ALPHA BANK LIMITED ν. Κυριάκος Μελετίου, Αρ. Αγωγής: 10023/01, 9 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10023/01 Μεταξύ ALPHA BANK LIMITED, εκ Λευκωσίας ενάγουσας και Κυριάκος Μελετίου, εξ Αρχαγγέλου Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9 Νοεμβρίου,
- Αίτηση ημερομηνίας 6.7.07 υπό Εναγομένου για αναστολή εκτέλεσης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Π. Χριστοδουλίδης Για Ενάγοντες - Καθ' ων: κα Ελισσαίου για κ.κ. Γεωργιάδης, Πελίδης & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση του ο Εναγόμενος αιτείται αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 21.4.04 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή μέχρι πλήρους εκδίκασης της έφεσης (αρ. 12043) την οποίαν ο ίδιος καταχώρισε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Παράλληλα αιτείται και αναστολή του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας που εκδόθηκε εναντίον του υπ' αρ. 139365 (και αρ. σιέριφ 6134/04). Η αίτηση του στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ.18, 19, Δ.40 Θ.11, Δ.44 Θ.11, 12, 14, Δ.41 και Δ.48 Θ.1, 2, 6-8, και στο άρθρο 21 του Περί Πολιτικής Δικονομίας, Κεφ.
- Συνοδεύεται από ένορκη του δήλωση στην οποίαν αναφέρεται μεταξύ άλλων στο θέμα της αγωγής, στα κατ' ισχυρισμόν του σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, στους λόγους έφεσης επισυνάπτοντας αντίγραφο (ως Τεκμήριο 1) και εξηγώντας παράλληλα ότι ο φάκελος της αγωγής έχει χαθεί και δεν έχει προχωρήσει καθόλου η έφεση. Παραμένει δε άγνωστο το πότε θα δικαστεί η έφεση του, αφού είναι αδύνατο να προχωρήσει χωρίς τα πρακτικά. Η ένσταση των Εναγόντων - Καθ' ων στηρίζεται στην ίδια νομική βάση και σ' αυτή παρατίθενται ως λόγοι ένστασης ότι: α) Η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κινητών συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. β) Η αίτηση για αναστολή της απόφασης έχει ως μόνο σκοπό το να αποτρέψει τους ίδιους από του να επωφεληθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους. γ) Δεν αποκαλύπτονται περιστάσεις που να δικαιολογούν την αναστολή. δ) Η χρησιμοποίηση παράλληλων διαδικασιών για επίτευξη του ίδιου σκοπού συνιστά κατάχρηση. ε) Δεν αποκαλύπτεται οτιδήποτε σε σχέση με την κατεπείγουσα φύση της υπόθεσης. στ) Η αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη. Στην συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του ο υπάλληλος τους Γιώργος Πλατύς παρουσιάζει την πρωτόδικη απόφαση (ως Τεκμήριο Α), αρνείται ότι ο Αιτητής έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στην έφεση του ή ότι αποκαλύπτονται λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης και βεβαιώνει την ικανότητα των Εναγόντων - Καθ' ων να επιστρέψουν κάθε εισπραχθέν ποσό σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης. Αναφέρει επίσης ότι παλαιότερη αίτηση του Αιτητή ημερ. 14.10.04 είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησης της (στις 25.6.07) όπως συνέβη και με μεταγενέστερη μονομερή του αίτηση στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. ΄Οσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως πρέπει να σημειωθεί πως ομολογουμένως υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις (Gruno v. The Ship «Αlgazera»
(1989)1 C.L.R. 595 και Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 1978. Από τη συνολική μελέτη της νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω βασικές αρχές: α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 Καν. 18 σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης (βλ. υπ. Χαραλάμπους, ανωτέρω). β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. ΄Επεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του (βλ. υπ. Χαραλάμπους ανωτέρω). γ) Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης (βλ. υπ. Χαραλάμπους, ανωτέρω). δ) Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της απόφασης από την άλλη (βλ. υπ. Χαραλάμπους, ανωτέρω). Όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά απαιτείται εξισορρόπηση αφενός της φυσιολογικής προσδοκίας του επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε και αφετέρου της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα (βλ. υπόθ. Βογιαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέως
(1997)1 Α.Α.Δ. 591). (ε) Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση της έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όταν μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. υπόθ. Ναυτικός ΄Ομικος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ.
- Στην παρούσα περίπτωση εξ όσων προκύπτει από την τελική απόφαση τουλάχιστον (αφού ο κυρίως φάκελος δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα) η αξίωση αφορούσε υπόλοιπο πιστωτικής κάρτας η οποία είχε αρχικό όριο Λ.Κ.
- Στις 26.3.01 η Ενάγουσα ακύρωσε την κάρτα και διεκδικούσε το υπόλοιπο που ήταν Λ.Κ.5,944,38 με τόκο 10% από 1.7.
- Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε στην ακρόαση πως είχε απωλέσει την κάρτα του ενώ εργάζετο στο αεροδρόμιο Λάρνακας και ενόψει της παράνομης χρήσης της στη Ρωσία μεταξύ 5.2.00 και 8.2.00 αρνήθηκε ότι όφειλε οποιοδήποτε ποσό πέραν των Λ.Κ.500 που είχε χρησιμοποιήσει ο ίδιος μέχρι τις 23.8.
- Η Ενάγουσα είχεν ειδοποιηθεί με «συναγερμό» στις 8.2.00 αλλά ενόψει του ότι δεν εντόπισε τότε τον Εναγόμενο και επειδή δεν υπήρξε καταγγελία κλοπής της κάρτας, προχώρησε στις αντίστοιχες χρεώσεις του λογαριασμού του. Αποτελούσε εύρημα πως στις 8.2.00 και 14.2.00 είχαν γίνει και αναλήψεις μετρητών στη Ρωσία, παρότι ο Εναγόμενος είχε απομνημονεύσει και καταστρέψει τον κωδικό με την παραλαβή της το
- Όταν το Μάρτιο του 2000 τον κάλεσαν στην Τράπεζα, αντιλήφθηκε τότε ότι είχε απωλέσει την κάρτα του και προέβη σε σχετική καταγγελία. Το Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του Εναγόμενου και σύμφωνα με σχετικό όρο της συμφωνίας των διαδίκων έκρινε τον ίδιο ως υπεύθυνο «για όλες τις παράνομες συναλλαγές μέχρι να ειδοποιήσει την τράπεζα δυνάμει του άρθρου 18 για την απώλεια ή την κλοπή της κάρτας του». Κρίθηκε επίσης πως η ίδια η Τράπεζα δεν είχε ευθύνη να τον ενημερώσει για τις συναλλαγές στη Ρωσία. ΄Ετσι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του για τα πιο πάνω ποσά. Με την έφεση του ο Αιτητής προέβαλε συνολικά δέκα λόγους έφεσης (εκ των οποίων δύο σημειώνονται, εκ παραδρομής μάλλον, με τον αριθμό 4). Ειδικότερα προέβαλε ότι:
- Κακώς ο ίδιος κρίθηκε αναξιόπιστος.
- Κακώς ο Μ.Ε.1 κρίθηκε αξιόπιστος.
- Δόθηκε μειωμένη βαρύτητα στο γεγονός ότι η Τράπεζα μπορούσε να τον εντοπίσει.
- ΄Ηταν λανθασμένο το συμπέρασμα ότι η Τράπεζα τερμάτισε το λογαριασμό.
- Το συμπέρασμα ότι η κάρτα που του στάληκε μετά την αγωγή ήταν νέα χρεωστική κάρτα, ήταν λανθασμένο.
- Δεν δόθηκε η δέουσα σημασία στη μαρτυρία της Μ.Ε.2 σχετικά με το ότι η Τράπεζα δεν έπρεπε να προβεί στις επίδικες χρεώσεις.
- Λανθασμένα κρίθηκε ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.2 ήταν απλώς μια έκφραση της γενικής τακτικής σε περίπτωση «συναγερμού».
- Ήταν λανθασμένη η κρίση ότι η Τράπεζα δεν έλαβε ειδοποίηση σχετικά με την κλοπή της επίδικης κάρτας.
- Ήταν λανθασμένο το συμπέρασμα ότι η κάρτα ήταν διεθνής κάρτα.
- Ήταν λανθασμένο το συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα απέδειξε το ποσό της οφειλής του Εναγόμενου. ΄Εχοντας υπ' όψιν και την αιτιολογία του κάθε λόγου έφεσης πρέπει να παρατηρήσω γενικά πως στην πραγματικότητα εγείρονται και θέματα που αφορούν την αξιοπιστία μαρτύρων αλλά εγείρονται και άλλα που άπτονται των συμπερασμάτων ή της κρίσης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Είναι όντως πολύ καλώς θεμελιωμένη η αρχή ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί καθήκον του πρωτόδικου δικαστηρίου και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή έρχονται σε αντίθεση με αδιαμφισβήτητα μέρη της μαρτυρίας (βλ. Χατζημιλτή ν. Βρόντου
(1996)1 Α.Α.Δ. 523.) Όπως έχει αναφερθεί οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι οριακής σημασίας αλλά από την άλλη είναι παράγοντας σχετικός και λαμβάνονται υπ' όψιν. Το ίδιο το Εφετείο εξετάζοντας παρόμοια αίτηση στην υπόθ. ΑΒΡ Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέας Κιταλίδης κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ 287 έκρινε πως σ' ένα τέτοιο στάδιο δεν είναι αναγκαίο να εξετάζονται οι λόγοι έφεσης. Το ίδιο ισχύει a fortiori και για το Επαρχιακό Δικαστήριο. Αρκεί να αναφερθεί στην παρούσα υπόθεση πως προβάλλονται πέραν των θεμάτων αξιοπιστίας και ουσιαστικά ζητήματα για συζήτηση και ότι δεν πρόκειται για περίπτωση που μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα. Στα πλαίσια αυτά η πιθανότητα επιτυχίας συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία. Θα συμφωνήσω με τη θέση των Καθ' ων πως η οικονομική αδυναμία προς το παρόν στάδιο την οποία επικαλείται ο Αιτητής δεν είναι λόγος ο οποίος συνηγορεί προς τη χορήγηση αναστολής εκκρεμούσης εφέσεως. Αντιθέτως θα μπορούσε να λεχθεί πως τείνει να στρέψει την πλάστιγγα εναντίον του, αφού η ανικανότητα αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε άλλες διαδικασίες (π.χ. πτώχευση από άλλους πιστωτές) που θα απέκλειαν την ικανοποίηση των Αιτητών στην παρούσα. Από την άλλη πλευρά θεωρώ πως δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί υπ' όψιν το ιδιαίτερο πρόβλημα που έχει παρουσιαστεί στην υπόθεση, χωρίς ευθύνη οποιουδήποτε των διαδίκων. Συγκεκριμένα έχουν παρέλθει τρία έτη από την άσκηση της έφεσης και μέχρι σήμερα δεν έχει καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του φακέλου της διαδικασίας ή των πρακτικών με αποτέλεσμα να μην έχει οριστεί για ακρόαση η έφεση του Αιτητή. Είναι άγνωστο για πόσο χρονικό διάστημα θα υπάρχει αυτή η δυσκολία και κατά συνέπειαν η εκκρεμοδικία μεταξύ των διαδίκων ή ποια λύση και πότε θα δοθεί. Από το Νοέμβριο του 2006 έχει καταχωριστεί αίτηση για ανασύσταση του φακέλου, αλλά αυτό δεν έχει επιτευχθεί. Σύμφωνα με νομολογία δεν είναι δυνατός ο καταρτισμός των πρακτικών με βάση τις σημειώσεις παραγόντων της δίκης (βλ. υποθ. Ματθαίου ν. Θεμιστοκλέους
(1998)1 Α.Α.Δ. 1372) Όλα αυτά άπτονται σίγουρα της αποτελεσματικότητας και ζωτικότητας του δικαιώματος έφεσης το οποίο είναι επίσης συνταγματικώς κατοχυρωμένο (βλ. άρθρα 30 και 155). Ως θέμα δικαιοσύνης θεωρώ πως και αυτό το γεγονός θα πρέπει να σταθμιστεί. Δεν παραγνωρίζω ότι η παλαιότερη αίτηση του Εναγομένου απερρίφθη στις 25.6.07 επειδή οι δικηγόροι του καθυστέρησαν να εμφανιστούν κατά 30 λεπτά στη διαδικασία. Θεωρώ όμως πως ούτε δεδικασμένο δημιουργείται αλλά ούτε και συνιστά κατάχρηση η υποβολή νέας αίτησης στην οποίαν για πρώτη φορά εξετάστηκε η ουσία. Εξάλλου όπως προκύπτει από την υπόθεση Re Περέλλα
(1996)1 Α.Α.Δ. 1, δεν υπάρχει κατάχρηση όταν η μια εκ των δύο διαδικασιών έχει παύσει. Συνεκτιμώντας όλα τα σχετικά γεγονότα κρίνω πως η σολομώντεια λύση είναι η προσφορότερη για την περίπτωση, αφού είναι η μόνη η οποία παρέχει την απαιτούμενη εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Καταλήγω δηλαδή πως θα πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση για το ήμισυ του ποσού της απόφασης και να αφεθεί να προχωρήσει για το υπόλοιπο. Παρεμβάλλω εδώ πως για τα έξοδα η επιλογή μου θα ήταν να πληρωθούν αμέσως, πλην όμως δεν γίνεται καμιά αναφορά ούτε στην αίτηση, ούτε στην ένσταση. Στον προσωρινό φάκελο που έχει τεθεί ενώπιον μου για σκοπούς της αίτησης, επίσης δεν αναφέρεται ο,τιδήποτε. Σύμφωνα με τη νομολογία, εφόσον η περίπτωση κριθεί κατάλληλη για την αναστολή εκτέλεσης το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής (βλ. Χαραλάμπους, ανωτέρω, Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592). Η συνήθης πρακτική είναι να παρέχεται εγγύηση ή να κατατίθεται στο Δικαστήριο το ποσόν για το οποίο αναστέλλεται η εκτέλεση και από την άλλη να παρέχεται εγγύηση από τον εξ αποφάσεως πιστωτή ότι θα επιστρέψει τα χρήματα που εισπράττει σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης. Ενόψει και των ιδιαίτερων περιστατικών κρίνω ως καταλληλότερη την παροχή εγγύησης και από τους δύο διαδίκους. Ως εκ τούτου εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης για ποσόν Λ.Κ.2.972,19 με τόκον προς 10% ετησίως από 1.7.01 μέχρι τελικής εκδίκασης ή άλλης τελεσίδικης διεκπεραίωσης της έφεσης υπ' αρ. 12043, υπό τον όρον ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής θα καταθέσει εντός 20 ημερών από σήμερα στο Πρωτοκολλητείο τραπεζική εγγύηση προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή, περί καταβολής του ισόποσου σε περίπτωση αποτυχίας της ως άνω έφεσης του. Β. Επιτρέπεται η εκτέλεση της απόφασης για το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.2.972,19 με τόκον 10% ετησίως από 1.7.01 μέχρι της είσπραξης του, υπό τον όρον ότι οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση θα καταθέσουν εντός 20 ημερών από σήμερα στο Πρωτοκολλητείο τραπεζική εγγύηση προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή περί επιστροφής των εισπραχθέντων με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία είσπραξης τους, σε περίπτωση επιτυχίας της ως άνω έφεσης. Ενόψει της κατάληξης μου και των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης κάθε πλευρά να καταβάλει τα δικά της έξοδα όσον αφορά την παρούσα αίτηση. (Υπ.) Χ.Β. Χαραλάμπους Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο