← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την εταιρεία THE CYPRUS LINEN CO LTD, Αρ. Αίτησης: 539/04, 31/10/2007

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την εταιρεία THE CYPRUS LINEN CO LTD, Αρ. Αίτησης: 539/04, 31/10/2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 539/04 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την εταιρεία THE CYPRUS LINEN CO LTD -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με αίτηση της Σωτηρούλας Ανθούλη --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31/10/2007 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Μακρίδης Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ι. Νικολάου ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Σωτηρούλλα Ανθούλλη, με την υπ΄ αριθμό 10205/96 αγωγή της του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, εναντίον της εταιρείας The Cyprus Linen Co Ltd και της Γκλόριας Είκοσι, πέτυχε στις 16.7.01 απόφαση εναντίον της εταιρείας για το ποσό των ΛΚ36.300 πλέον τόκους και έξοδα. Η αγωγή εναντίον της Είκοσι απερρίφθη και ασκήθηκε η υπ΄ αριθμόν 11164 έφεση. Για ότι αφορά εδώ, η Γκλόρια Είκοσι ενάχθηκε ως διευθύντρια της εταιρείας και ως προσωπικά υπεύθυνη. Η αντέφεση αφορούσε την απόρριψη της αγωγής εναντίον της, στη βάση της απουσίας αξιόπιστης μαρτυρίας σε σχέση με το ρόλο που διαδραμάτισε υπό την ιδιότητά της ως διευθύντρια της εταιρείας. Τόσο η έφεση όσο και η αντέφεση απερρίφθηκαν (βλ. Cyprus Linen Co Ltd v. Ανθούλλη

(2004)1Β ΑΑΔ 679). Στη συνέχεια, στις 14.12.04, κατόπιν αίτησης της ενάγουσας εκδόθηκε από το Δικαστήριο διάταγμα εκκαθάρισης της πιο πάνω εταιρείας. Στις 17.10.06 η ενάγουσα-αιτήτρια υπέβαλε την κρινόμενη αίτηση κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 312 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 για διεξαγωγή έρευνας της Γκλόριας Είκοσι και Πίτσας Είκοσι σε σχέση με την όλη συμπεριφορά τους ως διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας την περίοδο 1996 και έπειτα για παράβαση καθήκοντος/εμπιστοσύνης/εμπιστεύματος. Επιζητούν διάταγμα που να διατάσσει τις προαναφερόμενες να πληρώσουν/συνεισφέρουν το ισόποσο της πιο πάνω απόφασης και τέλος διάταγμα ότι είναι ένοχες παράβασης καθήκοντος/εμπιστοσύνης/εμπιστεύματος γιατί ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν την αδυναμία της εταιρείας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις/καταβολή αποζημίωσης και/ή διαφυγόντα κέρδη/ενοίκια συνέχιζαν επί μακρόν την κατοχή και χωρίς καμιά διασφάλιση/εξασφάλιση και/ή ενήργησαν αμελώς. Νομική βάση της αίτησης αποτελεί το άρθρο 312
(1)του Κεφ. 113, οι Περί Διάλυσης Εταιρειών Κανονισμοί, (Companies Winding up Rules) και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Οι καθ΄ ων η αίτηση έφεραν ένσταση στην αίτηση. Θα πρέπει ακόμα να παρεμβάλω ότι η αιτία της αγωγής στην πιο πάνω υπόθεση αφορούσε ένα κατάστημα, ιδιοκτησίας της αιτήτριας, που αρχικά κατείχε ως ενοικιαστής ο μακαρίτης ο Είκοσι, πατέρας των καθ΄ ων η αίτηση, με ενοικιαστήριο που υπέγραψε με τη μητέρα της αιτήτριας και αργότερα κατέστη θέσμιος ενοικιαστής. Όταν ο Είκοσι απεβίωσε, η εταιρεία διεκδίκησε δικαίωμα κατοχής ως θέσμιος ενοικιαστής. Η εταιρεία συστάθηκε από τον Είκοσι το 1972 για να τον διαδεχθεί στην επιχείρηση της εμπορίας κεντημάτων στο κατάστημα. Η αιτήτρια αρνήθηκε την ιδιότητα της εταιρείας ως ενοικιάστριας. Τη θεωρούσε ως παρανόμως επεμβαίνουσα και η αγωγή αφορούσε διάταγμα για άρση της παράνομης επέμβασης και την παράδοση της κατοχής του καταστήματος καθώς και αποζημιώσεις. Τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση η εταιρεία κρίθηκε ότι δεν ήταν ενοικιαστής και εκδόθηκε διάταγμα για παράδοση της κατοχής του καταστήματος και απαγόρευση επέμβασης σε αυτό καθώς και απόφαση για το πιο πάνω ποσό. Για την Γκλόρια Είκοσι και στην απουσία μαρτυρίας για το ρόλο που διαδραμάτισε υπό την ιδιότητά της ως διευθύντρια, η αγωγή, όπως και η αντέφεση επί τούτου απορρίφθηκαν. Τα πιο πάνω προκύπτουν κυρίως από την απόφαση στην πιο πάνω πολιτική έφεση. Όπως συνάγεται από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η θέση της αιτήτριας είναι πως από το θάνατο του πατέρα των καθ΄ ων η αίτηση, το Μάιο του 1996, η επιχείρηση που διεξήγαγε στο κατάστημα ο μακαρίτης εξέλειπε και δεν είχε εισοδήματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ικανοποίηση απαιτήσεων για την παράνομη κατοχή του ακινήτου. Οι καθ΄ ων η αίτηση που ανέλαβαν την εταιρεία ως διοικητικοί σύμβουλοι μετά το θάνατο του πατέρα τους, είχαν καθήκον έναντι της εταιρείας, έστω και αν η εταιρεία διεκδικούσε θέσμια ενοικίαση, να εξασφαλίσουν ικανοποιητικά ποσά για την ικανοποίηση τυχόν απόφασης εναντίον τους. Η εταιρεία όμως δεν είχε ούτε εισοδήματα, ούτε εργασίες, ούτε προοπτική εισοδημάτων. Αντί έτσι να πράξουν, εκ προθέσεως, κακόπιστα και κακόβουλα και με απατηλή πρόθεση, διατήρησαν την παράνομη κατοχή του καταστήματος με αποτέλεσμα να συσσωρευθεί το ποσό της δικαστικής απόφασης. Ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής των καθ΄ ων η αίτηση, σύμφωνα με την αιτήτρια, θα πρέπει να κριθούν ένοχες παράλειψης εξασφάλισης επαρκών εσόδων και κάλυψη τυχόν αποζημιώσεων και ικανοποίηση τυχόν απαιτήσεων που εκκρεμούσαν και ότι είναι ένοχες παράβασης εμπιστοσύνης και εμπιστεύματος προς την εταιρεία και συνεπώς υποχρεούνται να πληρώσουν εντόκως προς την εταιρεία. Οι καθ΄ ων η αίτηση ως λέχθηκε πρόβαλαν ένσταση. Κύριο θα έλεγα θέμα είναι το δεδικασμένο σε βάρος των διοικητικών συμβούλων ενόψει της πιο πάνω απόφασης. Ακόμα ότι η Γκλόρια Είκοσι από το 1996 κατοικεί στο Σικάγο των ΗΠΑ αποχωρώντας από την εταιρεία διορίζοντας αντικαταστάτη. Όσο για την Πίτσα Είκοσι η θέση που προβάλλεται είναι ότι το 1970 μετέβη στις ΗΠΑ για μεταπτυχιακές σπουδές και επέστρεψε στην Κύπρο το 2000 οπότε και ανέλαβε την εταιρεία. Κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να αυξήσει τις πωλήσεις, αλλά λόγω της ισχνής ζήτησης χειροτεχνιών που εμπορευόταν η εταιρεία και της ύφεσης της αγοράς, οι δραστηριότητες της εταιρείας περατώθηκαν διά της παραδόσεως των κλειδιών του καταστήματος στην αιτήτρια. Θεωρεί, η Πίτσα Είκοσι, που ορκίζεται στην ένσταση, ότι όλα όσα τους καταλογίζονται είναι εντελώς αβάσιμα, αόριστα και ατεκμηρίωτα. Στη βάση των πιο πάνω κανένας από τους ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις. Δεν θα αναφερθώ εκτεταμένα στις αγορεύσεις, και αν χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά. Να προσθέσω μόνο ως γενική παρατήρηση ότι έκαμαν αναφορά στις ευθύνες και τα καθήκοντα των διευθυντών μιας εταιρείας, καθώς και στη διαφορά μεταξύ των διευθυντών και της εταιρείας στη βάση της γνωστής αρχής ότι η εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα. Ο μεν κ. Μακρίδης για την αιτήτρια αναλύει στη βάση των γεγονότων που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ότι ξεκάθαρα φωτογραφίζονται οι πράξεις και οι παραλείψεις των διευθυντών με αποτέλεσμα να προκαλέσουν ζημιές στα οικονομικά συμφέροντα της εταιρείας και των πιστωτών της. Ο κ. Νικολάου αναλύει εκτεταμένα το θέμα του δεδικασμένου. Θα πρέπει όμως να σημειώσω το εξής κατά τη γνώμη μου σημαντικό. Καμιά πλευρά δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και την εμβέλεια του σχετικού άρθρου στη βάση του οποίου στηρίζεται το όλο εγχείρημα. Κρίνω πως αν δεν ξεκαθαρίσει το τοπίο αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 312
(1)του Κεφ. 113 η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος θα ήταν άνευ ουσίας και ενδεχομένως θα οδηγούσε και σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Θα παραθέσω αυτούσιο το σχετικό άρθρο. "312.
(1)If in the course of winding up a company it appears that any person who has taken part in the formation or promotion of the company, or any past or present director, manager or liquidator, or any officer of the company, has misapplied or retained or become liable or accountable, for any money or property of the company, or been guilty of any misfeasance or breach of trust in relation to the company, the Court may, on the application of the official receiver, or of the liquidator, or of any creditor or contributory, examine into the conduct of the promoter, director, manager, liquidator or officer, and compel him to repay or restore the money or property or any part thereof respectively with interest at such rate as the Court things just, or to contribute such sum to the assets of the company by way or compensation in respect of the misapplication, retainer, misfeasance or breach of trust as the Court thinks just". Είναι ακριβώς πανομοιότυπο με το αντίστοιχο άρθρο 333 του Companies Act 1948 που ίσχυε τότε στην Αγγλία. Έχω ανατρέξει στο σύγγραμμα Buckley On The Companies Acts, 13η έκδοση, σελ. 671 επ. που αναλύεται και επεξηγείται το άρθρο αυτό. Εξηγείται ότι με το άρθρο αυτό και σε σχέση με τους εκκαθαριστές, δίνονται νέα δικαιώματα που δεν υπήρχαν πριν την εκκαθάριση της εταιρείας και τα οποία μπορούν να τεθούν σε ισχύ και να επιβληθούν μόνο με την εκκαθάριση της εταιρείας. Το άρθρο αυτό είναι διαδικαστικό (procedure section only) και παρέχει απλώς μια συνοπτική μέθοδο για επιβολή τέτοιων υποχρεώσεων όπως θα μπορούσαν να επιβληθούν από την ίδια την εταιρεία ή από τον εκκαθαριστή με συνήθη αγωγή συμπεριλαμβανομένων και νέων δικαιωμάτων που δημιουργούνται από την εκκαθάριση της εταιρείας. Η εφαρμογή του περιορίζεται σε απαιτήσεις που αν επιτύχουν θα αυξήσουν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Έτσι αν κάποιος υποστεί ζημιά από τις πράξεις για παράδειγμα του εκκαθαριστή δεν μπορεί να βασιστεί στο άρθρο αυτό αλλά θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Ειδικότερα ως προς τον όρο πλημμελή εκτέλεση καθήκοντος (misfeasance) υποδεικνύεται ότι θα πρέπει να είναι ενέργεια ή πράξη που να επιφέρει πραγματική απώλεια στην ίδια την εταιρεία, και όχι βέβαια σε τρίτους, όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Το καθήκον είναι απέναντι στην ίδια την εταιρεία. Έτσι, για παράδειγμα, δεν υπάρχει οφειλόμενο καθήκον σε πιστωτή, παράβαση του οποίου μπορεί να δώσει έρεισμα για να εγερθεί αγωγή. Στη σελ. 673 το θέμα τίθεται ως εξής: "There is no duty owing to the creditor or contributory for breach of which he could maintain an action". Για να μπορεί παραδεκτώς να εγερθεί η διαδικασία του άρθρου αυτού, θα πρέπει ο αιτητής να δείξει:
  1. Παράβαση εμπιστοσύνης ή καθήκοντος ή πλημμελή εκτέλεση καθήκοντος
  2. Να προκύψει, εξ αυτής, απώλεια στην εταιρεία και
  3. Και να έχει συμφέρον στο αποτέλεσμα της αίτησης. Η πραγματική του ερμηνεία είναι ότι περιλαμβάνει όλες εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες ο αξιωματούχος της εταιρείας είναι ένοχος παράβασης καθήκοντος ως αξιωματούχος, η οποία επέφερε χρηματική απώλεια στην εταιρεία, (pecuniary loss to the company) λόγω κακής διαχείρισης (misapplication) των περιουσιακών της στοιχείων και για τα οποία θα μπορούσε να εναχθεί. Κάθε ενέργεια του αξιωματούχου που δεν επιφέρει χρηματική ζημιά ή απώλεια στην εταιρεία, λόγω κακής διαχείρισης, είναι χωρίς αμφιβολία εκτός της εμβέλειας του άρθρου αυτού (σελ. 683). Για να γίνει πιο κατανοητή η ερμηνεία, εξηγείται στο Pennington´s Company Law, 7η έκδοση, σε. 909-911, ότι τέτοια αίτηση στη βάση του άρθρου αυτού μπορεί να εγερθεί εναντίον διευθυντή που είχε μυστικό κέρδος (secret profit) ακόμα και αν η εταιρεία δεν υπέστη ζημιά, για τον απλό λόγο ότι το κέρδος ανήκει στην εταιρεία και ο διευθυντής οφείλει να το επιστρέψει. Ανάλογη ευθύνη φέρει και στην περίπτωση που αποκομίζει μυστική προμήθεια από πράξεις της εταιρείας. Το θέμα τίθεται ως εξής (σελ. 909): "nor can the court order a director to make a payment to the company, unless he has misappropriated its property or has caused it loss by failing to perform a duty which he owe to it". Είναι, συνεπώς, φανερό ότι εφαρμόζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διευθυντής μιας εταιρείας με τις ενέργειες, τις πράξεις ή και τις παραλείψεις του και παραβαίνοντας το οφειλόμενο καθήκον εμπιστοσύνης προκάλεσε οικονομική ζημιά στην περιουσία της εταιρείας και όχι σε τρίτους. Δεν πρέπει άλλωστε να διαφεύγει της προσοχής ότι το άρθρο αυτό τίθεται σε εφαρμογή μετά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας, οπότε κατά το στάδιο των διαφόρων ελέγχων από τον εκκαθαριστή μπορεί να προκύψουν ή και να διαφανούν οι ζημιογόνες ενέργειες των διευθυντών της εταιρείας σε βάρος της. Στην υπόθεση Re B Johnson & Co (Builders) Ltd
(1955)2 All ER 775 υπεδείχθη ότι: "Where a breach of duty had been committed which did in fact result in a misapplication of the company's property, then such transactions would be within the ambit of the section". Στο σύγγραμμα Boyle & Birds´ Company Law, 4η έκδοση, σελ. 506 εξηγείται: "Directors are regarded as trustees of company property which is in their hands or under their control. The primary consequence of this principle of trusteeship is that a director is answerable as a trustee for any misapplication of the company's property in which he participated and which he knew or ought to have known to be a misapplication. A misapplication in this context means any disposition of the company's property which by virtue of any provision of the company's constitution or any statutory provision or any rule of general law the company or the board is forbidden or incompetent or unauthorized to make, or which is carried out by the directors otherwise than in accordance with their duty to act bona fide in the interests of the company and for the proper purposes. This second limb covers not only misappropriations of the company's property, but also disposition in favour of third parties which do not satisfy the test of bona fides". Είναι ακριβώς γι΄ αυτόν το λόγο που το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στον αιτητή (Buckley - ανωτέρω - σελ. 674). Σε συνδυασμό με το εδάφιο 2 του άρθρου 312, σύμφωνα με το οποίο οι πρόνοιές του εφαρμόζονται ανεξάρτητα αν η κατηγορία είναι τέτοια για την οποία ο κατηγορούμενος μπορεί να είναι ποινικά υπόλογος, καταδεικνύεται και το αυξημένο, κατά την αντίληψή μου, βάρος απόδειξης που έχει ο αιτητής εναντίον του διευθυντή της εταιρείας κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. Έτσι η διαδικασία αυτή μπορεί επίσης να ενεργοποιηθεί από τον εκκαθαριστή ή ακόμα και από πιστωτή της εταιρείας, στην περίπτωση υπεξαίρεσης χρημάτων ή κλοπής χρηματικών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας από το διευθυντή. Και λόγος είναι γιατί ακριβώς οι ενέργειες του διευθυντή είχαν ως αποτέλεσμα ζημιά και απώλεια στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Στην περίπτωση που οι διευθυντές δεν ενέργησαν υπεράνω της εξουσίας τους (ultra vires) και οι ενέργειές τους δεν ήταν απατηλές δεν είναι υπόλογοι, εκτός αν καταδειχθεί ότι στην πραγματικότητα δεν εξάσκησαν την κρίση και τη διακριτική τους εξουσία. Ακόμα και να ενέργησαν υπεράνω εξουσίας δεν είναι υπόλογοι αν η πληρωμή ήταν γνήσια και ειλικρινής και εδικαιολογείτο από τα γεγονότα. Και είναι ακριβώς σε αυτά τα πλαίσια που ρητά προνοείται ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει τη συμπεριφορά των διευθυντών (examine into the conduct). Και η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο είναι πλατιά και περιεκτική. Από όσα έχουν παρατεθεί από την πλευρά της αιτήτριας, είναι προφανές ότι δεν καταλογίζεται καμιά ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη των διευθυντών-καθ΄ ων η αίτηση σε βάρος των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Επικαλείται το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος που δημιουργήθηκε από την εταιρεία στην ίδια, ως πιστωτής πλέον της υπό εκκαθάρισιν εταιρείας. Είναι όμως προφανές, από όσα έχουν λεχθεί αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 312 ότι δεν μπορεί να τύχει και να έχει εφαρμογής στα γεγονότα και τις αιτιάσεις της αιτήτριας. Όσα αναφέρει η αιτήτρια, είναι έξω από τους σκοπούς και τα πλαίσια του άρθρου αυτού. Αλλά και αν ακόμα το άρθρο εφαρμοζόταν στα γεγονότα της υπόθεσης, η απλή παράθεση μιας ένορκης δήλωσης δεν είναι αρκετή για να καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι διευθύντριες της εταιρείας είναι ένοχες τέτοιας συμπεριφοράς που τους καταλογίζεται. Και αυτό έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία όταν οι καθ΄ ων η αίτηση απορρίπτουν παντελώς κάθε ισχυρισμό που τους καταλογίζεται ως γενικό και αστήρικτο. Απαιτείται μαρτυρία πολύ περισσότερη από την απλή παράθεση κάποιων γεγονότων, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξετάσει, σε βάθος θα έλεγα, τη συμπεριφορά των διευθυντών. Όταν κυρίως τα γεγονότα αμφισβητούνται στην ολότητά τους. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 92 των Companies (Winding-Up) Rules 1931 εκεί που δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στους κανονισμούς, τυγχάνουν εφαρμογής οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, συμπεριλαμβανομένων και των Πτωχευτικών Κανονισμών, στο βαθμό που δεν συγκρούονται με τους Περί Διάλυσης Κανονισμούς. Ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2118, τα γεγονότα της ένστασης μπορούν να αμφισβητηθούν είτε με ένορκη δήλωση, είτε με οποιονδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο. Και στην παρούσα υπόθεση όσα παρατίθενται στην ένσταση, έχουν ουσιαστικά παραμείνει αναντίλεκτα. Έτσι και δεδομένου ότι το βάρος εναπόκειται στον αιτητή να αποδείξει τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις καταλογιζόμενες ευθύνες των διευθυντών, κρίνω ότι η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος αυτό. Δεν προτίθεμαι να επεκταθώ περισσότερο στο θέμα, όπως και δεν θα εξετάσω αν η απόφαση τόσο του Επαρχιακού Δικαστηρίου, στην πιο πάνω αγωγή, όπως και κυρίως η απόφαση του Εφετείου, συνιστούν ή και δημιουργούν δεδικασμένο. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος της αιτήτριας και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.