← Κύπρος

Δέσποινας Σεργίδου ν. Χρύσανθου Χρυσάνθου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6713/06, 27 Νοεμβρίου, 2007

Δέσποινας Σεργίδου ν. Χρύσανθου Χρυσάνθου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6713/06, 27 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6713/06 Μεταξύ Δέσποινας Σεργίδου Ενάγουσας και 1. Χρύσανθου Χρυσάνθου 2. Ηρακλή Παπαχρίστου Εναγομένων Αίτηση παραμερισμού ημερ. 30.1.2007 Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εναγομένους: κα Στ. Στεφανή Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κα Γ. Γεωργίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές-εναγόμενοι ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση που εκδόθηκε στις 11.12.2006 εναντίον τους στην παρούσα αγωγή. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, η αγωγή που αφορά απαίτηση ποσών £7.040 και £250 οφειλομένων από τους εναγόμενους στην ενάγουσα δυνάμει συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής για εκτελεσθείσα εργασία και/ή για προσφερθείσες υπηρεσίες, είχε καταχωρηθεί στις 16.10.2006. Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης που είναι καταχωρημένες στο φάκελο ιδιώτης επιδότης επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στους δύο εναγόμενους προσωπικά, την 1.11.2006 και στις 10.11.2006 στον πρώτο και δεύτερο εναγόμενο αντίστοιχα, έναντι της υπογραφής τους. Λόγω του ότι οι εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία καταχωρήθηκε στις 27.11.2006 μονομερής αίτηση από την ενάγουσα για έκδοση απόφασης και στις 11.12.2006 κατόπιν απόδειξης εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 30.1.2007. Νομικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.48 θ.θ.1-4 και 9(
  2. h)και (n), Δ.57 θ.2, Δ.64 θ.θ.1-3, το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, το άρθρο 6 του περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικού) Νόμου του 1962 καθώς και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 22.1.2007 που συνοδεύει την αίτηση, ο αιτητής-εναγόμενος 1, γνωρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης και όντας δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον αιτητή-εναγόμενο 2, αναφέρεται αρχικά στους λόγους μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των αιτητών-εναγομένων. Ισχυρίζεται ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής του επιδόθηκε στις 10.11.2006 στο γραφείο που διατηρεί ως αρχιτέκτονας μαζί με το συνεργάτη του αιτητή-εναγόμενο 2 και αμέσως έδωσε οδηγίες στην γραμματέα του γραφείου να στείλει το εν λόγω κλητήριο ένταλμα στους δικηγόρους τους και όπως φάνηκε εκ των υστέρων οι δικηγόροι τους δεν έλαβαν τις οδηγίες καθότι η γραμματέας αμέλησε να τους ενημερώσει. Γνωρίζει και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους τους ότι έχουν καλή και καλόπιστη υπεράσπιση στην αξίωση της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας την οποία περιγράφει στις παραγράφους (α)-(ν) της ένορκης του δήλωσης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων είναι αποδεκτό ότι υπήρχε συνεργασία μεταξύ ενάγουσας και εναγομένων για την υποβολή μελέτης στον Παγκύπριο Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό για τις κτιριακές εγκαταστάσεις της πρώτης φάσης της φοιτητικής εστίας του Πανεπιστημίου Κύπρου (στο εξής ο «διαγωνισμός») και κατόπιν γραπτής πρότασης των εναγομένων προς την ενάγουσα καθορίστηκε το είδος της συνεργασίας και η αμοιβή της τελευταίας (βλ. Τεκμήρια 1 και 2 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του αιτητή-εναγόμενου 1). Με επιταγή ημερομηνίας 4.12.1998 (Τεκμήριο 3) οι εναγόμενοι κατέβαλαν στην ενάγουσα έναντι των υπηρεσιών της το ποσό των £1.800. Στον διαγωνισμό πήραν το πρώτο βραβείο και ο ρόλος της ενάγουσας θα ήταν συμβουλευτικός αναφορικά με τα βιοκλιματιστικά θέματα. Αποτελεί ισχυρισμό των εναγομένων ότι η ενάγουσα δεν συνεισέφερε σε σχέση με την υλοποίηση του έργου και επέλεξε να μην συνεχιστεί η συνεργασία τους τερματίζοντας αυτή περί τις 26.6.2001 με αποτέλεσμα να μην δικαιούται στην πληρωμή των ποσών που απαιτεί. Για την έκδοση της επίδικης απόφασης οι αιτητές-εναγόμενοι πληροφορήθηκαν με επιστολή των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας ημερομηνίας 20.12.2006 (Τεκμήριο 4). Ενόψει των ισχυρισμών του ο αιτητής-εναγόμενος 1 υποστηρίζει ότι είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί η επίδικη απόφαση δηλώνοντας ότι οι εναγόμενοι είναι διατεθειμένοι να υπογράψουν οποιαδήποτε εγγύηση για κάλυψη τυχόν εξόδων που θα υποστεί η ενάγουσα από τον παραμερισμό της απόφασης. Η ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση-ενάγουσας που καταχωρήθηκε στις 16.4.2007 έχει ως νομικό υπόβαθρο τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14 και Δ.48 θ.4, τη διακριτική εξουσία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, καθώς και τη σχετική επί του θέματος νομολογία ενώ οι λόγοι της ένστασης είναι ότι οι αιτητές-εναγόμενοι δεν δίδουν καμία ή/και ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση των σαράντα ημερών από την γνώση τους για την έκδοση της επίδικης απόφασης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η όλη συμπεριφορά τους από την καταχώρηση της αγωγής αλλά και πριν απ' αυτήν καθώς και μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης συνιστά περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας καταδεικνύουσα αδιαφορία και δεν παραθέτουν οποιαδήποτε ή/και επαρκή στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αξίωση της ενάγουσας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας, η οποία ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα βάσει των οποίων εκδόθηκε η επίδικη απόφαση όπως εμφαίνονται στην έκθεση απαίτησης και υποστηρίζονται από τα Τεκμήρια που λήφθηκαν υπόψη κατά την απόδειξη της απαίτησης της εναντίον των εναγομένων, καταδεικνύουν το βάσιμο της απαίτησης της και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο αιτητής-εναγόμενος 1 στην ένορκη του δήλωση. Παραθέτουσα το ιστορικό απαίτησης των οφειλόμενων από τους εναγόμενους ποσών με επιστολές των δικηγόρων της προς αυτούς πριν την έγερση της αγωγής (Τεκμήρια 1 και 2 της ένορκης της δήλωσης) επισημαίνει την έλλειψη απάντησης εκ μέρους τους και με αναφορά στο τι ακολούθησε διαδικαστικά την καταχώρηση της αγωγής που οδήγησε στην έκδοση της επίδικης απόφασης θεωρεί την αιτιολογία του αιτητή-εναγόμενου 1 για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων εντελώς παράλογη, ανεπαρκή και στερούμενη πειστικότητας, η οποία δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι σε σχέση με τον αιτητή-εναγόμενο 2 δεν υπάρχει οποιαδήποτε αιτιολογία για την αδράνεια του και την υπέρμετρη καθυστέρηση που επέδειξε. Η πλήρης έλλειψη ενδιαφέροντος για την εξέλιξη της παρούσας υπόθεσης προκύπτει και από την στάση των αιτητών-εναγομένων μετά την ενημέρωση που έτυχαν από τους δικηγόρους της για την έκδοση της επίδικης απόφασης (Τεκμήριο 3), ενώ η αντίδραση τους εκδηλώθηκε μετά την επίσκεψη του επιδότη κατά την εκτέλεση του εντάλματος εκποίησης κινητών. Τα πιο πάνω φανερώνουν την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και την περιφρονητική στάση των αιτητών-εναγομένων που θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη της αίτησης τους. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αιτητή-εναγόμενου 1 ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση έναντι της απαίτησης της, η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αυτοί είναι λανθασμένοι, αβάσιμοι και παραπλανητικοί εφόσον το Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του αιτητή-εναγόμενου 1 της είχε δοθεί από τους εναγόμενους στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, ενώ η ίδια αποδέχθηκε στις 6.10.1998 πρόταση που περιέχεται στην επιστολή των εναγομένων που αποτελεί το Τεκμήριο Α της ένορκης της δήλωσης ημερομηνίας 11.12.2006, με την οποία έγινε η απόδειξη της απαίτησης της εναντίον των εναγομένων. Ο αιτητής-εναγόμενος 1 δεν επεξηγεί τη διάσταση που υπάρχει στις εν λόγω δύο επιστολές και δεν αντικρούει το περιεχόμενο του προαναφερθέντος Τεκμηρίου Α. Η ίδια βρισκόταν πάντοτε στη διάθεση των εναγομένων μετά την απονομή του πρώτου βραβείου εκτελώντας όσες εργασίες της ανέθεταν, ενώ από έρευνες που έκανε στις τράπεζες με τις οποίες συνεργάζεται δεν εξακριβώθηκε κατά πόσο εξαργυρώθηκε εκ μέρους της η επιταγή - Τεκμήριο 3 - υποστηρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων για μη συνεισφορά της στην υλοποίηση του έργου και τερματισμό εκ μέρους της της συνεργασίας τους είναι αβάσιμοι και ανυπόστατοι καθότι ουδέποτε της γνωστοποιήθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε προβλήματος για τα όσα η ίδια πρότεινε σχετικά με το έργο. Ενόψει των θέσεων της υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε εκ μέρους του αιτητή-εναγόμενου 1 συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.7.2007 στην οποία αυτός αναφέρει ότι η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα εξαργύρωσε την επιταγή των £1.800 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 1 που επισυνάπτει, έχοντας εξασφαλίσει σχετικό αντίγραφο από το αρχείο της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Απαντώντας η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα με δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 19.7.2007 αναφέρει ότι πράγματι έλαβε το ποσό των £1.800 και εκ παραδρομής αναγράφηκε στην αγωγή της ότι έλαβε το ποσό των £750. Ωστόσο το ποσό αυτό της δόθηκε έναντι της απαίτησης της εναντίον των εναγομένων και όχι για εξόφληση της αμοιβής της. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν. Αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι, οι οποίοι αφού αναφέρθηκαν στις νομικές αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης του Δικαστηρίου υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις των μερών παραπέμποντας στις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν τις θέσεις αυτές. Στη νομολογία γίνεται διάκριση σε σχέση με τις αιτήσεις παραμερισμού όσον αφορά τις αρχές που εφαρμόζονται ανάλογα με το κατά πόσο η απόφαση εκδόθηκε κανονικά ή όχι. Όταν πρόκειται περί αντικανονικά εκδοθείσας απόφασης (irregular judgment), όπου δηλαδή αποδεικνύεται ότι η επίδοση της αγωγής έγινε με αντικανονικό τρόπο ή όταν αναφύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντικανονικότητας που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης ως παράτυπης "ex debito justitiae" δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση χωρίς οποιοδήποτε όρο σχετικά με τα έξοδα (βλ. Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου

(1997)1 ΑΑΔ 247, Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. Ι. Κυριακίδη κ.α.,
(2000)1 ΑΑΔ 601, Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1 ΑΑΔ 700). Περαιτέρω, όταν πρόκειται για κανονικά εκδοθείσα απόφαση (regularly obtained judgment), ο παραμερισμός απόφασης που εκδίδεται ερήμην του εναγομένου είναι ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα ακύρωσης/παραμερισμού απόφασης έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 CLR 204. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης, χωρίς να γίνεται αξιολόγηση από το Δικαστήριο οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για την ορθότητα των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του. Το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει δύο ουσιαστικούς παράγοντες στην απονομή της δικαιοσύνης: της ανάγκης αφενός να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και της ανάγκης αφετέρου να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής εργασίας. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του επίσης τη συμπεριφορά του αιτητή. Αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση (βλ. Evans v. Bartlam
(1973)2 All E.R. 646, Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)CLR 317, Christoforou v. Kyriakoullis
(1963)2 CLR 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415 και Ζήνωνας Μερκή ν. Yiannoukkas Holiday Inns Ltd
(1994)1 AAΔ 736). Οι νομολογιακές αρχές επαναλήφθηκαν σε πληθώρα μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στη Μούγης ν. Σπανούδη
(1996)1 ΑΑΔ 997, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Eros Travel and Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ 712 και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818, Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793). Τονίστηκε δε στην πρόσφατη νομολογία ότι τόσο η αποκάλυψη εκ μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης όσο και η ικανοποιητική εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης αλλά και η μη ύπαρξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης του αιτητή να αποταθεί για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, αποτελούν παράγοντες που καθορίζουν την απόφανση του Δικαστηρίου σε αιτήσεις αυτής της φύσεως (βλ. και Κ. Χριστοφόρου κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 86, Λουκαϊδου ν. Γερολέμου
(2000)1 ΑΑΔ 333, F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 2054, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τ. Γεωργίου Μαλιετζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616). Ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των πιο πάνω παραγόντων σε σχέση με τα γεγονότα που πρέπει να αποδειχθούν (βλ. Λευκίδου ν. Κανναουρίδης
(1999)1 ΑΑΔ 528). Στην παρούσα υπόθεση αρχικά επισημαίνεται ότι οι αιτητές-εναγόμενοι επικαλούνται ότι έχουν υπεράσπιση στην εναντίον τους απαίτηση της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας. Δεν αμφισβητείται ότι υπήρξε συμφωνία για συνεργασία των διαδίκων αλλά τίθεται εκ μέρους των αιτητών-εναγομένων ο ισχυρισμός ότι η συνεργασία τερματίστηκε εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας και ότι της κατέβαλαν το ποσό των ₤1.800 για τις υπηρεσίες της. Από την άλλη η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα αποδέχεται ότι έχει λάβει από τους αιτητές-εναγόμενους ποσό μεγαλύτερο από το ισχυριζόμενο στην έκθεση απαίτησης της και ως εκ τούτου το επιδικασθέν υπέρ της ποσό δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικά οφειλόμενο σε αυτήν ποσό. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της εκ παραδρομής γράφτηκε στην έκθεση απαίτησης της ότι έλαβε από τους εναγόμενους το ποσό των ₤750 ενώ στην πραγματικότητα είχε λάβει ₤1.800. Προκύπτει συνεπώς ότι η ενάγουσα αν και ορθά προχώρησε σε απόδειξη της απαίτησης της λόγω μη εμφάνισης των εναγομένων κατά το κατάλληλο στάδιο ωστόσο εξασφάλισε εναντίον τους απόφαση για ποσό κατά ₤1.050 μεγαλύτερο από αυτό που εδικαιούτο να λάβει κατά την έκδοση της απόφασης. Το γεγονός αυτό έχει καταλυτική σημασία για την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Και αυτό επειδή σύμφωνα με τη νομολογία απόφαση που εκδίδεται για ποσό μεγαλύτερο από το πράγματι οφειλόμενο κατά την έκδοση της απόφασης είναι λανθασμένη και πρέπει να παραμερισθεί. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958 στη σελίδα 615, όπου γίνεται αναφορά στον αντίστοιχο της Κυπριακής Δ.26 Θ.14 παλαιό Αγγλικό Θεσμό Ο.27 r.15 αναφέρονται τα εξής: "Where a judgment is obtained irregularly the defendant is entitled ex debito justitiae to have it set aside (Anlaby v. Praetorious, 20 Q.B.D. 764) ................................ Judgment entered for too much. A judgment for more than the amount actually due at the time judgment is entered is bad and will be set aside. (Hughes v. Justin
(1894)1 Q.B. 667)". [βλ. επίσης και στη σελίδα 219 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής του 1958 παρόμοια αναφορά σχετικά με τον παλαιό Αγγλικό Θεσμό O.13 r.3 αντίστοιχο της Κυπριακής Δ.17 Θ.3]. Στην υπόθεση Hughes v. Justin (πιο πάνω) λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι: "In my opinion, according to the true construction of Order XIII, rule 3, which is to the same effect as ss25 and 27 of the Common Law Procedure Act, 1852, although the plaintiff was within his rights in issuing the writ he was wrong in signing judgment for more than was then due, and as nothing was due he could only sign judgment for the costs. The judgment for the debt and costs was wrong and Anlaby v. Praetorious, 20 Q.B.D. 764 shews that the defendant has a right ex debito justitiae to have it set aside." Έχοντας κατά τα νου τα πιο πάνω θεωρώ ότι η έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας για ποσό μεγαλύτερο από αυτό που, σύμφωνα και με τη δική της θέση, αυτή εδικαιούτο να λάβει από τους εναγόμενους μετατρέπει την απόφαση που έχει εκδοθεί σε κακή ή αντικανονική απόφαση και το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ex debito justitiae. Όταν το Δικαστήριο παραμερίζει μια απόφαση ex debito justitiae δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας και επομένως δεν θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι εναγόμενοι αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή κατά πόσο δικαιολογημένα καθυστέρησαν να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου (πιο πάνω), Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. Ι. Κυριακίδη κ.α. (πιο πάνω) και Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους (πιο πάνω)). Σχολιάζοντας ωστόσο πολύ συνοπτικά τις θέσεις και ισχυρισμούς των αιτητών-εναγομένων μπορεί να λεχθεί ότι από τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία προβάλλεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας, ενώ δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση από την έκδοση της επίδικης απόφασης μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, παραμένοντας επίσης αναμφισβήτητο γεγονός ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η μη έγκαιρη εμφάνιση των εναγομένων στην διαδικασία οφείλεται σε λάθος της υπαλλήλου τους. Κατά συνέπεια η αίτηση επιτυγχάνει. Ως προς τα έξοδα, έχοντας κατά νου τον λόγο παραμερισμού της επίδικης απόφασης και τις αρχές που διέπουν την επιδίκαση εξόδων σε τέτοιες περιπτώσεις, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα που χάνονται λόγω του παραμερισμού, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικασθούν υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση-ενάγουσας και εναντίον των αιτητών-εναγομένων, εφόσον αυτά προκλήθηκαν λόγω της μη έγκαιρης εμφάνισης τους στη διαδικασία, και θα καταβληθούν εντός 21 ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτούς της απόφασης του Πρωτοκολλητή. Επισημαίνεται ότι το ποσό των £1050 που αντικανονικά επιδικάστηκε υπέρ της ενάγουσας δεν διαφοροποιεί την κλίμακα της αγωγής. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως επιδικασθούν υπέρ των αιτητών-εναγομένων και εναντίον της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας, εφόσον η έκδοση της κακής ή αντικανονικής απόφασης ημερομηνίας 11.12.2006 οφείλεται σε σφάλμα της ενάγουσας και τα μέτρα που έλαβαν οι εναγόμενοι για να διορθώσουν το σφάλμα επιτυγχάνουν (βλ. Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου (πιο πάνω)), θα καταβληθούν δε μετά το πέρας της υπόθεσης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Εκδίδεται κατά συνέπεια διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 11.12.2006 με διαταγή ως προς τα έξοδα ως ανωτέρω. Εμφάνιση και υπεράσπιση των εναγομένων να καταχωρηθούν εντός της πιο πάνω περιόδου των 21 ημερών. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.