Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Γεωργίου Κυριακίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 6951/03, 1 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6951/03 Μεταξύ: Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Ενάγοντα. και
- Γεωργίου Κυριακίδη
- A.A. Kyprianou Investments Ltd Εναγόμενο. --------------------- Ημερομηνία: 1 Νοεμβρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες. Η κ. Λ. Μαλέκου Για τους εναγόμενους: Ο κ. Σ. Αργυρού ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων αφορά σε ποσό Λ.Κ.131.677,69, πλέον τόκους προς 8% από 1/1/03, μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού που δημιουργήθηκε μεταξύ Μαΐου 2000 και Ιανουαρίου 2001, από αγοραπωλησίες μετοχών επ' ονόματι του εναγόμενου 1 κατόπιν εντολών των εναγομένων 2 ως πληρεξουσίου αντιπροσώπων της. Προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός ότι οι ενάγοντες ήταν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους και εξακολουθούν να είναι, επενδυτικός οργανισμός και χρηματιστηριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο διεξάγοντας επενδυτικές και χρηματιστηριακές εργασίες σε ολόκληρη τη χώρα και εγγεγραμμένο μέλος της Ένωσης Μελών Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Είναι επίσης παραδεκτό ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους, ο εναγόμενος 2 ήταν υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ και ότι από την 7/6/1999 μέχρι την 27/3/2000, ήταν αποσπασμένος στην υπηρεσία των εναγόντων. Η εκδοχή των εναγόντων, η οποία είναι στην ουσία αυτή που συνοψίστηκε πιο πάνω ως αξίωσή τους, υποστηρίχθηκε από τη μαρτυρία των Σταύρου Αγρότη (ΜΕ1), διευθυντή του χρηματιστηριακού τμήματος των εναγόντων από το Φεβρουάριο του 2000, και προγενέστερα, ενός εκ των διευθυντών τους χωρίς όμως άμεση ευθύνη του εν λόγω τμήματος, Αννίτας Δαμιανού (ΜΕ2), χρηματίστρια των εναγόντων από τον Ιούλιο του 1999, Φοίβου Στασόπουλου (ΜΕ3), διευθυντή της υπηρεσίας ανάκτησης οφειλών (recoveries) του συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ (στο οποίο ανήκουν και οι ενάγοντες) και του Αντρέα Γρηγορίου (ΜΕ4), διευθυντή λογιστηρίου και διοικητικών υπηρεσιών των εναγόντων. Η εκδοχή της υπεράσπισης, όπως υποστηρίχθηκε από τη μαρτυρία των εναγομένων και του λειτουργού του ΧΑΚ Παναγιώτη Χριστοφόρου (ΜΥ3), είναι ότι ο εναγόμενος 2 ουδέποτε ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1 και ποτέ δεν πήρε ή εκτέλεσε εντολές της εναγόμενης 1 για αγοραπωλησίες μετοχών. Οι αγοραπωλησίες μετοχών από την εναγόμενη 1 έγιναν τον Ιούλιο του 1999 μέχρι και το Μάρτιο του 2000 χωρίς να διατηρείται με τους ενάγοντες λογαριασμός χρεοπιστώσεως. Οι όποιες αγοραπωλησίες μετοχών έγιναν μέσω των εναγόντων, ήσαν παράνομες και αντίθετες με τον Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο με αποτέλεσμα ο λογαριασμός - έστω και αν υπήρχε- να είναι άκυρος και παράνομος ως αντίθετος με τη δημόσια πολιτική. Κατατέθηκαν και σημειώθηκαν 60 τεκμήρια τα οποία αξιολογήθηκαν ενδελεχώς, τόσον μεμονωμένως όσον και σε συνδυασμό με την προφορική μαρτυρία που δόθηκε. Ο Σταύρος Αγρότης αναφέρθηκε στους τρόπους λήψης εντολών για αγοραπωλησία μετοχών κατά τον ουσιώδη χρόνο λέγοντας ότι αυτές μπορούσε να είναι γραπτές ή προφορικές. Επεξήγησε τον τρόπο συνεργασίας των εναγομένων με τους ενάγοντες. Αναφέρθηκε στον τρόπο λήψεως των εντολών για την κάθε επίδικη αγοραπωλησία με αναφορά στον επίδικο λογαριασμό (βλ. τεκμήριο 27), την έκδοση των αντιστοίχων αποδεικτικών εγγραφής (contract notes), την ταύτισή τους με τις καταχωρήσεις στον επίδικο λογαριασμό, με αναφορά και σε άλλους επεξηγηματικούς και συναφείς με τον επίδικο λογαριασμό, ως τα τεκμήρια 2, 3, 28 και 32, καθώς και σε άλλα κατατεθέντα τεκμήρια. Αναφέρθηκε επίσης σε συνάντηση που είχε μαζί με τον εναγόμενο 2 τον Οκτώβριο του 2000 στα πλαίσια προσπάθειας εξεύρεσης κάποιας διευθέτησης της επίδικης διαφοράς αλλά και κάποιων άλλων που φαίνεται ότι προέκυψαν ως αποτέλεσμα εντολών που έδινε ο εναγόμενος 2 για αγοραπωλησία μετοχών για άλλα συγγενικά του πρόσωπα πέραν της μητέρας του. Η Αννίτα Δαμιανού έκανε αναφορά σε προφορικές εντολές του εναγόμενου 2 για αγορά διαφόρων μετοχών όπως και στο πώς κατέγραψε τις εντολές αυτές στα τεκμήρια 19 και
- Επεξήγησε τα τεκμήρια αυτά συναρτώντας τα με τις οδηγίες του εναγόμενου 2 καθώς και με την ενημέρωση που του έκανε σε σχέση με την εκτέλεση των εντολών. Ο Φοίβος Στασόπουλος αναφέρθηκε σε συνάντηση που είχε με τον εναγόμενο 2 στις 9/7/01, στα πλαίσια κάποιας αποτυχημένης όπως αποδείχτηκε, προσπάθειας διακανονισμού της επίδικης διαφοράς. Ο Αντρέας Γρηγορίου επεξήγησε το περιεχόμενο του επίδικου λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 27) αναφερόμενος στις σχετικές καταχωρήσεις και στο τι αυτές αντιπροσωπεύουν. Επεξήγησε επίσης τον επίδικο λογαριασμό σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2, 3 και 28 λέγοντας όμως ότι δε γνώριζε πώς υπολογίστηκαν τα έξοδα διαχείρισης του επίδικου λογαριασμού μέχρι και τον Ιούνιο του
- Επεξήγησε τη λογισμική απεικόνιση των χρεοπιστώσεων υποδεικνύοντας ότι η αναφορά σε χρεώσεις παραπέμπει σε πιστώσεις και η αναφορά σε πιστώσεις παραπέμπει σε χρεώσεις λέγοντας ότι τούτο οφείλεται στο γεγονός της φύσης τού αντιστρόφου του ελλαδικού λογισμικού το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία του τεκμηρίου 2 και ότι στην ουσία των πραγμάτων δεν αλλάζει τίποτε σε ό,τι αφορά στο ορθόν και ακριβές των χρεοπιστωτικών καταχωρήσεων. Η εναγόμενη 1 έκανε αναφορά στις αγοραπωλησίες, στις οποίες προέβηκε μέσω των εναγόντων από τον Ιούλιο του 1999 μέχρι το Μάρτιο του 2000 αρνούμενη οποιαδήποτε παροχή εξουσιοδότησης προς τον εναγόμενο 2 για τους σκοπούς αυτούς. Εξήγησε τις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες έκαμε στις διάφορες αγοραπωλησίες χωρίς να αναγνωρίζει οποιονδήποτε υπόλοιπο λογαριασμού και υποχρέωσή της για αποζημίωση των εναγόντων. Στις ίδιες παραμέτρους κινήθηκε και η μαρτυρία του εναγόμενου 2 ο οποίος απόδωσε στους ενάγοντες αλλότρια κίνητρα. Αρνήθηκε ότι ενεργούσε με οποιονδήποτε τρόπο ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της μητέρας του και ισχυρίστηκε ότι οι καταχωρήσεις στον επίδικο λογαριασμό, μετά τη φυγή του από την υπηρεσία των εναγόντων το Μάρτιο του 2000, είναι αυθαίρετες και παράνομες. Ο Παναγιώτης Χριστοφόρου, λειτουργός εκκαθάρισης συναλλαγών στο ΧΑΚ προώθησε ισχυρισμό ότι οι πράξεις που έγιναν σε σχέση με την εταιρεία Dodoni Portofolio Investment Co Ltd έγιναν στο όνομα άλλου επενδυτή, με διαφορετικό αριθμό ταυτότητας και όχι επ' ονόματι της εναγόμενης
- Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της εκτενούς παράθεσης της εκδοχής αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να επαναληφθεί λεπτομερώς. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αναφορά των μαρτύρων - όπως και το περιεχόμενο των τεκμηρίων - αξιολογήθηκαν πλήρως και ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην παρούσα απόφαση (βλ. κατ' αναλογίαν, Λιθογραφεία Κυριακίδη και Άλλων ν. TIBA PUBLISHING CO LTD
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.1894). Με παραπομπή σε νομολογία και συγγράμματα, οι αγορεύσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων περιστράφηκαν, κυρίως, γύρω από την αξιοπιστία της μαρτυρίας με την κάθε πλευρά να υποστηρίζει το αξιόπιστο της δικής της εκδοχής και το αναξιόπιστο της αντίδικης. Περαιτέρω, ο δικηγόρος των εναγομένων ισχυρίστηκε ασάφεια στο περιεχόμενο της έκθεσης απαιτήσεως σε ό,τι αφορά στον προσδιορισμό της σχέσης μεταξύ των εναγομένων με αναφορά στο τι προσδιορίζεται ως ο επίδικος λογαριασμός, υποχρέωση των εναγόντων να αποδέχονται και να εκτελούν μόνον γραπτές εντολές, ενώ σε περίπτωση που ήσαν προφορικές θα έπρεπε να μαγνητοφωνούνται, με κάθε αντίθετη ενέργεια να αποτελεί παρανομία και να επιφέρει ακυρότητα στις συναλλαγές αυτές, αποτυχία στοιχειοθέτησης σχέσης αντιπροσωπείας μεταξύ της εναγόμενης 1 και του εναγόμενου 2 και παράλειψη τερματισμού του επίδικου λογαριασμού από τους ενάγοντες με αποτέλεσμα να μην προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων. Η δικηγόρος των εναγόντων αντέκρουσε ως αβάσιμες τις θέσεις της υπεράσπισης και κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση εναντίων των εναγομένων ως η απαίτηση. Η πλήρης έκταση των εισηγήσεων των συνηγόρων βρίσκεται διατυπωμένη στις γραπτές τους αγορεύσεις και έτυχαν πλήρους αξιολόγησης, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής αναφοράς στο κείμενο της παρούσας απόφασης. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και θα πρέπει να πω, χωρίς ίχνος δισταγμού, ότι όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν σαφείς και σταθεροί στις τοποθετήσεις τους, ειλικρινείς και γνήσιοι από κάθε άποψη και σε ό,τι αφορούσε όχι μόνον στην διατύπωση των πρωτογενών τους διαπιστώσεων αλλά και στην επεξήγηση κάθε άλλης πτυχής πάνω στην οποία ερωτήθηκαν είτε από τη δικηγόρο των εναγόντων είτε από τον δικηγόρο των εναγομένων. Δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Κάποιες μικροαντιφάσεις κατατάσσονται ως επουσιώδεις και οπωσδήποτε με κανέναν τρόπο δεικτικές οποιασδήποτε τάσης μεροληψίας προς όφελος των εναγόντων ή αλλότριων κινήτρων κατά των εναγομένων. Τουναντίον ήσαν ενισχυτικές της γνησιότητας της μαρτυρίας τους. Όπως όμως θα διαφανεί πιο κάτω, το γεγονός της αξιοπιστίας της μαρτυρίας δεν εξυπακούει κατ' ανάγκη και την απόδοση σ' αυτή τής αναγκαίας βαρύτητας για στοιχειοθέτηση του κάθε αναδυόμενου συναφούς ισχυρισμού ή της συνάρτησής του με οποιανδήποτε σχετική αξίωση των εναγόντων. Οι εναγόμενοι και ο μάρτυρας υπεράσπισής τους, μου δημιούργησαν πολύ κακή εντύπωση. Η μαρτυρία τους ήταν ουσιωδώς αντιφατική, επιλεκτικώς αόριστη και γενικόλογη. Σε σχέση με τη μαρτυρία της εναγόμενης 1 θα μπορούσε να γίνει ενδεικτική αναφορά σε τοποθέτησή της ότι σε κάποιο στάδιο αποφάσισε να σταματήσει τις αγοραπωλησίες μετοχών στο χρηματιστήριο αφού η πορεία του ΧΑΚ άρχισε να είναι καθοδική ενώ μεταγενέστερα ισχυρίστηκε ότι η πρόθεσή της αυτή διαμορφώθηκε από το γεγονός ότι της είχε "περάσει η μανία" της ενασχόλησης με το χρηματιστήριο. Είπε ότι από τον Ιούνιο του 1999 μέχρι και το Μάρτιο του 2000 αγόραζε τις μετοχές της μέσω των εναγόντων ενώ δε μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσον όντως αγόραζε μετοχές μέσω των εναγόντων μετά από το Μάρτιο του
- Αυτή η τοποθέτηση δε μπορεί να μην αντιπαραβληθεί, στα πλαίσια εξέτασης της συνοχής της εκδοχής της υπεράσπισης και μόνον, με την απόλυτη θέση του εναγόμενου 2 αλλά και της γραμμής αντεξέτασης των μαρτύρων των εναγόντων ότι ουδέποτε υπήρξε συναλλαγή μετά τον τερματισμό της απόσπασής του εναγόμενου 2 στους ενάγοντες το Μάρτιο του
- Είναι γεγονός ότι σε κατοπινό στάδιο η εναγόμενη 1 μετάβαλε τη θέση της πάνω σε αυτή τη πτυχή των πραγμάτων προτάσσοντας την πιο απόλυτη θέση ότι ουδέποτε είχε αγοράσει μετοχές μετά το Μάρτιο του 2000, πόσον μάλλον από τους ενάγοντες ή με τη μεσολάβηση του γιου της. Ακόμη όμως και κατά τη διάρκεια αυτής της αναφοράς, ήταν πασιφανής ο δισταγμός και η νευρικότητα που τη διακατείχε κατά την εκφορά του λόγου στο εδώλιο, με την εικόνα που δημιουργήθηκε να δείχνει με τρόπο έντονο προς την κατεύθυνση του ψεύδους. Είχε αναφέρει ότι όλες οι αγοραπωλησίες που έκανε ήσαν κατόπιν γραπτών εντολών που έδινε στους ενάγοντες μέσω του εναγόμενου 2 και ότι ουδέποτε είχε δώσει προφορικές εντολές γι' αυτό το σκοπό. Κατά την αντεξέταση παραδέχτηκε ότι είχε αγοράσει 1.000 μετοχές της MINERVA τις οποίες θέλησε να πωλήσει στις 25/8/99 ως το τεκμήριο
- Είχε ερωτηθεί, με δεδομένη τη τοποθέτησή της ότι όλες οι εντολές της ήσαν πάντοτε γραπτές, να παρουσίαζε την γραπτή εντολή που είχε δώσει για την αγορά των μετοχών αυτών. Με ορατή ανησυχία και δισταγμό απάντησε ότι δεν είχε στην κατοχή της τέτοια απόδειξη. Όταν της υποβλήθηκε ότι από την πώληση των μετοχών αυτών κέρδισε ποσό Λ.Κ.5.845,79, με έκδηλη τάση αποφυγής παράθεσης της αλήθειας, δήλωσε ότι δε μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε κερδίσει από την πώληση αυτή για να το παραδεχθεί όμως λίγο αργότερα. Παρόμοιες τοποθετήσεις έγιναν και σε σχέση με σειρά ερωτήσεων κατά την αντεξέταση που αφορούσαν στην αγοραπωλησία μετοχών των εταιρειών LEDA και LIBERTY και την αποκόμιση κέρδους Λ.Κ.2.582,44 και Λ.Κ.1.900,50, αντιστοίχως. Πέραν απ' αυτά, πρότασσε αρκετά συχνά το ότι δεν ήταν παρά μια απλή οικοκυρά χωρίς γνώσεις περί του θέματος του χρηματιστηρίου η οποία παρακολουθούσε τις διακυμάνσεις των τιμών των μετοχών από την τηλεόραση, τις συζητούσε με τις φιλενάδες της και αποφάσιζε, χωρίς τη συμβουλευτική εμπλοκή του εναγόμενου 2, να αγοράζει και να πωλεί αναλόγως· και όχι μόνον αυτό, αλλά δεν ήξερε ούτε και καλά γράμματα, πόσον μάλλον αγγλικά, έτσι ώστε να καταλάβαινε το τι ακριβώς λάμβανε χώρα. Για να ενισχύσει μάλιστα τη θέση της αυτή είπε ότι τις εντολές που έδινε προς τους ενάγοντες τις συμπλήρωνε ο εναγόμενος
- Αυτή η εικόνα που προώθησε για το πρόσωπό της αλλοιώθηκε σε μεγάλο βαθμό από δυο γεγονότα. Το πρώτον, αφορά στην επισήμανση που έκανε προς την κα Μαλέκκου κατά την αντεξέταση πάνω στο περιεχόμενο γραπτής εντολής για πώληση μετοχών της LEDA (βλ. τεκμήριο 10), διορθώνοντας τη συνήγορο ότι το τεκμήριο αυτό αφορούσε σε εντολή πώλησης και όχι αγοράς μετοχών, όπως η συνήγορος ανέφερε. Γνώριζε λοιπόν και να διαβάζει και να αναγνωρίζει τη φύση των εγγράφων που υπέγραφε ή που συμπληρώνονταν εκ μέρους της από τον εναγόμενο
- Το δεύτερον, σχετίζεται με την παραδοχή της κατά την αντεξέταση, αν και αρχικώς ισχυρίστηκε ότι δε θυμόταν κάτι τέτοιο, ότι κατά την 4/1/00 ήταν διευθύντρια και μέτοχος της επενδυτικής εταιρείας A.A.J. PRIORITY LIMITED (βλ. τεκμήρια 40 και 41), εκδίδοντας μεταξύ άλλων, επιταγές προς τρίτους για θέματα που αφορούσαν τις εργασίες της εταιρείας. Η εμπλοκή της αυτή δίδει σαφώς το στίγμα ατόμου το οποίο, κατά το λιγότερο που θα μπορούσε να λεχθεί, είχε επίγνωση του οικονομικού περιβάλλοντος το οποίο διακινούνταν αλλά και το μηχανισμό που το περιέβαλαν. Η μαρτυρία του εναγόμενου 2 χαρακτηριζόταν από μια διάχυτη αλλά συνάμα αδικαιολόγητη, ως εκ των πραγμάτων, καχυποψία για τους ενάγοντες και μια τάση απόρριψης κάθε τοποθέτησής με την απόδοση σε αυτούς αλλότριων κινήτρων, ακόμη και ενδεχόμενης χάλκευσης του επίδικου λογαριασμού και των συνδιαλλαγών που φαίνονται σε αυτόν, ασχέτως του αν μια τέτοια θέση δε δικογραφήθηκε στην έκθεση υπεράσπισης αλλά ούτε και φαίνεται να θεωρήθηκε επαρκές υπόβαθρο για καταγγελία αυτών που θεωρούσε ως γεγονός στην αστυνομία ή άλλες αρμόδιες αρχές, ένδειξη και αυτή του αλλοπρόσαλλου των τοποθετήσεων της υπεράσπισης αλλά και της στάσης του μάρτυρα έναντι αυτών που του καταλογίζονται. Το χαρακτηριστικό της μαρτυρίας του ήταν η γενικότητα, αοριστία και διστακτικότητα με την οποία απαντούσε σε καίριες ερωτήσεις αν και θα πρέπει να πω ότι πρόκειται, γενικώς, περί ενός οξύνοου και υπολογιστικού (calculating) ατόμου το οποίο ήλθε καλώς προετοιμασμένο στο Δικαστήριο για να δώσει τη μαρτυρία που θεώρησε ότι θα έπρεπε να έδιδε έτσι ώστε να απαλλάξει τον εαυτό του και τη μητέρα του από αυτά που τους καταλογίζονται με οποιοδήποτε κόστος. Αμφισβήτησε τη γνησιότητα του τεκμηρίου 1 το οποίον αποτελούσε σημείωση του Σταύρου Αγρότη για παροχή προφορικής εντολής του εναγόμενου 2 εκ μέρους της μητέρας του για αγορά μετοχών, όταν όμως του υποδείχθηκε ότι αποκόμισε κέρδος από τη συναλλαγή που προέκυψε, άλλαξε τη στάση του επανερχόμενος στη τοποθέτηση ότι όλες οι εντολές που δίνονταν προς τους ενάγοντες ήσαν γραπτές, χωρίς να απαντά στην ουσία της τοποθέτησης της δικηγόρου των εναγόντων. Περαιτέρω σχολιασμός της αξιοπιστίας του μάρτυρα, διατυπώνεται και σε άλλα σημεία της απόφασης, καθώς κρίθηκε ότι τούτο εξυπηρετεί καλύτερα τη συζήτηση των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται η μαρτυρία αυτή. Ο Πανίκος Χριστοφόρου παρουσίασε μια αξιοσημείωτη εχθρική προδιάθεση προς τους ενάγοντες ασύμβατη με την ιδιότητά του ως λειτουργού του ΧΑΚ. Δεν απαντούσε με αμεσότητα στις ερωτήσεις ήταν δε πολύ γενικός στις τοποθετήσεις του χωρίς την αναμενόμενη λεπτομέρεια και καθαρότητα κατά την επεξήγηση αυτών που του ζητούνταν. Άφησε υπονοούμενα ότι οι ενάγοντες ενήργησαν παράνομα ή παράτυπα δημιουργώντας πλαστά έγγραφα ξεγελώντας το ΧΑΚ και στέλνοντας απευθείας στον Γραμματέα της εταιρείας Dodoni τα έγγραφα εκχώρησης και αποδοχής καθώς και τις σχετικές υπεύθυνες βεβαιώσεις (βλ. τεκμήρια 54-57), χωρίς όμως να μπορεί να τα τεκμηριώσει. Παρά τους αρχικούς του ισχυρισμούς κατά την κυρίως εξέταση ότι ο κατάλογος ανάλυσης χρηματιστηριακών πράξεων από 1/1/00 μέχρι 31/12/00 (βλ. τεκμήριο 53) ήταν τελεσίδικος, κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι παρουσίαζε τα στοιχεία αμέσως μετά τη χρηματιστηριακή συνάντηση αλλά δεν ενημερωνόταν για αλλαγές που γίνονταν κατόπιν εγκρίσεως του Γενικού Διευθυντή του ΧΑΚ. Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή των πραγμάτων, όπως αναδύεται από τα λεγόμενα του μάρτυρα η οποία, αν και δεν άπτεται της αξιοπιστίας του αυτής καθ' αυτής, αφορά στην πειστικότητα της εκδοχής που προώθησε η υπεράσπιση αναφορικά με το ότι οι ενάγοντες ενήργησαν παράνομα και παράτυπα σε σχέση με την αγοραπωλησία μετοχών της εταιρείας Dodoni, δημιουργώντας πλαστά έγγραφα, ξεγελώντας το ΧΑΚ στέλνοντας απευθείας στον Γραμματέα της εταιρείας αυτής τα τεκμήρια 54-
- Παρά τον σοβαρότατο αυτό υπαινιγμό, η υπεράσπιση δεν κλήτευσε ως μάρτυρα τον εν λόγω γραμματέα ούτε και προσκόμισε άλλη συναφή και πειστική μαρτυρία. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή της υπεράσπισης και των μαρτύρων της ως παντελώς αναξιόπιστη και δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και των μαρτύρων τους ως πλήρως αξιόπιστη. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του κ. Παπαντωνίου περί ασάφειας στην έκθεση απαίτησης θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός έγινε στο στάδιο των αγορεύσεων. Δε διαπιστώνεται οποιαδήποτε ασάφεια, τουλάχιστον στο βαθμό που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, τέτοια που, εν πάση περιπτώσει, να προξενεί οποιαδήποτε ανησυχία ή αβεβαιότητα για τη θέση των εναγόντων ή τη βάση της αγωγής και να έχει επηρεάσει δυσμενώς το δικαίωμα των εναγομένων για δίκαιη δίκη. Παράπονα θα μπορούσαν ίσως να γίνονταν και από τους ενάγοντες σε σχέση με τη λεκτική σαφήνεια κάποιων ισχυρισμών στην έκθεση υπεράσπισης, μια τέτοια συζήτηση όμως παρέλκει. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε και συμπληρώθηκε χωρίς οι εναγόμενοι να εγείρουν οποιανδήποτε σχετική ένσταση. Όπως ορθώς υποστήριξε η κ. Μαλέκκου, σε περίπτωση που οι εναγόμενοι είχαν αμφιβολία ως προς τους ισχυρισμούς τούς οποίους σήμερα σταχυολογούν ως ασαφείς, θα έπρεπε να αιτούνταν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ή ακόμη και διαγραφή τους, συμφώνως συναφών προνοιών των περί πολιτικής δικονομίας θεσμών, κάτι το οποίο δεν έπραξαν. Σε σχέση με τη θέση ότι οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση αποδοχής και εκτέλεσης γραπτών μόνον εντολών και στην περίπτωση ύπαρξης προφορικών εντολών, ηχογράφησής τους έτσι ώστε να εμπίπτουν μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, η αξιόπιστη μαρτυρία των εναγόντων αποδεικνύει ότι υπήρχε υποχρέωση ηχογράφησης των προφορικών εντολών από την 27/10/00, τέσσερις περίπου μήνες μετά από την επίδικη περίοδο που ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση. Ο εναγόμενος 2 καθώς και ο Πανίκος Χριστοφόρου έκαναν αναφορά στις σχετικές εγκυκλίους του ΧΑΚ προς τα μέλη του ημερομηνίας 9/2/00 και 7/10/99, αντιστοίχως (βλ. τεκμήρια 48 και 49), για να επιρρώσουν τον ισχυρισμό ότι η μη τήρηση από πλευράς εναγόντων του περιεχομένου των εγκυκλίων θα πρέπει να οδηγήσει σε κατάληξη παρανομίας και ακυρότητας των πράξεων που εκτέλεσαν οι ενάγοντες ως αποτέλεσμα προφορικών εντολών του εναγόμενου 2 τις οποίες, εν πάση περιπτώσει, ο εναγόμενος 2 αρνείται ότι έδωσε. Πάνω σε αυτή την πτυχή των πραγμάτων διαπιστώνεται ασυνέπεια μεταξύ της εκδοχής που προωθήθηκε με τη μαρτυρία της υπεράσπισης και της εκδοχής που δικογραφήθηκε στην έκθεση υπεράσπισης. Όμως και αν ακόμα θεωρηθεί ότι η διάσταση τούτη δεν αποτελεί παρά μια απολύτως θεμιτή προσέγγιση προώθησης διαζευκτικών ισχυρισμών, η πραγματική εικόνα απέχει πολύ απ' αυτή που προώθησαν οι εναγόμενοι, τόσον κατά νόμον όσον και κατ' ουσία. Η μαρτυρία του εναγόμενου 2 περί του ότι ποτέ δεν έδωσε προφορικές εντολές - με τη λογική ή την ενίσχυση του αξιόπιστου της αναφοράς, να αναδύεται και από το γεγονός ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους υπήρχε, όντως, στα γραφεία των εναγόντων σύστημα ηχογράφησης - κρίνεται ως εκ των υστέρων εφεύρημα με την προσδοκία αποδοχής της τοποθέτησης και την προοπτική σύγκλισης με την άποψη της υπεράσπισης ότι η παράλειψη δε μπορεί παρά να οδηγήσει και σε ακυρότητα όλων όσων προέκυψαν ως αποτέλεσμα των προφορικών αυτών εντολών. Πέραν από το ολοσχερές αναξιόπιστο της μαρτυρίας του εναγόμενου 2, δημιουργείται πράγματι ένας αντικειμενικός προβληματισμός από την εμμονή του στην παράθεση αυτής της άποψής τη στιγμή που με επιμονή διατράνωνε με την πρώτη ευκαιρία την απουσία χορήγησης οποιωνδήποτε προφορικών εντολών προς τους ενάγοντες αποδίδοντας μάλιστα, σε μια τουλάχιστον περίπτωση, αλλότρια κίνητρα στον Σταύρο Αγρότη για την αποδοχή από αυτόν προφορικής εντολής, ως το τεκμήριο 1, αλλά και στην Αννίτα Δαμιανού ως τα τεκμήρια, 19 και
- Ανεξαρτήτως αυτών όμως, ακόμη και αν είχαν τα πράγματα όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των υπό αναφορά εγκυκλίων με κανέναν τρόπο δε θα μπορούσε να καταστήσει άκυρες ή παράνομες τις πράξεις που εκτελέστηκαν αφού αυτές υπέχουν χαρακτήρα εσωτερικών διοικητικών μέτρων (internum) χωρίς να επιφέρουν οποιανδήποτε άμεση τροποποίηση στις υποχρεώσεις και δικαιώματα των μελών του ΧΑΚ. Η απαίτηση των εναγόντων στηρίζεται σε χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο δημιουργήθηκε από τις αγοραπωλησίες των επίδικων μετοχών. Η παραπομπή των εναγομένων σε ισχυρισμούς και νομολογία σε σχέση με αποδεκτούς λογαριασμούς (settled accounts) ξεφεύγει από τα επίδικα θέματα όπως δικογραφήθηκαν και δε χρειάζεται να τύχουν αξιολόγησης (βλ. Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 13η εκδ., 1990, σελ. 977, 1477), ανεξαρτήτως του ότι, ούτως ή άλλως, δε συντρέχουν καν οι προϋποθέσεις από πλευράς μαρτυρικού υλικού για επιτυχή υποστήριξη μιας τέτοιας θέσης (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η εκδ., Τομ. 16, παρ. 1246). Το είδος της σχέσης μεταξύ των διαδίκων δεν απαιτούσε οποιουδήποτε είδους τερματισμό του λογαριασμού ως προϋπόθεσης δημιουργίας αγώγιμου δικαιώματος και αξίωσης (βλ. Harrow Trading Ltd κ.α. ν. ADM Investor Services International Ltd
(2004)1(Α) Α.Α.Δ.161). Εν πάση περιπτώσει, η σχέση μεταξύ εναγόντων και εναγομένων διακόπηκε από τη στιγμή που οι ενάγοντες έπαυσαν να παίρνουν οποιεσδήποτε εντολές προς εκτέλεση τον Ιούνιο του 2000. Οι ενάγοντες απαίτησαν τα οφειλόμενα με επιστολές τους προς την εναγόμενη 1 την 31/12/02 (βλ. τεκμήριο 29), στις 16/7/02 (βλ. τεκμήριο 30) και με επιστολή των δικηγόρων τους στις 18/7/02 (βλ. τεκμήριο 31). Οι επιστολές αυτές, με δεδομένο ότι δεν επιστράφηκαν στον αποστολέα μετά που ταχυδρομήθηκαν, κατά τεκμήριο παραδόθηκαν στην εναγόμενη 1 (βλ. Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895). Ο εναγόμενος 2 γνώριζε για τις απαιτήσεις των εναγόντων έχοντας στα χέρια τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού από τον Οκτώβριο του 2000, όταν για πρώτη φορά είχε συνάντηση με τον Σταύρο Αγρότη ο οποίος αντιπροσώπευε τους ενάγοντες αλλά και κατά την 9/7/01, όταν ο εναγόμενος 2 συναντήθηκε με το Φοίβο Στασόπουλο, λαμβάνοντας γνώση της κατάστασης συναλλαγών (βλ. τεκμήριο 3) και παραλαμβάνοντας συγχρόνως τα σχετικά αποδειχτικά αγορών. Οι επιστολές των εναγόντων προς την εναγόμενη 1 και οι απαιτήσεις των εναγόντων από τον εναγόμενο 2 με τον τρόπο που αναφέρθηκαν πιο πάνω, αποτελούν έγκυρη απαίτηση του ποσού που οι ενάγοντες θεωρούν ως πληρωτέο και απαιτητό. Στο λογαριασμό τεκμήριο 2 μεταφέρονταν τα ποσά της κάθε μιας πράξης που περιγράφεται στο τεκμήριο 3 σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των αποδεικτικών αγορών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η πλήρης και πραγματική ταύτιση του περιεχομένου αυτών των τεκμηρίων μεταξύ τους αλλά και με τα αποδειχτικά εγγραφής και τις γραπτές και προφορικές εντολές των εναγομένων αποδεικνύει την ορθότητα των καταχωρήσεων, με βάση ασφαλώς και το εύρημα περί αξιοπιστίας της σχετικής μαρτυρίας. Το τεκμήριο 33 αποτελούσε ένα παράλληλο λογαριασμό ο οποίος ανοίχθηκε για σκοπούς εξυπηρέτησης της εναγόμενης 1 σε σχέση με τις χρηματιστηριακές της πράξεις υπό την έννοια ότι δίδονταν η δυνατότητα κατάθεσης σε αυτόν των χρημάτων που θα χρησιμοποιούνταν για την αγορά αξιών στο χρηματιστήριο. Δε μπορούσε να μετατραπεί σε χρεωστικό έτσι ώστε να έδινε τη δυνατότητα στην εναγόμενη 1 κάτοχό του, να πρόβαινε σε ανάληψη περισσότερων λεφτών από το πιστωτικό υπόλοιπο για σκοπούς εξόφλησης των εναγόντων αφού οι συναλλαγές γίνονταν από τους πελάτες με τους ενάγοντες και σε καμιά περίπτωση με την Τράπεζα Κύπρου. Η οποιαδήποτε κατάθεση μετρητών, γινόταν στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό και ακολούθως, νοουμένου ότι υπήρχε το ανάλογο πιστωτικό υπόλοιπο, λάμβαναν χώρα οι μεταφορές των μετρητών προς εξόφληση των χρηματιστηριακών συναλλαγών της εναγόμενης 1 όπως παρουσιάζονται στα τεκμήρια 2, 3, 27, 28, 34 και
- Η ερμηνεία του τεκμηρίου 33 από τον εναγόμενο 2 ήταν αυθαίρετη και συμφεροντολογική, ένδειξη και αυτή τής αναξιοπιστίας του. Ισχυρίστηκε ότι ενώ υπήρχαν πιστώσεις ύψους Λ.Κ.3.509,56 στο τεκμήριο 2, το ποσό αυτό δε φαίνεται να πιστώνεται στο τεκμήριο 33, ενώ προκύπτει με καθαρότητα από τη μαρτυρία των εναγόντων κατά την αντεξέταση ότι στη πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 33 αναγράφεται το ποσό των Λ.Κ.2.996,31 το οποίο αφαιρείται από το χρεωστικό υπόλοιπο του τεκμηρίου 2 την 9/11/99 και ότι η διαφορά των Λ.Κ.513,63, μείον της εισφοράς για την άμυνα ημερομηνίας 30/12/99, μεταφέρεται στη δεύτερη σελίδα του ίδιου τεκμηρίου και ανέρχεται στις Λ.Κ.513,25, με το άθροισμα του ποσού των Λ.Κ.2.996,31 και των Λ.Κ.513,63 να ανέρχεται σε Λ.Κ.3.509,
- Το τεκμήριο 27 αποτελεί τη μεταφορά του υπολοίπου των εναγομένων όπως αυτό είναι καταγραμμένο κατά την 21/6/00 επί της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο
- Το κατά πόσον υπάρχει σχέση αντιπροσώπευσης, αποτελεί ζήτημα πραγματικό και αποφασίζεται μετά από αξιολόγηση του συνόλου των γεγονότων της υπόθεσης και της προτεινόμενης ιδιότητας. Από την αξιόπιστη μαρτυρία των εναγόντων προκύπτει ότι οι πράξεις που καταγράφονται στο τεκμήριο 2 εκτελέστηκαν μετά από γραπτές και προφορικές εντολές της εναγόμενης 1, μέσων του εναγόμενου
- Η εκδοχή της υπεράσπισης ότι ουδέποτε είχαν δοθεί προφορικές εντολές στους Αγρότη και Δαμιανού παρέμεινε σε επίπεδο ισχυρισμών, χωρίς μάλιστα να τους υποβληθεί ότι οι θέσεις τους αποτελούσαν αλλότρια κατασκευάσματα έτσι ώστε να μπορέσουν να τοποθετηθούν αναλόγως. Η εναγόμενη 1 αποδεχόταν σιωπηρώς όλες τις πράξεις τις οποίες διενεργούσε επ' ονόματι της ο εναγόμενος
- Από την όλη συμπεριφορά της προκύπτει ότι παρίστανε ή επέτρεπε στον εναγόμενο 2 να παριστάνει τον εαυτό του ως αντιπρόσωπό της για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Ο εναγόμενος 2 είχε αποκαλύψει, αρχομένης της πρώτης των επιδίκων συναλλαγών, το όνομα και ιδιότητα της αντιπροσωπευόμενης από αυτόν εναγόμενης 1 μητέρας του, όπως ασφαλώς και τη δική του ταυτότητα και ιδιότητα. Οι ενάγοντες γνώριζαν σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους ότι έτσι είχαν τα πράγματα. Ο εναγόμενος 2 ήταν ο πράγματι αντιπρόσωπος της εναγόμενης
- Αυτή ήταν εξάλλου και η εκδοχή των μαρτύρων των εναγόντων αλλά και η αντεξεταστική γραμμή της ευπαιδεύτου δικηγόρου των εναγόντων. Είναι μόνον στο στάδιο των αγορεύσεων που φαίνεται να προωθήθηκε ζήτημα φαινόμενης αντιπροσώπευσης της εναγόμενης 1 από τον εναγόμενο 2, ζήτημα όμως που όχι μόνον δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε για σκοπούς απόδειξης της αξίωσης, αλλά είναι και αντιστρατευτικό της όλης γραμμής που διατηρούσαν οι ενάγοντες μέχρι του σημείου εκείνου. Η όλη συμπεριφορά των εναγομένων δείχνει καθαρά προς την ύπαρξη σχέσης αντιπροσωπείας μεταξύ του εναγόμενου 2 και της εναγόμενης 1, με τον εναγόμενο 2 να ενεργεί σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της εναγόμενης
- Ο ισχυρισμός στην αγόρευση των εναγομένων ότι η σχέση συγγένειας μεταξύ τους είναι τόσον στενή ώστε να μη γεννά σχέση αντιπροσωπείας, όχι μόνον δεν ηγέρθηκε στην έκθεση υπεράσπισης αλλά ούτε και προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει δε διαπιστώνεται εδώ οποιαδήποτε επιλήψιμη συμπεριφορά στο βαθμό και έκταση που θα δικαιολογούσε εύρημα άμεσης ή έμμεσης αθέμιτης επιρροής από τους ενάγοντες σε οποιονδήποτε από τους εναγόμενους. Ο αντιπρόσωπος, ως θέμα γενικού κανόνα, θεωρείται προσωπικά υπόλογος για τη συμφωνία που έκανε ακόμη και αν σε αυτή περιγράφεται ως ενεργών εκ μέρους κάποιου άλλου ως αντιπροσωπευόμενου, εάν πρόθεση των μερών στη συμφωνία ήταν ότι όντως ο αντιπρόσωπος θα είναι προσωπικά υπεύθυνος. Η πρόθεση αυτή μπορεί να συναχθεί αντικειμενικώς, στη βάση των γεγονότων σε σχέση με τη φύση της σύμβασης, τους όρους της και τις συνθήκες που την περιβάλλουν (βλ. Singhal & Subrahmamyan, The Indian Contract Act, 3η Εκδ., 1989, σελ. 917 και επ.). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 190 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ελλείψει συμβατικού όρου, ο αντιπρόσωπος δε δεσμεύεται προσωπικά από τη σύμβαση που συνάφθηκε από αυτό για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, με έναν τέτοιο συμβατικό όρο να τεκμαίρεται σε περίπτωση που η σύμβαση καταρτίζεται από τον αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στο εξωτερικό, όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου και όταν ο τελευταίος, παρόλο που αποκαλύφθηκε το όνομά του, δε μπορεί να εναχθεί. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και με δεδομένο ότι δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση ο τεκμαρτός συμβατικός όρος που προσδιορίζεται στο άρθρο 190 του Κεφ. 149, δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι συντρέχουν εδώ οι προϋποθέσεις για την απόδοση προσωπικής ευθύνης στον εναγόμενο 2 για τις αγοραπωλησίες μετοχών που έκαμνε μέσω των εναγόντων προς όφελος της εναγόμενης
- Δεν υπήρξε σε οποιονδήποτε στάδιο της αντεξέτασης των εναγομένων, υποβολή ή ισχυρισμός ότι πρόθεσή τους ήταν, ακριβώς, η κοινή ευθύνη και των δυο για τις συναλλαγές που εκτελούνταν ή ότι ευθύνη για αυτές στη βάση της συμφωνίας μεταξύ μητέρας και γιου, θα έφερε και ο εναγόμενος
- Ούτε και υπήρξε ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 2 χρησιμοποιούσε το όνομα της εναγόμενης 1 ως προπέτασμα για τη διενέργεια αποκλειστικώς δικών του συναλλαγών προς ίδιον όφελος. Η εισήγηση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 2 προέβη σε παραδοχές εναντίον του συμφέροντος του τουλάχιστον σε δυο περιπτώσεις κατά τις οποίες συναντήθηκε με αντιπροσώπους των εναγόντων και της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, παρέμεινε ουσιαστικά σε επίπεδο ισχυρισμών αφού η μαρτυρία που δόθηκε προς αυτή την κατεύθυνση - με τον εναγόμενο 2 να μην αναγνωρίζει έτσι κι αλλιώς τις παραδοχές που του καταλογίστηκαν - να στερείται της απαιτούμενης βαρύτητας προς απόδειξή τους. Κανένας από τους Αγρότη και Στασόπουλο δεν αναφέρθηκαν σαφώς σε παραδοχές του εναγόμενου 2 κατά τις συναντήσεις τους. Στην καλυτέρα των περιπτώσεων το τι θα μπορούσε να σημειωθεί είναι η χαλαρή τους αντίληψη ότι ο εναγόμενος 2 φαινόταν διατεθειμένος να συνδράμει στις προσπάθειες διευθέτησης της διαφοράς χωρίς παραδοχή οποιασδήποτε ευθύνης. Υπό τις περιστάσεις η μαρτυρία αυτή κρίνεται ως παντελώς ανεπαρκής για στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού. Το γεγονός και μόνον ότι ο εναγόμενος 2 χαρακτηρίζεται ως αντιπρόσωπος δεν αποτελεί αρκετό στοιχείο για τη δημιουργία προσωπικής ευθύνης, όπως σαφώς εξάγεται από την ερμηνεία του άρθρου 190 (βλ. Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts,10η Εκδ., 1991, σελ. 910 και επ.). Το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του εναγόμενου 2 δεν προσδίδει αποδειχτική ισχύ στον ισχυρισμό των εναγόντων ούτε και θα μπορούσε να οδηγήσει αναπόδραστα στην κατάληξη ότι, επειδή κρίθηκε ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο ή έστω ότι απόφυγε να πει την όλη αλήθεια, σημαίνει ότι πράγματι υπήρχε πρόθεση μεταξύ τού και της εναγόμενης 1 να είναι και αυτός υπόλογος έναντι τρίτων για τις δοσοληψίες της με τους ενάγοντες. Στη βάση λοιπόν αυτή, η αξίωση εναντίον του εναγόμενου 2 δε μπορεί να επιτύχει. Αναφορικά με την αξίωση επιδίκασης τόκου προς 8% από 1/1/02 μέχρι εξοφλήσεως πάνω στο ποσό που οι ενάγοντες θεωρούν ως οφειλόμενο, αλλά κατ' επέκταση και με παραπομπή στο ποσό της αξίωσης αυτό καθ' αυτό το οποίο ανέρχεται σε Λ.Κ.48.698,90 και στο οποίο περιλαμβάνονται έξοδα διαχείρισης, θα πρέπει να λεχθεί, σε σύγκληση με τη θέση της υπεράσπισης, ότι η μαρτυρία που δόθηκε με κανένα τρόπο δε δικαιολογεί τέτοια επιδίκαση αφού κανένας από τους μάρτυρες των εναγόντων, ούτε ακόμη και ο πλέον αρμόδιος ως εκ της ιδιότητας και γνώσεων του, Αντρέας Γρηγορίου, δε μπόρεσε να δώσει επαρκή μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση, παραδεχόμενος μάλιστα κατά την αντεξέταση ότι δε ήταν σε θέση να γνωρίζει πώς υπολογίστηκαν μέχρι τον Ιούνιο του 2000, αν και γνώριζε το τι συνήθως πρεσβεύουν. Η αναφορά σε χρέωση βασικού επιτοκίου συν 2½ μονάδες για την επίδικη περίοδο, αν έτσι είναι που εννοούσε ο μάρτυρας, παρέμεινε ασαφής και αδιευκρίνιστη ως προς το τι ακριβώς εννοούνταν με τον όρο "βασικό επιτόκιο" έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί και η ακρίβεια των υπολογισμών τους οποίους, εν πάση περιπτώσει, δε μπορούσε να εξηγήσει γιατί καθώς είπε «μέχρι 30/6/00 δεν υπολογίστηκαν με αυτό τον τρόπο που ανέφερα αλλά υπολογίστηκαν με ένα διαφορετικό τρόπο τον οποίο δε θυμάμαι πως έγινε». Σημειώνεται ότι ο Σταύρος Αγρότης αναφέρθηκε στα ποσά αυτά ως «δεδουλευμένους τόκους» χωρίς περαιτέρω επεξήγηση. Παρομοίως, δε δόθηκε ικανοποιητική μαρτυρία ή εξήγηση για τη βάση πάνω στην οποία θα πρέπει να επιδικαστεί τόκος προς 8% από την 1/1/02, που ας σημειωθεί, αναφέρεται σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της αγωγής. Σε κατακλείδα και συγκεραστικώς με άλλα ευρήματα που έγιναν στο κείμενο της παρούσας απόφασης - και στα οποία ας θεωρηθεί για σκοπούς οικονομίας λόγου ότι περιλαμβάνονται ως αναπόσπαστο τους μέρος, η εκδοχή των εναγόντων, το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν εκ μέρους τους όπως συνοψίστηκε στο παρόν κείμενο, το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη δίκη, τα παραδεκτά γεγονότα που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο αλλά και αυτά που αναδύονται από τα δικόγραφα - βρίσκω ότι ο εναγόμενος 2 μεταξύ Ιανουαρίου 1999 και Ιουνίου 2000 ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1 αγόραζε και πωλούσε μετοχές για την εναγόμενη 1 ως το τεκμήριο 2, με τις διάφορες χρεοπιστώσεις να καταχωρούνται στο λογαριασμό που διατηρούνταν με τους ενάγοντες (βλ. τεκμήριο 27). Ο λογαριασμός αυτός κατά την 31/12/01 παρουσίαζε υπόλοιπο οφειλόμενο από τους εναγόμενους ύψους Λ.Κ.48.698,90, από το οποίο, για λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για ποσόν Λ.Κ.44.320,
- Η εναγόμενη 1 παρά τις κλήσεις των εναγόντων για την πληρωμή του ποσού αυτού παρέλειψε να το πράξει. Τίποτε απ' όσα άλλα πρότειναν οι δικηγόροι δεν παρέχει επαρκές νομικό ή πραγματικό έρεισμα ώστε να μεταβάλει την κατάληξη προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Οι ενάγοντες, στο βαθμό που προαναφέρθηκε, απέδειξαν την αξίωσή τους εναντίον του εναγόμενου 1 στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων όχι όμως και εναντίον των εναγομένων
- Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 για ποσό Λ.Κ.131.677,69, με νόμιμο τόκο, έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η αγωγή εναντίον των εναγομένων 2 απορρίπτεται και με δεδομένο ότι αντιπροσωπεύθηκε από τον ίδιο δικηγόρο όπως η εναγόμενη 1 και είχε κοινή υπεράσπιση μαζί της, επιδικάζεται υπέρ του και εναντίον των εναγόντων το ½ των εξόδων της υπόθεσης, όπως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον. Πρωτοκολλητής. /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο