← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΕΛΕΝ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. ΦΩΤΟΥ ΦΩΤΙΑΔΗ, Αρ. Αγωγής: 4805/2006, 29 Νοεμβρίου, 2007

ΧΡΙΣΤΕΛΕΝ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. ΦΩΤΟΥ ΦΩΤΙΑΔΗ, Αρ. Αγωγής: 4805/2006, 29 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4805/2006 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΕΛΕΝ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ Ενάγουσας και ΦΩΤΟΥ ΦΩΤΙΑΔΗ Εναγομένου _ _ _ _ _ _ Αίτηση ημερ. 5.12.06 για διαγραφή της Ενάγουσας κ.λ.π. Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή/Εναγόμενο: κ. Κ. Μιχαηλίδης για κ.κ. Κυριάκος Θ. Μιχαηλίδης & Σία. Για την Καθ΄ης η αίτηση/Ενάγουσα: κ. Δ. Καλλής για κ.κ. Καλλής & Καλλής. _ _ _ _ _ _ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στόχος της παρούσας αίτησης είναι η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τη διαγραφή του ονόματος της Ενάγουσας από το κλητήριο ένταλμα, και/ή την απόρριψη της αγωγής, και/ή τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος στην παρούσα αγωγή και όλων των επακολουθησάντων διαβημάτων για το λόγο ότι η Ενάγουσα υπέγραψε την επίδικη συμφωνία ημερ. 1.3.02 ως αντιπρόσωπος τρίτου προσώπου και όχι για προσωπικό αυτής όφελος ή συμφέρον ή λογαριασμό και για τους λόγους που αναφέρονται στην επισυνημμένη στην αίτηση ένορκη δήλωση. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, θθ.1 και 10, Δ.27 θ.3 και Δ.48, θθ.1 και 2 καθώς επίσης και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από συνοδευτική ένορκη δήλωση του Εναγομένου, ημερ. 5.12.06, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο: «

(1)Είμαι ο Εναγόμενος εις την αγωγή υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν.
(2)Το ισχυριζόμενον αγώγιμον δικαίωμα της αγωγής υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν βασίζεται, σύμφωνα με την παρ.2 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, σε μίαν γραπτήν συμφωνίαν ημερ. 1.3.2002, την οποίαν υπέγραψεν η Ενάγουσα και εγώ προσωπικά και εκ μέρους της Ελληνικής εταιρείας DCC Ανώνυμη Εταιρεία Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (DCC). Επισυνάπτω αντίγραφον της ως άνω συμφωνίας ως Τεκμήριον 1.
(3)Η Ενάγουσα εδήλωσεν εις την παρ.1 της ως άνω συμφωνίας ότι ενεργεί προς όφελος και ή δια λογαριασμόν τρίτου προσώπου το οποίον τότε επεθύμει να παραμείνη ανώνυμον.
(4)Περαιτέρω η παρ.3 της ως άνω συμφωνίας ανέγραφεν ότι ο Φώτος Φωτιάδης και η DCC ανεγνώριζαν «αναντιρρήτως και αμετακλήτως και άνευ προβολής οιασδήποτε ενστάσεως ότι η Ενάγουσα νομιμοποιείται στο όνομα της να διεκδικεί και εισπράττει το πιο πάνω ποσόν και ότι το ποσόν αυτό ωφείλετο για προσφερθείσες υπηρεσίες και τις οποίες σε καμίαν περίπτωσιν δεν εδικαιούμην ν΄αμφισβητήσω εγώ και η DCC με οιονδήποτε τρόπον έναντι της Ενάγουσας ή τρίτου». (Κατά την ακρόασιν θα γίνη αναφορά εις το πλήρες κείμενον της συμφωνίας δια την ορθήν ερμηνείαν και συνέπειες ταύτης).
(5)Εις την Υπεράσπισιν, παρ.18, ισχυρίζομαι ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να καταχωρήση η ιδία αγωγήν επ΄ονόματι της εφ΄όσον αυτή δεν υπέγραψε την συμφωνίαν δια τον εαυτόν της. Προβάλλω δε ωρισμένες άλλες υπερασπίσεις εις τις οποίες θα γίνη αναφορά κατά την ακρόασιν.
(6)Εις την Απάντησιν εις την Υπεράσπισιν, η οποία κατεχωρήθη την 23.10.2006, παρ.13, αναφέρεται ότι «η Εταιρεία (η Ενάγουσα) έχει μετόχους, διοικητικούς συμβούλους τον δρ. Χρ. Κληρίδη, δικηγόρο, και Ελένη Κληρίδου σύζυγο του η οποία εργοδοτείται από 20ετίας και πλέον στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο υπεύθυνη για λογιστικά και άλλα θέματα προσωπικού και για υπεράκτιες εταιρείες. Η εταιρεία χρησιμοποιείται και για επαγγελματικά θέματα του γραφείου (του δικηγορικού γραφείου του κ. Χρ. Κληρίδη) και ενεργεί σαν καταπιστευματοδόχος και ή αντιπρόσωπος πελατών. Στην προκειμένη περίπτωση ενεργούσε για τον κ. Ιπποκράτη Σταματίου το όνομα του οποίου δεν ήταν επιθυμητό να δηλωθεί τότε στο έγγραφο.»
(7)Εις την παρ.14 της Απαντήσεως η Ενάγουσα περαιτέρω λέγει: «Ο κ. Σταματίου προσέφερε πολύτιμες και ανεκτίμητες υπηρεσίες στην όλη υπόθεση και γραπτή μαρτυρία/έγγραφα και βοήθησε στο να δώσει μαρτυρία ο Δρ. Χρίστος Κληρίδης ενώπιον της Ελληνικής Δημοκρατίας για το όλο θέμα. Γι΄αυτές τις υπηρεσίες ο Εναγόμενος συμφώνησε ως η επίδικη συμφωνία καθότι το υλικό διετέθη από τον κ. Σταματίου στον Δρ. Χρίστο Κληρίδη ο οποίος χωρίς την έγκριση του κ. Σταματίου δεν μπορούσε να το διαθέσει και/ή προσφέρει και/ή ενεργήσει ως ενήργησε. Για αυτές τις υπηρεσίες και για νόμιμο άρα αντάλλαγμα υπέγραψε τη συμφωνία ο κ. Φωτιάδης από την οποία τώρα προσπαθεί να απαλλαγεί με μεταγενέστερες σκέψεις και ισχυρισμούς. Το ποιες συμφωνίες έχει ο κ. Σταματίου με τυχόν τρίτα πρόσωπα ή δικηγόρους η Ενάγουσα αγνοεί.»
(8)Η Ενάγουσα προβάλλει παρομοίους ισχυρισμούς και εις τις παρ.15 και 16 της Απαντήσεως.
(9)Αφ΄ης στιγμής απεκάλυψεν η Ενάγουσα ρητώς και απεριφράστως ότι όταν υπέγραφε την ως άνω συμφωνίαν δεν την υπέγραψε δια τον εαυτόν της αλλά δια τον Ιπποκράτην Σταματίου έχω νομικήν συμβουλήν και εντίμως πιστεύω ότι η Ενάγουσα δεν ενομιμοποιείτο να καταχωρήση αγωγήν εις το όνομα της. Το μόνον πρόσωπο που θα εδικαιούτο να καταχωρήση αγωγήν και ν΄αποδείξη εάν έδωσεν οιανδήποτε αντιπαροχήν είναι το τρίτον πρόσωπον, ο ισχυριζόμενος εντολεύς, Ι. Σταματίου.
(10)Περαιτέρω έχω νομικήν συμβουλήν ότι η αγωγή πρέπει ν΄απορριφθή και δυνάμει του Διαδικαστικού Κανονισμού Δ.27 θ.3 διότι δεν δεικνύει καλήν βάσιν αγωγής έναντι της Εναγούσης εφ΄όσον η Ενάγουσα ρητώς και απεριφράστως λέγει ότι δεν συνήψε την επίδικον συμφωνίαν προς όφελος της και δια λογαριασμόν της αλλά δια λογαριασμόν και προς όφελος τρίτου προσώπου, το οποίον κατωνόμασεν εις την Απάντησιν εις την αγωγήν.
(11)Έχω όμως νομικήν συμβουλήν ότι και να μην απεκάλυπτεν η Ενάγουσα ότι υπέγραψε την ως άνω συμφωνίαν δια λογαριασμόν συγκεκριμένου προσώπου και πάλιν εφ΄όσον αυτή ισχυρίζεται εις την ως άνω συμφωνίαν ότι υπέγραψε δια λογαριασμόν τρίτου προσώπου, έστω και μη αποκαλυφθέντος τότε, δεν νομιμοποιείται να καταχωρή αγωγήν εις το όνομα της και να ζητά θεραπείαν η οποία ανήκει σε τρίτον πρόσωπο.
(12)Εν όψει των ως άνω αιτούμαι ως εν τη αιτήσει.» Η ένσταση την οποία καταχώρισε η Ενάγουσα έχει το ίδιο νομικό υπόβαθρο όπως η αίτηση. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  1. Ο Εναγόμενος συμφώνησε ενυπογράφως ότι η Ενάγουσα νομιμοποιείται να καταχωρεί την παρούσα αγωγή και συνεπώς εμποδίζεται από του να αμφισβητεί τούτο.
  2. Τα θέματα που εγείρει η αίτηση είναι πραγματικά γεγονότα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν στο παρόν στάδιο δυνάμει της διαταγής 27 θεσμός 3 και ή της διαταγής 9 θεσμός 1 και ή 9 θεσμός 10 οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν εφαρμόζονται ενόψει της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας κατά ή περί την 1.3.2002 και/ή δεν είναι το κατάλληλο στάδιο το Δικαστήριο να δεσμευθεί με ευρήματα που θα επηρεάσουν την απόφαση του σε μεταγενέστερο στάδιο και τούτο στο πλαίσιο ενδιάμεσης απόφασης.
  3. Όπου είναι όρος του συμβολαίου ότι ο αντιπρόσωπος δύναται να καταχωρήσει αγωγή τότε μόνο ο αντιπρόσωπος μπορεί να πράξει τούτο. Ιδιαίτερα όπου ο Εναγόμενος δέχθηκε ενυπογράφως τούτο όπως και να μην αμφισβητήσει το δικαίωμα του αντιπροσώπου.
  4. Ο Εναγόμενος συμφώνησε με τη συμφωνία 1.3.02 ότι δεν θα αμφισβητούσε το δικαίωμα της Ενάγουσας να διεκδικεί τα επίδικα ποσά ο δε Εναγόμενος συμβλήθηκε με την Ενάγουσα προσωπικά και συνεπώς δικαιούται η Ενάγουσα να ζητεί τα εν λόγω επίδικα ποσά εφόσον ο ίδιος ο Εναγόμενος συμφώνησε ότι το όνομα του τρίτου δεν έπρεπε και δεν ήταν επιθυμητό να συμπεριληφθεί στη συμφωνία σεβόμενος την επιθυμία του τρίτου προσώπου.
  5. Η αίτηση του Εναγομένου ζητά ουσιαστικά θεραπεία η οποία είναι αντιφατική με την Υπεράσπιση παράγραφος 18 δεδομένου ότι η ίδια η Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι η συμφωνία έγινε για λογαριασμό του συμβούλου του Εναγόμενου καθηγητή και πρώην Αρεοπαγίτη κ. Σταματόπουλου ενώ η αίτηση ζητά απόρριψη της αγωγής με το επιχείρημα ότι η συμφωνία έγινε για λογαριασμό του γαμπρού του Εναγομένου κ. Σταματίου όπως προκύπτει από την ίδια την Απάντηση της Ενάγουσας.
  6. Εν πάση περιπτώσει ουδεμία αγωγή απορρίπτεται λόγω παράλειψης συμπερίληψης όλων των διαδίκων αλλά το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να διατάξει την προσθήκη όλων των απαραίτητων διαδίκων.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Χρίστου Κληρίδη, ημερ. 6.2.
  7. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Ακολούθησε η καταχώριση, με άδεια του Δικαστηρίου, συμπληρωματικών πολυσέλιδων ενόρκων δηλώσεων και από τις δύο πλευρές. Θεωρώ αχρείαστο να αναφερθώ στο περιεχόμενο τους το οποίο ουσιαστικά καλύπτεται από τις αρχικές ένορκες δηλώσεις των διαδίκων. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι συνήγοροι περιορίστηκαν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις παραπέμποντας σε νομολογία. Η Δ.27, θ3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία εδράζεται η αίτηση, προνοεί για τη διαγραφή δικογράφων για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτουν λογική βάση αγωγής ή ότι η αγωγή είναι επιπόλαια και ενοχλητική. Η Δ.27, θ.3 στοχεύει στη διαγραφή της ίδιας της αγωγής ή της έκθεσης απαίτησης ή της υπεράσπισης ανάλογα, όπου δεν φαίνεται ουσιαστικό επίδικο ζήτημα ή όπου τα δικόγραφα είναι τόσο ξεκάθαρα επιπόλαια και ενοχλητικά (frivolous and vexatious) που η κατάθεση τους αποτελεί στην ουσία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να δύναται να τερματίσει ή να αναστείλει την αγωγή ή να εκδώσει απόφαση ως είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. το αντίστοιχο Ο.25, r.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και την υπόθεση Whitworth v. Darbishire 68 L.T. 216). H εξουσία προς διαγραφή in limine είναι πολύ δραστική και ασκείται με μεγάλη φειδώ χωρίς ταυτόχρονα να παραγνωρίζεται ότι αποτελεί χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, άχρηστων ή ενοχλητικών θεμάτων (Drummond - Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094). Ιδιαίτερα είναι δυνατή η διαγραφή της αγωγής ή το όνομα του ενάγοντα όταν υπάρχει αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο ο ενάγων νομιμοποιείται να εγείρει την συγκεκριμένη αγωγή. Όπως υποδεικνύει η νομολογία, το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για διαγραφή της αγωγής, για το λόγο ότι η ύπαρξη του ενάγοντα δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων (Lioufis and Co. Ltd v. Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1(Β) ΑΑΔ 773, 780, Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.ά.
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1058, 1072, 1073, και Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D´Escompte de Mulhouse
(1925)A.C. 112 (HL). Η Δ.27, θ.3 παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου. Η αίτηση για τη διαγραφή πρέπει να γίνεται στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας ώστε να τερματίζεται τα ενωρίτερο δυνατό η διαδικασία (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575). Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Lioufis (ανωτέρω), στη σελ. 780, ο ενάγων υποχρεούται να παραθέσει ως προς την ταυτότητα του στον τίτλο της αγωγής τα προβλεπόμενα από τη Δ.2, θ.3 στοιχεία, που σκοπούν στον προσδιορισμό της οντότητας και ταυτότητας του. Με αυτά τα στοιχεία δίδεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να ελέγξει και, εν ανάγκη, να αμφισβητήσει την οντότητα του ενάγοντα. Στο White Book του 1954 κάτω από τον υπότιτλο «Scope of this Rule» στη σελ. 421 αναφέρονται τα εξής: «It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule . If there is a point of law which requires serious discussion, an objection should be taken on the pleadings, and the point set down for argument under r.2 . The powers conferred by r.4 will only be exercised where the case is beyond doubt. The Court must be satisfied that there is no reasonable cause of action.» Στη σελ. 422 του πιο πάνω συγγράμματος διαβάζουμε τα ακόλουθα: «So long as the Statement of Claim or the particulars . disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided . the mere fact that the case is weak and not likely to succeed, is no ground for striking it out . So if in an action of contract it appears clearly that there is no contract between the plaintiff and the defendant . or no contract valid in law . the Statement of Claim will be struck out, and the action dismissed .» Για να μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της Δ.27, θ.3 το θέμα, σύμφωνα με τη νομολογία και τα συγγράμματα που ανέφερα πιο πάνω, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο και να μην επιδέχεται αμφισβήτηση ή συζήτηση. Μόνο σε απλές και έκδηλες υποθέσεις υπάρχει η δυνατότητα επίκλησης αποτελεσματικά της συνοπτικής αυτής διαδικασίας. Όπου υπάρχει νομικό σημείο, το οποίο χρήζει σοβαρής συζήτησης, αυτό εγείρεται στα δικόγραφα και συζητείται δυνάμει της Δ.27, θ.2 προδικαστικά. Διεξήλθα προσεκτικά τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρίστηκαν κατά καιρούς και συνοδεύουν τα εν λόγω έγγραφα. Με την ίδια προσοχή διεξήλθα τα πολυάριθμα έγγραφα/τεκμήρια που οι δύο πλευρές έθεσαν ενώπιον μου κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας. Παράλληλα, κατά την εξέταση της αίτησης, είχα συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των δύο συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας βασίζεται σε γραπτή συμφωνία ημερ. 1.3.2002, μεταξύ του Εναγομένου και κάποιας ελληνικής εταιρείας από τη μια (ο Α΄ Συμβαλλόμενος) και της Ενάγουσας από την άλλη (ο Β΄ Συμβαλλόμενος) για την πληρωμή κάποιου ποσού από τον Α΄ Συμβαλλόμενο προς την Β΄ Συμβαλλόμενη. Αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση. Στην παρούσα αίτηση έχουν κατατεθεί δεκάδες τεκμήρια και υπάρχουν σοβαρά αμφισβητούμενα γεγονότα, έγγραφα και μαρτυρία με νομικά σημεία τα οποία θα πρέπει να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο για να εκδοθεί η απόφαση. Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι, όπως φαίνεται από όλο το υλικό και μαρτυρία που θα εξετάσει κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης το Δικαστήριο, ο Εναγόμενος συμφώνησε ότι μόνο η Ενάγουσα νομιμοποιείται στην έγερση αγωγής και ως εκ τούτου ο Εναγόμενος δεσμεύεται από αυτή τη συμφωνία. Η Ενάγουσα περαιτέρω προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, ενόψει της πιο πάνω συμφωνίας, η περίπτωση της εμπίπτει σε δύο από τις εξαιρέσεις στον γενικό κανόνα ότι όταν μια σύμβαση γίνεται από τον αντιπρόσωπο για λογαριασμό δεδηλωμένου αντιπροσωπευομένου (disclosed principal) ο αντιπροσωπευόμενος και όχι ο αντιπρόσωπος είναι το κατάλληλο πρόσωπο που πρέπει να εγείρει την αγωγή (βλ. White Book (ανωτέρω) σελ. 214 εξαιρέσεις (c) και (d), Bowstead & Reynolds on Agency 2001, σελ. 341-357). Όπως προκύπτει από τις πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, το πραγματικό υπόβαθρο τελεί υπό αμφισβήτηση. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει ο τρίτος ο κ. Σταματίου ως «undisclosed principal» αλλά αντίθετα ότι η συμφωνία είναι άκυρη κ.τ.λ. ή ότι άλλος είναι ο αντιπροσωπευόμενος. Στην παράγραφο 18 της Υπεράσπισης ο Εναγόμενος εγείρει θέμα ότι η συμφωνία έγινε για λογαριασμό κάποιου πρώην Αρεοπαγίτη, του κ. Τάκη Σταματόπουλου και/ή των δικηγόρων Μακρή και Χρ. Κληρίδη. Στην παρα. 28 της Υπεράσπισης υπάρχει άρνηση της νομιμότητας και ισχύος των όρων 2 και 3 της επίδικης συμφωνίας. Αυτό που αβίαστα προκύπτει από το ενώπιον μου υλικό είναι πως και οι δύο πλευρές, για υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους, παραπέμπουν στην επίδικη συμφωνία, τις πρόνοιες της οποίας και επικαλούνται, για να τεκμηριώσουν το βάσιμο των εν λόγω θέσεων τους. Συγκεκριμένα, από τη μια ο Εναγόμενος - Αιτητής ισχυρίζεται ότι, εφόσον από τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας μπορεί με ασφάλεια να διαπιστωθεί ότι η Ενάγουσα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ενεργούσε για ίδιο και προσωπικό όφελος αλλά εκ μέρους άγνωστου τρίτου προσώπου, η ύπαρξη του οποίου, αν και η ταυτότητα του δεν αποκαλυπτόταν, δεν αμφισβητείτο, δεν μπορεί να παρουσιάζεται στον τίτλο της αγωγής ως Ενάγουσα και να εγείρει την παρούσα αγωγή αξιώνοντας αποζημιώσεις με την προσωπική της ιδιότητα (βλ. όρο 1 της εν λόγω συμφωνίας δυνάμει του οποίου «Ο Α΄ Συμβαλλόμενος θα καταβάλει στη Β΄ Συμβαλλόμενη η οποία ενεργεί προς όφελος και/ή για λογαριασμό τρίτου προσώπου το οποίο επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμο .»). Από την άλλη η Ενάγουσα, παραπέμποντας στους όρους 3, 4, 6 και 9 της επίδικης συμφωνίας, υποστηρίζει την αντίθετη άποψη και ουσιαστικά ότι έχει δικαίωμα να εγείρει την παρούσα αγωγή υπό την προσωπική της ιδιότητα. Παραθέτω αυτούσιες τις πιο πάνω πρόνοιες: «
  1. Ο Α΄ Συμβαλλόμενος αναγνωρίζει αναντιρρήτως και αμετακλήτως, και άνευ προβολής οιασδήποτε ενστάσεως, ότι η Β΄ Συμβαλλόμενη νομιμοποιείται στο όνομα της να διεκδικεί και εισπράττει το πιο πάνω ποσό.
  2. Ο Α΄ Συμβαλλόμενος αναγνωρίζει ότι το πιο πάνω ποσό οφείλει για προσφερθείσες υπηρεσίες και τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν δικαιούται να αμφισβητήσει με οποιονδήποτε τρόπο έναντι της Β΄ Συμβαλλόμενης ή τρίτου.
  3. Η παρούσα εμπερικλείει όλους τους όρους αποκλειστικά της συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων και οποιεσδήποτε άλλες προφορικές και ή παράλληλες συμφωνίες, παραστάσεις, δηλώσεις και/ή υποσχέσεις οποιασδήποτε μορφής, κατά την υπογραφή και/ή προ της υπογραφής της συμφωνίας αυτής καταργούνται δια της παρούσης και καθίστανται άνευ οποιασδήποτε νομικής συμφωνίας και εξαιρούνται από κάθε άποψη.
  4. Η συμφωνία αυτή δεσμεύει . τους προσωπικούς αντιπροσώπους, διαδόχους και νόμιμους κληρονόμους του Α΄ Συμβαλλομένου, η δε Β΄ Συμβαλλόμενη έχει το αποκλειστικό δικαίωμα εκχώρησης της παρούσης συμφωνίας δια απλής εγγράφου γνωστοποίησης οποτεδήποτε με την οποία εκχώρηση ο Α΄ Συμβαλλόμενος συμφωνεί, δεσμεύεται και αναγνωρίζει και δεν θα αμφισβητήσει.» Είναι φανερό πως η εγκυρότητα και η νομιμότητα της επίδικης συμφωνίας συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για εξέταση των αντίστοιχων θέσεων στην παρούσα διαδικασία. Με άλλα λόγια η εξέταση των αντίστοιχων θέσεων προϋποθέτει την ανεπιφύλακτη αποδοχή και από τις δύο πλευρές ότι η εν λόγω συμφωνία είναι νόμιμη, έγκυρη, και νομικά δεσμευτική. Μια απλή ανάγνωση όμως της Υπεράσπισης είναι, πιστεύω, αρκετή για να διαπιστώσει ένας, διαπίστωση στην οποία και προβαίνω, ότι η εγκυρότητα και νομιμότητα και συνεπώς δεσμευτικότητα για τους δύο διαδίκους της επίδικης συμφωνίας αμφισβητείται έντονα. Μάλιστα στις παραγράφους 14, 15, 16 και 17 καταλογίζεται στην Ενάγουσα συγκεκριμένη συμπεριφορά σαν αποτέλεσμα της οποίας η επίδικη συμφωνία είναι, σύμφωνα με την Υπεράσπιση, παράνομη και συνεπώς άκυρη και μη δεσμευτική γιατί συνιστά το προϊόν εκβιασμού, καταναγκασμού και πιέσεων που ασκήθηκαν στον Εναγόμενο από συγκεκριμένα πρόσωπα που ενεργούσαν εκ μέρους της Ενάγουσας. Θεωρώ περιττό να επισημάνω πως οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί και θέσεις απορρίπτονται από την Ενάγουσα (βλ. Απάντηση στην Υπεράσπιση) με αποτέλεσμα η νομιμότητα, εγκυρότητα και δεσμευτικότητα της επίδικης συμφωνίας να καθίσταται το κεντρικό επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω πως τα πολύ περιορισμένα και στενά πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν προσφέρονται για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων που εγείρονται με την παρούσα αίτηση. Έχω την άποψη πως τέτοια θέματα πρέπει να αφεθούν για να επιλυθούν στα πλαίσια εκδίκασης της κυρίως αγωγής υπό το φως των ευρημάτων στα οποία το Δικαστήριο θα καταλήξει και αφού τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις θα αποκρυσταλλωθούν. Εξάλλου και τα ορθά πλαίσια τα οποία προσφέρονται για σκοπούς εξέτασης κατά πόσο οι περιστάσεις και τα γεγονότα στην υπό κρίση υπόθεση δικαιολογούν την εφαρμογή ή μη της νομολογιακά καθιερωμένης αρχής σύμφωνα με την οποία όταν μια σύμβαση γίνεται από τον αντιπρόσωπο για λογαριασμό δεδηλωμένου αντιπροσωπευομένου (disclosed principal) ο αντιπροσωπευόμενος και όχι ο αντιπρόσωπος είναι το κατάλληλο πρόσωπο που πρέπει να εγείρει την αγωγή είναι αυτά της κυρίως δίκης και όχι της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Η αίτηση στηρίζεται επίσης στη Δ.9, θθ.1 και 10 η οποία αντιστοιχεί στο αγγλικό O.16, rr.1 και
  5. Από μόνη της η Δ.9, θ.1 δεν παρέχει δικαίωμα διαγραφής του ενάγοντα και/ή απόρριψης της αγωγής. Καθορίζει ποιοι μπορούν να είναι ενάγοντες σε μια αγωγή. Στη σελ. 214 του White Book (ανωτέρω) αναφέρεται ότι και ο αντιπρόσωπος μπορεί να είναι ενάγων σε ορισμένες κατ΄εξαίρεση περιπτώσεις. Συνεπώς ούτε η Δ.9, θ.1 βοηθά τον Εναγόμενο. Αλλά ούτε η Δ.9, θ.10 βοηθά την υπόθεση του Εναγομένου. Σύμφωνα με το σχόλιο στο White Book (ανωτέρω), σελ. 252-253, στόχος του αντίστοιχου αγγλικού O.16, r.11 είναι να αποφασιστούν όλα τα επίδικα θέματα χωρίς καθυστέρηση και να διασφαλίσει ότι ενώπιον του Δικαστηρίου ευρίσκονται οι ορθοί διάδικοι. Όμως, όπου το θέμα είναι απόλυτα συνδεδεμένο με τα γεγονότα της ουσίας της υπόθεσης και τις ερμηνείες που θα δώσει το Δικαστήριο στα γεγονότα και το νόμο, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει σε αυτό το στάδιο καθότι «the Court retains a discretionary power to refuse the order». Το Δικαστήριο δυνατό να αποφασίσει τα θέματα μεταξύ των διαδίκων που ευρίσκονται ενώπιον του. Στην υπό κρίση αίτηση δεν επιζητείται η προσθήκη άλλου διαδίκου αλλά η απόρριψη της αγωγής. Είναι ξεκάθαρο από το σχόλιο στη σελ. 254 του White Book (ανωτέρω) ότι το O.16, r.11 αφορά τη διαγραφή ενός από πολλούς ενάγοντες. Στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος, με ενδιάμεση αίτηση, ζητεί από το Δικαστήριο όπως διατυπώσει ευρήματα επί των πραγματικών γεγονότων όπως, ανάμεσα σε άλλα, ότι υπάρχει τρίτο πρόσωπο, να καθορίζει ποιο είναι αυτό το τρίτο πρόσωπο, να αποφασίσει αν μόνο αυτό το τρίτο πρόσωπο δικαιούται να εγείρει την αγωγή ή μόνο η Ενάγουσα, να εξετάσει τη νομιμότητα, εγκυρότητα και δεσμευτικότητα της επίδικης συμφωνίας, τη σημασία και έκταση του όρου 3 ως και την εγκυρότητα του, ότι ο Εναγόμενος δεν δικαιούται να αμφισβητήσει το δικαίωμα της Ενάγουσας να εγείρει την αγωγή και στη συνέχεια να εξετάσει από τη νομολογία κατά πόσο η συμφωνία εμπίπτει στον κανόνα ότι η αγωγή καταχωρείται συνήθως στο όνομα του αντιπροσωπευομένου (principal) και όχι του αντιπροσώπου (agent) ή σε μια από τις εξαιρέσεις του, ότι, δηλαδή, η αγωγή μπορεί να εγερθεί στο όνομα του αντιπροσώπου. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω όπου εγείρονται σοβαρά θέματα προς εκδίκαση και όχι θέματα απλά και ξεκάθαρα το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί την απόρριψη της αγωγής με τη συνοπτική διαδικασία της Δ.27, θ.
  6. Με βάση τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι τόσο απλή και προφανής (plain and obvious) που να δικαιολογεί την άσκηση τέτοιας ασυνήθους και εξαιρετικής δικαιοδοσίας δυνάμει της Δ.27, θ.
  7. Είμαι της άποψης ότι περισσότερο φως θα ριχθεί οριστικά στην υπόθεση κατά τη διάρκεια της ακρόασης της ουσίας της αγωγής. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα αυτά θα είναι καταβλητέα στο τέλος της κυρίως δίκης. (Υπ.) Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.