← Κύπρος

Κώστας Κυριάκου ν. Αθλητικής Ένωσης Κανναβιών, Αρ. Αγωγής: 7857/00, 29/10/2007

Κώστας Κυριάκου ν. Αθλητικής Ένωσης Κανναβιών, Αρ. Αγωγής: 7857/00, 29/10/2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7857/00 Κώστας Κυριάκου -και- Αθλητικής Ένωσης Κανναβιών, εκπροσωπούμενης υπό του Προέδρου αυτής κ. Ξενάκη Ξενοφώντος --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/10/2007 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Παναγίδης Για Εναγόμενους: κ. Αμερικάνος ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή του ενάγοντα στηρίζεται σε παράνομη επέμβαση από τους εναγόμενους σε κτήματα, που είναι ιδιοκτήτης, στο χωριό Καννάβια της Επαρχίας Λευκωσίας. Επιζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι επενέβηκαν παράνομα στα ακίνητά του, γενικές, ειδικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις και τέλος διάταγμα παύσης της επέμβασης. Χρονικά η παράνομη επέμβαση, σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως, τοποθετείται την 3.8.

  1. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι επενέβηκαν παράνομα και επικαλούνται πωλητήριο έγγραφο, για μέρος των επίδικων κτημάτων, από τον πατέρα του ενάγοντα καθώς και γνώση και συγκατάθεση του ενάγοντα. Ανταπαιτούν αναγνωριστικά διατάγματα ότι είναι ιδιοκτήτες και νόμιμοι κάτοχοι μέρους των ακινήτων και διάταγμα που να διατάσσει τον ενάγοντα να τους μεταβιβάσει το μέρος εκείνο των τεμαχίων που κατέχουν. Κρίνω πως είναι καλύτερα να γίνει αναφορά στο ιστορικό, τόσο της υπόθεσης όσο και των διαδίκων, αφού έτσι θα διαφανούν κάποια βασικά γεγονότα και θα είναι ευχερέστερη η παρακολούθηση της μαρτυρίας. Το ιστορικό της υπόθεσης ανατρέχει στο
  2. Συγκεκριμένα την 28.7.1956, ο Κυριάκος Νικόλα Πεττεμερίδης, με πωλητήριο έγγραφο, πώλησε στον «Αθλητικό Σύλλογο ΟΛΥΜΠΟΣ Κανναβιών και Αγίας Ειρήνης Κανναβιών» μέρος των τεμαχίων 356, 357 και 372 του Φ/Σχ/37/
  3. Τα τεμάχια χωρίστηκαν και συμφωνήθηκαν μέσω μαρτύρων. Το τίμημα πωλήσεως ήταν ΛΚ11.000 μιλς τοις μετρητοίς. Ο πωλητής, σύμφωνα με τον όρο του εγγράφου, υποχρεούτο να το νομιμοποιήσει στο όνομα του αγοραστή όσο το δυνατόν συντομότερον. Ο πιο πάνω πωλητής, αποβιώσας, ήταν ο πατέρας του ενάγοντα και επίδικα είναι τα τεμάχια αυτά. Μεταξύ άλλων θεμάτων, που τέθηκαν, είναι η σχέση και η διαδοχή του σωματείου, που αγόρασε τότε τα επίδικα τεμάχια, με το εναγόμενο σωματείο. Δόθηκε τόσο προφορική όσο και έγγραφη μαρτυρία που αφορά το θέμα αυτό. Ουσιαστικός μάρτυρας επί του θέματος ήταν ο Μηνάς Ξενοφώντος (ΜΥ1), πρώτος πρόεδρος του σωματείου. Σύμφωνα με το μάρτυρα, το σωματείο με το όνομα «Αθλητικός Σύλλογος ΟΛΥΜΠΟΣ Κανναβιών» ιδρύθηκε περί τον Ιούλιο του 1956 και διετέλεσε πρόεδρος από της ιδρύσεώς του μέχρι το
  4. Σε γενική συνέλευση των μελών του σωματείου το 1965, αποφασίστηκε η μετονομασία του σε «Αθλητικό Σύλλογο ΔΙΓΕΝΗΣ Κανναβιών» και τον Ιούνιο του 1966 αποφασίστηκε ξανά η μετονομασία του σε «Αθλητική Ένωση Κανναβιών». Σύμφωνα με το μάρτυρα τα περιουσιακά στοιχεία παρέμειναν τα ίδια, ανεξάρτητα από την κατά καιρούς μετονομασία του συλλόγου, δηλαδή το οίκημα και το γήπεδο. Παρουσίασε και διάφορα έγγραφα προς αυτή την κατεύθυνση. Η μαρτυρία αυτή ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Επιπλέον, ενισχύεται από τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν αλλά και από το μητρώο μελών του σωματείου, του 1961, που αποδεικνύει την ύπαρξη σωματείου πριν το 1965 που έγινε η πρώτη μετονομασία. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 9 και 14-
  5. Σχετική ακόμα και ανάλογη ήταν και η μαρτυρία του Άνθιμου Χρυσάνθου (ΜΥ2). Τα πιο πάνω γίνονται αποδεκτά. Έπεται και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως το εναγόμενο σωματείο αποτελεί συνέχεια και μετονομασία του «Αθλητικού Συλλόγου ΟΛΥΜΠΟΣ Κανναβιών» που ιδρύθηκε περί τον Ιούλιο του
  6. Άλλωστε κατ΄ εφαρμογή του τεκμηρίου της συνέχειας, που ως εξηγείται στο «Δίκαιο της Απόδειξης» του Τ. Ηλιάδη, σελ. 46, η απόδειξη της ύπαρξης μιας κατάστασης πραγμάτων σε μια ορισμένη ημερομηνία παρέχει στο Δικαστήριο το συμπέρασμα ότι η ύπαρξη συνεχίστηκε μέχρι τον ουσιώδη χρόνο που εξετάζει το Δικαστήριο, κρίνω πως μπορεί να έχει ανάλογη εφαρμογή στο ζήτημα αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση τόσο η προφορική μαρτυρία όσο και η γραπτή, Τεκμήριο 12, αποδεικνύουν την ύπαρξη σωματείου το 1956, ενώ από τα υπόλοιπα τεκμήρια διαφαίνεται η πορεία και η μετονομασία του μέχρι σήμερα. Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο ποτέ δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Εδώ να παρεμβάλω ότι έγινε αποδεκτό και κατατέθηκε ως τεκμήριο, αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου, γιατί σύμφωνα με τη μαρτυρία παρά τις έρευνες δεν ανευρέθη το πρωτότυπο. Για το ιστορικό των επίδικων τεμαχίων κάποιο φως έριξε η μαρτυρία του Κτηματολογικού Λειτουργού, Αιμίλιου Τσίγκη. Θα καταγράψω όσα προέκυψαν μέσα από τη μαρτυρία του. Εδώ θα πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Η προσωπική γνώση του μάρτυρα, επί των θεμάτων που έδωσε μαρτυρία, ήταν μηδενική. Προερχόταν μέσα από διάφορα έγγραφα της εποχής, που υπήρχαν μέσα στους φακέλους της επιτόπιας εξέτασης των ακινήτων, που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Θα παραθέσω όσα προέκυψαν από τη μαρτυρία του και όσα υποστηρίζονται από τα διάφορα έγγραφα των φακέλων των ακινήτων. Έτσι, σύμφωνα με το μάρτυρα, το 1956 δεν υπήρχε καταχωρημένος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των επίδικων τεμαχίων. Στα κτηματολογικά μητρώα υπήρχε καταχωρημένη ως ιδιοκτήτρια των τεμαχίων 356, 357 και 372 και υπ΄ αριθμό εγγραφής 3459, 3460 και 3461 αντίστοιχα, η Ελένη Ανδρέου. Πρόκειται για την εκ μητρός γιαγιά του ενάγοντα. Περιήλθε στην κατοχή της Παρασκευούς Κυριάκου Δασονόμου, κόρης της Ανδρέου και μητέρας του ενάγοντα, το 1930 δυνάμει δωρεάς. Το ιστορικό αυτό αφορά και τα τρία επίδικα κτήματα. Η Ελένη Ανδρέου απεβίωσε το
  7. Την 26.4.80 η Παρασκευού Κυριάκου Δασονόμου υπέβαλε αίτηση στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας για κατοχή των κτημάτων και έκδοση τίτλων. Να σημειωθεί ότι απεβίωσε την 21.12.
  8. Μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν είχε τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομά της. Διεξήχθη επιτόπιος έρευνα και τα κτήματα στις 3.4.81 ενεγράφηκαν στο όνομά της δυνάμει δωρεάς από τη μητέρα της. Ο ενάγων το 1999, διά του δικηγόρου Μιχάλη Βορκά, υπέβαλε αίτηση στο Κτηματολόγιο, ως διαχειριστής της περιουσίας της μητέρας του, για εγγραφή των κτημάτων επ΄ ονόματί του δυνάμει κληρονομιάς και διανομής. Διεξήχθη επιτόπιος έρευνα και τα κτήματα ενεγράφηκαν επ΄ ονόματί του. Υπάρχει μέσα στον κτηματολογικό φάκελο της επιτόπιας έρευνας των επίδικων τεμαχίων Τεκμήριο 5, πιστοποιητικό του Προέδρου Κανναβιών ημερ. 17.4.80 που πιστοποιεί ότι η Παρασκευού Γιάγκου, πρόκειται, σύμφωνα με άλλο πιστοποιητικό, για το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή τη μητέρα του ενάγοντα, είχε στην κατοχή της προ 40ετίας τα επίδικα κτήματα. Είναι δυνάμει αυτού του πιστοποιητικού που η μητέρα του ενάγοντα αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο για την επ΄ ονόματί της έκδοση τίτλων και έγινε η εγγραφή δυνάμει δωρεάς παρά της μητρός της. Σύμφωνα με το μάρτυρα, δεν υπάρχει ένδειξη στο φάκελο ότι τα τεμάχια αυτά ήταν στην κατοχή τρίτου. Το 1980 έγινε επιτόπια έρευνα από κτηματολόγο αλλά δεν γνώριζε αν μέρος των κτημάτων αυτών κατά το έτος 1980 ήταν γήπεδο, ούτε και γνώριζε, ο μάρτυρας, τι υπήρχε επιτόπου το
  9. Ήταν στη διακριτική ευχέρεια του Κτηματολόγου να γράψει την επί τόπου κατάσταση και η μόνη παρατήρηση που υπάρχει είναι ότι το 1950 ξεριζώθηκε το αμπέλι στο τεμάχιο
  10. Η εγγραφή έγινε λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κτήματα ήταν ελεύθερα και δεν υπήρχε καταχωρημένο πωλητήριο έγγραφο. Τα πιο πάνω τα καταγράφω ως μέρος του ιστορικού και όχι ως ευρήματα του Δικαστηρίου. Σημειώνω, πάντως, πως δεν υπάρχει οτιδήποτε στο φάκελο που να καταδεικνύει με βεβαιότητα ότι το 1980 δεν υπήρχε γήπεδο, αφού ο τότε Κτηματολόγος δεν κατέγραψε οτιδήποτε. Σημειώνω, επίσης, ότι από το 1956 μέχρι και το 1980, η Παρασκευού Δασονόμου δεν είχε τίτλο των επίδικων τεμαχίων στο όνομά της. Ο ενάγων, ως λέχθηκε, ως διαχειριστής της περιουσίας της μητέρας του, με αίτηση διανομής κληρονομιάς της περιουσίας, υποβληθείσης διά του δικηγόρου του ημερ. 19.7.99, έγινε ιδιοκτήτης των επίδικων τεμαχίων και εκδόθηκαν επ΄ ονόματί του οι σχετικοί τίτλοι. Με διαμορφωμένο το ιστορικό αυτό των ακινήτων, ο ενάγων κατέθεσε ότι τον Αύγουστο του 2000, πληροφορήθηκε ότι το εναγόμενο σωματείο εισήλθε μέσα στα πιο πάνω ακίνητά του και με διάφορα οχήματα εκσκαφής και άλλα μηχανικά μέσα εκτελούσαν εργασίες με σκοπό την ισοπέδωση μέρους των ακινήτων για τη δημιουργία κερκίδων και χώρων στάθμευσης για γήπεδο ποδοσφαίρου, που υπήρχε εντός των επιδίκων τεμαχίων, και το οποίο χρησιμοποιούσαν οι εναγόμενοι για τις αθλητικές τους δραστηριότητες. Πήγε επί τόπου όπου διαπίστωσε ότι δημιουργήθηκε γκρεμός, ύψους 10 περίπου μέτρων, με αποτέλεσμα να διαχωριστούν τα ακίνητα στη μέση. Έκοψαν επίσης 10 δέντρα. Κάλεσε τους εναγόμενους να εγκαταλείψουν τα ακίνητα αλλά συνέχισαν να βρίσκονται μέσα σε αυτά. Αρνήθη την ύπαρξη του πωλητήριου εγγράφου από τον πατέρα του και δεν ήταν ποτέ γνώστης περί της ύπαρξης τέτοιου εγγράφου. Ούτε ο πατέρας του, του ανέφερε ποτέ για τέτοιο έγγραφο. Αντίθετα ο πατέρας του έκφραζε την επιθυμία όπως τα ακίνητα αυτά περιέλθουν, μετά το θάνατο της μητέρας του, στις αδελφές του, οι οποίες όμως, μετά το θάνατο της μητέρας τους προτίμησαν άλλα ακίνητα. Διερωτήθη πώς θα μπορούσε να υπήρχε πωλητήριο έγγραφο όταν ο πατέρας του δεν ήταν ιδιοκτήτης των ακινήτων. Ήταν ακόμα η θέση του ότι ποτέ οι εναγόμενοι δεν χρησιμοποιούσαν το γήπεδο και έπαιζαν ποδόσφαιρο ως ιδιοκτήτες. Γνώριζε ότι μέρος των ακινήτων χρησιμοποιείτο ως χώρος γηπέδου επειδή κατασκευάστηκε από τον αδελφό του, Ιωάννη Κυριάκου, και τα ξαδέλφια του, κατά τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Μετά το τέλος του απελευθερωτικού αγώνα συνέχισαν οι εναγόμενοι να χρησιμοποιούν το γήπεδο για να παίζουν ποδόσφαιρο, αλλά ποτέ ως ιδιοκτήτες. Ποτέ δεν τους έδωσε αυτή την εντύπωση και όταν έγινε ιδιοκτήτης τους πληροφόρησε την πρόθεσή του να τα αξιοποιήσει. Έδωσε οδηγίες για τοπογραφική μελέτη στο Νίκο Ζαννετή που του είπε ότι οι εναγόμενοι έκαμαν επέμβαση στα ακίνητά του. Αυτές ήταν οι βασικές του θέσεις, οι οποίες όμως ανατράπηκαν όλες εκ βάθρων κατά την αντεξέταση. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι κανένας δεν του είπε ότι πωλήθηκε μέρος των τεμαχίων και ο νυν πρόεδρος των εναγομένων, Ξενάκης Ξενοφώντος, του είπε μόνο να υπογράψει χωρίς να του πει οτιδήποτε άλλο. Αρνήθη ότι του ζήτησε να τα εγγράψει στο όνομα του σωματείου αλλά του είπε να υπογράψει για να περάσει δρόμος. Αυτά όμως σε άμεση αντίφαση με όσα κατέθεσε με ένορκη δήλωση στις 8.8.00 στα πλαίσια ενδιάμεσου διατάγματος, όπου στην παράγραφο 6 που του υπεδείχθη, ρητώς αναφέρει ότι ο πρόεδρος του σωματείου του ζήτησε να τους μεταβιβάσει τα ακίνητα γιατί ήταν υπόσχεση του μακαρίτη του πατέρα του. Γνώριζε ότι από το 1956 μέρος των ακινήτων έγινε ποδοσφαιρικό γήπεδο αλλά δεν γνώριζε πόσο μέρος επήραν από τα ακίνητα. Μετά που έκαμε αίτηση στο Κτηματολόγιο κατάλαβε ότι το γήπεδο ήταν μέσα στα κτήματά του, ενώ προηγουμένως δεν το γνώριζε. Ούτε οι γονείς του είπαν κάτι τέτοιο. Ότι βέβαια πρόκειται για αντιφάσεις του μάρτυρα δεν τίθεται θέμα. Και δεν είναι απλές αντιφάσεις αφού στην κυρίως εξέτασή του, ρητά μάλιστα, ανέφερε ότι γνώριζε ότι μέρος των ακινήτων χρησιμοποιείτο ως χώρος γηπέδου, με τη διαφορά ότι κατασκευάστηκε από τον αδελφό του και τα ξαδέλφια του και ακόμα πως, παρόλο που συνέχισαν να το χρησιμοποιούν οι εναγόμενοι, η χρήση του δεν ήταν ποτέ ως ιδιοκτήτες. Πρόκειται, σαφώς, για μια πλήρη ανατροπή των βασικών του θέσεων επί ενός σημαντικού στοιχείου και γεγονότος της υπόθεσης. Ο ενάγων πελαγοδρομούσε σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που δημιούργησε εύλογες απορίες για την παλινδρόμηση του. Γνώριζε ότι ο θείος του Ιωάννης Πεττεμερίδης πώλησε κάποια ακίνητα στους εναγόμενους για να χρησιμοποιούνται ως γήπεδο. Σημειώνω ακόμα πως επίμονα κατέθετε πως ποτέ ο πατέρας του ή και η μητέρα του, του είπαν ότι πώλησαν τα ακίνητα και σε σχετική ερώτηση ότι το σωματείο αγόρασε τρία κτήματα από τον πατέρα του και άλλα τρία από το θείο του για να χρησιμοποιηθούν ως γήπεδο απάντησε ότι ο πατέρας του πάντα του έλεγε ότι ποτέ δεν πώλησε. Καταγράφω το σημείο αυτό γιατί ο τρόπος που απάντησε, είναι τέτοιος που όχι μόνο δεν είναι λογικό αυτό που κατέθεσε αλλά και πάλι δημιουργεί απορίες και αμφιβολίες. Δεν υπήρχε κανένας λόγος, ούτε και έδωσε κάποια εξήγηση, γιατί ο πατέρας του να του λέει, πάντα μάλιστα, ότι δεν πώλησε. Ούτε και εξήγησε γιατί ο πατέρας του να του πει, με θετικό μάλιστα τρόπο και χωρίς κάποιο ειδικό λόγο, ότι δεν πώλησε. Το αντίθετο θα έπρεπε να του έλεγε, ότι δηλαδή δεν του ανέφερε ότι πώλησε. Και δεν νομίζω ότι πρόκειται περί μιας απλής φραστικής παραλλαγής του ίδιου νοήματος. Έχοντας υπόψη μου και την ευρύτερη αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα, καθώς και στον τρόπο που απαντούσε ως ενιαίο σύνολο, αλλά και από τη γενικότερή του στάση από το εδώλιο του μάρτυρα, αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε τίποτε και πως κανένας δεν του είπε για την πώληση μέρους των ακινήτων για να κατασκευαστεί γήπεδο. Και όλα αυτά ενώ κατέθεσε στην κυρίως εξέταση ότι μέρος των ακινήτων από το 1956 χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή γηπέδου. Θα παρεμβάλω εδώ μέρος από τη μαρτυρία του Μηνά Ξενοφώντος (ΜΥ1), πρώτου προέδρου, ως λέχθηκε, του σωματείου που έλαβε μέρος στον καταρτισμό και ήταν και ο συντάκτης του πωλητήριου έγγραφου, Τεκμήριο
  11. Σύμφωνα με το μάρτυρα το 1956 αγοράστηκαν έξι τεμάχια, τρία από τον πατέρα του ενάγοντα, τα επίδικα, και τρία από το θείο του, για να κατασκευαστεί ποδοσφαιρικό γήπεδο. Από τα τεμάχια του πατέρα του ενάγοντα αγοράστηκε συγκεκριμένο μέρος. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να περιγράψουν γραπτώς ποιο ήταν το μέρος των τεμαχίων, πήγαν επί τόπου και τα χώρισαν σε κομμάτια ενώπιον δύο μαρτύρων και καθόρισαν ποια θα επωλούντο. Σχετική αναφορά υπάρχει στο πωλητήριο έγγραφο. Η συμφωνία για τα πωλούμενα ήταν το τμήμα που περικλείεται μεταξύ του μονοπατιού που διαπερνά τα τεμάχια 356, 357 και 372 και συνορεύει με τα τεμάχια 373, 374 και 380 που αγοράστηκαν από το θείο του ενάγοντα. Μετά την αγορά των έξι τεμαχίων άρχισαν να τα χρησιμοποιούν ως γήπεδο ποδοσφαίρου. Μέχρι και την καταχώριση της αγωγής κανένας δεν τους παραπονέθηκε για τη χρήση των τεμαχίων ως γήπεδο. Από την αντεξέταση προέκυψε ότι η ανέγερση του γηπέδου άρχισε περί το Νοέμβριο ή Δεκέμβριο του 1956 με τράκτορ που τους έδωσε το δασονομείο, και με ενοίκιο 25 σελίνια την ώρα. Ο μεν θείος του ενάγοντα τους μεταβίβασε τα ακίνητα, ενώ τα επίδικα δεν μεταβιβάστηκαν. Το πωλητήριο έγγραφο έγινε στο σπίτι του πατέρα του ενάγοντα μετά που επέστρεψαν από τον επί τόπου διαχωρισμό των ακινήτων, που καθόρισαν το μέρος που θα αγόραζαν. Σε υποβολή ότι κάτοχος την εποχή εκείνη δεν ήταν ο πατέρας του ενάγοντα αλλά η μητέρα του, ο μάρτυρας απάντησε ότι την εποχή εκείνη και κάτοχος να ήταν η σύζυγος «διοικούσε ο άντρας». Πλήρωσαν σε μετρητά. Το γήπεδο βελτιώθηκε σε τρεις φάσεις. Το 1956 έγινε προσωρινά και επειδή την περίοδο της ΕΟΚΑ δεν τους άφηναν να βάζουν φάλιες (δυναμίτες) συνέχισαν τις βελτιώσεις μετά την ανεξαρτησία. Τα όρια του γηπέδου το 1956 έφθαναν δίπλα από το μονοπάτι που υπήρχε ένας πεύκος που τον έβαλαν ως σύνορο. Δεν υπήρχαν τότε ούτε κερκίδες, ούτε αποχωρητήρια. Σε ερώτηση γιατί δεν ζήτησαν από τον πατέρα του ενάγοντα να τους μεταβιβάσει τα ακίνητα απάντησε ότι την εποχή εκείνη, ήταν περίοδος της ΕΟΚΑ, «φρόντιζες να ζήσεις» και μετά από λίγο καιρό τους συνέλαβαν οι Εγγλέζοι. Μετά το 1965 δεν του ζήτησαν να τους μεταβιβάσει γιατί τους είχε πει ο πατέρας του ενάγοντα, ότι δεν είχε τίτλο και δεν γνώριζαν αν έβγαλε. Δεν ζήτησαν πληρεξούσιο από τη μητέρα του ενάγοντα για να υπογράψει ο πατέρας του. Επειδή το πωλητήριο έγινε στο σπίτι, γνώριζε η σύζυγος του που τον παρότρυνε μάλιστα να τους δώσει όλα τα τεμάχια. Του είπε μάλιστα ότι ανήκαν στον άντρα της αλλά δεν είχε τίτλο. Σε υποβολή ότι κανένας δεν γνώριζε για την κατασκευή του γηπέδου διερωτήθηκε πως εδώ και 50 χρόνια κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε και ακόμα πως τα παιδιά του μακαρίτη έπαιζαν ποδόσφαιρο μέσα στο γήπεδο. Άλλος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο Άνθιμος Χρυσάνθου (ΜΥ2), ένας εκ των αναγραφομένων μαρτύρων επί του πωλητηρίου που ενώπιόν του, ως μάρτυρας, χωρίστηκε και συμφωνήθηκε το μέρος των τεμαχίων που αγόρασαν οι εναγόμενοι. Η μαρτυρία του περιστράφηκε στο ίδιο μήκος με τη μαρτυρία του Μηνά Ξενοφώντος. Δεν θα επαναλάβω όσα κατέθεσε για το ιστορικό του σωματείου, έχω ήδη αναφερθεί σε αυτό με ανάλογα ευρήματα. Σύμφωνα με το μάρτυρα, που είναι ηλικίας 79 χρονών, πριν την υπογραφή του εγγράφου πήγαν επί τόπου στα ακίνητα ο ίδιος, ο ΜΥ1, ο πατέρας του ενάγοντα και ακόμα ένα πρόσωπο που τώρα έχει αποβιώσει. Το σύνορο που συμφωνήθηκε ήταν το πέρασμα που περνούσε διά μέσου των τριών επιδίκων κτημάτων. Αν δεν αγόραζαν και τα έξι ακίνητα δεν θα μπορούσαν να έκαμναν γήπεδο. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι το έγγραφο υπογράφτηκε στο σπίτι του πατέρα του ενάγοντα και παρούσα ήταν και η μητέρα του. Μάλιστα είπε του συζύγου της να τους δώσει και άλλο ακίνητο «για να του δώσουν αλλό κάτι τι». Επέμενε επ΄ αυτού και ήταν απόλυτος για την παρουσία της μητέρας του ενάγοντα στην υπογραφή του εγγράφου. Πλήρωσαν επί τόπου το τίμημα πώλησης αλλά δεν πήραν απόδειξη, αφού «δεν είχε τέτοια πράγματα τότε». Το σύνορο καθορίστηκε στο μονοπάτι και σ΄ ένα πεύκο που ήταν εκεί κοντά στο μονοπάτι σε απόσταση ένα δύο πόδια. Το γήπεδο άρχισε να γίνεται με τρακτέρ με έγκριση του δασονομείου μόλις αγόρασαν τα τεμάχια. Γινόταν κατά περιόδους και σιγά-σιγά όποτε είχαν χρήματα αλλά δεν θυμόταν συγκεκριμένες περιόδους. Σε σχετική υποβολή ότι το γήπεδο μεγάλωσε πάρα πολύ δήλωσε άγνοια, γιατί έχει καιρό να πάει λόγω της ηλικίας του. Σε ερώτηση γιατί δεν έγραψαν στο έγγραφο για το μονοπάτι απάντησε ότι δεν είναι εκείνος που σύνταξε το έγγραφο, αλλά το μονοπάτι περνούσε και μέσα από άλλα ακίνητα. Εδώ κρίνω κατάλληλο να αναφερθώ σε ένα μέρος από τη μαρτυρία του ΜΕ3, τοπογράφου Νίκου Ζανετή, που κατόπιν οδηγιών του ενάγοντα έκαμε τοπογραφικό σχέδιο επί των επίδικων ακινήτων. Ρωτήθηκε από τον κ. Αμερικάνο για το μονοπάτι. Υπέδειξε επί του επίσημου κτηματικού σχεδίου που κατέθεσε, Τεκμήριο 7, ότι επί των τεμαχίων 356, 357 και 372 περνά μια διακεκομμένη γραμμή που είναι μονοπάτι που ήταν γραμμένο το 1920, και παρόλο που ισχύει δεν φαίνεται τώρα επί του εδάφους και περνά «ένα περίπου» πάνω από τους πάγκους-δόμες που κατασκευάστηκαν με εντολή των εναγομένων, αλλά δεν το έλεγξε. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είδε αν υπάρχει το μονοπάτι. Παρεμβάλλω εδώ ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας πως όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.

(2002)1 ΑΑΔ 661, η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Και ακριβώς μέσα σε αυτά τα πλαίσια, και σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι καθορίζουν και οριοθετούν το μέτρο κρίσης ενός μάρτυρα θα αξιολογηθεί η μαρτυρία στο σύνολό της. Και ακριβώς αυτά τα στοιχεία συνεκτιμούμενα, που να σημειώσω ήταν έντονα στη μαρτυρία του ενάγοντα, δεν άφησαν καμιά αμφιβολία στο Δικαστήριο, ήδη από την κυρίως εξέτασή του, ότι όσα κατέθεσε επρόκειτο για εκ του πονηρού επινοήσεις και κατασκευάσματα και τίποτε περισσότερο. Η αρχική αρνητική εντύπωση που δημιουργήθηκε, έγινε βεβαιότητα κατά την αντεξέτασή του. Έχω ήδη παραθέσει βασικούς ισχυρισμούς του που ανατράπηκαν κατά την αντεξέταση και που ανάγλυφα αναδεικνύουν την ποιότητα της μαρτυρίας του. Η προσήλωσή του δεν ήταν επικεντρωμένη στην αλήθεια αλλά στο ίδιον όφελος. Προτού την αντιπαραβάλω με την υπόλοιπη μαρτυρία θα αναφερθώ σε ορισμένα ακόμα στοιχεία από τη μαρτυρία του. Ενώ δέκτηκε αντεξεταζόμενος ότι γνώριζε την ύπαρξη του γηπέδου επανέλαβε, σε αντίφαση και αντίθεση με όσα ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του, ότι δεν γνώριζε ότι επενέβηκαν στα κτήματά του και να το κάμουν ιδιοκτησία δική τους. Όσα έχω ήδη αναφέρει μέχρι τώρα για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα και την τελείως αρνητική εικόνα και εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο επιβεβαιώνονται, πανηγυρικά θα έλεγα, όταν σε σχετική υποβολή από τον κ. Αμερικάνο ότι οι εναγόμενοι ήταν με την άδεια τόσο του ιδίου όσο και των γονέων του που χρησιμοποιούσαν τα επίδικα τεμάχια ως γήπεδο, απάντησε ή καλύτερα αποκάλυψε την αληθή σε τελική ανάλυση φύση αλλά και τα απώτερά του κίνητρα, τα οποία θα πρέπει να πω ότι είχαν ήδη διαφανεί στην πορεία της μαρτυρίας του. Κατέθεσε ότι προς το παρόν γνώριζε ότι έπαιζαν ποδόσφαιρο μέσα στο γήπεδο, αλλά δεν γνώριζε ότι το χωράφι θα έπεφτε πάνω του. Όταν έριξαν κλήρο με τα αδέλφια του και «έπεσε πάνω του» τότε έδειξε ενδιαφέρον. Με άλλα λόγια και με την απλή πλέον λογική του ενάγοντα, ενώ γνώριζε τα πάντα, όταν με κλήρο του «έπεσαν» τα επίδικα, τότε άλλαξε γνώμη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ανέφερε στη συνέχεια ότι ο μακαρίτης ο πατέρας του έλεγε να πάρουν τα επίδικα κτήματα οι αδελφές του. Προφανώς για τους πιο πάνω λόγους δεν τα ήθελε ο ίδιος. Όμως ως είναι φανερό ο κλήρος με τον οποίο αποφάσισαν να διαμοιράσουν την περιουσία δεν τον ευνόησε με αποτέλεσμα τελικά να κάμει δεύτερες σκέψεις. Να σημειώσω ακόμα πως αυτά που ανέφερε στην κυρίως εξέταση ότι οι αδελφές του προτίμησαν άλλα ακίνητα αντί τα επίδικα, παρά την επιθυμία του πατέρα τους, δεν ευσταθεί αφού προφανώς ο κλήρος είναι που καθόρισε τα τεμάχια και όχι οι επιθυμίες του πατέρα του, ούτε και οι προτιμήσεις των αδελφών του. Να αναφέρω ακόμα πως τα περί επιθυμίας του πατέρα του βεβαίως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και απορρίπτονται. Αποτελούν επινοήματα του ενάγοντα για να προσδώσουν υπόσταση στις υστερόβουλες σκέψεις του και τίποτε περισσότερο. Σε σχετική υποβολή ότι όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκαν για την ύπαρξη του γηπέδου αλλά εισέφερε και η οικογένειά του χρήματα για την ανέγερση του γηπέδου, δήλωσε πλήρη άγνοια. Ενώ σε ερώτηση αν ο αδελφός του έπαιζε και αυτός ποδόσφαιρο στο γήπεδο απάντησε ότι έπαιζε το έτος 1950-1951 και μετά σταμάτησε. Υπενθυμίζω όμως πως το πωλητήριο, όπως και η προφορική μαρτυρία κατέδειξαν, το γήπεδο έγινε το 1956 και σύμφωνα ακόμα και με τη δική του μαρτυρία η κατασκευή του γηπέδου άρχισε κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ. Πώς τότε ο αδελφός του έπαιζε ποδόσφαιρο το 1950; Ακόμα και εδώ προσπάθησε να παραπλανήσει απλά για να μην καταδειχθεί ή ακόμα να διαφανεί η γνώση του περί του ιστορικού του γηπέδου και των τεμαχίων. Αντίθετα με τον ενάγοντα, οι ΜΥ1 και 2 άφησαν εξαιρετικές εντυπώσεις. Δεν έχω διακρίνει οτιδήποτε στη μαρτυρία τους που να μου δημιουργήσει την εντύπωση ή και την παραμικρή αμφιβολία ή και υποψία ότι οι μάρτυρες κατασκεύασαν μια ιστορία για να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Με απλοϊκό αλλά μεστό και εντελώς φυσικό τρόπο, με απόλυτη ειλικρίνεια και κυρίως χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις κατέθεσαν όσα οι ίδιοι γνώριζαν, όπως έζησαν τα διαδραματισθέντα ως άμεσοι μάλιστα πρωταγωνιστές. Ότι το γήπεδο κατασκευάστηκε το 1956 μέσα στα επίδικα ακίνητα, είναι αποδεκτό αλλά και παραδεκτό ακόμα και από τον ενάγοντα, έστω και με τον αντιφατικό τρόπο που κατέθεσε. Αν το γήπεδο το κατασκεύασε ο αδελφός του και τα ξαδέλφια του κάλλιστα μπορούσε να φέρει μαρτυρία, τουλάχιστον από τα ξαδέλφια του για να αποδείξει τον ισχυρισμό του, ο οποίος βεβαίως και δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Είναι μια ανυποστήρικτη και παραπλανητική θέση του ενάγοντα για να ρίξει σκιές για το ποιος κατασκεύασε το γήπεδο και τίποτε περισσότερο. Πρόκειται για ακόμα μια προσπάθειά του να παραπλανήσει και να δημιουργήσει εντυπώσεις προς όφελός του. Αποτελεί γεγονός ότι η μαρτυρία των ΜΥ1 και 2 για τα διαδραματισθέντα το 1956 με τον πατέρα και τη μητέρα του ενάγοντα δεν αντικρούστηκε από άλλη μαρτυρία. Πέραν βέβαια του εγγράφου υπάρχει και η προφορική μαρτυρία. Προσεγγίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων με ιδιαίτερη προσοχή, εν όψει του ότι αφορά αποβιώσαντες, παρόλο που όπως θα διαφανεί στη συνέχεια δεν έχει καθοριστική αξία. Ότι το γήπεδο κατασκευάστηκε το 1956, είναι παραδεκτό αλλά και εξάγεται και από άλλα στοιχεία μαρτυρίας, όπως για παράδειγμα την αγορά ακόμα τριών τεμαχίων από το θείο του ενάγοντα που είναι παραδεκτό ακόμα και από τον ενάγοντα. Κατατέθηκαν εξάλλου οι σχετικοί τίτλοι, Τεκμήρια 20-22, για να μπορούσε ως ανέφεραν οι μάρτυρες να υπάρχει αρκετός χώρος για την κατασκευή του γηπέδου. Ακόμα και για τα σύνορα ή τα όρια που καθόρισαν επί τόπου για τα επίδικα τεμάχια η μαρτυρία των ΜΥ1 και 2 υποστηρίζεται, ως προς το μονοπάτι, από το ΜΕ2 Ζανεττή που υπέδειξε στο τοπογραφικό σχέδιο την ύπαρξη του μονοπατιού από το 1920 που εξακολουθεί να ισχύει, έστω και αν σήμερα, σημειώνω πως σύμφωνα με τη μαρτυρία του το 2007 έλαβε οδηγίες από τον ενάγοντα και πήγε επί τόπου, δεν φαίνεται τώρα. Η ουσία είναι η ύπαρξη του μονοπατιού και ότι, και σημειώνω το στοιχείο αυτό, το μονοπάτι περνά πάνω από τους πάγκους-δόμες που έγιναν από τις χωματουργικές εργασίες το
  1. Αποδέχομαι ανεπιφύλακτα τη μαρτυρία των ΜΥ1 και 2 ανεξαρτήτως της ύπαρξης του πωλητηρίου εγγράφου. Υπάρχει όμως ακόμα ένας μάρτυρας από την πλευρά των εναγομένων, ο νυν πρόεδρος του Σωματείου, Ξενάκης Ξενοφώντος. Τον άφησα τελευταίο γιατί η μαρτυρία του αφορούσε κυρίως γεγονότα επί της δικής του προεδρίας. Και θεωρώ ότι η μαρτυρία του είναι πιο καθοριστική από τους υπόλοιπους μάρτυρες υπεράσπισης. Δεν θα αναφερθώ στη μαρτυρία του που αφορά το ιστορικό απόκτησης των τεμαχίων. Το θέμα έχει καλυφθεί από τους άλλους μάρτυρες και η γνώση του προέρχεται από όσα οι μάρτυρες του είπαν. Το γήπεδο σύμφωνα με το μάρτυρα βελτιωνόταν σταδιακά είτε με επέκταση είτε με τοίχους αντιστήριξης. Όταν ανέλαβε πρόεδρος το 1997 ζήτησαν επιχορήγηση από τον ΚΟΑ ώστε να γίνει ο χώρος ένα κανονικό γήπεδο με κερκίδες, αποχωρητήρια και περίφραξη. Ο ΚΟΑ ζήτησε τίτλους ιδιοκτησίας για όλα τα τεμάχια και έτσι άρχισε ενέργειες για την τιτλοποίηση των επιδίκων τεμαχίων. Τα τεμάχια του θείου του ενάγοντα τιτλοποιήθηκαν ενώ για τα επίδικα μίλησε με τον ενάγοντα στο σπίτι του παρουσία της συζύγου του που τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Ξαναπήγε στο σπίτι του και πήρε τοπογραφικό και του εξήγησε τα σύνορα και ότι υπήρχε αρκετός χώρος για να κτίσει εξοχικό όπως ήθελε. Ο ενάγων του είπε ότι δεν υπήρχαν τίτλοι και ότι ανέθεσε στο δικηγόρο Μιχάλη Βορκά το ζήτημα της τιτλοποίησης. Συναντήθηκε ξανά με τον ενάγοντα στα Καννάβια σε κάποιο μνημόσυνο και πήγαν επί τόπου και συμφώνησαν ότι το μέρος των τεμαχίων μέχρι το δρόμο θα ανήκε στο Σωματείο. Ο δρόμος θα περνούσε ακριβώς εκεί που ήταν το μονοπάτι που υπάρχει στο τοπογραφικό σχέδιο. Στη βάση των πιο πάνω άρχισαν οι χωματουργικές εργασίες. Το επόμενο καλοκαίρι και επειδή δεν είχε γίνει τίποτε ρώτησε τον ενάγοντα τι γίνεται με τα κοτσιάνια και του είπε ότι είναι στο δικηγόρο. Επισκέφθηκε το γραφείο του κ. Βορκά και πήρε τον αριθμό φακέλου του Κτηματολογίου και αποτάθηκε σε κάποιο γνωστό του στο Κτηματολόγιο για να βοηθήσει να εκδοθούν οι τίτλοι. Διευκρινίζω εδώ πως αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι δεν πήγε τελικά στο γραφείο του κ. Βορκά αλλά η συνεννόηση με το δικηγορικό γραφείο έγινε τηλεφωνικά. Έτσι και στα πλαίσια των προσπαθειών του το Νοέμβριο του 1999 εκδόθηκαν οι τίτλοι. Όταν τηλεφώνησε στον ενάγοντα για να γίνει η μεταβίβαση του είπε ότι δεν θα μεταβιβάσει γιατί ο αδελφός του, του είπε ότι πήραν τα κτήματα μπαμπέσικα από τον πατέρα του. Μέχρι και την αγωγή κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε από την οικογένεια του ενάγοντα ή ο ίδιος ο ενάγοντας για τη χρήση των ακινήτων ως ποδοσφαιρικό γήπεδο. Όλα τα βελτιωτικά έργα που έγιναν κατά καιρούς μέχρι και τις ημέρες του έγιναν μέσα στο μέρος των τεμαχίων που συμφωνήθηκε και πωλήθηκε το
  2. Ειδικά οι εργασίες έγιναν κάτω από το μονοπάτι που φαίνεται στο τοπογραφικό που ήταν το σύνορο που καθορίστηκε τότε και συμφωνήθηκε αργότερα μεταξύ του και του ενάγοντα. Παρεμβάλλω εδώ πως η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από το ΜΕ2 Ζανετή που ως λέχθηκε κατέθεσε ότι το μονοπάτι, ανεξάρτητα ότι δεν υπάρχει σήμερα, είναι μετά τους πάγκους-δόμες που έκαμαν οι εναγόμενοι. Να αναφέρω ότι η μαρτυρία του Ζανεττή γίνεται αποδεκτή αφού άφησε άριστες εντυπώσεις στο Δικαστήριο, ούτε και αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους. Να σημειωθεί είναι εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ και μέλος του Συμβουλίου Χωρομετρών Κτηματολογίου. Ο ΜΥ3 εξήγησε ότι οι εργασίες έγιναν στο μέρος που ο Ζανεττής σημείωσε στο σχέδιό του Τεκμήριο 11 ως Γ. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ3, ανέφερε ότι πήραν μέρος από τη χορηγία του ΚΟΑ και τα έργα έγιναν κατόπιν της συμφωνίας του με τον ενάγοντα. Θυμάται όταν ήταν μικρός που ο παππούς του τον έπαιρνε και ισοπέδωναν το χωράφι του γηπέδου. Το πωλητήριο έγγραφο το είδε για πρώτη φορά γύρω στο 1972 που ανέλαβε ως μέλος του συμβουλίου. Τα σύνορα του τα έδειξαν ο πατέρας του και οι άλλοι που υπόγραψαν το έγγραφο. Στο μέρος Γ του Τεκμηρίου 11, το σχέδιο του Ζανετή, οι εργασίες είχαν γίνει από το 1980, απλώς το 2000 έκαμαν ριζόκομμα και οι εργασίες γίνονταν μέχρι που έλαβαν την αγωγή. Έγινε τοίχος αντιστήριξης από την έξω πλευρά, επιχωματώσεις στους όχτους, έβαλαν τρεις προβολείς και ετοίμασαν-ισοπέδωσαν χώρο για αποδυτήρια και κερκίδες. Δεν επενέβηκαν στο χώρο μετά το μονοπάτι, αλλά με σιγουριά μόνο το Κτηματολόγιο μπορεί να πει. Δεν γνώριζε αν ο προηγούμενος πρόεδρος του σωματείου απέστειλε επιστολή στον ενάγοντα και του πρόσφερε ΛΚ5.000.- για την τυχόν επιπλέον επέμβαση που έγινε πρόσφατα. Θα πρέπει όμως να σημειώσω εδώ ότι δεν κατατέθηκε τέτοια επιστολή από την πλευρά του ενάγοντα. Και για τους λόγους που διαφανούν στη συνέχεια, αν όντως υπήρξε τέτοια επιστολή, θα ήταν άκρως ενδιαφέρον το περιεχόμενο της. Όταν πήγαν με τον ενάγοντα επί τόπου και περπατούσαν για να του δείξει από πού θα γίνει ο δρόμος, ο ενάγων τον παρακάλεσε για ένα συγκεκριμένο δέντρο να το αφήσουν στον πάγκο για να κάθεται στην σκιά του. Όταν όμως πέρασε το τρακτέρ ενοχλήθηκαν οι ρίζες του και αποξηράθηκε και το έκοψαν οι νεαροί για την «λαμπρατζιά». Εδώ σημειώνω πως ο ενάγων αποδέχτηκε ότι είπε του μάρτυρα να προσέξουν το δέντρο επειδή το φύτεψε ο παππούς του γιατί ήθελε να κάθεται στη σκιά του και παραπονέθηκε πως το έκοψαν. Δέχθηκε ακόμα ότι πήγε επί τόπου με το μάρτυρα να δουν από πού θα περάσει ο δρόμος, ενώ αντεξεταζόμενος αντιφατικά με όσα άλλα κατέθεσε ανέφερε ότι άκουσε από τον κόσμο ότι έκαμαν γήπεδο. Διερωτώμαι όταν πήγαν επί τόπου με τον ΜΥ3 πώς και δεν είδε το γήπεδο, που ούτως ή άλλως γνώριζε ότι κατασκευάστηκε το
  3. Η αντιφατικότητα, οι αυτοανατροπές και οι παλινδρομήσεις του ενάγοντα ήταν μόνιμο στοιχείο της μαρτυρίας του. Δέχθηκε ακόμα ο ενάγων, αντεξεταζόμενος, ότι ο ΜΥ3 του ζήτησε να τους μεταβιβάσει το μέρος των τεμαχίων, αλλά η θέση του ήταν ότι αρνήθηκε γιατί ήθελαν να κάμουν έργα μέσα στην περιουσία του. Και εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί εν τοιαύτη περιπτώσει πήγε επί τόπου με τον ΜΥ3 και συμφώνησε με τα σύνορα και τον παρακάλεσε μάλιστα να μην κοπεί το περί ου ο λόγος δέντρο. Και το σημαντικότερο βέβαια, σε ποιο μέρος της περιουσίας του ήθελαν να κάμουν έργα, αφού ήδη το γήπεδο υπήρχε επί των ακινήτων από το
  4. Επανερχόμενος στο ΜΥ3 και σε υποβολή ότι ο ενάγων δεν γνώριζε για το πωλητήριο του πατέρα του διερωτήθη, και συμφωνώ απόλυτα με τη θέση του, γιατί τότε ο ενάγων τον δέχθηκε δύο φορές στο σπίτι του για να μιλήσουν για το χωράφι που πώλησε ο πατέρας του. Και προσθέτω εδώ ποιός ήταν ο λόγος ο ΜΥ3 να του ζητήσει να υπογράψει για να περάσει ο δρόμος, που να σημειωθεί ότι πρόκειται για το σημείο που ήταν το μονοπάτι. Αναμφίβολα, έστω και εμμέσως, ο ενάγων και πάλι βεβαιώνει το μάρτυρα. Ήταν η θέση του ΜΥ3 ότι ο ενάγων γνώριζε τα πάντα. Είναι προφανές βέβαια και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό μου ότι ο ενάγων γνώριζε τόσο για την πώληση μέρους των επίδικων τεμαχίων από τον πατέρα του όπως και για την ανέγερση του γηπέδου. Συμφώνησε και ο ίδιος με τον ΜΥ3 και αποδέχτηκε τα σύνορα που καθορίστηκαν το
  5. Όλα τα υπόλοιπα αποτελούν «εκ του πονηρού» και εκ των υστέρων σκέψεις του και τίποτε περισσότερο. Σε γενικές γραμμές αυτή ήταν η μαρτυρία που προσκομίστηκε, την οποία κατέγραψα αντιπαραβάλλοντάς και αξιολογώντας την στα κύρια σημεία της με τους διάφορους μάρτυρες. Αποτελεί εύρημα και διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι πράγματι ο ενάγων γνώριζε τα πάντα. Γνώριζε ότι μέρος των επίδικων τεμαχίων πωλήθηκαν από τον πατέρα του στο σωματείο το
  6. Γνώριζε για την κατασκευή και χρήση του γηπέδου, αλλά και τις κατά καιρούς βελτιώσεις που γίνονταν. Ακόμα και ο αδελφός του έπαιζε ποδόσφαιρο στο γήπεδο αυτό. Δέχθηκε και αναγνώρισε όχι μόνο την πώληση αλλά το σημαντικότερο που είναι και το επίδικο, αποδέχθηκε και συμφώνησε τα σύνορα του μέρους των τεμαχίων όταν μαζί με τον ΜΥ3 πήγαν επί τόπου και είδαν το χώρο. Και συμφώνησε ότι τα σύνορα θα έφθαναν μέχρι το μονοπάτι. Η μαρτυρία του ΜΥ3 γίνεται ανεπιφύλακτα αποδεκτή. Η μαρτυρία του κάθε μάρτυρα εξετάζεται συνολικά και στα πλαίσια των επίδικων θεμάτων. Ο ΜΥ3 άφησε άριστες εντυπώσεις στο Δικαστήριο και ήταν απόλυτα ειλικρινής στη μαρτυρία του, όπως να σημειώσω ειλικρινείς ήταν όλοι οι μάρτυρες υπερασπίσεως. Αντίθετα ο ενάγων ήταν που άφησε τις χείριστες των εντυπώσεων. Έχω ήδη αναφερθεί στη μαρτυρία του και στους λόγους για τους οποίους την απορρίπτω παντελώς χωρίς μάλιστα κανένα δισταγμό. Η προσήλωσή του δεν ήταν στην αλήθεια, ως οφείλει κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο, αλλά στην παραπλάνηση, στις ανακρίβειες και στην αποκόμιση προσωπικού οφέλους. Αρνείτο κάθε γεγονός που μπορούσε να κριθεί ότι δεν ήταν προς όφελός του ή παραποιούσε τα γεγονότα προσπαθώντας άλλοτε να ρίξει σκιές και άλλοτε να κατασκευάσει άλλα διαφορετικά δεδομένα. Θεωρώ και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως με βάση τη μαρτυρία τόσο του Ζανεττή όσο και του ΜΥ3 ο χώρος που έγιναν οι χωματουργικές εργασίες στα ακίνητα είναι ο χώρος που είναι σημειωμένος ως Γ επί του Τεκμηρίου
  7. Συνάγεται ακόμα από τη μαρτυρία ότι το μονοπάτι βρίσκεται μετά τους πάγκους που έκαμαν οι εναγόμενοι. Σχετικά θα έλεγα είναι και τα τοπογραφικά σχέδια Τεκμήρια 7 και 13 στα οποία υπάρχει το μονοπάτι. Απορρίπτοντας την μαρτυρία του ενάγοντα και συνοψίζοντας καταλήγω στα εξής. Ότι ο ενάγων συμφώνησε με το ΜΥ3 και αποδέχτηκε ότι τα σύνορα του μέρους των τεμαχίων που αγόρασε το σωματείο από τον πατέρα του, και κατασκεύασε και χρησιμοποιούσε ως γήπεδο, είναι μέχρι το μονοπάτι. Ως αποτέλεσμα αποδέχθηκε και συμφώνησε να γίνουν τα πρόσθετα βελτιωτικά έργα μέσα στο μέρος αυτό. Αποδεχόμενος τη μαρτυρία του ΜΥ3 αποδέχομαι ότι μεσολάβησε στο Κτηματολόγιο για να εκδοθούν το συντομότερο οι τίτλοι. Το αν πήγε στο γραφείο του κ. Βορκά ή αν τελικά τηλεφωνικά έμαθε τον αριθμό του κτηματολογικού φακέλου, που εισηγείται ως αντίφαση ο κ. Παναγίδης, είναι άνευ σημασίας. Η ουσία είναι ότι ο μάρτυρας μετά τη συμφωνία του με τον ενάγοντα, έκαμε προσπάθειες και έμαθε τον αριθμό του κτηματολογικού φακέλου για να συντομεύσει την έκδοση των τίτλων. Αν ο ενάγων δεν συμφωνούσε δεν βρίσκω, και δεν θα υπήρχε κανένας λόγος ο μάρτυρας να ασχολείται με ξένα ακίνητα. Η υπεράσπιση που θέτουν οι εναγόμενοι εστιάζεται ουσιαστικά στις παραγράφους 3 και
  8. Προβάλλουν τη θέση ότι ο ενάγων εμποδίζεται εξαιτίας της μέχρι σήμερα συμπεριφοράς του να απαιτεί τις αιτούμενες θεραπείες. Εισάγουν το εξ υποσχέσεως κώλυμα (promissory estoppel). Στην υπόθεση Πελεκάνου κ.α. ν. Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1768 αναλύονται οι αρχές του εξ υποσχέσεως κωλύματος. Εξηγείται ότι η βάση του κωλύματος έχει διευρυνθεί και πως αρκεί το ότι θα ήταν ανεπιεικές να εμμένει κάποιος, ενόψει των ρητών ή διά της συμπεριφοράς παραστάσεων του, στα αυστηρά νομικά του δικαιώματα. Υποδεικνύεται ότι το μήνυμα βεβαίως της παραίτησης, με την παράσταση ή τη συμπεριφορά πως δεν θα εμείνει κάποιος στα δικαιώματά του, θα είναι σαφές και ανεπιφύλακτο. Στη βάση των όσων έχω ήδη αναφέρει αλλά και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, τα οποία δεν χρειάζεται να επαναλάβω, κρίνω ότι η υπεράσπιση των εναγομένων ευσταθεί. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Χρυσοστόμου ν. Φράγκου κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 622 δίνει ακόμα μια διάσταση στο θέμα: «Στοιχειώδης προϋπόθεση για την ύπαρξη, έστω, λόγου περί του κωλύματος αποτελεί η παράσταση εκ μέρους ιδιοκτήτη της γης, προς το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται ότι ο ίδιος αποποιείται των δικαιωμάτων του επί της γης και ότι ο προς ον η παράσταση μπορεί να θεωρήσει τη γη ως δική του περιουσία». Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στο θέμα του περιουσιακού κωλύματος για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια. Θεωρώ όμως ότι υπάρχει μια άλλη πιό σοβαρή διάσταση στο όλο ζήτημα. Είναι δε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καταλυτική για την υπόθεση του ενάγοντα και ανεξάρτητη από τη μαρτυρία και την αξιολόγησή της. Άπτεται της ουσίας της αγωγής του, όπως αυτή αντανακλάται στην έκθεση απαιτήσεως. Στην αγωγή η παράνομη επέμβαση στα ακίνητα εστιάζεται χρονολογικά στις 3.8.00 διά της εισόδου εκσκαφέων και άλλων μηχανημάτων εκ μέρους των εναγομένων. Ο ενάγων, πέραν της αντιφατικής του μαρτυρίας, ακόμα και ανεξάρτητα από τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης, ρητώς δέχτηκε ότι σε μέρος των επιδίκων ακινήτων, ήδη από το 1956 είχε ανεγερθεί ποδοσφαιρικό γήπεδο. Ακόμα και σε σχετικές υποβολές προς τους μάρτυρες υπεράσπισης, η ισχυριζόμενη επέμβαση σχετιζόταν με τις εκσκαφές του 2000 και όχι για τη μέχρι και το 2000 πραγματική κατάσταση πραγμάτων που υπήρχε επί των ακινήτων. Με άλλα λόγια δεν αφορούσε την κατασκευή, χρήση και κατοχή του γηπέδου. Οπότε τίθενται διάφορα σοβαρά θέματα απτόμενα της ουσίας της απαίτησης. Στην έκθεση απαίτησης υπάρχει πλήρης σιγή για την κατά πολύ προγενέστερη κατοχή μέρους των τεμαχίων από το εναγόμενο σωματείο με την ανέγερση του ποδοσφαιρικού γηπέδου. Εστιάζεται η επέμβαση το 2000 με χωματουργικές εργασίες. Συνάγεται ότι ο ενάγων ουσιαστικά αποδέχεται ότι μέχρι το 2000 το σωματείο έκτισε από το 1956 και κατείχε το μέρος των επίδικων τεμαχίων ως ποδοσφαιρικό γήπεδο, στη βάση των τότε συμφωνιών, ή ακόμα και της δικής του συμφωνίας με το ΜΥ3 οπότε και δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση. Παραμένει όμως μετέωρο το πού έγινε πλέον η παράνομη επέμβαση. Θα έπρεπε δηλαδή να δικογραφήσει στην απαίτησή του αλλά και να καθορίσει, τόσο ο ίδιος όσο και με μαρτυρία ειδικού εμπειρογνώμονα, τα εδαφικά όρια που κατά την άποψή του υπερέβηκαν οι εναγόμενοι. Το σχέδιο Τεκμήριο 11 παρουσιάζει μια αποτύπωση επί του εδάφους της κατάστασης κατά το 2007 που είναι παραδεκτή από τους εναγόμενους, αφού όπως διεφάνη από τη μαρτυρία του ΜΕ3 Ζανετή, ο ενάγων το 2007 του έδωσε οδηγίες για να εξετάσει γενικά την επέμβαση επί των τεμαχίων. Εκείνο που κατέθεσε ο μάρτυρας, είναι ότι οι οδηγίες που έλαβε από τον ενάγοντα και με τις επί τόπου υποδείξεις του, ήταν να βρει, αορίστως, την επέμβαση επί των επιδίκων τεμαχίων. Ετοίμασε το σχέδιο Τεκμήριο 11 χωρίς όμως, όπως κατέθεσε, να φαίνονται τα επίδικα τεμάχια. Του υπέδειξε ο ενάγων το αρχικό όριο του γηπέδου και χώρισε το σχέδιο σε τρία μέρη Α, Β και Γ. Το Α είναι υπόδειξη του ενάγοντα ότι εκεί ήταν το αρχικό γήπεδο και το Β είναι η υφιστάμενη κατάσταση μέχρι την άσπρη γραμμή του γηπέδου. Παρεμβάλλω εδώ ότι η δήλωση και υποδείξεις του ενάγοντα προς τον μάρτυρα καταδεικνύουν ακριβώς τόσο τη γνώση του για το ιστορικό του γηπέδου, όσο και την αναγνώριση εκ μέρους του της συμφωνίας που έκαμε με τον ΜΥ
  1. Το Γ είναι η δημιουργία πάγκων επί του φυσικού εδάφους, που σύμφωνα με τον ενάγοντα έγινε το
  2. Αντιλαμβάνομαι ότι είναι γι΄ αυτό το μέρος των ακινήτων που ήγειρε την αγωγή ο ενάγων. Αυτό τουλάχιστον εξάγεται μέσα από την έκθεση απαιτήσεως, ανεξάρτητα αν η μαρτυρία του αφορούσε ολόκληρα τα τεμάχια. Αυτό όμως, ως λέχθηκε, εξυπακούει αλλά και υποδηλώνει ότι ο ενάγων αποδέχεται την νόμιμη κατοχή μέρους των ακινήτων από τους εναγόμενους με την ανέγερση του ποδοσφαιρικού γηπέδου, όπως και την κατάσταση πραγμάτων που υπήρχε μέχρι το
  3. Και ότι το παράπονό του εστιάζεται στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι υπερέβηκαν τα συμφωνηθέντα όρια των ακινήτων που κατείχαν από το
  4. Άλλως δεν θα είχε νόημα να υποδείξει στο Ζανετή τα αρχικά όρια του γηπέδου. Σημειώνω ακόμα και τις σχετικές προς τούτο υποβολές προς τους μάρτυρες υπερασπίσεως ότι μεγάλωσαν το γήπεδο κατά πολύ περισσότερο. Και εδώ ακριβώς θα είχε ενδιαφέρον αν αποστάληκε επιστολή από τον προηγούμενο πρόεδρο του σωματείου και ποιο ήταν το περιεχόμενο της. Παρόλα αυτά ο ενάγων προσπάθησε με κάθε τρόπο στη μαρτυρία του, κυρίως κατά την αντεξέτασή του, να παρουσιάσει μια εικόνα που ανατρέχει, η επέμβαση, από το 1956 αρνούμενος το κάθε τι, δηλώνοντας πλήρη άγνοια για τα πάντα. Θεωρώ πως η μαρτυρία του, πέραν των αντιφάσεων, είναι σαφώς εκτός δικογράφων, συγχυσμένη και αντιφατική σε σχέση με το δικόγραφό του. Ακόμα κρίνω, πως θα έπρεπε ο ενάγων, αφού η επέμβαση εστιάζεται μετά το 2000, να αναφέρει και να υποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία στο Δικαστήριο, μέχρι ποιού σημείου οι εναγόμενοι είχαν, με βάση το πωλητήριο έγγραφο ή καλύτερα με βάση τη δική του συμφωνία με το ΜΥ3, το δικαίωμα να κατέχουν και να χρησιμοποιούν τα τεμάχια και από ποιο σημείο υπερέβηκαν τα συμφωνηθέντα και επενέβηκαν στο υπόλοιπο μέρος των ακινήτων. Το Τεκμήριο 11 όπως και η μαρτυρία του ΜΕ2 πέραν της αποτύπωσης των πραγμάτων σήμερα, δεν βοηθά ούτε και προωθεί την υπόθεσή του. Όφειλε συνεπώς να προσκομίσει μαρτυρία του Κτηματολογίου που να καθορίζει με σαφήνεια και να αποτυπώνει με βεβαιότητα επί του εδάφους το σημείο που είναι το μονοπάτι και αν η επέκταση των εναγομένων έγινε πέραν του σημείου-ορίου αυτού. Εξυπακούεται βέβαια ότι αυτό θα είχε ως προϋπόθεση την αποδοχή και αναγνώριση των δικαιωμάτων των εναγομένων μέχρι τα εδαφικά όρια που υπήρχαν τουλάχιστον μέχρι το
  5. Αντ΄ αυτού επέλεξε να αρνηθεί τα πάντα, θεωρώντας τους εναγόμενους άλλοτε επεμβασίες από το 1956, και άλλοτε από το 2000, βρισκόμενοι όμως οι ισχυρισμοί του σε κάθετη αντίφαση με την ούτως ή άλλως αόριστη και ασαφή έκθεση απαιτήσεως. Η θέση του ήταν ότι ο πατέρας του ποτέ δεν ήταν ιδιοκτήτης και έτσι δεν ενομιμοποιείτο να πωλήσει τα επίδικα τεμάχια. Όμως άλλη είναι η βάση της αγωγής του. Εμμέσως αναγνωρίζει τη νόμιμη κατοχή μέρους των τεμαχίων από τους εναγομένους, και εστιάζεται η επέμβαση το 2000 στο μέρος πέραν των ορίων που καθορίστηκαν το 1956 τα οποία συμφώνησε και αποδέχτηκε και ο ίδιος με το ΜΥ
  6. Εντοπίζω και θεωρώ πως υπάρχουν ουσιαστικές, ριζικές και εγγενείς αντιφάσεις και αντινομίες τόσο στην έκθεση απαιτήσεως όσο και στη μαρτυρία του ενάγοντα. Λείπει η σαφήνεια και η καθαρότητα που έπρεπε να υπάρχει. Επί ποιών εδαφικών ορίων και για ποια επέμβαση παραπονείται και απαιτεί σε τελική ανάλυση ο ενάγων; Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι η δίκη δρομολογείται επί των δικογράφων. Ούτε και είναι δυνατόν να λεχθεί ότι το 2000 έλαβε γνώση της ύπαρξης του γηπέδου, όχι μόνο γιατί αυτό έχει απορριφθεί παντελώς, αλλά κυρίως γιατί δεν υπάρχει τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός. Δεν μπορεί ούτε και είναι δυνατόν σε αγωγή για παράνομη επέμβαση να μην υπάρχουν προκαθορισμένα και ξεκάθαρα εδαφικά όρια. Ο ενάγων ποτέ δεν ξεκαθάρισε, άλλοτε επιδίωκε με τη δήθεν άγνοιά του για τα διαδραματισθέντα από το 1956 μέχρι και το 2000 να αφήσει να νοηθεί ότι οι εναγόμενοι επενέβηκαν παράνομα από τότε και άλλοτε ότι υπερέβηκαν τα συμφωνηθέντα τόσο με τον ίδιο όσο και το 1956 εδαφικά όρια και επενέβηκαν στο υπόλοιπο μέρος των κτημάτων που κληρονόμησε. Ποτέ όμως και σε κανένα σημείο ή στάδιο δεν καθόρισε ποια είναι τα όρια που σε τελική ανάλυση διεκδικεί. Ούτε και με το δικόγραφό του διαφωτίζει επί αυτού. Γίνεται στην έκθεση απαιτήσεως γενική αναφορά στα ακίνητα και ότι τα κληρονόμησε και στην παράγραφο 4 που είναι η ουσία των γεγονότων της απαίτησης αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι με χωματουργικές εργασίες το 2000 επενέβηκαν παράνομα στα ακίνητά του, χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά στην κατάσταση πραγμάτων που υπήρχε στα ακίνητα από το 1956 μέχρι το
  7. Η μαρτυρία του ενάγοντα ήταν ανάμεικτη και επί παντός θέματος. Δόθηκε βέβαια χωρίς ένσταση. Αν όμως απομονωθούν τα μέρη εκείνα της μαρτυρίας που είναι εκτός δικογράφων και εντελώς ανεξάρτητα από όσα έχουν ήδη προκύψει από την αξιολόγησή της και περιοριστεί μόνο στους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, η διαπίστωση είναι ότι είναι εντελώς αναπόδεικτη και αντιφατική. Ακόμα και στο σύνολό της η μαρτυρία του παρέμεινε αναπόδεικτη σε σχέση με την απαίτησή του. Χωρίς μαρτυρία σε ποιο μέρος επενέβηκαν οι εναγόμενοι δεν υπάρχει οτιδήποτε προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Η γενική αναφορά είναι ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των επίδικων τεμαχίων, ενόψει της πραγματικής κατάστασης επ΄ αυτών αλλά και της έκθεσης απαιτήσεως δεν οδηγεί πουθενά. Η αγωγή του περιορίζεται μόνο σε επεμβάσεις που έγιναν το
  8. Όμως ως έχει καταδειχθεί, και ήταν καλά γνωστό σε τελική ανάλυση σε όλους τους διαδίκους και ενδιαφερομένους, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και του ενάγοντα, μέρος των ακινήτων κτίστηκε από τους εναγόμενους και κατείχετο ως ποδοσφαιρικό γήπεδο από το
  9. Και δεν μπορεί βεβαίως το ελάσσον να περιέχει το μείζον. Ή για να το θέσω διαφορετικά, δεν μπορεί να επιζητείται αλλά ούτε και ήταν δικογραφημένη επέμβαση από το
  10. Και συνάγεται πως ο ενάγων συμφώνησε με το ΜΥ3 για τα όρια του μέρους που θα κατείχαν οι εναγόμενοι. Ούτε και μπορεί να υπάρχει θεραπεία σε μερική επέμβαση επί προϋφιστάμενης και μη δικογραφημένης προγενέστερης επέμβασης. Εκτός και αν υπάρχει αποδοχή και νομιμοποίηση της αρχικής. Βέβαια καθηκόντως και χάριν πληρότητας της απόφασης η μαρτυρία αξιολογήθηκε. Και κρίνω πως ορθή ήταν η θέση του ΜΥ3 ότι το μονοπάτι μόνο το Κτηματολόγιο μπορεί να το τοποθετήσει χωροταξικά επί των ακινήτων. Και μαρτυρία του Κτηματολογίου επ΄ αυτού δεν υπάρχει. Και οι δύο πλευρές κάμνουν εκτεταμένη αναφορά, στις αγορεύσεις τους, στη νομική έννοια του περιουσιακού κωλύματος αλλά και του εμπιστεύματος. Δεν νομίζω πως χρειάζεται ή και απαιτείται νομική ανάλυση των πιο πάνω αρχών. Διασυνδέεται βέβαια περισσότερο με την ανταπαίτηση. Θεωρώ όμως πως είναι ορθή η θέση του κ. Παναγίδη ότι η υπεράσπιση δεν καλύπτει το θέμα γιατί και στην υπεράσπιση δεν τέθηκε το υπόβαθρο με όλα τα αναγκαία γεγονότα και στοιχεία. Προβάλλεται βέβαια ο ισχυρισμός για την κατοχή μέρους του ακινήτου από τους εναγόμενους από το 1956, αλλά νομίζω πως δεν υπάρχει έδαφος που να μπορεί να στηρίξει επιχειρηματολογία και ανάλυση για εξ υπαγωγής εμπίστευμα ή ιδιοκτησιακό κώλυμα προς όφελος των εναγομένων. Θα έπρεπε ειδικά να δικογραφηθεί ανεξάρτητα αν θα έπρεπε να εξεταστεί, όπως είναι η παράλληλη ορθή θέση του κ. Παναγίδη, κατά πόσο βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, θέση που εν πάση περιπτώσει, εν όψει των πιο πάνω δεν εξετάζω. Και να καθοριστεί επ' ακριβώς με κτηματολογικά τοπογραφικά στοιχεία ποια είναι τα όρια του μέρους που κατέχει το εναγόμενο σωματείο επί των επίδικων τεμαχίων. Αλλά και να καλύπτονταν από την υπεράσπιση και νοουμένου ότι υπήρχαν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, πάλι η ανταπαίτηση δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Παπαϊωάννου ν. Ανδρέου
(2001)1 Α.Δ.Δ. 903 που υπήρχε δικογραφημένος ισχυρισμός για εμπίστευμα εξ υπαγωγής, στην παρούσα υπόθεση, ως λέχθηκε, δεν δικογραφείται για να μπορούσε έστω κατ' αρχήν να εξεταστεί, αυτό δεν ισοδυναμεί με αναγωγή του σε αυτόματο δικαίωμα για εγγραφή. Η εγγραφή προϋποθέτει διαχωρισμό. Το κατά πόσο καθίσταται εφικτός ο διαχωρισμός θα διαπιστωθεί μόνο εφόσον τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός για μια τέτοια κτηματολογική μεταβολή, που αυτό ανήκει στο μέλλον. Θεωρώ πως ακριβώς στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ακόμα και να εξετάζετο θέμα εμπιστεύματος, δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν τα διατάγματα όπως επιζητούνται με την ανταπαίτηση. Τα γεγονότα όπως προέκυψαν με τα ανάλογα ευρήματα και τον συμφωνηθέντα καθορισμό του μονοπατιού ως το όριο μέχρι το οποίο οι εναγόμενοι δικαιούνται να κατέχουν επί των ακινήτων, χωρίς κτηματολογικό διαχωρισμό δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα. Ούτε και στην ανταπαίτηση καθορίζονται τα όρια ώστε να υπήρχε έστω δικογραφημένο υπόβαθρο. Αυτό κυρίως ως προς το στοιχείο Β της ανταπαίτησης με το οποίο επιζητείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο ενάγων να μεταβιβάσει μέρος των ακινήτων που κατέχουν οι εναγόμενοι. Ως προς τα αναγνωριστικά διατάγματα υπό στοιχείο Α και Γ που είναι συναφή, με τα οποία επιζητείται να αναγνωριστούν οι εναγόμενοι ως ιδιοκτήτες και νόμιμοι κάτοχοι του μέρους των τεμαχίων, υπάρχουν κάποια στοιχεία, πέραν των όσων ανέφερα, που αποκλίνουν στην απόρριψη και των διαταγμάτων αυτών. Έγινε μεν αποδεκτή η μαρτυρία που αφορούσε τα όρια του μέρους του τεμαχίου που κατέχουν οι εναγόμενοι, δόθηκε χωρίς ένσταση παρόλο που δεν δικογραφούνται τα όρια αυτά, αλλά θεωρώ πως μπορούσε να προσαχθεί η μαρτυρία αυτή αφού ο ενάγων είχε την ευχέρεια να ζητήσει λεπτομέρειες για το κατ' ισχυρισμό μέρος που κατείχαν οι εναγόμενοι. Όμως το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Πέραν του γεγονότος ότι δεν δικογραφούνται τα όρια στην υπεράσπιση, δεν καταγράφονται ούτε στο αιτητικό της ανταπαίτησης. Επιπλέον δεν έχει τεθεί το νομικό υπόβαθρο επί του οποίου επιζητούνται. Στην υπεράσπιση εκείνο που αναφέρεται είναι ότι τα κατέχουν δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου και συμφωνίας με τον ενάγοντα. Δεν είναι ξεκάθαρο που ακριβώς στηρίζονται. Και υπό αυτή την έννοια ισχύουν όσα λέχθηκαν ανωτέρω. Στην Παπαιωάννου ανωτέρω, υπήρχε κτηματολογικό τοπογραφικό σχέδιο και συγκεκριμένη αξιούμενη έκταση όπως και δικογραφημένος ισχυρισμός για εξ' υπαγωγής εμπίστευμα. Στην παρούσα υπόθεση όμως δεν υπάρχει σαφές νομικό δικογραφημένο υπόβαθρο ούτε και κτηματολογικά στοιχεία. Για τους λόγους αυτούς κατέληξα ότι η ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Έπεται πως τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθούν. Με έχει προβληματίσει το θέμα των εξόδων που αφορά την ανταπαίτηση, εν όψει των όσων έχουν προκύψει. Παρά ταύτα έχω την άποψη ότι δεν θα πρέπει να τα αποστερηθεί εις ολόκληρον ο ενάγων. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και σε βάρος του ενάγοντα. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγομένων και υπέρ του ενάγοντα τα οποία και καθορίζω στο μισό. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.