το ποιος προέβη στις προτροπές, παραστάσεις, διαφημίσεις και με απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών τον ενεθάρρυνε, εξώθησε και επηρέασε να πειστεί ο ίδιος ή η σύζυγος του να υποβάλει την αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο (ως ισχυρίζετο στην παράγραφο 2(α) της γραπτής δήλωσης του) και απάντησε πως αυτά τα έπραξε ο φίλος του, ο Μάριος Αβραάμ. Δεν απέδωσε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια σ' οποιονδήποτε αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο των Εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο. Έχω την άποψη πως το θέμα είναι ξεκάθαρο: Ο Μ.Υ.1 ήταν πολύ καλός φίλος με τον Μ.Υ.4 Μάριο Αβραάμ ο οποίος με τη σειρά του συμμετείχε ήδη στο σχέδιο "Πανεπενδυτής" (όπως και ορισμένοι άλλοι συγγενείς και γνωστοί εκ των οποίων κάποιους γνώριζε) και μάλιστα σε μια περίοδο που το Χ.Α.Κ. παρουσίαζε μόνο συνεχή ανοδική πορεία και όλοι είχαν "μεγάλα" κέρδη (όπως τα χαρακτηρίζει η Εναγόμενη στην παράγραφο 3 της γραπτής δήλωσης της). Δεν αμφιβάλλω πως ο Μ.Υ.4 πληροφόρησε το φίλο του για τα κέρδη που είχε (κάτι που υπό άλλες περιστάσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως προνόμιο). Σίγουρα ο Μ.Υ.4 δεν τον εξανάγκασε να επισκεφθεί τον Γ. Χριστοδούλου. Προφανώς ο Μ.Υ.1 επέδειξε ενδιαφέρον θέλοντας και αυτός να πραγματοποιήσει κέρδη. Άλλωστε το ζεύγος (Μ.Υ.1 και Εναγόμενη) είχαν ήδη ασχοληθεί με το Χ.Α.Κ., αγοράζοντας μετοχές Τραπεζών περί τις αρχές του 1999, τις οποίες θεωρούσαν πιο "σίγουρες". Προφανώς επίσης είχαν αγοράσει και μετοχές άλλων εταιρειών αφού αυτό προκύπτει από την αρχική ενεχυρίαση για σκοπούς της επίδικης χρηματοδότησης. Έτσι ο Μ.Υ.1 επισκέφθηκε τα γραφεία της Ενάγουσας, είχε μια συνομιλία με τον Γ. Χριστοδούλου, για την οποίαν κατά τη μαρτυρία του δεν ενθυμείτο και πολλά πράγματα, και εκεί είδε κάποιους άλλους υπαλλήλους για διαδικαστικά θέματα από τους οποίους παρέλαβε τα αναγκαία έντυπα για υποβολή της αίτησης. Υποστηρίχθηκε από πλευράς Εναγόντων πως η αίτηση υπεγράφη από την Εναγόμενη στα γραφεία των. Παρουσιάστηκε προς τούτο η μαρτυρία της Μ.Ε.3 Κάτιας Λύτρα. Παρακολουθώντας αυτήν στο εδώλιο πρέπει να πω ότι δεν με έπεισε για την ισχυρή μνήμη της και για το ότι το δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία της. Δεν αμφιβάλλω ότι όντως κάποια στοιχεία στην αίτηση (τα οποία περιεκύκλωσε με κόκκινο μελάνι επί του Τεκμηρίου 3) συμπληρώθηκαν από την ίδια, αλλά προφανώς αυτό το έπραξε όταν ο Μ.Υ.1 έφερε αργότερα την αίτηση υπογεγραμμένη από τη σύζυγο του. Ήταν προφανές πως η Μ.Ε.3 δεν ενθυμείτο την συγκεκριμένη περίπτωση αλλά στήριζε την ισχυριζόμενη βεβαιότητα της, για όσα έλεγε, στην γενική πρακτική της Ενάγουσας όπως όλες οι αιτήσεις "υπογράφονται στα γραφεία τους", πράγμα όμως που δεν συνέβη εδώ. Η Μ.Ε.3 δεν ήταν καθόλου πειστική στα όσα έλεγε και δεν δέχομαι τη μαρτυρία της. Προτιμώ επί του σημείου τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, Μ.Υ.4 και της Εναγόμενης ότι τόσον την αίτηση (Τεκμήριο 1) όσον και το πληρεξούσιο προς τους χρηματιστές (Τεκμήριο 4) αλλά και το Έγγραφο Ενεχυρίασης Τίτλων Αξιών (Τεκμήριο 5) τα μετέφερε ο Μ.Υ.1 στην Εναγόμενη, αυτή τα υπέγραψε και ακολούθως επιστράφηκαν στους Ενάγοντες, μέσω του Μ.Υ.1. Φυσικά ούτε ο Μ.Υ.1 αλλά ούτε και η Εναγόμενη δίδουν λεπτομέρειες για το θέμα της υπογραφής, π.χ. αν υπογράφηκαν όλα μαζί ή πρώτα εγκρίθηκε η αίτηση την επόμενη της υποβολής της και αργότερα υπογράφηκαν τα Τεκμήρια 4 και 5. Πλην όμως δεν αμφισβητείται ποσώς πως σε όλα τα έγγραφα αυτά υπάρχουν γνήσιες υπογραφές της Εναγόμενης. Ειδικά δε ως προς το Τεκμήριο 3 πρέπει να σημειώσω πως δεν προέκυπτε οποιαδήποτε αναγκαιότητα για υπογραφή ενώπιον οποιουδήποτε . Ήταν απλώς μια αίτηση που θα μπορούσε είτε να εγκριθεί είτε να απορριφθεί από τους Ενάγοντες. Γεγονός παραμένει πως υπήρξε αποδοχή της και συμφωνία χρηματοδότησης. Να σημειωθεί ότι ο Μ.Υ.1 δέχεται πως τα υπόλοιπα στοιχεία στην αίτηση τα είχε συμπληρώσει ο ίδιος. Μεταξύ αυτών είναι και τα ονόματα των προσώπων που μπορούσαν να συστήσουν και να δώσουν πληροφορίες για την αιτήτρια - Εναγόμενη. Ως τέτοιους ανέφερε τότε τον φίλο του τον Μ.Υ.4, ο οποίος περιγράφηκε από την Μ.Ε.3 στην αίτηση ως λογιστής και τον Λάμπρο Καννάουρο, σήμερα ασφαλιστή του Μ.Υ.1 για τα αυτοκίνητα. Ο Μ.Υ.1 έδωσε πληροφορίες στην στήλη "περιουσιακά στοιχεία" για μετοχές και από στοιχεία που είχε μαζί του φαίνεται πως οι ίδιες μετοχές καταγράφηκαν και από την Μ.Ε.3 στη στήλη "προτεινόμενη εξασφάλιση". Η αναφερόμενη συνολική αξία τους (Λ.Κ.15.000) φαίνεται επίσης να είχε καταγραφεί από τον ίδιον, ο οποίος διέγραψε και την προτεινόμενη εξασφάλιση με μετρητά, εισηγούμενος με αυτό τον τρόπο ότι η αρχική εξασφάλιση θα ήταν με μετοχές. Η αίτηση εγκρίθηκε στις 15.10.99 με υπογραφή του Γιαννάκη Χριστοδούλου για ποσόν Λ.Κ.30.000 (και όχι για Λ.Κ.40.000 το οποίο αιτήθηκε η Εναγόμενη). Όσον αφορά τα τεκμήρια 4 και 5 δέχομαι τη θέση του Μ.Υ.1 πως τα παρέδωσε επίσης υπογεγραμμένα (από την Εναγόμενη) προς τους Ενάγοντες και επ' αυτών έγιναν οι υπόλοιπες διατυπώσεις. Η Εναγόμενη δεν αρνείται ούτε τις υπογραφές της ούτε τη χορήγηση πληρεξουσίου αλλά ούτε και την ενεχυρίαση των μετοχών που αναφέρονται. Αντίθετα επί της ενεχυρίασης αυτής στηρίζει και μέρος της ανταπαίτησης της. Εδώ να αναφερθεί πως σύμφωνα με τον όρο 6 του Τεκμηρίου 3 η Εναγόμενη υποχρεούτο να παραχωρήσει ενέχυρο υπέρ των Εναγόντων σε αξίες (ή να καταθέτει μετρητά) ίσον προς το 30% του ύψους του ορίου, ως επιπρόσθετη ασφάλεια του εγκρινόμενου ορίου (πέραν δηλαδή της ενεχυρίασης των αγορασθησόμενων αξιών). Το Τεκμήριο 5 λοιπόν ήταν προς συμμόρφωση με αυτό τον όρο και η Εναγόμενη ενεχυρίασε αρχικώς τις ακόλουθες μετοχές: 726 Της Τράπεζας Κύπρου Λτδ 200 Της Λαϊκής Τράπεζας 430 Της Era Portofolio Inv. Ltd 470 Της Louis Cruise Lines Ltd Από τα δικόγραφα διαπιστώνεται διαφωνία ως προς την αξία των πιο πάνω μετοχών. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται τώρα πως άξιζαν Λ.Κ.18.055 πράγμα που υποστήριξε και ο σύζυγος της. Περιττό να αναφέρω ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε εξειδικευμένη μαρτυρία για την τότε αξία τους. Παραμένει όμως η δήλωση της ίδιας της Εναγόμενης επί του Τεκμηρίου 3, την οποίαν κατέγραψε όπως είπα ο Μ.Υ.1 και αναφέρεται σε συνολική αξία τους Λ.Κ.15.000 αλλά και η συνάδουσα αναλυτική αναφορά του Μ.Ε.1 στην παράγραφο 15 της γραπτής δήλωσης του ότι η ακριβής συνολική τους αξία τότε ήταν Λ.Κ.15.277, πράγμα το οποίο αποτελεί και εύρημα μου. Σημειώνω δε πως τελικά η αξία αυτή έγινε αποδεκτή μέσα από την αγόρευση του συνηγόρου της Εναγόμενης. Με την έγκριση της αίτησης, την ενεχυρίαση των πιο πάνω μετοχών και την υπογραφή πληρεξουσίου εγγράφου προς τους χρηματιστές Expresstock Ltd, οι Ενάγοντες άνοιξαν το λογαριασμό υπ' αρ. 5055 επ' ονόματι της Εναγόμενης και έθεσαν μέσω αυτού στη διάθεση της πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.30.000. Επισημαίνω πως σύμφωνα με τον όρο 1 του Τεκμηρίου 3 "Χρηματιστηριακό Γραφείο σημαίνει το νομικό ή φυσικό πρόσωπο που είναι εγκεκριμένο ως "Χρηματιστής" και το οποίο θα υποδεικνύει ο ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ", δηλαδή οι Ενάγοντες. Δεν υπάρχει επίσης οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να διαφωτίζει ως προς τη σχέση Εναγόντων και του Χρηματιστηριακού Γραφείου Expresstock Ltd. Η Μ.Ε.3 ανέφερε πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε σχέση μεταξύ των δύο εταιρειών χωρίς να αμφισβητηθεί επ' αυτού. Η ίδια μάρτυρας είπε πως ο Μάριος Αβραάμ (Μ.Υ.4) ήταν οικονομικός σύμβουλος της Expresstock Ltd χωρίς και πάλι να αμφισβητηθεί. Ο Μ.Υ.1 επέμεινε πως για προηγούμενες συναλλαγές που είχε στο Χ.Α.Κ. τον είχε παροτρύνει ο Μ.Υ.4 να χρησιμοποιήσει ως χρηματιστές το γραφείο Expresstock Ltd επειδή αυτό το γραφείο θα του υποδείκνυαν και οι Ενάγοντες όταν αργότερα θα αποτείνετο σ' αυτούς για πιστωτικές διευκολύνσεις, πράγμα που έπραξε, δηλαδή είχε παλαιότερα, εντός του 1999, χρησιμοποιήσει το γραφείο αυτό. Εδώ βεβαίως επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά η πολύ καλή φιλική σχέση που είχε ο Μ.Υ.1 με τον Μ.Υ.4, η πληροφόρηση που είχε από καιρό για το σχέδιο και η προετοιμασία του για την υποβολή σχετικής αίτησης. Κυρίως όμως αναδεικνύεται η χρήση του χρηματιστηριακού αυτού γραφείου και σ' άλλες πράξεις, πράγμα βεβαίως καθόλου παράξενο, αν σκεφθεί κάποιος πως με αυτό το γραφείο συνεργάζετο ήδη ο πολύ καλός φίλος του Μ.Υ.1, δηλαδή ο Μ.Υ.4. Όλα αυτά όμως δεν αναιρούν τη βασική θέση του Μ.Υ.1 πως στα πλαίσια της χορήγησης των πιστωτικών διευκολύνσεων όντως οι Ενάγοντες υπέδειξαν ως χρηματιστηριακό γραφείο την Expresstock Ltd, την οποίαν θέση και δέχομαι. Ο Μ.Ε.1 - ο οποίος δεν εργάζετο τότε στους Ενάγοντες - λανθάνεται όταν σε αντίθεση με τον όρο 1 αναφέρει (στην παράγραφο 9 της γραπτής δήλωσης του) ότι η Εναγόμενη "είχε υποχρέωση να υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο προς χρηματιστηριακό γραφείο της επιλογής της, . . ." . Από την άλλην όμως αποτελεί εύρημα μου πως και η Εναγόμενη και ο σύζυγος της Μ.Υ.1 γνώριζαν αυτή την υποχρέωση (μάλιστα πολύ πριν την αίτηση) και την αποδέχθηκαν ιδία βουλήσει χωρίς να συζητήσουν ή να ζητήσουν άλλο γραφείο. Σύμφωνα με τον όρο 2 του Τεκμηρίου 2 ο "Πανεπενδυτής" ήταν ένας θεσμός με ειδικές πρόνοιες βάσει του οποίου παραχωρούντο «σε δραστήριους επενδυτές πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού» και αφορούσε «αποκλειστικά την αγορά και πώληση χρηματιστηριακών αξιών». Η βασική διαχείριση και διεκπεραίωση των Αξιών θα εγίνετο από το Χρηματιστηριακό Γραφείο το οποίο θα είχε την ευθύνη της παρακολούθησης των αξιών (όρος 9) και οι Ενάγοντες θα δέχοντο τις οδηγίες από το Χρηματιστηριακό Γραφείο το οποίο θα είχε την ευθύνη να ενεργεί για λογαριασμό του Επενδυτή (με βάση το πληρεξούσιο) για την προσθήκη και/ή αφαίρεση, αγορά και/ή πώληση αξιών, που θα ήταν ενεχυριασμένες υπέρ των Εναγόντων, νοουμένου ότι οι σχετικές πράξεις θα εγίνοντο μέσω του λογαριασμού χρηματοδότησης του σχεδίου καθώς και ότι η εξασφάλιση των Εναγόντων θα παρέμενε στα συμφωνηθέντα όρια (όρος 11). Η Εναγόμενη και ο Μ.Υ.1 σε καμιά περίπτωση, είτε με το δικόγραφο της υπεράσπισης είτε με τη μαρτυρία τους αμφισβήτησαν ότι τελικά πραγματοποιήθηκαν αγοραπωλησίες μετοχών στο Χ.Α.Κ. μέσω του σχεδίου. Δέχομαι ότι ο τρόπος που λειτουργούσαν τα πράγματα, όσον αφορά το τυπικό μέρος, περιγράφεται από τον Μ.Ε.1 στις παραγράφους 17, 18 και 19 της γραπτής δήλωσης του: Οι Χρηματιστές ενημέρωναν τους Ενάγοντες για τις συναλλαγές που είχαν εκτελεστεί στο Χ.Α.Κ. για λογαριασμό της Εναγόμενης και έδιδαν τα αντίστοιχα Πινακίδια Συναλλαγών (Contract Notes). Βασιζόμενοι στα στοιχεία αυτά οι Ενάγοντες σε περίπτωση αγοράς αξιών πλήρωναν το συνολικό ποσό του Πινακιδίου Αγοράς (τίμημα αγοράς, προμήθεια χρηματιστών και τελών Χ.Α.Κ.) και χρέωναν αντίστοιχα το λογαριασμό. Σε περίπτωση πώλησης εισέπρατταν το καθαρό ποσό του πινακιδίου πώλησης (δηλαδή αφαιρουμένων της προμήθειας χρηματιστών και τελών Χ.Α.Κ) και πίστωναν ανάλογα τον λογαριασμό της Εναγόμενης. Στην περίπτωση αγοράς μετοχών οι Ενάγοντες, σύμφωνα με τον όρο 3, έστελλαν στην εκδότρια εταιρεία τα απαραίτητα έγγραφα για ενεχυρίαση των αγορασθέντων αξιών ενώ στην περίπτωση πώλησης των ήδη ενεχυριασθέντων μετοχών, οι Ενάγοντες φρόντιζαν για την αποδέσμευση τους, στέλνοντας και πάλι σχετική επιστολή στην εκδότρια εταιρεία. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, η Εναγόμενη με την υπεράσπιση και τη μαρτυρία της αλλά και ο Μ.Υ.1 με τη μαρτυρία του δεν αμφισβήτησαν σε καμιά περίπτωση ότι πραγματοποιήθηκαν οι αγοραπωλησίες μετοχών που αναφέρονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Εκείνο που αμφισβητήθηκε - και μάλιστα έντονα εξαρχής - είναι το ότι αυτές οι συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν είτε με εντολές της Εναγόμενης είτε με εντολές του Μ.Υ.1, ο οποίος παραδεκτώς την εκπροσωπούσε και χειρίζετο τα θέματα εκ μέρους της. Παραπέμπω σχετικά με την άρνηση τους στις παραγράφους 3(ε), 7(Δ)(β)(ii), 7(Δ)(γ)(iii) και 8(α) της Υπεράσπισης της. Στην γραπτή δήλωση του (παράγραφος 7(γ)) ο Μ.Υ.1 υποστηρίζει πως η συμφωνία για αγορά μετοχών βάσει εντολών της Εναγόμενης δεν υλοποιήθηκε και σε άλλο σημείο (παράγραφο 8(γ)) ότι "η Ενάγουσα στέρησε από την Εναγόμενη το δικαίωμα να πραγματοποιήσει αγοραπωλησίες στον χρόνο που αυτή ήθελε, όπως και τις μετοχές που θα επέλεγε για να μην υποστεί ζημιές". Να σημειωθεί παρεμπιπτόντως ότι στην παράγραφο 7(Δ)(β)(
  2. ii)την υπεράσπισης της, η Εναγόμενη ισχυρίστηκε πως ποτέ δεν υπήρξε συμφωνία για αγορά μετοχών τραπεζικών οργανισμών. Στην αντεξέταση του Μ.Υ.1 η γραμμή της έλλειψης οδηγιών ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε. Δέχθηκε ο Μ.Υ.1 πως έπαιρνε ο ίδιος έγγραφα στη σύζυγο του και αυτή τα υπέγραφε, πως ο ίδιος είχε "πολλές προσωπικές και τηλεφωνικές επικοινωνίες με τους χρηματιστές" και τέλος πως εκ μέρους της συζύγου του ο ίδιος έδωσε "και γραπτές αλλά και προφορικές οδηγίες μέχρι τις αρχές του 2000". Ερωτήθηκε ειδικά για όσες μετοχές είναι "γραμμένες" και δέχθηκε ότι έχουν εκτελεστεί οι σχετικές πράξεις. Αυτή του η θέση επιβεβαιώνεται, πρέπει να πω, τόσον από τη δέσμη εγγράφων που έχει καταχωριστεί (ως Τεκμήριο 7) και αποτελείται από Πινακίδια Συναλλαγών, επιταγές και έγγραφα ενεχυρίασης ή έγγραφα εξάλειψης ενεχύρου, όσον και από τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 15 και 16). Συνολικά προκύπτει ότι έγιναν εννιά αγορές και δύο πωλήσεις στο διάστημα από 20.10.99 μέχρι 7.4.00 ως εξής: Αγορές Σύνολο Χρέωσης

(1)20.10.99 CTC 500 Χ 3.95 1.995,74
(2)20.10.99 Τρ. Κύπρου 150 Χ 12.40 1.879,53
(3)20.10.99 Τρ. Κύπρου 850 Χ 12.40 10.650,67
(4)1.11.99 Λαϊκή Τράπεζα 500 Χ 12.51 6.320,68
(5)2.11.99 Caramondani 400 Χ 4.49 1.814,86
(6)2.11.99 Minerva 500 X 4.05 2.046,26
(7)3.11.99 Louis Cruise 400 X 8.20 3.314,44
(8)4.11.99 Cyprus Airways 400 X 5.80 2.344,36
(9)7.4.00 Louis Cruise 500 X 1.72 866,54 Σύνολο Λ.Κ.31.233,08 Πωλήσεις Σύνολο Πίστωσης
(1)15.3.00 Cyprus Airways 400 Χ 1.80 708.48
(2)17.3.00 Caramondani 400 Χ 2.41 948.58 Σύνολο Λ.Κ.1.657,06 Σε αντίθεση με τη δικογραφημένη θέση της, παραπονείται προφορικώς η Εναγόμενη μέσω του Μ.Υ.1 πως ενώ οι οδηγίες τους ήταν για αγορά τραπεζικών μετοχών, εντούτοις δεν εκτελέστηκαν αυτές από τους χρηματιστές. Ασχέτως του ότι αυτό το θέμα δεν αφορά τις σχέσεις Ενάγουσας-Εναγόμενης αλλά αυτές της Εναγόμενης με τους χρηματιστές, πρέπει να παρατηρήσω πως δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Το ξεκαθάρισε ο Μ.Υ.1 λέγοντας πως ο ίδιος όταν ζητούσε από το χρηματιστή "βασικά" να αγοράσει μετοχές τραπεζών (εκείνος) του έλεγε "να πάρουν και λίγο Λούη και λίγο Γούλγουερθ ". ΄Όπως είπε του απαντούσε μεν, ότι "βασικά είναι τράπεζες" που ήθελαν, αλλά εντίμως, στο Δικαστήριο, παραδέχθηκε πως δεν είπε στο χρηματιστή τότε να μην πάρει άλλες μετοχές. Βεβαίως αυτό το απέδωσε στη θέση του ότι "εκείνοι ήταν οι επαγγελματίες και εκείνοι είχαν τη διαχείριση", αλλά η άποψη του αυτή δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Συνάγεται λοιπόν πως και συζητούσε και είχε πλήρη γνώση για όλες τις συναλλαγές χωρίς να δώσει ποτέ αντίθετες οδηγίες. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να επιλυθεί το νομικό θέμα της ιδιότητας των χρηματιστών, αλλά ως ζήτημα γεγονότων δεν δέχομαι ότι ο Μ.Υ.1 ή η Εναγόμενη αρνήθηκαν την αγορά άλλων μετοχών. Μπορεί όντως να ήταν μια εισήγηση που προήλθε από τους χρηματιστές στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας αλλά αποτελεί εύρημα μου πως η διενέργεια των πράξεων αυτών ήταν εις πλήρη γνώσιν του Μ.Υ.1 και μέσω αυτού της Εναγόμενης, οι οποίοι δεν έπραξαν ο,τιδήποτε είτε εκ των προτέρων για να αποτρέψουν τις αγορές είτε εκ των υστέρων για να απαλλαγούν των μετοχών αυτών. Ουσιαστικά αυτό που αναδύεται από το σύνολο της μαρτυρίας είναι πως στα πλαίσια συζητήσεων συναινούσαν στις αγορές και αυτών των μετοχών. Είναι χαρακτηριστικό το εξής απόσπασμα από την αντεξέταση του Μ.Υ.1: "Ε: Και τον Νοέμβριο του 1999 αγοράζετε μετοχές άλλων εταιρειών αξίας Λ.Κ.16.000 περίπου; Α: Εκεί εμπήκαμεν στην παγίδα. Ε: Γιατί δεν πουλήσατε τότε; Α: Μα αγόρασεν (η σύζυγος) τες μετοχές με μακροχρόνιο ορίζοντα. Οι δηλώσεις των Τραπεζών ήταν ότι θα ανεβούν κι' άλλο οι μετοχές.". Το πιο πάνω απόσπασμα καθώς και αρκετά άλλα στα οποία αναφέρεται ο "μακροχρόνιος ορίζοντας" και η αντίληψη τους ότι θα είχαν μόνο κέρδη επιβεβαιώνει πως η Εναγόμενη και ο Μ.Υ.1 δεν είχαν κανένα παράπονο από την αγορά άλλων μετοχών. Είναι προφανές πως λάμβαναν υπ' όψιν την συνεχή ανοδική πορεία του Χ.Α.Κ. και ανέμεναν «ν' ανεβούν κι άλλο οι μετοχές» στο Χ.Α.Κ. για να πραγματοποιήσουν ακόμα περισσότερα κέρδη. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί πως ενώ βεβαίως ο Μ.Υ.1 ισχυρίζεται ότι οι χρηματιστές έκαμναν περίπου ό,τι ήθελαν από την άλλη παραδέχεται ότι τον ερωτούσαν για κάποια "δικαιώματα μετοχών" αν θα τα ασκήσουν ή όχι. Στην κατάσταση λογαριασμού φαίνονται όντως με τον κωδικό "Exercise" δύο τέτοιες περιπτώσεις στις 8.5.00 (Cyprus Airways) και 30.3.01 (C.T.C.), ενώ ανάμεσα στη δέσμη του Τεκμηρίου 11 υπάρχει και Δήλωση της Εναγόμενης ημερ. 26.10.00 με την οποίαν πληροφορεί ότι δεν επιθυμεί να προχωρήσουν με εξάσκηση άλλων δικαιωμάτων της C.T.C. Συνεπώς δεν δέχομαι τη θέση ότι οι χρηματιστές από τη μια αγνοούσαν την Εναγόμενη και τον Μ.Υ.1 αγοράζοντας μετοχές χιλιάδων λιρών κατά βούληση, και από την άλλη ένιωθαν την ανάγκη και τους λάμβαναν υπ' όψιν για εξάσκηση δικαιωμάτων αξίας μερικών εκατοντάδων λιρών. Τα ίδια κατ' αναλογίαν ισχύουν και όσον αφορά τον ισχυρισμό του Μ.Υ.1 ότι ζητούσε από τους χρηματιστές να πωλήσουν μετοχές αλλά δεν εισακούστηκε. Σημειώνω πως και όταν ερωτήθηκε γιατί δεν πωλούσαν τα "δικαιώματα" αλλά προχωρούσαν στην εξάσκηση τους, απάντησε πως η σύζυγος του "έβλεπεν μιαν μακροχρόνια επένδυση". Αυτό βεβαίως εξυπονοεί πως μπορούσαν να πωλήσουν αλλά δεν ήθελαν, πράγμα που ισχύει γενικά στη συνεργασία τους. Όσον αφορά το θέμα της ενημέρωσης της Εναγόμενης και του Μ.Υ.1 είναι παραδεκτό μέσα από την παράγραφο 12(α) της υπεράσπισης πως οι Ενάγοντες απέστελλαν κατά διάφορα χρονικά διαστήματα κατάσταση "Αξίας Χαρτοφυλακίου", μετά την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού. Αυτό παραδέχεται και στην παράγραφο 16(α) της γραπτής κατάθεσης του ο Μ.Υ.1 - αν και ισχυρίζεται πως αυτές οι καταστάσεις δεν ήταν εύκολα κατανοητές ούτε μπορούσε κάποιος να τις ελέγξει όσον αφορά την τήρηση των όρων του σχεδίου - αλλά και η ίδια η Εναγόμενη στην παράγραφο 7 της γραπτής της κατάθεσης. Το σύνολο των επαφών που είχε ο Μ.Υ.1 με οδηγεί στο βέβαιο συμπέρασμα πως ο ίδιος και η Εναγόμενη αφενός γνώριζαν ποιες μετοχές είχαν αγοράσει ή πωλήσει και αφετέρου ότι κατά καιρούς λάμβαναν και καταστάσεις "Αξίας Χαρτοφυλακίου". Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του Μ.Υ.1 ότι δεν κατανοούσε τις καταστάσεις αυτές. Πρόκειται για οικονομολόγο, εργαζόμενο στο Υπουργείο Οικονομικών και η ίδια η γραπτή κατάθεση του αλλά και η προφορική του μαρτυρία καταδεικνύουν άνθρωπο με αρκετές γνώσεις στα οικονομικά θέματα. Άλλωστε εάν είχε πρόβλημα κατανόησης θα μπορούσε κάλλιστα να ερωτήσει τον φίλο του Μ.Υ.4 ή τους υπεύθυνους της Ενάγουσας, πράγμα που δεν προκύπτει ότι έπραξε οποτεδήποτε. Είμαι δε βέβαιος για τους Μ.Υ.1 και την Εναγόμενη πως γνωρίζοντας τις αγορές και πωλήσεις μετοχών τους ήταν σε πολύ καλή θέση να γνωρίζουν και τα χρήματα που δαπανήθηκαν για αγορά τους ή προέκυψαν από την πώληση τους. Μέχρι δε το καλοκαίρι του 2000 πολύ λίγες πράξεις είχαν γίνει και ήταν γνωστό σ' αυτούς και το υπόλοιπο του λογαριασμού αλλά και η αξία χαρτοφυλακίου. Για αυτό άλλωστε και ο Μ.Υ.1 ενδιαφέρθηκε τότε και επισκέφθηκε τους χρηματιστές με την Μ.Υ.2. Αν ο Μ.Υ.1 δεν είχε γνώση και για το υπόλοιπο αλλά και για την αξία χαρτοφυλακίου προφανώς δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί διαφορετικά η επίσκεψη του αυτή. Δηλαδή εάν δεν γνώριζε ο,τιδήποτε γιατί να ανησυχήσει και να πάει στους χρηματιστές; Είναι για αυτό το λόγο που θεωρώ αξιόπιστη και την εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι με βάση πληροφόρηση που είχε από την βοηθό του Μαρία Λεωνίδου και τον διευθυντή Γιαννάκη Χριστοδούλου εστέλλοντο προς την Εναγόμενη και καταστάσεις λογαριασμού. Έλαβα δε υπ' όψιν πως η Εναγόμενη δεν ζήτησε να αντεξετάσει τα πρόσωπα αυτά σύμφωνα με το Κεφ. 9 παρότι αναφέρθηκαν τα ονόματα τους από τον Μ.Ε.1 για περίοδο πριν την πρόσληψη του. Για την περίοδο μετά την πρόσληψη του, δηλαδή μετά τον Ιούνιο του 2001, δέχομαι όσα ο ίδιος ανέφερε έχοντας πλέον προσωπική γνώση. Νομική Πτυχή Η Εναγόμενη προβάλλει σειρά - κυρίως νομικών - θεμάτων τα οποία προωθεί τόσο προς υπεράσπιση όσο και προς υποστήριξη της ανταπαίτησης της. Θα προχωρήσω κατωτέρω στην εξέταση τους, ομαδοποιώντας τα όπου τούτο κρίνεται χρήσιμο. Το πρώτο θέμα που πρέπει όντως να εξεταστεί είναι αυτό της παρανομίας ή ακυρότητας της επίδικης σύμβασης η οποία αναμφίβολα συνομολογήθηκε μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης. Όπως έγιναν κατανοητές οι θέσεις της τελευταίας, ως προς το θέμα, κατατείνουν στην εισήγηση ότι η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 επειδή α) Παραβιάζει τους όρους άδειας λειτουργίας των εναγόντων ως έχουν τεθεί από την Κεντρική Τράπεζα και β) Αντίκειται στη δημόσια πολιτική τόσο στη γενική της αντίληψη, όσο και όπως προκύπτει από τις εγκυκλίους/οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Παράβαση ΄Ορων Κατά τον επίδικο χρόνο ίσχυε ο παλαιός Περί Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Ν.48/63 όπως είχε τροποποιηθεί. Οι εξουσίες όμως χορήγησης άδειας τραπεζικών εργασιών προβλέπονται στον Περί Τραπεζικών Εργασιών Ν.66
(1)/97 και συγκεκριμένα στα άρθρα 3 και 4. Μεταξύ άλλων προβλέπεται πως «η άσκηση τραπεζικών εργασιών ... από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός από τράπεζα απαγορεύονται». (άρθρο 3
(1)) και ότι «η Κεντρική Τράπεζα ..δύναται ...να χορηγήσει άδεια χωρίς οποιουσδήποτε όρους ή με τέτοιους όρους που δυνατόν να κρίνει σκόπιμο να επιβάλει». (άρθρο 4
(3)(α)). Σύμφωνα με το άρθρο 4
(4)η Κεντρική Τράπεζα δύναται να τροποποιεί ή να ανακαλεί οποιουσδήποτε όρους ή να επιβάλλει οποιουσδήποτε νέους όρους σε χορηγηθείσα άδεια. Το Τεκμήριο 2 αποτελεί έγγραφο της Κεντρικής Τράπεζας με βάση το οποίο ρυθμίστηκαν οι εργασίες των Εναγόντων αμέσως μετά τη θέσπιση του Περί Τραπεζικών Εργασιών Ν.66
(1)/
  1. Σύμφωνα με τους όρους που τέθηκαν για τους ενάγοντες: - δεν δικαιούντο να χρησιμοποιούν τη λέξη «τράπεζα» αλλά μπορούσαν να χρησιμοποιούν τη φράση: « η εταιρεία κατέχει άδεια άσκησης περιορισμένης φύσεως τραπεζικών εργασιών στην Κύπρο». - Το συνολικό ύψος των καταθέσεων που θα δέχοντο δεν θα υπερέβαινε τα ΛΚ17.000.000 μέχρι το τέλος του
  2. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως έχουν οι όροι 5 και 7 οι οποίοι έχουν ως εξής: «
  3. Οι καταθέσεις της εταιρείας θα έχουν τη μορφή καταθέσεων προθεσμίας ενός έτους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η εταιρεία δύναται να τηρεί λογαριασμούς ταμιευτηρίου. Απαγορεύεται όμως το άνοιγμα και η λειτουργία τρεχούμενων λογαριασμών και η έκδοση βιβλιαρίων επιταγών. ......................................................................
  4. Η εταιρεία θα περιορίσει τις χρηματοδοτήσεις της στους τομείς τους οποίους θα της καθορίζει η Κεντρική Τράπεζα από καιρού εις καιρό. Στο παρόν στάδιο οι χρηματοδοτήσεις της εταιρείας θα περιορισθούν σε χρηματοδοτήσεις ενοικιαγοράς, χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing), προσωπικά δάνεια, χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων (corporate finance), χρηματοδοτήσεις επενδυτών και στεγαστικά δάνεια. Οι χρηματοδοτήσεις θα έχουν τη μορφή δανείων τακτής λήξης. Η εταιρεία δε θα λειτουργεί λογαριασμούς παρατραβήγματος». (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος δικαστηρίου) ΄Εχω τη γνώμη πως είναι σαφέστατη η απαγόρευση για τη λειτουργία τρεχούμενων λογαριασμών αλλά και λογαριασμών παρατραβήγματος. Δεν συμφωνώ με την ερμηνεία που έδωσε ο λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας (Μ.Ε.2) στο δικαστήριο ότι με τον όρο 5 απαγορεύετο μόνον η λειτουργία «τρεχούμενων με βιβλιάριο επιταγών» και ότι επιτρέπετο η λειτουργία τρεχουμένων όταν δεν χορηγείτο βιβλιάριο επιταγών. Εάν αυτή ήταν η πρόθεση θα ανέμενε κάποιος ένα εντελώς διαφορετικό λεκτικό ή τουλάχιστον τη μη χρήση του συνδέσμου «και». Εξάλλου η συνδυασμένη ερμηνεία των όρων 5 και 7 καταδεικνύει πως από πλευράς καταθέσεων οι Ενάγοντες μπορούσαν να δεχθούν «καταθέσεις προθεσμίας ενός έτους» και από πλευράς δανείων μπορούσαν να χορηγήσουν μόνο δάνεια «τακτής λήξης». Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως η χρηματοδότηση της Εναγόμενης έγινε μέσω τρεχούμενου λογαριασμού. Αυτό προκύπτει εξάλλου τόσο από τη φύση του λογαριασμού αλλά και τις αναφορές των ίδιων των εναγόντων: α) Στο εισαγωγικό μέρος του φυλλαδίου - αίτησης για το σχέδιο «Πανεπενδυτής» (Τεκμήρια 3 και 19) β) Στον όρο 2 της επίδικης σύμβασης (Τεκμήριο 3). γ) Στην παράγραφο 2 της ΄Εκθεσης Απαιτήσεως. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο λογαριασμός 5055 αποκαλείται «ειδικός τρεχούμενος λογαριασμός». Όπως προκύπτει από τον όρο 2 του Τεκμηρίου 3 το επίθετο «ειδικός» μάλλον χρησιμοποιείται επειδή ο λογαριασμός αυτός αφορά αποκλειστικά την αγορά και πώληση χρηματιστηριακών αξιών. Προφανώς ο λογαριασμός δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ανάληψη μετρητών αλλά και από την άλλη πλευρά δεν ήταν και χρηματοδότηση επενδυτή με τη μορφή δανείου τακτής λήξης, πράγμα που επιτρέπετο με βάση τους όρους της Κεντρικής Τράπεζας. Με τους όρους που έθεσε η Κεντρική Τράπεζα καθιστούσε τους ενάγοντες όχι μια συνήθη εμπορική τράπεζα αλλά μια χρηματοδοτική εταιρεία η οποία ασκούσε περιορισμένης φύσεως τραπεζικές εργασίες. Πολύ συνοπτικά θα μπορούσε να λεχθεί ότι δικαιούτο να δέχεται προθεσμιακές καταθέσεις και να χορηγεί δάνεια τακτής λήξης. Η αποδοχή καταθέσεων όψεως ή η χορήγηση δανείων μέσω τρεχουμένων ή λογαριασμών παρατραβήγματος δεν συνήδε με το είδος των περιορισμών που είχαν τεθεί. Ο επίδικος λογαριασμός όπως φαίνεται τόσο από το χαρακτηρισμό του όσο και από τον τρόπο λειτουργίας του ήταν τρεχούμενος και εν όψει της γενικής απαγόρευσης (χωρίς διάκριση σε γενικούς και ειδικούς) είναι προφανές πως η λειτουργία του δεν καλύπτετο από τους όρους που είχαν τεθεί. Η παράβαση αυτή σχετίζεται με τον τρόπο εκτέλεσης μιας κατά τα άλλα επιτρεπόμενης χρηματοδότησης επενδυτή, εφόσον σύμφωνα με τον όρο 7 επιτρέπετο η χρηματοδότηση επενδυτών (αλλά με δάνεια τακτής λήξης). Το πρόβλημα συνεπώς εντοπίζεται στον τρόπο χορήγησης του δανείου και όχι στην ίδια τη χορήγηση δανείου. Αυτή η διαπίστωση βεβαίως δεν διαφοροποιεί τον σκοπό της σύμβασης που ήταν ειδικότερα η χορήγηση και λειτουργία προς όφελος της εναγόμενης ενός τρεχούμενου λογαριασμού. Η περίπτωση μπορεί άνετα να παραλληλιστεί με τις περιπτώσεις άλλων επαγγελματιών οι οποίοι κατέχουν άδεια για συγκεκριμένες εργασίες όπως π.χ. ενός εργολήπτη. ΄Ολοι οι εργολήπτες έχουν άδεια για ανέγερση οικοδομών αλλά άλλος έχει για μεγαλύτερα και πολύπλοκα κτίρια και άλλος για μικρότερα και απλά. Δεν μπορεί να προβληθεί το επιχείρημα πως επειδή όλα συνιστούν οικοδομές έπεται πως οποιοσδήποτε εργολήπτης έχει το δικαίωμα να αναλαμβάνει οποιοδήποτε έργο. (Βλ. Ανδρέας Κασιανός & Υιοί Λτδ ν. Φιλίτσας Δ. Βασιλείου Λτδ, Πολ. ΄Εφ. 12078 ημερ. 15.12.06). Η διαπίστωση αντίθεσης με κάποιον από τους επιβληθέντες όρους δεν οδηγεί αυτομάτως σε αδυναμία ή κώλυμα πρόσβασης στα δικαστήρια. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αγαθοκλέους ν. Λάππα
(1998)1 Α.Α.Δ. 2202 υπάρχει διάκριση από αυτή τη σκοπιά μεταξύ ρητώς απαγορευμένων συμβάσεων από τη μια και εξυπακουόμενων απαγορεύσεων. Πράγματι η περίπτωση εργοληπτών (βλ. Ανδρέας Κασιανός & Υιοί Λτδ, ανωτέρω) αλλά και άλλων όπως το πιστοποιητικό ιδιοκτησίας ζώων (βλ. Χριστοφή ν. Ξενοφώντος
(1996)1 Α.Α.Δ. 1258 και Kanaris v. Osman Tosun
(1969)1 CLR 637) ή η περίπτωση ιδιωτικής εργασίας δημοσίου λειτουργού χωρίς άδεια από τον Υπουργό Οικονομικών (βλ. Glamor Development Ltd v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444) αφορούν ρητές απαγορεύσεις, εξ ου και δεν επετράπη η πρόσβαση στο Δικαστήριο. Από την υπόθεση Αγαθοκλέους (ανωτέρω) είναι χρήσιμο το εξής απόσπασμα: «Όταν όμως ένα νομοθέτημα δεν περιέχει οποιαδήποτε απαγορευτική διάταξη για πρόσβαση στα Δικαστήρια για διεκδίκηση αποζημιώσεων και υποβάλλεται εισήγηση ότι η απαγόρευση είναι εξυπακουόμενη, η απάντηση βασίζεται πάνω στην ερμηνεία του σχετικού νόμου. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να εφαρμοσθούν διαφορετικά κριτήρια». (Βλ. επίσης την υποθ. Glamοr, ανωτέρω). Όπως προκύπτει επίσης από την υποθ. St. John Shipping Corporation v. Joseph Rank Ltd
(1957)1 Q.B.267 (βλ. Kanaris, ανωτέρω) το ουσιώδες ερώτημα πάντοτε είναι κατά πόσον ο νόμος σκοπούσε στο να απαγορεύσει τη συγκεκριμένη σύμβαση επί της οποίας εδράζεται η αγωγή. Όπως αναφέρεται στην υπ. G.M.Platritis & Co and others v. Computer Patent Annuities and others
(1988)1 C.L.R. 135 με παραπομπή στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, 10η εκδ., σελ. 227 επ.: «When conditions are prescribed by statute for the conduct of any particular business or profession, and such conditions are not observed, agreements made in the course of such business or profession are void if it appears by the context that the object of the Legislature in imposing the condition was the maintenance of public order or safety or the protection of the persons dealing with those on whom the condition is imposed; (but they) are valid if no specific penalty is attached to the specific transaction, and if it appears that the condition was imposed for merely administrative purposes, e.g. the convenient collection of the revenue». Συνεπώς θα πρέπει να αναζητηθεί ο σκοπός του νομοθέτη στον περί Τραπεζικών Εργασιών Ν.66
(1)/97. Σύμφωνα με το άρθρο 26 η Κεντρική Τράπεζα έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει τις τράπεζες προς διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος. «Τράπεζα» στα πλαίσια του νόμου περιλαμβάνει κάθε νομικό πρόσωπο στο οποίο χορηγήθηκε άδεια για τη διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών και υπ' αυτή την έννοια καλύπτει και τους ενάγοντες. Η πολιτική σε ότι αφορά τη χορήγηση αδειών καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα σε συνεννόηση με τον Υπουργό. (άρθρο 3 εδ.
(5)). Δεν υπάρχει στο νόμο ειδική απαγόρευση πρόσβασης στο δικαστήριο ή αναποτελεσματικότητα της σύμβασης λόγω παράβασης των όρων αδείας λειτουργίας. Πέραν από τη γενική διάταξη του άρθρου 43 μόνο το άρθρο 30 αναφέρεται στις συνέπειες για περιπτώσεις παράβασης τέτοιων όρων. Πρόκειται ουσιαστικά για απαρίθμηση των μέτρων που δύναται να λάβει η Κεντρική Τράπεζα εκ των οποίων η σοβαρότερη είναι αυτή του εδ. (ε), δηλαδή η ανάκληση της άδειας που έχει χορηγηθεί. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά για ακυρότητα των συναλλαγών της Τράπεζας αλλά αντιθέτως το επόμενο άρθρο 31 στο εδ.
(2)προνοεί ότι: «
(2)Η ανάκληση άδειας δυνάμει του εδαφίου
(1)δεν επηρεάζει την από οποιοδήποτε πρόσωπο διεκδίκηση οποιουδήποτε δικαιώματος ή απαίτησης εναντίον της τράπεζας ή τη διεκδίκηση οποιουδήποτε δικαιώματος ή απαίτησης της τράπεζας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου». Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφής η πρόθεση του νομοθέτη σ' αυτό το θέμα. Όχι μόνο δεν επέλεξε να καταστήσει τη συγκεκριμένη συναλλαγή άκυρη ή παράνομη κατά τρόπο εμποδίζοντα την πρόσβαση στο Δικαστήριο αλλά προέβη και σε ρητή πρόνοια για να μην επηρεαστεί η απαίτηση της Τράπεζας ή και κάποιου πολίτη απέναντι στην Τράπεζα. Επέλεξε δηλαδή να διαφυλάξει την αξιοπιστία του τραπεζικού συστήματος ακόμα και στην περίπτωση που δυνατόν να παρατηρηθεί παράβαση κάποιου όρου έχοντας κυρίως υπ' όψιν πως συνήθως οι όροι που τίθενται αφορούν ποσά, τύπους και διαδικασίες. Θα μπορούσε να λεχθεί πως οι όροι που τίθενται σχετίζονται περισσότερο με την επίβλεψη και ρύθμιση των διαδικασιών δανεισμού και πως η δημόσια πολιτική μέσα από το νόμο λειτουργεί προς τη κατεύθυνση μη επηρεασμού των δικαιωμάτων είτε πολιτών είτε τραπεζών για τέτοιους λόγους. Αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι ακόμα και στη χειρότερη περίπτωση που ανακληθεί η άδεια για παράβαση όρων, η πιο πάνω πρόνοια του άρθρου 31
(2)προστατεύει και πολίτες αλλά και τράπεζες. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθ. Kanaris v. Tosun (ανωτέρω) εν σχέσει με την αρχή «ex turpi causa non oritur actio» κρίνω ότι τυγχάνει εφαρμογής και στα γεγονότα της παρούσας: «This principle, however, does not apply to a plaintiff who is a member of a protected class under a statute. In such cases of oppressor and oppressed, or of a class protected by statute, the one may recover from the other, notwithstanding that both have been parties to the illegal contract: See Amar Singh v. Kulubya (supra) at page 505; and Kearlye v. Thomson
(1890)24 Q.B.D. 742, at page 745.» Δημόσια πολιτική: Για να ευσταθήσει η εισήγηση περί αντίθεσης του σκοπού μιας σύμβασης ή της αντιπαροχής της με τη δημόσια πολιτική (άρθρο 23 Κεφ. 149) θα πρέπει πρώτα να καταδειχθεί πως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο υπήρχε δημόσια πολιτική την οποίαν αντιστρατεύεται η σύμβαση. Σχετικά με τον ορισμό της έννοιας «δημόσια πολιτική» αναφέρθηκαν στην υποθ. Glamor Development Ltd v. Christodoulou Ltd (ανωτέρω) τα εξής (σελ. 454). «Public policy», in relation to this question; is that principle of the law which holds that no citizen can lawfully do that which has a tendency to be injurious to the public, or against the public good, which may be termed, as it sometimes has been, the policy of the law, of public policy in relation to the administration of the law - (Egerton v. Brownlow, (1843-60) All E.R. Rep. 970, per Lord Truro at p.995). Εξηγείται στην ίδια υπόθεση πως δεν δίδεται μαρτυρία για ένα τέτοιο σκοπό καθ' ότι το θέμα είναι νομικό. Η δημόσια πολιτική δεν ταυτίζεται με την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική σε κάποιο θέμα αλλά είναι δυνατό να αλλάσσει από γενιά σε γενιά. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Σολωμού ν. Vineyard (ανωτέρω): «Το άρθρο 23 στοχεύει στο να αποτρέψει την τέλεση πράξεων που συγκρούονται με το δημόσιο δίκαιο ή τη δημόσια πολιτική επειδή το συμφέρον του δημοσίου θα πληγεί σε περίπτωση που επιτραπεί σε μια σύμβαση που αντιστρατεύεται τη δημόσια πολιτική να ισχύσει. Η δημόσια πολιτική σχετίζεται με πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους ένστασης. Το άρθρο 23 δεν ασχολείται με τα κίνητρα. Περιορίζεται στους σκοπούς της πράξης και όχι στους λόγους ή στα κίνητρα που την υπαγόρευσαν.» Είναι γενικώς αποδεκτό πως κατά περίπτωση δυνατό να εκπηγάζει δημόσια πολιτική από νομοθετικές διατάξεις (βλ. υπ. Pilavachi & Co Ltd v. International Chemical Co Ltd
(1965)1 C.L.R. 97). Στην παρούσα υπόθεση σκοπός της επίδικης σύμβασης ήταν η χρηματοδότηση επενδυτή, δηλ. της εναγόμενης πράγμα που δεν απαγορεύετο από το νόμο. Αντιθέτως επιτρέπετο ρητώς και από τους όρους λειτουργίας των εναγόντων. Δεν διαπιστώνω να υπήρχε δημόσια πολιτική μέσα από το νόμο η οποία να εμπόδιζε το δανεισμό για επενδύσεις, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από τους όρους οι οποίοι τέθηκαν για τη λειτουργία των Εναγόντων (μέσα από τους οποίους ρητώς προβλέπεται μια τέτοια χρηματοδότηση). Εισηγείται η Εναγόμενη πως μια τέτοια δημόσια πολιτική προκύπτει από τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και σημειώθηκαν ως τεκμήρια πέντε συνολικά εγκύκλιοι επιστολές της Κεντρικής Τράπεζας προς «όλες τις Τράπεζες» οι οποίες εκδόθηκαν μεταξύ 12.10.99 και 15.3.00 (Τεκμήρια 22 εώς 26). Το Τεκμήριο 18 αποτελεί επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας προς τους ενάγοντες ημερ. 22.11.05 στην οποία διαβεβαιώνεται ότι «οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου της περιόδου 1999/2000, αναφορικά με χρηματοδοτήσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών, δεν απευθύνθηκαν στην Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ καθότι ο όγκος εργασιών της στον τομέα αυτό δεν ήταν σημαντικός και η εν λόγω εταιρεία τελούσε ήδη σε περιορισμό λόγω ανωτάτου ύψους επιτρεπόμενων καταθέσεων». Ο ίδιος ο λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας καταθέτοντας στο Δικαστήριο επανέλαβε ρητώς πως αυτές οι εγκύκλιοι δεν αφορούσαν τους Ενάγοντες και «δεν απευθύνθηκαν προς αυτούς τότε διότι ο όγκος των εργασιών τους ήταν πολύ περιορισμένος σε σχέση με το όλο τραπεζικό σύστημα». Είχε εξηγήσει προηγουμένως πως οι Ενάγοντες παρότι θυγατρική της Παγκυπριακής Ασφαλιστικής που με τη σειρά της ανήκει στην Ελληνική Τράπεζα, εν τούτοις ήταν πολύ μικρός ο κύκλος εργασιών της συγκριτικά με τις μεγάλες τράπεζες του τόπου. Διευκρίνισε πως ως Κεντρική Τράπεζα δεν είχαν σκοπό να αποτρέψουν τους Ενάγοντες από τη χορήγηση επενδυτικών δανείων. Εν όψει του περιορισμένου ποσού καταθέσεων που μπορούσαν να δεχθούν οι Ενάγοντες και των ελέγχων που ούτως ή άλλως διεξήγαγε η Κεντρική Τράπεζα (κεφαλαιουχικό και πιστωληπτικό). Από τα πιο πάνω προκύπτει, εν πρώτοις , πως ακόμα και αν δημιουργήθηκε κατά τον επίδικο χρόνο δημόσια πολιτική για το δανεισμό σε επενδυτές μέσω των εγκυκλίων, αυτή η δημόσια πολιτική δεν αφορούσε τους Ενάγοντες. Δηλαδή εάν το επιχείρημα της Εναγόμενης είναι πως η Κεντρική Τράπεζα καθόρισε τη δημόσια πολιτική τότε είναι προφανές πως πρέπει να γίνει απολύτως σεβαστή η άποψη της Κεντρικής πως αυτή η δημόσια πολιτική δεν αφορούσε τους Ενάγοντες, εξ ου και δεν απευθύνθηκαν προς αυτούς οι συγκεκριμένες εγκύκλιοι. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει διαζευκτικά να παρατηρήσω πως η μόνη εγκύκλιος η οποία χρονολογικά προηγήθηκε της επίδικης σύμβασης είναι το Τεκμήριο 22 που φέρει ημερομηνία 12.10.99, δηλ. τρεις ημέρες πριν αιτηθεί η Εναγόμενη τη συμμετοχή της στο σχέδιο «Πανεπενδυτής». Αυτή η εγκύκλιος δεν απαγορεύει τη χορήγηση νέων δανείων αλλά μέσω αυτής ο Διευθυντής της Κεντρικής Τράπεζας εξέφρασε κάποιου είδους παραίνεση χρησιμοποιώντας το ρήμα «αναμένω». Η γενική και σαφής απαγόρευση περιέχεται στην εγκύκλιο ημερ. 24.11.99 (Τεκμήριο 23) όταν πλέον η Κεντρική Τράπεζα ζήτησε οριστικά και απολύτως τη μη παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων σε περίπτωση που αυτές θα χρησιμοποιούντο για αγορά μετοχών. ΄Ετσι ακόμα και αν υπήρξε δημόσια πολιτική, χρονικά αυτή δεν καλύπτει την περίπτωση της Εναγόμενης. Ενθάρρυνση και/ή εξώθηση και/ή αθέμιτος επηρεασμός και/ή ψυχική πίεση Εναγόμενης. Όπως αναφέρεται στην υποθ. Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602 εφόσον η εγκυρότητα μιας σύμβασης βασίζεται στη συγκατάθεση των συμβαλλομένων προκύπτει ότι μια σύμβαση που είναι αποτέλεσμα βίας ή εξάσκησης ψυχικής πίεσης μπορεί να κηρυχθεί ως άκυρη. Είναι μέσα σ' αυτά τα πλαίσια που το Κοινοδίκαιο με το περιορισμένο δόγμα της βίας (duress) και το Δίκαιο της επιείκειας με το δόγμα της ψυχικής πίεσης ή ανεπίτρεπτης επιρροής (undue influence) έδωσαν το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να ζητά την ακύρωση μιας συναλλαγής από την οποία ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συγκατάθεσης. Τονίζεται όμως πως το Δίκαιο της επιείκειας δεν μπορεί να επιστρατεύεται για να διασώσει ένα πρόσωπο από τα επακόλουθα της αφροσύνης του αλλά για να αποτρέψει τη θυματοποίηση του από τρίτα πρόσωπα. ΄Εχει ήδη διαφανεί πως η Εναγόμενη δεν ευρίσκετο σε οποιαδήποτε εμπιστευτική σχέση με τους Ενάγοντες ούτε και κάποιος από αυτούς την προσέγγισε για να την επηρεάσει. Το αντάλλαγμα που έλαβε δεν την έθεσε σε μειονεκτική θέση και είναι προφανές από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πως η ίδια συζήτησε το θέμα με το σύζυγο της, ο οποίος κατέχει πτυχίο σε οικονομικά θέματα και αποφάσισε με τη θέληση της να συμμετάσχει στο σχέδιο αφού διάβασε τους όρους του και τους αποδέχθηκε, εμπιστευόμενη βεβαίως και το σύζυγο της και θέλοντας να έχει κέρδη όπως και άλλοι. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει και το κλίμα γενικά της τότε περιόδου όπου αρκετοί επηρεάζοντο απ΄ όσα άκουαν από άλλα πρόσωπα που είχαν γρήγορα και εύκολα κέρδη. ΄Ολη η νομολογία που παρατίθεται από πλευράς Εναγομένης αφορά περιπτώσεις όπου η ίδια η τράπεζα έπεισε το δανειολήπτη είτε με ψευδείς παραστάσεις είτε συμβουλεύοντας αμελώς, πράγμα που δεν διαπιστώνεται στην παρούσα. Ουσιαστικά ισχύει και εδώ εκείνο το οποίο είχε λεχθεί στην υποθ. Σολωμού ν. Vineyard (ανωτέρω) ότι «για να επιτύχει μια τέτοια υπεράσπιση πρέπει είτε να φαίνεται ότι το τρίτο πρόσωπο - εδώ ο σύζυγος - ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του άλλου μέρους ή ότι το άλλο μέρος είχε πραγματική ή εξυπακουόμενη γνώση της ψυχικής πίεσης». Τέτοια σχέση είτε του συζύγου της Εναγόμενης είτε του Μ.Υ.4 δεν έχει καταδειχθεί στην παρούσα. Ούτε είχε διαφανεί ότι οι Ενάγοντες είχαν οποιαδήποτε γνώση για ο,τιδήποτε τα εν λόγω πρόσωπα ανέφεραν στην Εναγόμενη. Καταχρηστικές ρήτρες Η Εναγόμενη στηριζόμενη στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93
(1)/96 εισηγείται πως ο όρος 11 του σχεδίου «Πανεπενδυτής» συνιστά καταχρηστική ρήτρα και συνεπώς αυτή δεν δεσμεύει την ίδια. Ο συγκεκριμένος όρος έχει ως εξής: «11. Ο ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του ΕΠΕΝΔΥΤΗ στο ΣΧΕΔΙΟ θα δέχεται τις οδηγίες από το ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ, το οποίο θα έχει την ευθύνη να ενεργεί για λογαριασμό του ΕΠΕΝΔΥΤΗ (με σχετικό πληρεξούσιο) για την προσθήκη και/ή αφαίρεση αγορά και/ή πώληση ΑΞΙΩΝ που είναι ενεχυριασμένες υπέρ του ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ νοουμένου ότι οι σχετικές πράξεις θα γίνονται μέσω του λογαριασμού χρηματοδότησης του ΣΧΕΔΙΟΥ καθώς και ότι η εξασφάλιση του ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ θα παραμένει στα συμφωνηθέντα όρια. Σε κάθε περίπτωση ο ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ δεν θα έχει οποιαδήποτε ευθύνη οικονομική ή άλλη για αποζημίωση του ΕΠΕΝΔΥΤΗ και/ή του ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ, σε σχέση με οποιαδήποτε αγοραπωλησία ή μη ΑΞΙΩΝ για λογαριασμό του ΕΠΕΝΔΥΤΗ.» Όντως ο Ν.93
(1)/96 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις προμήθειας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και όντως καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση δεν δεσμεύει τον καταναλωτή, με την παρατήρηση όμως πως σύμφωνα με το άρθρο 6
(2)«η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα». Η βασική όμως λειτουργία του νόμου αυτού ήταν (μέχρι την τροποποίηση του από το Ν.95
(1)/07) πως είτε ο Διευθυντής είτε άτομο που είχε έννομο συμφέρον είχε το δικαίωμα να αποταθεί στον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου ζητώντας τη διακοπή της συνεχιζόμενης χρήσης κάποιας καταχρηστικής ρήτρας, πράγμα που δεν φαίνεται να έχει γίνει εδώ σε οποιοδήποτε στάδιο πριν τον τερματισμό της σύμβασης. Βεβαίως το ερώτημα είναι καταρχάς κατά πόσον η εν λόγω ρήτρα ήταν καταχρηστική. Ο συγκεκριμένος όρος δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να ερμηνευθεί εάν δεν γίνει σχετική αναφορά και στον όρο 3 του «Πανεπενδυτή» ο οποίος έχει ως εξής: «
  1. Όλοι οι τίτλοι των χρηματιστηριακών ΑΞΙΩΝ που θα αγοράζονται από τον ΕΠΕΝΔΥΤΗ θα ενεχυριάζονται υπέρ του ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ και τα σχετικά δικαιώματα, παρόντα και μέλλοντα θα εκχωρούνται σε όφελος του ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του, χωρίς αυτό να εμποδίζει τη ρευστοποίηση των ΑΞΙΩΝ όταν και εφόσον το αποφασίσει ο ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ». Στο άρθρο 7 του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου προνοείται πως «οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο» και πως « σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία». Το άρθρο αυτό φέρει τον παράτιτλο «ερμηνευτικός κανόνας για γραπτές συμβάσεις» και εφαρμόζοντας τον στα πλαίσια της παρούσας είναι προφανές πως σε καμιά περίπτωση δεν θα ίσχυε αυτό που αναφέρεται στον όρο 11, αλλά θα υπερίσχυε το δικαίωμα της Εναγομένης να ρευστοποιήσει όποτε ήθελε, όπως προβλέπεται ρητώς και στον όρο
  2. Το σημαντικότερο όμως είναι πως πράγματι έτσι αντιλαμβάνοντο το σχέδιο οι Ενάγοντες και έτσι το εφάρμοσαν. Δεν προκύπτει δηλαδή από τα ευρήματα πως η Εναγόμενη ζήτησε να πωλήσει και της το αρνήθηκαν. Αντιθέτως ενώ η βασική θέση της Εναγόμενης είναι πως το όριο ανετράπη στις αρχές του 2000 είναι αναντίλεκτο πως στις 17.3.00 και στις 21.3.00 πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις μετοχών (Cyprus Airways και Caramondani), όταν μάλιστα ο λογαριασμός είχε υπόλοιπο πέραν του ορίου των Λ.Κ.30,
  3. Αλλά εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν υπήρχε μαρτυρία ότι η Εναγόμενη ζήτησε να πωλήσει και της το αρνήθηκαν θεωρώ πως θα είχε στη διάθεση της πάρα πολλούς τρόπους αντίδρασης εκ των οποίων δεν χρησιμοποίησε κάποιο. Καταρχάς θα έπρεπε να καταστήσει σαφή και αναντίλεκτη την απόφαση της να πωλήσει μετοχές (ακόμα και με γραπτή επιστολή εάν χρειάζετο) και ακολούθως εάν οι χρηματιστές αρνούντο να εκτελέσουν τις εντολές της θα μπορούσε να ανακαλέσει το πληρεξούσιο που τους είχε δώσει (όπως είχε δικαίωμα να πράξει σύμφωνα με ρητό όρο του Τεκμηρίου 4) ή ακόμα και να τερματίσει η ίδια τη συνεργασία της με τους Ενάγοντες καθιστώντας τους υπεύθυνους για οποιαδήποτε περαιτέρω ζημιά. Είναι φανερό όμως πως εκείνο που πρυτάνευε στη λογική της τότε εποχής και για την Εναγόμενη και για το σύζυγο της, ήταν η ελπίδα για ανάκαμψη του Χ.Α.Κ που όχι μόνο θα περιόριζε τη ζημιά αλλά θα απέφερε και κέρδη. Όσον αφορά το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης θεωρώ πως είτε προβλέπεται ρητώς είτε όχι, ούτως ή άλλως κάθε συμβαλλόμενος έχει αυτή την επιλογή όποτε κρίνει πως συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις οι οποίες δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Εξαπάτηση και/ή παραπλάνηση Εναγομένης: Η εισήγηση αυτή από πλευράς υπεράσπισης στηρίζεται στη θέση ότι η Εναγόμενη υπέγραψε και/ή πείστηκε να υπογράψει την επίδικη συμφωνία συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Ενάγουσας για διάφορα θέματα και ιδίως για το ότι το επενδυτικό σχέδιο «Πανεπενδυτής» θα είχε οικονομική επιτυχία. Το μόνο που έχω να παρατηρήσω σχετικά με όλους αυτούς τους ισχυρισμούς είναι πως δεν προκύπτει τέτοια μαρτυρία με βάση τα προηγηθέντα ευρήματα. Η Εναγόμενη είχε ενδιαφερθεί για το σχέδιο συνομιλώντας με το σύζυγο της και αφού έκρινε ότι και η ίδια θα μπορούσε να έχει κέρδη όπως και άλλοι προηγουμένως. Η αφορμή και οι πληροφορίες που έλαβε για το σχέδιο ήταν μέσω του συζύγου της ο οποίος ήτα φίλος με τον Μ.Υ.4 και ο οποίος με τη σειρά του ήταν ήδη πελάτης των Εναγόντων μέσω του «Πανεπενδυτή». Ο Μ.Υ.4 έγινε σε κάποιο στάδιο αντιπρόσωπος του χρημαστιστηριακού γραφείου Express Stock Ltd, αλλά αυτό ήταν σίγουρα μετά την ολοκλήρωση της συμμετοχής της Εναγόμενης στο σχέδιο «Πανεπενδυτής». Ο ίδιος ο σύζυγος της Εναγόμενης (Μ.Υ.1) δεν έκαμε αναφορά σε οποιαδήποτε γεγονότα κατά την υποβολή της αίτησης, τα οποία θα μπορούσαν να συνιστούν εξαπάτηση ή παραπλάνηση ή ψευδείς παραστάσεις. Μη πώληση των μετοχών από τους Ενάγοντες: ΄Ολες οι υπόλοιπες εισηγήσεις της Εναγόμενης έχουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο ως υπόβαθρο τους το παράπονο για την μη πώληση από τους Ενάγοντες όλων των μετοχών που είχαν ενεχυριασθεί προς όφελος τους προς εξασφάλιση των οικονομικών υποχρεώσεων της. Οι εισηγήσεις αυτές δεν αφορούν προφανώς το δικαίωμα που είχαν οι Ενάγοντες βάσει του όρου 5 του σχεδίου να προβούν σε εκποίηση των προς αυτούς ενεχυριασμένων αξιών στην περίπτωση τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού και την απαίτηση πληρωμής όλων των οφειλόμενων ποσών. Στηρίζονται στον όρο 7 του «Πανεπενδυτή» ο οποίος έχει ως εξής: «
  4. Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του όρου 5, ο ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ, έχει το δικαίωμα να προβεί σε πώληση, όλων ή μέρους, των ΑΞΙΩΝ όταν η ΑΓΟΡΑΙΑ ΑΞΙΑ του συνόλου των ενεχυριασμένων ΑΞΙΩΝ και της τυχόν κατάθεσης μετρητών, είναι κατώτερη του 120% του ορίου ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων του, εάν αυτό τύχει να είναι μεγαλύτερο (περιθώριο ασφαλείας/margin of safety). Επικαλούμενη λοιπόν διάφορες νομικές βάσεις η Εναγόμενη εισηγείται πως οι Ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές όταν η πτώση του Χ.Α.Κ. έφθασε σε σημείο ανατροπής του καθορισθέντος περιθωρίου ασφαλείας. Πρέπει να αναφέρω ευθύς εξαρχής πως δεν συμφωνώ με τις εισηγήσεις της Εναγόμενης επειδή ουσιαστικά όλες κατατείνουν στο να μετατρέψουν ένα συμβατικό δικαίωμα των Εναγόντων σε υποχρέωση. Τόσον ο όρος 7 του «Πανεπενδυτή» όσον και το σχετικό άρθρο του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (άρθρο 134) αναφέρονται ρητώς σε δικαίωμα πώλησης και όχι σε υποχρέωση. Αυτό προκύπτει άλλωστε και από σχετική νομολογία. Η μόνη υποχρέωση του ενεχυρούχου δανειστή είναι όπως σε περίπτωση που αποφασίσει να πωλήσει τα ενεχυρασθέντα αγαθά να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ούτως ώστε να εξασφαλίσει την τρέχουσα τιμή αγοράς και όχι χαμηλότερη. Όπως αναφέρεται στην υποθ. Cuckmere Brick Co Ltd v. Mutual Finance Ltd
(1971)2 A.E.R. 633: «It is well settled that a mortgagee is not a trustee of the power of sale for the mortgagor. Once the power has accrued, the mortgagee is entitled to exercise it for his own purposes whenever he chooses to do so. ......................................................................................He has the right to realize his security by turning it into money when he likes ...». (Βλ. επίσης ΑΙΒ Finance Ltd v. Debtors
(1997)4 A.E.R. 677 και Silven Properties Ltd and another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 A.E.R. 484). Από την υπόθεση China and South Sea Bank v. Tan
(1989)3 A.E.R. 839 προκύπτει επίσης πως ο δανειστής δεν καθίσταται εμπιστευματοδόχος των ενεχυρασθεισών αξιών, ούτε και έχει οποιαδήποτε ευθύνη προς τον οφειλέτη σε περίπτωση που δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης και ακολούθως η αξία τους μειωθεί ή μηδενιστεί. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά. «The creditor was not under a duty to exercise his power of sale over the mortgaged securities at any particular time or at all". Ακόμα και εάν έχει δημιουργηθεί παρακαταθήκη εν ευρεία εννοία (σύμφωνα με το άρθρο 106 του Κεφ. 149) θα πρέπει και πάλιν να αναζητηθεί ο σκοπός για τον οποίον παραδόθηκαν οι μετοχές και τέτοιος σκοπός δεν μπορεί να είναι άλλος από το να παραμένουν ως ενέχυρο στην κατοχή των Εναγόντων. Σε τέτοια περίπτωση ο θεματοφύλακας σύμφωνα με το άρθρο 110 του Κεφ. 149 δεν υπέχει ευθύνη διά την απώλεια, καταστροφή ή χειροτέρευση των παρακαταθέντων αγαθών εάν κατέβαλε την επιμέλεια την οποία θα κατέβαλλε άνθρωπος συνήθους συνέσεως υπό παρόμοιες περιστάσεις για τα δικά του αγαθά. Δεν έχει διαφανεί στην παρούσα υπόθεση πως οι Ενάγοντες υπέχουν ευθύνη για τη μείωση της αξίας των μετοχών στο ΧΑΚ. Σημειώνεται πως και το άρθρο 111 δίδει δικαίωμα ακύρωσης μιας τέτοιας σύμβασης στον παρακαταθέτη οποτεδήποτε θεωρηθεί ότι ο θεματοφύλακας τελεί πράξη ασυμβίβαστη προς τους όρους της παρακαταθήκης. Όπως ήδη ανέφερα, εδώ ο σκοπός δεν ήταν η πώληση σε συγκεκριμένη προσυμφωνηθείσα τιμή αλλά η σύσταση ενεχύρου βάσει του οποίου ο δανειστής είχε δικαίωμα πώλησης σε επιλεγμένο από τον ίδιο χρόνο και όχι υποχρέωση. Παρενθετικά και για σκοπούς όλων αυτών των εισηγήσεων πρέπει επίσης να σημειωθεί πως δεν υπάρχει μαρτυρία για την αξία των μετοχών είτε κατά τον επίδικο χρόνο είτε σε μεταγενέστερο χρόνο είτε για τη σημερινή τους αξία. Θεωρητικά τουλάχιστον είναι πιθανόν η αξία τους αργότερα ή σήμερα να υπερκαλύπτει το χρέος. Συνεπώς και από αυτή τη σκοπιά να ιδωθεί το θέμα δεν έχει καταδειχθεί ζημιά είτε γενικά είτε - πολύ περισσότερο - λόγω αμελών πράξεων των Εναγόντων. ΄Οντως η υπόθεση Markentrends Finance Ltd v. Πέρδικου, Πολ. Εφ. 197 ημερ. 17.10.06 διακρίνεται στα γεγονότα της από την παρούσα αφού εκεί οι Εφεσείοντες ήταν διαχειριστές των μετοχών και αυτό που αποδόθηκε στους Εφεσίβλητους ήταν τα έσοδα από την πώληση των μετοχών. Τόκος - Δικαιώματα Όσον αφορά το θέμα του τόκου οι Ενάγοντες εξηγούν στην αγόρευση τους πως χρέωναν το λογαριασμό με δικαίωμα ύψους 1% επί της αξίας των αγορών της Εναγομένης κάθε φορά που γινόταν αγορά αξιών και πως αν η συνολική αξία των εν λόγω χρεώσεων εντός ενός ημερολογιακού έτους ήταν μικρότερη του 2% επί του ορίου του λογαριασμού οι Ενάγοντες στο τέλος του έτους χρέωναν το λογαριασμό με τη διαφορά μεταξύ της συνολικής αξίας των χρεώσεων έτους και του 2% επί του ορίου. Τα δικαιώματα αυτά είχαν σκοπό να καλύψουν τα έξοδα τους αλλά και να παρέχουν αμοιβή για την τήρηση και έλεγχο του λογαριασμού. Πρέπει να πω ότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν καλύπτονται δικογραφικά και δεν μπορούν να εξεταστούν ή αποδοθούν στους Ενάγοντες. Πέραν αυτού όμως να λεχθεί πως ούτε και η επίδικη σύμβαση καλύπτει τέτοια θέματα. Η σύμβαση αναφέρεται στον όρο 4 σε τόκο προς 8% ετησίως (ή το ανώτατο επιτρεπόμενο σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία) επί του χρεωστικού υπολοίπου και στον όρο 5 σε 9% ετησίως σε περίπτωση τερματισμού. ΄Ετσι, για το υπόλοιπο δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψιν ο λογαριασμός που έχει παρουσιαστεί ως Τεκμήριο 15 αλλά ο λογαριασμός - Τεκμήριο 16 ο οποίος δεν περιέχει χρεώσεις για τέτοια δικαιώματα. Το σημερινό υπόλοιπο είναι δηλαδή Λ.Κ.37.852,10 συν τόκους προς 9% ετησίως από 23.1.03. Ανταπαίτηση Με την ανταπαίτηση της η Εναγόμενη αξιώνει ουσιαστικά την ακύρωση της επίδικης συμφωνίας (η την κήρυξη της ως παράνομης), τη διαγραφή του χρέους και απόφαση για την αξία των μετοχών που είχαν αρχικά ενεχυριαστεί (Λ.Κ.18.055). Είναι προφανές από όσα προηγήθηκαν και τους λόγους που δόθηκαν πως δεν θεωρώ ότι ευσταθεί οποιαδήποτε από τις εισηγήσεις που προωθήθηκαν. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων για ποσό Λ.Κ.37.852.10 συν τόκο προς 9% από 23.1.03 ενώ η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Περαιτέρω εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος Δ της αξίωσης στο κλητήριο ένταλμα. Επιδικάζεται ένα σύνολο εξόδων υπέρ των Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, συν Φ.Π.Α. και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΚΠ/ΑΛΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.