← Κύπρος

Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ν. Αντέννα Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 726/06, 28 Νοεμβρίου, 2007

Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ν. Αντέννα Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 726/06, 28 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A126 ΕΠΑΡΧΙΚΑΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 726/06 Μεταξύ Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, από Λευκωσία Ενάγουσας Και Αντέννα Λίμιτεδ, από Λευκωσία Εναγομένης Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2007. Αίτηση υπό Εναγομένης ημερ. 25.9.07 για τροποποίηση Ε/Υ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Χ. Χριστοφίδης Για Καθ' ων η Αίτηση: κα Β. Σιηττή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 25.9.07 και ενώ η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση (στις 4.10.07) οι Εναγόμενοι - Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα αίτηση ζητώντας άδεια για τροποποίηση της υπεράσπισης τους και συγκεκριμένα για να προβάλουν επιπλέον ισχυρισμούς ως εξής: α) Ότι η Ενάγουσα στερείται εξουσίας και/ή δεν νομιμοποιείται να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στο όνομα της. β) Ότι η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα αντίκειται στα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και γ) Ότι η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα παραβιάζει το άρθρο 6

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Σύμφωνα με τη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Χρύσανθου Χρυσάνθου, ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση στα πλαίσια προετοιμασίας του για την ακρόαση εντόπισε ότι εκ παραδρομής δεν περιέλαβε στις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται στην υπεράσπιση τα νομικά ζητήματα των οποίων απαιτείται η προσθήκη με την αίτηση τροποποίησης. Κατά τη γνώμη του είναι ορθό και δίκαιο να εγκριθεί η αίτηση για να μπορέσει η Εναγόμενη να προβάλει την ολοκληρωμένη υπεράσπιση της. Η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση με την ένσταση της προέβαλε ότι:
  1. Οι Αιτητές εμποδίζονται να αιτούνται τις συγκεκριμένες τροποποιήσεις αφού με τη μέχρι σήμερα συμπεριφορά τους αποδέχθηκαν το δικαίωμα της Ενάγουσας να εγείρει αγωγή, καταβάλλοντας ακόμη και μετά την αγωγή μέρος των αξιούμενων ποσών.
  2. Η ένορκη τους δήλωση έγινε από πρόσωπο μη εξουσιοδοτημένο.
  3. Υπάρχει τέτοια καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης που συνιστά περιφρόνηση και κατάχρηση.
  4. Εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης πράγμα που αποτελεί κατάφωρη κατάχρηση και εκ των υστέρων σκέψεις.
  5. Η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί πλήρη διαφοροποίηση της υφιστάμενης υπεράσπισης.
  6. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιδιώκεται η αντικατάσταση ολόκληρης της υπεράσπισης και προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί εντελώς αντίθετοι.
  7. Δεν αιτιολογείται επαρκώς η καθυστέρηση.
  8. Στο στάδιο αυτό επηρεάζονται αρνητικά τα δικαιώματα της Ενάγουσας.
  9. Μεταβάλλεται το πλαίσιο της δίκης και ανατρέπεται η πορεία της διαδικασίας με ζημιογόνες συνέπειες για την Ενάγουσα.
  10. Οι τροποποιήσεις δεν συνάδουν με το δικαιολογητικό που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση.
  11. Δεν αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους οι Αιτητές ισχυρίζονται τα όσα περιλαμβάνονται στις τροποποιήσεις.
  12. Η ένορκη δήλωση είναι ανεπαρκής.
  13. Το αιτητικό είναι λανθασμένο. Στην ένορκη δήλωση του κ. ΄Ανθιμου Παπανδρέου η οποία συνοδεύει την ένσταση βασικά αναλύονται κάπως εκτενέστερα οι ως άνω λόγοι ένστασης. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος της τροποποίησης δικογράφων υπάρχει όντως πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη θεώρηση της προκύπτει ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας κάποια διαφορά και προς αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη ή αδικία στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ή εκεί όπου κρίνεται ότι ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα (βλ. υποθ. Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βεβαίως ότι δεν προκαλείται βλάβη στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα. Είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν πρόσφατα στην υπ. Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.α., Πολ. Εφ. 96/06 ημερ. 27.7.07 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ' έφεσιν: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι , σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Στην παρούσα αγωγή η Ενάγουσα διεκδικούσε ποσό Λ.Κ.26.383 ως τέλη διαφημίσεων για το έτος 2000 βάσει του άρθρου 24 του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Ν.7
(1)/98 πλέον τόκους προς 9% ετησίως. Είναι παραδεκτό από την Καθ' ης η Αίτηση πως έγιναν πληρωμές ακόμα και μετά την καταχώριση της αγωγής και μέσα από το φάκελο και ιδιαίτερα την προηγηθείσα αίτηση για συνοπτική απόφαση, πως αυτό που παραμένει προς εκδίκαση είναι το δικαίωμα είσπραξης τόκων προς 9% βάσει του κ.45
(5)των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών Κ.Δ.Π.10/
  1. Για αυτά τα θέματα ήταν και η υπεράσπιση που προέβαλαν οι Εναγόμενοι - Αιτητές. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις βασικά οι Αιτητές επιθυμούν να διευρύνουν τα νομικά θέματα που είχαν εγείρει. Το υπό (α) αιτητικό πρέπει να πω ότι συνδέεται άρρηκτα με την υφιστάμενη παράγραφο 1 της Υπεράσπισης, αλλά με τα άλλα δύο όντως προβάλλονται δύο νέα νομικά επιχειρήματα. Σίγουρα όμως δεν επιδιώκεται αντικατάσταση ολόκληρης της υπεράσπισης, όπως διατείνεται η Καθ' ης η Αίτηση. Όπως δε αναφέρεται στην πιο πάνω υπόθεση Νικολάου, όταν το θέμα είναι νομικό, η περί γεγονότων μαρτυρία που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις μικρή επίδραση θα πρέπει να έχει στην κρίση του δικαστηρίου. Όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης πρέπει να σημειωθεί πως η αγωγή δεν είναι ιδιαίτερα παλαιά και το θέμα εγέρθηκε αρκετά νωρίς, και δη πριν την έναρξη της ακρόασης. Υπό κανονικές συνθήκες και εάν δεν υπήρχε η ένσταση η αίτηση θα μπορούσε να διεκπεραιωθεί και χωρίς να προκαλέσει αναβολή της ακρόασης στις 4.10.
  2. Αλλά και όπως εξελίχθηκε η διαδικασία η ίδια η τροποποίηση δεν θα προκαλέσει μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής. Ο Ενόρκως Δηλών υπέρ των αιτητών είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους. Γνωρίζει τα γεγονότα μέσω πληροφοριών από πρόσωπο που υποδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς και δεν έχει αντεξεταστεί για όσα αναφέρει. Αποδίδει την παράλειψη σε λάθος των ιδίων το οποίο εντοπίστηκε πολύ πρόσφατα. Δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε κακοπιστία στα όσα ισχυρίζεται. Εν πάση περιπτώσει ούτε έχει καταδειχθεί βάσιμα ότι θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Όπως επίσης έχει λεχθεί στην υπ. Νικολάου (ανωτέρω) «όταν δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει». Όπως τονίζεται, το ουσιωδέστερο είναι «να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους». Εξάλλου όπως προκύπτει και από την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd
(1979)1 C.L.R. 542 η βασική αποστολή των δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση των πραγματικών ζητημάτων και της πραγματικής διαφοράς των μερών, υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά. ΄Εχω ήδη εξηγήσει πως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία ή βλάβη στην Ενάγουσα με την τροποποίηση την οποία αιτούνται οι Εναγόμενοι. Δεν συμφωνώ ούτε με τη θέση ότι επηρεάζονται αρνητικά τα δικαιώματα της Ενάγουσας απλώς και μόνον επειδή έχει ήδη εκδικαστεί και απορριφθεί αίτηση για συνοπτική απόφαση. Αντιθέτως θα μπορούσε να λεχθεί πως οι προτεινόμενες τροποποιήσει συνάδουν και/ή απορρέουν από τη βασική ένσταση στη διαδικασία συνοπτικής απόφασης, δηλ. στη θέση ότι η επίδικη απόφαση είναι «προϊόν παρανομίας» και «άκυρη» μη παράγουσα οποιοδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης, πλην των εμφανίσεων για ακρόαση και για απαγγελία της απόφασης, καθώς και όσα τυχόν παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. (υπ.) ......... Χ. Β. Χαραλάμπους Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.