Electrolux Home Products Inc. ν. Τάκης Ν. Γεωργιάδης Λτδ, Αγωγή Αρ.: 7594/2002, 30 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 7594/2002 Μεταξύ: Electrolux Home Products Inc. Εναγόντων και Τάκης Ν. Γεωργιάδης Λτδ Εναγομένων _ _ _ _ _ _ Και εξ Ανταπαιτήσεως: Μεταξύ: Τάκης Ν. Γεωργιάδης Λτδ και Χατζηκυριάκος & Υιοί Λτδ _ _ _ _ _ _ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Οκτωβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα. Κάτια Κακουλλή Για Εναγόμενους: κ. Αντώνιος Δράκος Για Εναγόμενους εξ Ανταπαιτήσεως: κ. Στέφανος Σκορδής για κ.κ. Κλεόπας & Κλεόπας (για να ακούσει απόφαση). _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και η διαφορά η οποία ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα αγωγή έχει ως κεντρικό άξονα τη συνεργασία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων σε σχέση με τη διανομή στην Κύπρο ορισμένων προϊόντων των Εναγόντων και ειδικότερα ψυγείων και κλιματιστικών μάρκας Frigidaire. Στη διαφορά που δημιουργήθηκε από τον τερματισμό της μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων συνεργασίας οι Εναγόμενοι ενέπλεξαν, για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, και την εταιρεία Χατζηκυριάκος & Υιοί Λτδ ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους (στη συνέχεια «οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι»), ισχυριζόμενοι ότι οι τελευταίοι επενέβησαν στις συμβατικές σχέσεις μεταξύ αυτών και των Εναγόντων και ως εκ τούτου ευθύνονται για τις ζημιές τις οποίες οι Εναγόμενοι έχουν υποστεί. Σε ό,τι αφορά την απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων, η οποία ανέρχεται στο ποσό των US$120.917,54, οι Εναγόμενοι, επιφυλάσσοντας πλήρως τα δικαιώματα τους αναφορικά με την ανταπαίτηση και την αξίωση τους εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων, δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι την αποδέχονται μαζί με νόμιμο τόκο και έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή (βλ. πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 13.9.05). Έτσι στην ουσία οι Εναγόμενοι υπέχουν τη θέση εναγόντων στην ανταπαίτηση τους εναντίον των Εναγόντων ως εναγομένων στην ανταπαίτηση και τη θέση επίσης εναγόντων στην εξ ανταπαιτήσεως αξίωση τους εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων. Η δικογραφημένη θέση/υπόθεση των Εναγομένων είναι συνοπτικά η ακόλουθη: (1.) Το έτος 1992, με προφορική συμφωνία μεταξύ εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων των Εναγομένων και των Εναγόντων, ήτοι του Αριστοτέλη Γαλατόπουλου αφενός και του David Cooper αφετέρου, οι Εναγόμενοι ανέλαβαν την αποκλειστική αντιπροσώπευση και διανομή στην Κύπρο ψυγείων και συστημάτων κλιματισμού της μάρκας Frigidaire, προϊόντων των Εναγόντων. (2.) Η συμφωνία ήταν απεριόριστης διάρκειας. Θα συνεχιζόταν ενόσω οι Εναγόμενοι επιτύγχαναν τους συμφωνημένους κάθε χρόνο στόχους εισαγωγών. (3.) Η εκτέλεση της συμφωνίας από τα δύο μέρη συνεχιζόταν επωφελώς και με εύφημη μνεία από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους μέχρι το τέλος του 1999 όταν, με την παρέμβαση των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων οι οποίοι υποσχέθηκαν στους Ενάγοντες πολύ μεγαλύτερες πωλήσεις, οι Ενάγοντες εκδήλωσαν πρόθεση να πωλήσουν προϊόντα της αποκλειστικής διανομής των Εναγομένων στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους χωρίς τη διαμεσολάβηση και προσπορισμό προμήθειας από τους Εναγόμενους. (4.) Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να συγκατατεθούν και οι Ενάγοντες, κατά παράβαση της υφιστάμενης συμφωνίας, πώλησαν προϊόντα (κατ΄ισχυρισμό συνολικά 2000 συσκευές split units Frigidaire) στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους απευθείας και οι τελευταίοι διέθεσαν τα προϊόντα στην κυπριακή αγορά διαφημίζοντας τα σαν δικής τους εισαγωγής και σε τιμές χαμηλότερες των τιμών των Εναγομένων. (5.) Οι Εναγόμενοι, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν καθορίσει τους στόχους εισαγωγών τους για το έτος 2001 όπως εκλήθησαν από τους Ενάγοντες να πράξουν, κάλεσαν τους Ενάγοντες να σταματήσουν να παραβιάζουν την μεταξύ τους συμφωνία καθιστώντας τους παράλληλα υπεύθυνους για τις ζημιές που υπέστηκαν και ενδεχομένως να υφίσταντο. (6.) Εφόσον η παράβαση της συμφωνίας συνεχιζόταν από τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι, με επιστολή τους ημ. 14.9.00, τερμάτισαν τη συμφωνία τους με τους Ενάγοντες και απαίτησαν αποζημιώσεις. Η υπεράσπιση των Εναγόντων στην ανταπαίτηση των Εναγομένων συνίσταται στην άρνηση τους ότι οι Εναγόμενοι υπήρξαν αντιπρόσωποι και/ή αποκλειστικοί αντιπρόσωποι και/ή αποκλειστικοί διανομείς των εμπορευμάτων τους και ειδικότερα:
(1)Αρνούνται ότι υπήρξε συμφωνία αποκλειστικότητας στη συνεργασία τους με τους Εναγόμενους.
(2)Δέχονται ότι με επιστολή τους ημ. 21.1.00 προς τους Εναγόμενους εξεδήλωσαν την πρόθεση τους να πωλήσουν στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2000 συσκευές κλιματισμού χωρίς τη μεσολάβηση των Εναγομένων και χωρίς πληρωμή προμήθειας προς αυτούς, πλην όμως είναι η θέση τους ότι εδικαιούντο να πράξουν όπως έπραξαν. Οι Ενάγοντες αρνούνται επίσης ότι η εν λόγω ενέργεια τους συνιστούσε παράβαση οποιασδήποτε συμφωνίας με τους Εναγόμενους. Οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση υπό τύπο γενικής άρνησης στη βάση ότι δεν προέβησαν σε καμιά παράνομη επέμβαση στις οποιεσδήποτε σχέσεις, συμβατικές ή άλλες, μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων και συνεπώς δεν προκάλεσαν καμιά ζημιά στους Εναγόμενους. Ισχυρίζονται επίσης ότι καταχρηστικά και εκδικητικά κατέστησαν διάδικοι στην παρούσα αγωγή και ότι οι Εναγόμενοι ουδέν δικαιούνται εναντίον τους. Από πλευράς των Εναγομένων κατέθεσαν πέντε μάρτυρες και προσκομίστηκε αριθμός εγγράφων/τεκμηρίων. Πρόκειται για τους Αριστοτέλη Γαλατόπουλο, Άλκη Γαλατόπουλο, David Cooper, Κύπρο Πρωτοπαπά και Ανδρέα Μαυροβούνη. Για τους Ενάγοντες κατέθεσε ένας μόνο μάρτυρας ο Giovanni Nigris Cossatini και για τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους ο Κωνσταντίνος Χατζηκυριάκος. Δεν έχω πρόθεση, ούτε άλλωστε χρειάζεται για τους σκοπούς της απόφασης, να αναλύσω διεξοδικά τις μαρτυρίες. Μια σταχυολόγηση είναι αρκετή για να προσδιορίσει τη φύση και την ποιότητα τους. Θα επικεντρώσω την προσοχή μου, μετά τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, στη σύνοψη των ουσιαστικών αποσπασμάτων της μαρτυρίας και στην ανάλυση τους κάτω από το φως των ζητημάτων που αναζητούν απάντηση, ούτως ώστε να διατυπωθούν τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία θα οδηγήσουν και στην τελική απόφαση. Το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να αναλυθεί με λεπτομέρεια. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αναφορά των μαρτύρων καθώς και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων αξιολογήθηκαν πλήρως και ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην παρούσα απόφαση (Λιθογραφεία Κυριακίδη κ.ά. ν. Tiba Publishing Co. Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 1894). Με εξαίρεση κάποια θέματα δευτερεύουσας σημασίας, με τα οποία θα ασχοληθώ σε κατοπινό στάδιο, θεωρώ ότι τα βασικά επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
(1)Κατά πόσο μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων συνήφθη συμφωνία αποκλειστικής διανομής από τους Εναγόμενους προϊόντων Frigidaire των Εναγόντων στην κυπριακή αγορά και, αν ναι, ποιοι οι όροι της εν λόγω συμφωνίας, περιλαμβανομένης και της διάρκειας της.
(2)Κατά πόσο η ενέργεια των Εναγόντων να προμηθεύσουν απευθείας τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους με τα συγκεκριμένα προϊόντα συνιστούσε διάρρηξη της εν λόγω συμφωνίας ως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται.
(3)Σε περίπτωση που η απάντηση στο υπό στοιχείο
(2)πιο πάνω ερώτημα είναι θετική, κατά πόσο οι Εναγόμενοι υπέστησαν ζημιές, συνεπεία της εν λόγω διάρρηξης, και το ύψος τους.
(4)Κατά πόσο οι Εναγόμενοι μπορούν να θεωρηθούν εμπορικοί αντιπρόσωποι ώστε να δικαιούνται σε κατ΄αποκοπή αποζημίωση και/ή πληρωμή προμήθειας δυνάμει του Ν.51(Ι)/92.
(5)Κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν στοιχειοθετήσει τα αστικό αδίκημα του άρθρου 34
(1), Κεφ. 148 εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων και, αν ναι, το ύψος των αποζημιώσεων που οι πρώτοι δικαιούνται εναντίον των τελευταίων. Ο Αριστοτέλης Γαλατόπουλος, διευθυντής των Εναγομένων, κατέθεσε ότι ο ίδιος το 1992, εκπροσωπώντας τους Εναγόμενους, συνήψε προφορική συμφωνία αποκλειστικής αντιπροσωπείας και διανομής ψυγείων και κλιματιστικών της μάρκας Frigidaire στην Κύπρο με τους Ενάγοντες μέσω του David Cooper που ήταν τότε πρόεδρος των ευρωπαϊκών εργασιών των Εναγόντων. Η εν λόγω συμφωνία ήταν απεριορίστου διαρκείας εφόσον επιτυγχάνοντο οι συμφωνημένοι κάθε χρόνο στόχοι σε πωλήσεις. Αναφέρθηκε σε όλες τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η συμφωνία και στους όρους της που περιλάμβαναν την ανάληψη των υποχρεώσεων για εξυπηρέτηση πελατών (service) που είχαν οι Παυλίδης & Αραούζος, προηγούμενοι αντιπρόσωποι των προϊόντων Frigidaire και την αγορά των εξαρτημάτων και ανταλλακτικών που διατηρούσαν αυτοί σαν παρακαταθήκη. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι, εκπροσωπώντας τους Εναγόμενους, έλαβε μέρος στα συνέδρια των αντιπροσώπων των Εναγόντων για τα προϊόντα Frigidaire που έλαβαν χώρα στο Σαν Φρανσίσκο το 1995 και στην Πράγα το 1999 και στα οποία οι Εναγόμενοι έτυχαν ιδιαίτερης εύφημης μνείας και βραβεύτηκαν για την αποδοτικότητα τους. Κατέθεσε επίσης ότι έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες από πλευράς Εναγόντων για αλλαγή των όρων της συμφωνίας, έτσι ώστε η συμφωνία να γίνει μη αποκλειστική αλλά οι Εναγόμενοι τις απέρριψαν. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις αρχές του 2000, και τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, συνιστούσαν παράβαση των όρων της συμφωνίας διανομής, δηλαδή τα γεγονότα σχετικά με την προμήθεια προϊόντων Frigidaire στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους, που οδήγησαν στον τερματισμό της συμφωνίας από τους Εναγόμενους. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας επέμενε ότι οι Εναγόμενοι ήσαν αποκλειστικοί αντιπρόσωποι των Εναγόντων και ότι οι τελευταίοι τους έδωσαν 2-3 φορές κείμενα συμφωνίας, στα οποία αναφερόταν ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τη συμφωνία χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγομένων και/ή να πωλήσουν απευθείας προϊόντα Frigidaire σε άλλα πρόσωπα στην Κύπρο χωρίς την πληρωμή προμήθειας στους Εναγόμενους, τα οποία οι Εναγόμενοι απέρριπταν. Δέχθηκε ότι τα προϊόντα πωλήθηκαν στους Εν Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους χωρίς τη μεσολάβηση των Εναγομένων. Δέχθηκε επίσης ότι η επίδικη προφορική συμφωνία δεν περιείχε όρο για πληρωμή προμήθειας στους Εναγόμενους, ισχυρίστηκε όμως ότι η καταβολή προμήθειας εξυπακουόταν από αυτή καθ΄εαυτή τη φύση της συμφωνίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι Εναγόμενοι επιτύγχαναν τους στόχους που είχαν τεθεί. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι επενέβησαν στις μεταξύ των Εναγομένων και των Εναγόντων συμβατικές σχέσεις, παραδεχόμενος όμως ότι δεν γνώριζε λεπτομέρειες και αναφέροντας ότι τα σχετικά θέματα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα χειριζόταν ο Άλκης Γαλατόπουλος. Το μόνο που ανέφερε επί τούτου είναι ότι, από πληροφορίες που του έδωσε ο David Cooper, οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι επισκέπτονταν κάθε χρόνο τον χώρο έκθεσης («stand») της Frigidaire και ζητούσαν να πάρουν τη μάρκα. Ο Άλκης Γαλατόπουλος, επίσης διευθυντής των Εναγομένων, έκανε εκτενή αναφορά στο συνέδριο της Πράγας το Σεπτέμβριο του 1999 όπου αναφέρθηκε από πλευράς Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι παρουσίασαν αύξηση των πωλήσεων το
- Αναφέρθηκε στην επίσκεψη που δέχθηκε από τους εκπροσώπους των Εναγόντων, και συγκεκριμένα τους Giovanni Nigris Cossatini και David Estes, στις 30.11.99 κατά την οποία συζητήθηκαν ζητήματα της κυπριακής αγοράς. Ισχυρίστηκε ότι οι στόχοι ήταν συμφωνημένοι από τον Ιούλιο, αν και στη συνέχεια παραδέκτηκε ότι οι στόχοι συμφωνούνταν από τον Νοέμβριο, ενώ τον Ιούλιο γινόταν απλός προγραμματισμός. Την επόμενη του ζητήθηκε νέα συνάντηση στην οποία του ανέφεραν ότι ενδιαφερόταν και ο Χατζηκυριάκος (οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι) να αγοράσει προϊόντα Frigidaire και του σύστησαν να συναντηθεί με τον Χατζηκυριάκο για να συμφωνήσουν τα περαιτέρω. Κατά τη συνάντηση ο μάρτυρας πρότεινε να πωλήσει προϊόντα Frigidaire στον Χατζηκυριάκο με προμήθεια 3%, ενώ ο Χατζηκυριάκος ήθελε απλά να γίνει ανταλλαγή προϊόντων και συγκεκριμένα πρότεινε τα Aiwa. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στην πρόβλεψη για τις πωλήσεις του επόμενου χρόνου (Τεκμ.3, αρ.8) με πρόβλεψη για το έτος 2001 για US$712.000.-. Κατέθεσε επίσης επιστολή ημ. 6.9.00 σχετικά με πρόταση που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι είχαν υποβάλει στους Ενάγοντες στα πλαίσια προσπάθειας συνολικής διευθέτησης των διαφορών Εναγομένων-Εναγόντων που προέκυψαν από την πώληση προϊόντων απευθείας στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους. Με την εν λόγω πρόταση οι Εναγόμενοι εισηγούντο τη σύναψη γραπτής συμφωνίας αποκλειστικής αντιπροσωπείας των συγκεκριμένων προϊόντων των Εναγόντων από τους Εναγόμενους στην Κύπρο διαρκείας 5 ετών (Τεκμ. 3, αρ. 10). Οι Ενάγοντες αντιπρότειναν συμφωνία υπό όρους διάρκειας όμως 2 ετών (Τεκμ. 3 αρ. 11). Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι, κατά τον τελευταίο χρόνο, οι Εναγόμενοι είχαν μεικτό κέρδος ΛΚ52.000.-, δηλαδή 22% στις πωλήσεις και έκανε αναφορά σε επενδύσεις των Εναγομένων και σε έξοδα διαφήμισης χωρίς όμως οποιαδήποτε παραπομπή σε συγκεκριμένα στοιχεία. Είπε επίσης ότι κατά τη συζήτηση για την απευθείας πώληση στον Χατζηκυριάκο, δεν έγινε οποιαδήποτε μνεία σε σχέση με το ποιος θα αναλάμβανε την παροχή εξυπηρέτησης και εξαρτημάτων στους αγοραστές εμπορευμάτων από τον Χατζηκυριάκο. Σε αντίθεση με τον πατέρα του Αριστοτέλη Γαλατόπουλο, είπε ότι, οι προβλέψεις που στέλλονταν το καλοκαίρι δεν ήταν οι στόχοι, αλλά προβλέψεις για σκοπούς παραγωγής και οι στόχοι καθορίζονταν στις συναντήσεις του Νοεμβρίου. Αρνήθηκε ότι τον Νοέμβριο 1999 είπε στον Cossatini να αναμένει αύξηση των αγορών κατά 5% μόνο. Του υποβλήθηκε ότι αν δεν τερμάτιζε τη συμφωνία και έπαιρνε δύο έτη αποκλειστικότητα, θα απέφευγε τον ανταγωνισμό με τον Χατζηκυριάκο, θα απόσβενε την επένδυση και θα είχε μεγάλο περιθώριο να βρει άλλους προμηθευτές. Ισχυρίστηκε ότι δύο έτη ήταν λίγα. Όμως παραδέκτηκε ότι βρήκε άλλη μάρκα προϊόντων 14 μήνες μετά. Δεν ήταν σε θέση να καθορίσει το καθαρό κέρδος των Εναγομένων από την εμπορία των προϊόντων Frigidaire καθόρισε όμως το συνολικό καθαρό κέρδος της εταιρείας για το 1999 σε ΛΚ5.000.-. Τρίτος μάρτυρας των Εναγομένων ήταν ο David Cooper, πρώην πρόεδρος των ευρωπαϊκών εργασιών των Εναγόντων. Είπε ότι το 1992 συναντήθηκε με τον Αριστοτέλη Γαλατόπουλο με σκοπό τη σύναψη συμφωνίας διανομής μαζί με τους Εναγόμενους, επειδή οι Ενάγοντες δεν ήταν ευχαριστημένοι με τους προηγούμενους διανομείς. Ισχυρίστηκε πως εξήγησε προφορικά ότι οι Ενάγοντες δεν θα πωλούσαν προϊόντα Frigidaire σε άλλους διανομείς στην Κύπρο αν οι Εναγόμενοι επιτύγχαναν τους στόχους τους και πλήρωναν έγκαιρα τα τιμολόγια. Όταν τους πλησίαζαν άλλοι ενδιαφερόμενοι διανομείς, οι Ενάγοντες δεν τους πωλούσαν προϊόντα Frigidaire. Αν κάποιοι τρίτοι τους πρότειναν ένα καλό όγκο αγορών οι Ενάγοντες θα τους παρέπεμπαν στον διανομέα και θα συμφωνούσε το ποσοστό προμήθειας του και την εξυπηρέτηση από τον διανομέα (δηλαδή τους Εναγόμενους). Οι Ενάγοντες έθεταν στόχους που επιτυγχάνονταν από τους Εναγόμενους. Ανέφερε ότι υπέβαλε στους Εναγόμενους γραπτό κείμενο συμφωνίας και αυτοί δεν υπέγραψαν. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι οι Εναγόμενοι ήταν διανομείς και όχι αντιπρόσωποι, ότι η γραπτή συμφωνία που τους υποβλήθηκε ήταν στερεότυπη και ότι η προφορική συμφωνία του 1992 βασικά αντιστοιχούσε με τους όρους του γραπτού κειμένου. Δέκτηκε όμως ότι το γραπτό κείμενο περιείχε όρο μη αποκλειστικότητας. Ισχυρίστηκε ότι έδωσε στους Εναγόμενους το πρώτο κείμενο, τον ίδιο χρόνο (το 1992) και μάλιστα είπε ότι ήταν πιθανό να τους το έδωσε αμέσως και να άσκησε πίεση για την υπογραφή του έξι μήνες μετά. Ουδέποτε τους είπε να αγνοήσουν το κείμενο. Είπε ότι η συμφωνία δεν προέβλεπε την πληρωμή προμήθειας στον διανομέα αν οι Ενάγοντες πωλούσαν σε τρίτο και δεν θυμόταν να υποσχέθηκε κάτι τέτοιο. Δεν συζήτησε ποτέ με τους Εναγόμενους τι θα γινόταν αν οι Ενάγοντες πωλούσαν σε τρίτο. Σε ερώτηση τι θα γινόταν, αν κάποιος είχε τη δυνατότητα να αγοράζει περισσότερα προϊόντα από όσα συνήθιζε να αγοράζει ο διανομέας, απάντησε ότι πρώτα θα ρωτούσαν τον διανομέα αν μπορεί να κάνει την αγορά ο ίδιος και αν δεν μπορούσε θα τερμάτιζαν τη συμφωνία μετά από προειδοποίηση. Ο Κύπρος Πρωτοπαπάς ελεγκτής των Εναγομένων παρουσίασε τα ακόλουθα στοιχεία για το μεικτό κέρδος των Εναγομένων κατά τα έτη 1998-
- 1998 1999 2000 2001 £ £ £ £ Πωλήσεις 182.549 237.009 277.715 40.680 Κόστος πωλήσεων -134.365 -180.546 -226.552 -34.914 Μεικτόν κέρδος 48.184 56.463 51.163 5.766 % μεικτού κέρδους επί του κόστους πωλήσεων 35,86 31,27 22,58 16,51 Αφαίρεσε μόνο το κόστος αγοράς και τα άμεσα έξοδα μέχρι την αποθήκη, αλλά δεν αφαίρεσε μισθολόγιο, έξοδα λειτουργίας, ΑΗΚ, ενοίκιο και άλλα, γιατί αυτές ήταν οι οδηγίες του. Δεν ήταν σε θέση να καθορίσει το καθαρό κέρδος των Εναγομένων από τις πωλήσεις προϊόντων Frigidaire. Ο Ανδρέας Μαυροβουνιώτης, μεταπωλητής ηλεκτρικών συσκευών έδωσε μαρτυρία ότι το 2000 αγόρασε προϊόντα Frigidaire από τον Χατζηκυριάκο αντί από τους Εναγόμενους. Τελικά δεν ήταν σίγουρος και είπε ότι αυτό ίσως να συνέβηκε το
- Σε ερώτηση αν οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι πωλούσαν προϊόντα Frigidaire κάτω του κόστους περιορίστηκε να απαντήσει ότι ήταν ευχαριστημένος από τις τιμές. Ο μόνος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο Giovanni Nigris Cossatini. Ανέφερε ότι έγινε υπεύθυνος για την Κύπρο τον Ιούλιο 1998 που προσελήφθηκε στην Electrolux αλλά μόνο για τα προϊόντα Philco. Από τον Ιούνιο 1999 έγινε υπεύθυνος για όλες τις μάρκες, περιλαμβανομένης και της Frigidaire. Εξήγησε ότι η πολιτική των Εναγόντων είναι όπως οι διανομείς έχουν γραπτό συμβόλαιο. Είπε ότι στόχος των Εναγόντων είναι να έχουν όλοι οι διανομείς ένα γραπτό συμβόλαιο - δεν είχαν όμως όλοι. Ανέφερε επίσης ότι τα συμβόλαια περιέχουν όρο μη αποκλειστικότητας. Κάθε χρόνο τίθενται στόχοι αγορών για τον επόμενο χρόνο που επισυνάπτονται στο υφιστάμενο συμβόλαιο. Υπάρχει πρόνοια ότι οι Ενάγοντες μπορούν να πωλούν απευθείας σε τρίτους. Οι Εναγόμενοι αγόραζαν τακτικά προϊόντα Frigidaire. Ήταν πελάτες/ διανομείς των Εναγόντων. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι είτε χρησιμοποιήσει την λέξη πελάτης, είτε τη λέξη διανομέας, σημαίνει το ίδιο πράγμα. Από το φάκελο των Εναγόντων προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι δεν υπέγραψαν συμβόλαιο. Τόνισε επανειλημμένα ότι οι Ενάγοντες δεν θεωρούσαν τους Εναγόμενους αποκλειστικούς διανομείς τους για την Κύπρο. Είπε επίσης ότι γινόταν συζήτηση για τις αγορές του επόμενου χρόνου για σκοπούς προγραμματισμού. Δεν θεωρούνταν στόχοι, αφού δεν υπήρχε συμφωνία και σε περίπτωση μη τήρησης δεν υπήρχε συμφωνία για να τερματιστεί. Όταν πρόκειται για κανονικούς διανομείς, ο στόχος για κάθε επόμενη χρονιά, είναι υψηλότερος από τον στόχο της προηγούμενης. Είπε ότι από το 1996-1998 υπήρχε πτώση στις πωλήσεις, ενώ μεταξύ 1998-1999 αύξηση, έτσι αν υπήρχαν στόχοι, αφού κάθε χρόνο ετίθεντο υψηλότεροι, μεταξύ των ετών 96-98 δεν επιτεύχθηκαν. Ανέφερε ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι ήταν αντιπρόσωποι των Εναγόντων και ουδέποτε πληρώθηκαν προμήθεια. Ήταν η θέση του πως οι Ενάγοντες δεν ήταν ευχαριστημένοι με το μερίδιο της Frigidaire στην Κύπρο, πάντα πίστευαν ότι υπήρχαν μεγαλύτερες δυνατότητες. Ανέφερε επίσης ότι στη συνάντηση με τον Άλκη Γαλατόπουλο τον Νοέμβριο 1999, ο τελευταίος του είπε ότι θα επιτύγχανε αύξηση κατά 5% των αγορών του προηγούμενου χρόνου και δεν μπορούσε να επιτύχει τίποτε καλύτερο από αυτό. Είπε ότι στη συνάντηση με τον Χατζηκυριάκο οι Ενάγοντες έλαβαν προσφορά για ένα μεγάλο αριθμό κλιματιστικών. Θεωρώντας ότι επρόκειτο για μεγάλη ευκαιρία, αυτός και ο Estes κάλεσαν τους Εναγόμενους να συνεργαστούν με τον Χατζηκυριάκο. Οι Εναγόμενοι όμως, επειδή ασχολούνταν κυρίως με το χονδρικό εμπόριο, ενώ ο Χατζηκυριάκος με το λιανικό, αδυνατούσαν να προχωρήσουν σε τέτοια συνεργασία. Τότε προσέφεραν στους Εναγόμενους την επιλογή να αγοράσουν αυτοί την ποσότητα εκείνη, αλλά αυτοί απάντησαν αρνητικά, δηλώνοντας αδυναμία να το πράξουν. Οι Εναγόμενοι ήθελαν προμήθεια και ο κ. Cossatini τους εξήγησε ότι δεν δικαιούντο. Ο Χατζηκυριάκος δεν ενίστατο να συνεργαστεί με τους Εναγόμενους αλλά οι τελευταίοι δεν δέχονταν. Εξήγησε ότι, όπως προκύπτει και από την επιστολή του Estes ημ. 6.9.00 (Τεκμ.3, αρ.11), οι Ενάγοντες ήταν πρόθυμοι να συνάψουν συμφωνία αποκλειστικής αντιπροσωπείας με τους Εναγόμενους για δύο έτη υπό όρους, αλλά οι Εναγόμενοι προτίμησαν να τερματίσουν την υφιστάμενη συνεργασία. Σε ερώτηση γιατί δεν έπαυσαν τους Εναγόμενους, αφού δεν δέχονταν τον όρο της μη αποκλειστικότητας, απάντησε ότι δεν υπήρχε κάτι να τερματιστεί και ότι ενόσω οι Εναγόμενοι παράγγελλαν προϊόντα Frigidaire οι Ενάγοντες τους πωλούσαν. Είπε πως το γεγονός ότι τα αποτελέσματα του 1999 ήταν ικανοποιητικά αν συγκρίνονταν με το 1998, δεν σημαίνει ότι οι Ενάγοντες ήσαν γενικά ευχαριστημένοι. Πίστευαν ότι υπήρχαν μεγαλύτερες προοπτικές. Ανέφερε πως η σκέψη για πώληση προϊόντων Frigidaire στον Χατζηκυριάκο έγινε όταν ξεκαθάρισε ότι οι Εναγόμενοι δεν μπορούσαν να επιτύχουν τις πλήρεις δυνατότητες του προϊόντος. Οι Ενάγοντες δεν ήθελαν να τερματίσουν τη συνεργασία με τους Εναγόμενους. Τους ενθάρρυναν να συνεργαστούν με τον Χατζηκυριάκο για την καλύτερη εμπορική προώθηση των προϊόντων Frigidaire. Σε ό,τι αφορά τη συνάντηση με τον Χατζηκυριάκο διευκρίνισε ότι οι Ενάγοντες έκαναν ερωτήσεις σε σχέση με τις δυνατότητες της κυπριακής αγοράς κι΄αυτός τους απαντούσε. Του εξήγησαν ότι δεν θα οφειλόταν προμήθεια στους Εναγόμενους γιατί δεν είχαν προσφέρει οποιαδήποτε διαμεσολάβηση. Επανέλαβε ακόμα ότι δεν υπήρχε πρόθεση αντικατάστασης των Εναγόμενων με τον Χατζηκυριάκο και ότι αντίθετα τους ενθάρρυναν να συναντηθούν για να συντονίσουν τις δραστηριότητες τους. Σε ό,τι αφορά τις παραγγελίες των Εναγομένων για το έτος 2000 εξήγησε ότι δεν ανέμεναν άλλες παραγγελίες για το 2000 γιατί τα κλιματιστικά παραγγέλλονταν πριν τον Ιούλιο, έτσι δεν δέκτηκε ότι οι παραγγελίες για το 2000 θα ήταν μεγαλύτερες αν συνεχιζόταν η συνεργασία. Ο Κωνσταντίνος Χατζηκυριάκος, διευθυντής των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων, εξήγησε ότι σε συνάντηση με εκπροσώπους των Εναγόντων ανέφερε ότι η κυπριακή αγορά είχε μεγαλύτερες δυνατότητες απορρόφησης των προϊόντων Frigidaire. Όταν τον ρώτησαν κατά πόσο θα ενδιαφερόταν να πωλεί τα Frigidaire μέσω των πολλών λιανικών καταστημάτων, ενώ παράλληλα οι Ενάγοντες να συνέχιζαν να πωλούν στους Εναγόμενους έτσι ώστε αυτοί να πωλούν χονδρικώς, ήταν θετικός. Στη συνάντηση με τον Γαλατόπουλο, αυτός το μόνο που συζητούσε, ήταν η είσπραξη προμήθειας. Ο Cossatini του είπε (του Χατζηκυριάκου) να προχωρήσει με την παραγγελία του. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι η συμφωνία των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων που συνήψαν με τους Ενάγοντες, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας από τους Εναγόμενους, περιείχε όρο μη αποκλειστικότητας (Τεκμ. 15, όρος 3[c]). Ανέφερε επίσης ότι η πρόταση στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους για την προμήθεια και εμπορία προϊόντων Frigidaire προήλθε εξ ολοκλήρου με πρωτοβουλία των Εναγόντων και ειδικότερα των Estes και Cossatini. Η πιο πάνω πρόταση προέκυψε μετά από συζήτηση για τις προοπτικές της μάρκας Frigidaire στην κυπριακή αγορά, η οποία έγινε στα πλαίσια μιας προγραμματισμένης και καθορισμένης από καιρό συνάντησης που είχαν. Είπε ότι οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι δεν γνώριζαν για την ακριβή φύση της συνεργασίας των Εναγομένων με τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες όμως τους διαβεβαίωσαν ότι η όποια συμφωνία μεταξύ των και των Εναγομένων, η οποία ήταν προφορική, δεν περιείχε όρο αποκλειστικότητας. Ανέφερε ότι οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι ουδέποτε πώλησαν προϊόντα Frigidaire σε τιμή κάτω του κόστους, και παρέπεμψε σε στοιχεία τα οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκαν (Τεκμ.18 και 19). Τέλος, ανέφερε ότι ουδέποτε ήταν η θέση ή η πρόθεση των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων να επέμβουν ή ότι ποτέ επενέβησαν με οποιοδήποτε τρόπο στις συμβατικές ή άλλες σχέσεις μεταξύ των Εναγομένων και των Εναγόντων. Αντίθετα οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι δέχθηκαν την πρόταση των Εναγόντων και την εξήγηση τους ότι δεν υπήρχε πρόβλημα με τους Εναγόμενους και ότι ήταν προς όφελος και των δύο, δηλαδή των Εναγομένων και των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων, η συνύπαρξη και συνεργασία τους στην κυπριακή αγορά. Αυτή είναι συνοπτικά η προφορική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. Αυτό που προκύπτει από τα δικόγραφα και την ενώπιον μου μαρτυρία είναι πως ένα μεγάλο μέρος των γεγονότων είτε είναι παραδεκτό είτε δεν αμφισβητείται. Συνοψίζω τα εν λόγω γεγονότα αναφορικά με τα οποία και διατυπώνω ανάλογα ευρήματα. Οι Ενάγοντες, εμπορική εταιρεία εγγεγραμμένη στις ΗΠΑ, και οι Εναγόμενοι, εμπορική εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, συνεργάζοντο εμπορικά κατά τη διάρκεια της περιόδου 1992-
- Στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας οι Ενάγοντες πωλούσαν στους Εναγόμενους προϊόντα τους, και ειδικότερα ψυγεία και κλιματιστικά γνωστά ως Frigidaire, τα οποία με τη σειρά τους οι Εναγόμενοι εμπορεύοντο χονδρικά στην κυπριακή αγορά. Οι Εναγόμενοι δεν εισήγαγαν τα συγκεκριμένα προϊόντα Frigidaire στο όνομα των Εναγόντων με σκοπό να τα πωλήσουν και να αποστείλουν στους Ενάγοντες το προϊόν πώλησης και οι ίδιοι να λάβουν προμήθεια. Ούτε και στα 8 χρόνια της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων οι τελευταίοι μεσολάβησαν για να επιτευχθεί πώληση σε τρίτο πρόσωπο στην Κύπρο. Το έτος 2000 οι Ενάγοντες προμήθευσαν απευθείας τους εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους, επίσης κυπριακή εταιρεία, με μεγάλη ποσότητα συσκευών κλιματισμού και ψυγείων της μάρκας Frigidaire. Το εν λόγω γεγονός προκάλεσε την αντίδραση των Εναγομένων οι οποίοι, επικαλούμενοι την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας αποκλειστικότητας, απαιτούσαν την καταβολή σε αυτούς προμήθειας καθώς επίσης όπως οι Ενάγοντες παύσουν να προμηθεύουν απευθείας τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους με προϊόντα του συγκεκριμένου τύπου. Με επιστολή τους ημερ. 6.9.00 (Τεκμ.3, αρ. 11) οι Ενάγοντες πρότειναν στους Εναγόμενους να υπογράψουν διετή συμφωνία αποκλειστικής διανομής των συγκεκριμένων προϊόντων Frigidaire, αλλά οι Εναγόμενοι απέρριψαν αυτή την πρόταση. Προ της άρνησης των Εναγόντων να συμμορφωθούν οι Εναγόμενοι, με επιστολή τους ημερ. 14.9.00 προς τους Ενάγοντες, τερμάτισαν την κατ΄ισχυρισμό προφορική συμφωνία και, κατ΄επέκταση, την μεταξύ τους εμπορική συνεργασία. Οι εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις επιβάλλουν την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Προτού όμως πράξω τούτο θα προχωρήσω στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο οι Εναγόμενοι μπορούν να θεωρηθούν εμπορικοί αντιπρόσωποι δυνάμει του άρθρου 2 του Ν.51(Ι)/
- Το εν λόγω άρθρο προβλέπει τα ακόλουθα: « . «εμπορικός αντιπρόσωπος» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στη συνέχεια «αντιπροσωπευόμενος», την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.» Είναι φανερό πως η συγκεκριμένη αξίωση των Εναγομένων δεν μπορεί να επιτύχει, καθότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι Εναγόμενοι δεν εισήγαγαν τα συγκεκριμένα προϊόντα Frigidaire στο όνομα των Εναγόντων με σκοπό να τα πωλήσουν και να αποστείλουν στους Ενάγοντες το προϊόν της πώλησης και μεταγενέστερα να λάβουν την προμήθεια τους ως αντιπρόσωποι, ως προνοεί το άρθρο 2 του Νόμου. Αντίθετα, στα οκτώ χρόνια συνεργασίας ουδέποτε μεσολάβησαν για να επιτευχθεί πώληση σε τρίτο πρόσωπο ώστε να τεθεί ζήτημα προμήθειας και να συζητηθεί και το σχετικό ποσοστό. Συνεπώς, η αξίωση για κατ΄αποκοπή αποζημίωση είναι απορριπτέα χωρίς άλλο. Εξίσου απορριπτέα είναι και η αξίωση για πληρωμή προμήθειας, αφού, όπως προανέφερα, οι Εναγόμενοι δεν ήταν εμπορικοί αντιπρόσωποι δυνάμει του Ν.51(Ι)/
- Αλλά ούτε και αντιπρόσωποι δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 θα μπορούσαν να θεωρηθούν γιατί είναι αδιαμφισβήτητο ότι η συναλλαγή των Εναγόντων με τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους δεν συνήφθη με δική τους διαμεσολάβηση, αντίθετα οι Εναγόμενοι έκαναν ότι μπορούσαν για να την αποτρέψουν. Εξάλλου, αντίθετα με τον ισχυρισμό ο οποίος προβάλλεται στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ότι, δηλαδή, η προφορική συμφωνία περιείχε όρο για την πληρωμή προμήθειας στους Εναγόμενους σε περίπτωση μεσολάβησης τους, ο Αρ. Γαλατόπουλος κατέθεσε ότι οι Εναγόμενοι δεν προήλθαν σε καμιά συμφωνία ή συνεννόηση με τους Ενάγοντες για την παροχή προμήθειας στους Εναγόμενους σε περίπτωση που οι Ενάγοντες προέβαιναν σε απευθείας πώληση προϊόντων Frigidaire σε τρίτους στην Κύπρο. Το πιο κάτω απόσπασμα από τη μαρτυρία του στην αντεξέταση προσδιορίζει τη βάση της αξίωσης του για προμήθεια: «Ε. Η προφορική συμφωνία δεν περιείχε οποιοδήποτε όρο για πληρωμή προμήθειας σε περίπτωση μεσολάβησης σας. Α. Μάλιστα. Ε. Δηλαδή στο παρελθόν έγινε οποιαδήποτε πώληση με προμήθεια; Α. Όχι, αλλά είναι φυσικό όταν είσαι αποκλειστικός αντιπρόσωπος δεν δικαιούται ο προμηθευτής να πωλήσει σε άλλον εκτός αν συμφωνήσει μαζί σου να σου καταβάλει κάποια προμήθεια. Το θέμα της προμήθειας δεν συζητήθηκε προηγουμένως γιατί δεν τέθηκε θέμα για να συζητήσουμε κάτι τέτοιο.» Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία του Αρ. Γαλατόπουλου είναι ότι μοναδικό έρεισμα για την απαίτηση των Εναγομένων για προμήθεια αποτέλεσε η προσδοκία τους για την πληρωμή κάποιας προμήθειας σε περίπτωση που οι Ενάγοντες πωλούσαν απευθείας προϊόντα Frigidaire σε τρίτους στην Κύπρο. Το αναντίλεκτο συμπέρασμα από τη μαρτυρία του Αρ. Γαλατόπουλου είναι ότι δεν υπήρχε καμιά ρητή συμφωνία μεταξύ των Εναγομένων και των Εναγόντων ή των προκατόχων τους ότι οι Εναγόμενοι θα δικαιούντο σε προμήθεια στην περίπτωση απευθείας πώλησης σε τρίτους, ούτε ότι οποιοσδήποτε αξιωματούχος των Εναγόντων έδωσε στους Εναγόμενους τέτοια εντύπωση. Υπό το φως των πιο πάνω η ανταπαίτηση των Εναγομένων ως η παράγραφος 29(Γ) της Ανταπαίτησης είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα να αξιολογήσω την ενώπιον μου μαρτυρία επί των αμφισβητούμενων θεμάτων. H αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (βλ. C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τις γνώσεις του μάρτυρα για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων σύμφωνα με τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές. Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Eίχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή τόσο τους μάρτυρες των Εναγομένων όσο και των Εναγόντων και των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Εξέτασα τη μαρτυρία τους με ιδιαίτερη προσοχή συγκρίνοντας, συσχετίζοντας, αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τους ισχυρισμούς τους και με τις θέσεις των διαδίκων όπως αυτές προβάλλονται στις έγγραφες προτάσεις, που είναι και η βάση πάνω στην οποία πρέπει να εκδικάζεται μια υπόθεση και να εξετάζεται η μαρτυρία. Επίσης έχω λάβει υπόψη μου και τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Με την ίδια προσοχή διεξήλθα το σύνολο των εγγράφων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια. Παρατηρώ τα πιο κάτω. Η θέση των Εναγομένων ότι η μεταξύ τους και των Εναγόντων εμπορική συνεργασία διεξαγόταν στη βάση προφορικής συμφωνίας η οποία συνήφθη το 1992 με βάση τους όρους της οποίας οι Εναγόμενοι υπείχαν τη θέση αποκλειστικών αντιπροσώπων των συγκεκριμένων προϊόντων των Εναγόντων στην Κύπρο απορρίπτεται από τους Ενάγοντες. Στην πραγματικότητα η θέση των Εναγόντων επί της συγκεκριμένης πτυχής της υπόθεσης, όπως η εν λόγω θέση προβάλλει μέσα από τη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα που έχουν καλέσει ήτοι του Cossatini, είναι πως το εμπορικό καθεστώς των Εναγομένων δεν εκφεύγει από αυτό του απλού πελάτη/αγοραστή. Όπως έχω ήδη αναφέρει διεξήλθα την ενώπιον μου μαρτυρία με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή και παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν. Ήταν φανερή η προσπάθεια του μάρτυρα των Εναγόντων Cossatini να παραπλανήσει, επί του συγκεκριμένου επίδικου θέματος, το Δικαστήριο. Ενώ από τη μια προβάλλει και υποστηρίζει πως μεταξύ των δύο δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία από την άλλη δέχεται ότι οι Ενάγοντες, προτού προμηθεύσουν τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους με προϊόντα Frigidaire, επεδίωξαν να συναντήσουν και συνάντησαν τους Εναγόμενους τους οποίους και ενημέρωσαν ανάλογα για την πρόθεση τους να συνεργαστούν απευθείας με τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους παρέχοντας μάλιστα στους Εναγόμενους την επιλογή να συνεργαστούν απευθείας με τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους ή ακόμα και να αγοράσουν οι ίδιοι τη συγκεκριμένη ποσότητα των προϊόντων. Επίσης δέχθηκε ότι τον Νοέμβριο, 1999, σε συνάντηση του με τον εκπρόσωπο των Εναγομένων Άλκη Γαλατόπουλο συζήτησε μαζί του τρόπους επίτευξης από τους Εναγόμενους των στόχων που έθεταν οι Ενάγοντες. Αν πράγματι το καθεστώς που διείπε την εμπορική συνεργασία Εναγόντων/Εναγομένων κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου ήταν αυτό που ο μάρτυρας των Εναγόντων ισχυρίζεται, τότε το τελευταίο πράγμα που ένας θα ανέμενε τους Ενάγοντες να πράξουν ήταν να εμπλέξουν τους Εναγόμενους στη συγκεκριμένη εμπορική δοσοληψία με τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους και πολύ περισσότερο να δίδουν στους Εναγόμενους επιλογές και να συζητούν μαζί τους στόχους των μεταξύ τους εμπορικών συναλλαγών. Δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία στο μυαλό μου ότι η εμπορική συνεργασία Εναγόντων-Εναγομένων, καθ΄όλη την περίοδο που διήρκεσε διεξαγόταν στη βάση προφορικής συμφωνίας η οποία συνήφθη το 1992 και τερματίστηκε από τους Εναγόμενους με την επιστολή τους ημερ. 14.9.00. Επί τούτου διατυπώνω ανάλογο εύρημα. Έχοντας καταλήξει στο πιο πάνω εύρημα προχωρώ τώρα να εξετάσω ποιοι ήταν οι όροι της εν λόγω προφορικής συμφωνίας. Το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σκοπό έχει την εισαγωγή στο Νόμο μας του Κανόνα του Κοινοδικαίου, ότι μόνο συμφωνίες οι όροι των οποίων είναι βέβαιοι έχουν νομική ισχύ. Τα στοιχεία μιας νομικά δεσμευτικής συμφωνίας αναφέρονται στην υπόθεση Horrocks v. Forray
(1976)1 All E.R. 737, που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Saab and Αnother v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499, στη σελ. 514, και είναι τα ακόλουθα: «(α) Η σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων του συμβολαίου. Οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης πρέπει να είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση δημιουργίας νομικής δέσμευσης των συμβαλλομένων μερών, και (δ) Πρέπει να υπάρχει αντάλλαγμα που να πηγάζει από την υπόσχεση.» Το κύριο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η προφορική συμφωνία στη βάση της οποίας διεξαγόταν η εμπορική συνεργασία των δύο πλευρών είναι νομικά δεσμευτική. Η βεβαιότητα ως προς τους βασικούς όρους της σύμβασης αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση δεσμευτικής συμφωνίας. Το κριτήριο για τον προσδιορισμό των όρων της συμφωνίας καθορίστηκε στην υπόθεση Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499, στη σελ. 514 ως ακολούθως: «Whether someone genuinely seeking to discover its meaning, is able to do so.» Στη μεταγενέστερη απόφαση Alpan Furnishings v. Δημάδη
(1989)1(E) ΑΑΔ 170, στη σελ. 176 αναφέρονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: «. Είναι αξίωμα του δικαίου των συμβάσεων ότι οι όροι της σύμβασης καθορίζονται από τους συμβαλλόμενους, αρχή η οποία πηγάζει από την ελευθερία του συμβάλλεσθαι που στην Κύπρο κατοχυρώνεται και συνταγματικά από το άρθρο 26 του Συντάγματος. Δεν είναι ευθύνη ή έργο του δικαστηρίου η συμπλήρωση ατελούς σύμβασης. Οι όροι της σύμβασης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια ώστε το περιεχόμενο να μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα .» Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο τρίτος, ο οποίος ειλικρινά αναζητεί να προσδιορίσει το περιεχόμενο της συμφωνίας, είναι σε θέση να το πράξει. Οι ουσιώδεις όροι της συγκεκριμένης συμφωνίας εξαρτώνται από το αντικείμενο και το περιεχόμενο της. Η ερμηνεία των όρων της σύμβασης είναι νομικό θέμα και αποτελεί αποκλειστικά έργο του Δικαστηρίου. Η ερμηνεία της συμφωνίας έχει ως αφετηρία το πλαίσιο της σύμβασης και οδηγό την πρόθεση των μερών, όπως προκύπτει από το κείμενό της. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ τα πιο κάτω. Η μαρτυρία των Εναγομένων, κρινόμενη στο σύνολο της, χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, αοριστία και έλλειψη πραγματικής τεκμηρίωσης και, κατ΄επέκταση, συνιστά ανασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων/ συμπερασμάτων. Το μόνο που μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα, εξάλλου επ΄αυτού έχω καταλήξει σε εύρημα, είναι ότι υπήρχε κάποια προφορική συμφωνία για συνεργασία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων για τη διάθεση των συγκεκριμένων προϊόντων Frigidaire στην Κύπρο. Ουσιαστικά όμως καμιά μαρτυρία δεν υπάρχει ως προς τους ακριβείς όρους της εν λόγω συμφωνίας/συνεργασίας. Αναφορικά με την εικόνα που αναδύεται μέσα από τη μαρτυρία των Εναγομένων ενδεικτικά παρατηρώ τα πιο κάτω. Η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων είναι ότι ήσαν αποκλειστικοί διανομείς των συγκεκριμένων προϊόντων Frigidaire των Εναγόντων στην Κύπρο. Τη θέση αυτή οι Εναγόμενοι προσπάθησαν να προωθήσουν στο Δικαστήριο κυρίως δια των μαρτύρων τους Αριστοτέλη Γαλατόπουλου και David Cooper. Ο Αριστοτέλης Γαλατόπουλος υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες του υποσχέθηκαν αποκλειστικότητα, νοουμένου ότι θα επιτύγχανε τους στόχους που θα καθορίζονταν. Παρόλο ότι στην κυρίως εξέταση ο μάρτυρας των Εναγομένων David Cooper ανέφερε πως όντως υποσχέθηκε ότι αν οι Εναγόμενοι επιτύγχαναν τους στόχους οι Ενάγοντες δεν θα πωλούσαν προϊόντα Frigidaire σε τρίτους στην Κύπρο, στην αντεξέταση παραδέκτηκε τα ακόλουθα: (α) Η γραπτή συμφωνία διανομής που είχαν οι Ενάγοντες τότε με τους διανομείς τους ήταν συμφωνία μη αποκλειστικότητας. (β) Τη συμφωνία αυτή την έδωσε στον Αριστοτέλη Γαλατόπουλο σχεδόν αμέσως, δηλαδή εντός του πρώτου εξαμήνου της συνεργασίας και του είπε ότι αυτοί είναι οι όροι της συνεργασίας. Παράλληλα του είπε ότι στην πρακτική, αν οι στόχοι επιτυγχάνονταν η εταιρεία αφήνει τον διανομέα να πωλεί χωρίς ανταγωνισμό. (γ) Στη συνέχεια ο David Cooper κάλεσε πολλές φορές τον Αρ. Γαλατόπουλο να υπογράψει γραπτό κείμενο συμφωνίας με όρο μη αποκλειστικότητας χωρίς αποτέλεσμα. (δ) Αν ο David Cooper αντιλαμβανόταν σε κάποιο στάδιο ότι κάποιος άλλος εμπορευόμενος μπορούσε να επιτύχει καλύτερα αποτελέσματα, ήταν δικαίωμα των Εναγόντων να καλέσουν τον διανομέα να επιτύχει αυτός τα αυξημένα αποτελέσματα και αν δεν τα επιτύγχανε να τερματίσουν την προφορική συμφωνία με την παροχή εύλογης προειδοποίησης. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων είναι ότι ήταν αποκλειστικοί διανομείς των Εναγόντων. Όμως (α) ο μάρτυρας τους David Cooper επιβεβαίωσε ότι τους έδωσε από τα αρχικά στάδια το γραπτό κείμενο που ξεκαθάριζε ότι η συμφωνία δεν ήταν αποκλειστική, (β) οκτώ έτη μετά οι διάδικοι αλληλογραφούσαν και διαφωνούσαν μεταξύ τους ως προς το κατά πόσο οι Εναγόμενοι ήταν αποκλειστικοί διανομείς των Εναγόντων ή όχι και (γ) οι Εναγόμενοι παραδέχθηκαν δια των μαρτύρων τους Αριστοτέλη και Άλκη Γαλατόπουλου πως οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να πωλήσουν προϊόντα Frigidaire στην Κύπρο σε τρίτους αλλά σε τέτοια περίπτωση οι Εναγόμενοι θα δικαιούνταν σε προμήθεια. Η πιο πάνω μαρτυρία συσκοτίζει παρά να διαφωτίζει τα επίδικα θέματα και ειδικότερα το υπό στοιχείο
(1)ανωτέρω θεμελιακό επίδικο θέμα. Όπως έχω ήδη αναφέρει σε πολιτικές αγωγές ή υποθέσεις αστικής φύσεως, όπως και η υπό κρίση υπόθεση, εναπόκειται στον διάδικο που φέρει το βάρος της απόδειξης, στην προκειμένη περίπτωση τους Εναγόμενους, να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι όχι μόνο αξιόπιστη αλλά και σαφής η οποία να περιλαμβάνει γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να διατυπώσει ασφαλή ευρήματα αναφορικά με όλα τα επίδικα θέματα. Μαρτυρία που υστερεί είτε στον τομέα της αξιοπιστίας είτε στον τομέα της σαφήνειας είναι ανεπαρκής για να αποσείσει το εν λόγω βάρος απόδειξης. Με βάση τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω δεν δύναμαι να διατυπώσω ευρήματα ως προς τους ακριβείς όρους της εν λόγω προφορικής συμφωνίας. Επομένως οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν ότι, δυνάμει της προαναφερθείσας προφορικής συμφωνίας, ήσαν οι αποκλειστικοί διανομείς των συγκεκριμένων προϊόντων των Εναγόντων στην κυπριακή αγορά και συνεπακόλουθα απέτυχαν να αποδείξουν ότι η απευθείας πώληση των εν λόγω προϊόντων στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους αποτελούσε διάρρηξη της εν λόγω προφορικής συμφωνίας. Υπό το φως των πιο πάνω η ανταπαίτηση των Εναγομένων εναντίον των Εναγόντων ως η παράγραφος 29(Α) και (Β) της Ανταπαίτησης είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Η πιο πάνω κατάληξη μου σφραγίζει και τη μοίρα της αξίωσης των Εναγομένων εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων η οποία και θα πρέπει να απορριφθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω, ακολουθώντας την πάγια πρακτική, το ζήτημα της απόδειξης του ύψους των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς τις αρχές οι οποίες διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, λόγω της διάρρηξης της σύμβασης, γενικά. Το Άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 ορίζει ότι, πρόσωπο το οποίο αποκηρύττει τη σύμβαση (υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση), δικαιούται σε αποζημίωση για ζημία, την οποία υπέστη λόγω της μη εκπλήρωσής της. Όπως εξηγείται στην Παντζιαρή ν. Aquarian Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 748, το Άρθρο 75 διαφυλάττει το δικαίωμα συμβαλλομένου, ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο, να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημία, που έχει υποστεί λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου. Το Άρθρο 73, εξάλλου, καθορίζει την αποζημίωση την οποία δικαιούται ο συμβαλλόμενος από τη διάρρηξη της συμφωνίας από τον αντισυμβαλλόμενο. Το εν λόγω άρθρο ενσωματώνει τους κανόνες του αγγλικού Κοινοδικαίου οι οποίοι διέπουν το μέτρο υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράβαση της συμφωνίας ως έχουν θεμελιωθεί στην υπόθεση Hadley v. Baxendale
(1854)9 Exch. 341 [βλ. επίσης Koufos v. Czarnikow Ltd
(1967)3 WLR 1491 (HL) και The Heron II
(1967)2 All ER 686 (HL)]. Η βασική αρχή η οποία απορρέει από τις πιο πάνω αποφάσεις αναφορικά με την επιδίκαση αποζημιώσεων συνοψίζεται στην ανάγκη αποκατάστασης του αθώου μέρους της συμφωνίας στη θέση που θα ευρίσκετο εάν εκτελείτο η συμφωνία. Ειδικές αποζημιώσεις επιδικάζονται σε σχέση με οποιεσδήποτε συνέπειες οι οποίες εύλογα και πιθανώς πηγάζουν από την παράβαση της συμφωνίας (Prehn v. Royal Bank of Liverpool
(1870)5 Ex. 92, 99-100). Δεν χωρεί καμιά απολύτως αμφιβολία ότι οι αποζημιώσεις τις οποίες απαιτούν οι Εναγόμενοι είναι ειδικές αποζημιώσεις. Είναι νομολογημένο ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά. Στον McGregor on Damages, 14η Έκδοση, σελ. 19, παρα.19 αναφέρεται: «΄Special damages΄, on the other hand, are such as the law will not infer from the nature of the act. They do not follow in ordinary course. They are exceptional in their character and, therefore, they must be claimed specially and proved strictly.» Εναπόκειται στο διάδικο που, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά, να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα από αυστηρά πλαίσια. Ο Λόρδος Goddard στην αγγλική υπόθεση Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 T.L.R. 177 είπε τα ακόλουθα στη σελ. 178: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying ΄This is what I have lost, I ask you to give me these damages.΄ They have to prove it. » Όπως εξηγήθηκε στην αγγλική υπόθεση Perestrello v. United Paint Co.
(1969)1 W.L.R. 570, 579 (C.A.) η υποχρέωση να δίδονται λεπτομέρειες στα δικόγραφα προκύπτει όχι γιατί η φύση της απώλειας είναι κατ΄ανάγκη ασύνηθης, αλλά γιατί ο ενάγων, ο οποίος έχει το πλεονέκτημα να μπορεί να στηρίξει την απαίτηση του πάνω σε ακριβή υπολογισμό, πρέπει να δώσει στον εναγόμενο πρόσβαση στα γεγονότα που καθιστούν τον υπολογισμό κατορθωτό. Κάτω από το πρίσμα των πιο πάνω αρχών θα προχωρήσω να εξετάσω τις σχετικές απαιτήσεις των Εναγομένων για αποζημιώσεις σε περίπτωση που, όπως έχω ήδη αναφέρει, η κατάληξη μου αναφορικά με την τύχη της ανταπαίτησης ήθελε κατ΄έφεση κριθεί λανθασμένη. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο η ισχυριζόμενη παράβαση (δηλ. η πραγματοποίηση απευθείας πώλησης σε τρίτους) ήταν ουσιώδης και ως τέτοια, έδινε στους Εναγόμενους δικαίωμα τερματισμού. Όπως διαφάνηκε, αν οι Εναγόμενοι δεν τερμάτιζαν την επίδικη συμφωνία και κατ΄επέκταση τη συνεργασία τους με τους Ενάγοντες, θα επρόκειτο για μια μεμονωμένη πώληση. Στις 6.9.00 (Τεκμ.3, αρ.11) οι Ενάγοντες πρότειναν στους Εναγόμενους να υπογράψουν διετή συμφωνία αποκλειστικής διανομής, κάτι που οι Εναγόμενοι απέρριψαν. Συνεπώς οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν να περιοριστούν να αξιώσουν αποκατάσταση της ζημιάς τους που θα ήταν τα διαφυγόντα κέρδη τους από πωλήσεις που δεν θα πραγματοποιούσαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2000, λόγω του ανταγωνισμού από τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους. Βεβαίως, δεν δόθηκε τέτοια μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του στοιχεία και αριθμούς, παρά μόνο γενικόλογα παράπονα για μείωση των πωλήσεων. Σε περίπτωση που παρά ταύτα ήθελα κρίνει ότι η παράβαση ήταν ουσιώδης και ο τερματισμός ήταν δικαιολογημένος, το πρώτο ζητούμενο θα ήταν το μέτρο των αποζημιώσεων. Οι Ενάγοντες δεν τερμάτισαν τη συνεργασία, αλλά είχαν πρόθεση να την συνεχίσουν. Ασφαλέστατα οι Εναγόμενοι, που χειρίστηκαν την παράβαση ως ουσιώδη, δεν θα μπορούσαν να βρεθούν σε καλύτερη θέση απ΄ότι αν οι Ενάγοντες τον Ιανουάριο 2000, αντί να τους ειδοποιήσουν για την απευθείας πώληση, τερμάτιζαν οι ίδιοι, λέγοντας ότι στο εξής, ο διανομέας τους θα είναι οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι. Και αυτό, επειδή είναι φανερό ότι με το να μην τερματίσουν τη συμφωνία οι Ενάγοντες, προκάλεσαν στους Εναγόμενους μικρότερη ζημιά απ΄ότι αν τερμάτιζαν και τους στερούσαν πλήρως τη δυνατότητα να διανέμουν προϊόντα Frigidaire. Οι Εναγόμενοι για 9 μήνες συνέχισαν να διανέμουν τα προϊόντα Frigidaire (και θα μπορούσαν να συνέχιζαν για άλλα δύο έτη χωρίς ανταγωνισμό). Αν λοιπόν οι Ενάγοντες τερμάτιζαν τη συμφωνία, σύμφωνα με τη νομολογία, το μέτρο των αποζημιώσεων σε περιπτώσεις όπως η παρούσα θα ήταν είτε οι δαπάνες των Εναγομένων για την προώθηση του προϊόντος, είτε το διαφυγόν τους κέρδος για την περίοδο της εύλογης προειδοποίησης που θα έπρεπε να λάβουν προ του τερματισμού. Ασάφεια, αοριστία και έλλειψη τεκμηρίωσης καλύπτει τη μαρτυρία των Εναγομένων γύρω από αυτό το θέμα. Το γεγονός ότι οι υπολογισμοί των Εναγομένων έγιναν με βάση το μεικτό κέρδος και όχι το καθαρό κέρδος δημιούργησε αυτό το φάσμα της ασάφειας στον ακριβή καθορισμό της ισχυριζόμενης απώλειας. Επίσης η αξία της παραγγελίας των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων παρέμεινε εντελώς αδιευκρίνιστη και το Δικαστήριο δεν θα είχε καμιά βάση υπολογισμού της όποιας προμήθειας. Επιπρόσθετα, στο δικόγραφο τους οι Εναγόμενοι καταγράφουν τις σχετικές απαιτήσεις για αποζημιώσεις με μεγάλη γενικότητα και χωρίς την παροχή λεπτομερειών. Με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία για τις δαπάνες τους ούτε και αξιώνουν σχετική αποζημίωση, το μόνο που θα απέμενε θα ήταν ο καθορισμός της εύλογης περιόδου προειδοποίησης. Στην υπόθεση Κ. Χρ. Καράτσης Λτδ ν. Doritis Mak. Fact. Ltd
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 251 το Δικαστήριο θεώρησε ως εύλογη περίοδο προειδοποίησης τεσσάρων μηνών για συμφωνία διάρκειας 34 ετών. Αναφέρεται στις σελ. 258 και 259 της απόφασης: «Προκύπτει από την πιο πάνω αυθεντία πως ο καθορισμός της περιόδου της προειδοποίησης για τον τερματισμό μιας σύμβασης αντιπροσώπευσης εξαρτάται από τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση. Τα περιστατικά που διαδραματίζουν δεσπόζοντα ρόλο είναι η δαπάνη στην οποία έχει υποβληθεί ο αντιπρόσωπος, η εργασία την οποία έχει διεκπεραιώσει για προώθηση των προϊόντων του αντιπροσωπευόμενου, ο χρόνος που έχει αφιερώσει και η φροντίδα για τον ίδιο σκοπό. Αντίθετα με τα όσα έχουν προτείνει οι Εφεσείοντες προκύπτει, επίσης, ότι η μικρή διάρκεια της αντιπροσώπευσης μπορεί να δικαιολογήσει μεγαλύτερη απ΄ότι σε άλλες περιπτώσεις διάρκεια της προειδοποίησης.» Είμαι της γνώμης ότι η περίοδος οκτώ ετών ήταν υπεραρκετή για να αποκομίσουν οι Εναγόμενοι το όφελος της επένδυσης τους και η εύλογη περίοδος προειδοποίησης δεν θα μπορούσε να ξεπερνά τους τρεις μήνες. Όμως εδώ υπεισέρχεται και ένα άλλο ζήτημα. Με επιστολή τους ημ. 6.9.2000 (Τεκμ.3, αρ.11), οι Ενάγοντες πρότειναν στους Εναγόμενους μία λύση, που στην πραγματικότητα υποκαθιστούσε με το παραπάνω την οποιαδήποτε περίοδο προειδοποίησης. Τους πρότειναν να είναι οι αποκλειστικοί διανομείς για δύο έτη. Ο Άλκης Γαλατόπουλος, αντεξεταζόμενος είπε ότι δύο έτη δεν ήταν αρκετά για να αποσβέσουν τις δαπάνες τους. Πέρα από ατεκμηρίωτος, αυτός ο ισχυρισμός έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγομένων: στην παράγραφο 24 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ισχυρίζονται ότι η εύλογη περίοδος προειδοποίησης είναι τα δύο έτη. Ως εκ τούτου, οι Εναγόμενοι απέτυχαν να μετριάσουν την ισχυριζόμενη ζημιά τους και με δική τους παράλειψη υπέστησαν την όποια ζημιά τους. Συνεπώς δεν θα δικαιούνταν να λάβουν οποιαδήποτε αποζημίωση. Σε περίπτωση που ήθελα αποφασίσει ότι οι Ενάγοντες θα έπρεπε παρά ταύτα να καταβάλουν αποζημιώσεις στους Εναγόμενους για κάποια περίοδο προειδοποίησης θα πρέπει να καθοριστεί το σχετικό ποσό. Οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία για το καθαρό (net) ποσό του διαφυγόντος κέρδους τους. Η νομολογία όμως απαιτεί όπως το αθώο μέρος μη βρεθεί σε καλύτερη θέση από ότι αν είχε εκτελεστεί η σύμβαση και επιπλέον έχει καθήκον μετριασμού της ζημιάς του. Στην υπόθεση G. Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.ά.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 199, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 207 και 208: «Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων για τη διάρρηξη συμφωνίας περιέχονται στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Οι αρχές αυτές έχουν αυθεντικά ερμηνευθεί τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο. Η γενική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των ζημιών είναι εκείνη της αποζημίωσης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως αν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί (βλ. Johnson v. Agnew
(1979)1 All E.R. 883). Ανάλογες είναι οι αρχές οι οποίες διατυπώνονται στην Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499) όπου στις σελ. 519 και 520 αναφέρεται ότι: «Reinstatement lies at the core of the rules regulating the assessment of compensation for breach of contract. Damages aim to restore the party to the position he would be but for the breach. This is normally accomplished by awarding damages reasonably foreseeable at the time of execution of the agreement, as likely to arise upon breach.» και «The extent of the damage likely to be suffered by the innocent party, is ordinarily discernible at the time of breach. The repercussions of breach become known thereupon. So, ordinarily, damage is estimated as at the date of breach.» (Βλ. επίσης Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ και Άλλος ν. Θέλμας Τρυφωνίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 8660, ημ. 24.6.1996). .................................... Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε σαν βάση υπολογισμού των αποζημιώσεων το κέρδος που θα εκαρπούντο οι εναγόμενοι για τον υπόλοιπο χρόνο των δέκα μηνών από την ημερομηνία της διάρρηξης μέχρι τη λήξη του συμβολαίου (5.5.1989 - 6.2.1990). Σαν μέτρο υπολογισμού δε έλαβε το καθαρό κέρδος της περιόδου 5.10.1987 μέχρι 31.12.1988 που σύμφωνα με την ενώπιον του μαρτυρία ανερχόταν στο ποσό των STG52.
- Αφού αναπροσάρμοσε το ποσό αυτό με βάση τους δέκα μήνες κατέληξε στο ποσό των STG34.
- Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, κατέληξε στα ευρήματα του αυτά και έλαβε υπόψη τα προσδοκώμενα κέρδη για τον υπόλοιπο χρόνο που ίσχυε η συμφωνία, έχοντας σαν βάση τα καθαρά κέρδη του προηγούμενου έτους, εφαρμόζοντας ορθά τις σχετικές αρχές επιδίκασης αποζημιώσεων ένεκα της διάρρηξης της συμφωνίας.» Συνεπώς οι Εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να λάβουν τα έξοδα τους που αποτελούν μέρος του μεικτού τους κέρδους (όπως ενοίκια, μισθοί κ.ο.κ.) τα οποία έτσι κι αλλιώς θα κατέβαλλαν, αν εκτελείτο η σύμβαση. Περαιτέρω, το καθήκον μετριασμού της ζημιάς επέβαλλε στους Εναγόμενους να μειώσουν τα έξοδα τους αυτά, είτε απολύοντας πλεονάζον προσωπικό είτε μειώνοντας τους χώρους, είτε άλλως πως. Οι Εναγόμενοι δεν έπραξαν τίποτε απολύτως και αποφάσισαν να επιβαρύνουν τους Ενάγοντες με αυτά τα έξοδα. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία για την απώλεια των καθαρών (net) κερδών των Εναγομένων. Ως εκ τούτου και πάλι ελλείπει η βάση επί της οποίας θα μπορούσε το Δικαστήριο να υπολογίσει τις αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να υπολογίσει ποια ήταν τα καθαρά κέρδη με βάση τα μεικτά, αφού ούτε οι ίδιοι οι Εναγόμενοι που ρωτήθηκαν δεν μπορούσαν να το πράξουν. Εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να παρασχεθεί οποιαδήποτε θεραπεία στους Εναγόμενους. Σε ό,τι αφορά τη θέση ότι οι Εναγόμενοι δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση επί του ποσού των προσδοκόμενων πωλήσεων τους κατά το επόμενο έτος αναφέρω τα ακόλουθα. Είναι προφανές ότι, με την επιστολή τους ημ. 25.7.00 (Τεκμ.3, αρ.8) οι Εναγόμενοι αποφάσισαν να κτίσουν υπόθεση για αξίωση αποζημιώσεων. Την ίδια ώρα που παραπονιούνταν ότι δεν μπορούσαν να πωλήσουν το υφιστάμενο stock τους, υπέβαλαν παραγγελία για 14 μήνες μετά (αντί για 9 που τους ζητήθηκαν) για ένα εξωφρενικό για τα δικά τους δεδομένα ποσό. Ο λόγος φάνηκε με την καταχώριση της ανταπαίτησης όπου αξίωναν ως αποζημίωση, ποσοστό αυτού του ποσού. Στην καλύτερη περίπτωση οι Εναγόμενοι ήθελαν να εντυπωσιάσουν τους Ενάγοντες. Όταν οι αγορές τους το 1997 ήταν US$219.980,50, το 1998 US$203.308,22 και το 1999 US$355.026,10 ως η αναντίλεκτη μαρτυρία του Cossatini, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο σοβαρά θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη οι προβλέψεις των US$712.
- Έστω λοιπόν και αν επιτύγχαναν στην ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι θα απουσίαζε η απαραίτητη μαρτυρία ως προς το ύψος των αποζημιώσεων και θα εντοπιζόταν αδυναμία απόδειξης του ύψους της απώλειας. Θα ήταν η κατάλληλη περίπτωση επιδίκασης ονομαστικών αποζημιώσεων (nominal damages) τις οποίες θα επιδίκαζα στο ποσό των £10.-. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω: (α) Εκδίδεται εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των US$120.917,54 ή το ισάξιο σε κυπριακές λίρες, πλέον νόμιμο τόκο από 12.7.02, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (β) Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (γ) Η αξίωση των Εναγομένων εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων και εναντίον των Εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο