← Κύπρος

LIBERTY LIFE INSURANCE LTD ν. ΄Αννη Αταλιώτου από Πάφο κ.α., Αρ. Αγωγής: 8250/03, 30 Νοεμβρίου, 2007

LIBERTY LIFE INSURANCE LTD ν. ΄Αννη Αταλιώτου από Πάφο κ.α., Αρ. Αγωγής: 8250/03, 30 Νοεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8250/03 Μεταξύ LIBERTY LIFE INSURANCE LTD, από Λευκωσία Ενάγουσας Και

  1. ΄Αννη Αταλιώτου, από Πάφο
  2. Ανδρέα Αταλιώτη, από Πάφο
  3. Δέσπω Αταλιώτη, από Πάφο
  4. Αντωνιάδη Νεοπτολέμου, από Πάφο Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Νοεμβρίου,
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κα Γ. Χ"Προδρόμου για Γ. Ζ. Γεωργίου Για Εναγόμενους: κ. Μ. Χάσικος για Μ. Κυπριανού Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή της η Ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία αξιώνει από την ασφαλίστρια - αντιπρόσωπο της, δηλαδή την Εναγόμενη 1 αλλά και από τους εγγυητές της τελευταίας, δηλαδή τους Εναγόμενους 2, 3 και 4, το ποσόν των Λ.Κ.2.450,87 πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας το ως άνω ποσόν αποτελεί υπόλοιπο χρεωπιστωτικού λογαριασμού ο οποίος τηρείτο μεταξύ τους κατά την περίοδο της συνεργασίας τους και προέρχεται από συμψηφισμό αφενός διαφόρων ποσών που καταβλήθηκαν προς την Εναγόμενη 1 ή προς όφελος της και αφετέρου προμηθειών τις οποίες δικαιούτο η ίδια για ασφάλιστρα και/ή ασφαλιστική εργασία την οποία παρήγαγε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Από δικής της πλευράς η Εναγόμενη 1 αρνείται την ορθότητα του λογαριασμού και ισχυρίζεται πως οι προμήθειες που δικαιούτο ήταν πολύ περισσότερες απ' ότι υπολογίζει η Ενάγουσα. Μαρτυρία Η Ενάγουσα κάλεσε ως πρώτο μάρτυρα τον κ. Μάρκο Μαρκίδη (Μ.Ε.1) ο οποίος είναι Οικονομικός Διευθυντής της από το 2005 και ως δεύτερο τον κ. Κυριάκο Κυριάκου (Μ.Ε.2) ο οποίος από το 2000 ήταν Γενικός Διευθυντής Πωλήσεων και Διαφήμισης και από το 2005 μέχρι σήμερα είναι ο Γενικός Διευθυντής της. Η Εναγόμενη κάλεσε ως πρώτο μάρτυρα τον κ. Νεοπτόλεμο Αντωνιάδη (Μ.Υ.1) ο οποίος είναι σύζυγος της και κατά τον επίδικο χρόνο εργάζετο στην Ενάγουσα ως Περιφερειακός Διευθυντής Πάφου και κατέθεσε και η ίδια ως δεύτερος μάρτυρας (Μ.Υ.2). Επίδικα θέματα Στην πραγματικότητα τα επίδικα θέματα περιορίζονται στα εξής: α) Ποια ποσά καταβλήθηκαν στην Εναγόμενη
  6. β) Ποιες προμήθειες δικαιούται η Εναγόμενη 1 και ειδικότερα κατά πόσον αυτές είναι Λ.Κ.959,13 ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα ή περισσότερες ως ισχυρίζεται η Εναγόμενη
  7. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Είναι παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων ότι την 1-3-02 υπεγράφηκαν τρεις συμφωνίες οι οποίες σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Στην πρώτη (Τεκμήριο 2) οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπογράφουν ως εγγυητές, ενώ στις άλλες δύο (Τεκμήρια 2 και 3) υπογράφουν ως εγγυητές μόνον οι Εναγόμενοι 2 και
  8. Η πρώτη συμφωνία τιτλοφορείται ως «Συμφωνία Συνεργασίας», η δεύτερη ως «Συμφωνία Αντιπροσώπου» και η τρίτη ως «Συμφωνία Οικονομικής Ενίσχυσης». Με την πρώτη συμφωνία (στο εξής «το Τεκμήριο 2) καθορίστηκαν οι στόχοι παραγωγής σε καθαρά ετήσια ασφάλιστρα, οι απολαβές και τα ωφελήματα, οι πληρωμές έναντι απολαβών και ωφελημάτων και καταγράφηκαν ορισμένοι ειδικοί όροι. Με τη δεύτερη συμφωνία (στο εξής «Το Τεκμήριο 3») η Εναγόμενη 1 διορίστηκε ως Αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και το κείμενος της καλύπτει θέματα όπως τα καθήκοντα και ευθύνες του αντιπροσώπου, τις αμοιβές αντιπροσώπου, τη λύση της σύμβασης και κάποιους γενικούς όρους. Επισυνάπτονται επίσης Πίνακες Προμηθειών και Φιλοδωρημάτων. Με την τρίτη συμφωνία (στο εξής «το Τεκμήριο 4») ρυθμίστηκαν ζητήματα καταβολής Ειδικής Προμήθειας για μέγιστη περίοδο 36 μηνών και μέγιστο μηνιαίο ποσό τις Λ.Κ.
  9. Η συμφωνία αυτή είχε ισχύ για 5 έτη, ήτοι μέχρι 28.2.07, υπό τον όρον πάντοτε ότι ευρίσκοντο παράλληλα σε ισχύ και οι άλλες δύο συμφωνίες. Είναι παραδεκτό πως η επίσημη συνεργασία της Εναγόμενης 1 άρχισε την 1.3.
  10. Η ίδια στη μαρτυρία της ισχυρίζεται πως ανεπίσημα είχε αρχίσει από το Φεβρουάριο του 2002 και κάτι τέτοιο φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την Κατάσταση Νέας Παραγωγής Ασφαλειών Ζωής για το 2002 (Τεκμήριο 15) στην οποία παρουσιάζεται να είχε υποβάλει δύο συμβόλαια από το Φεβρουάριο του έτους αυτού. Δεν είναι όμως ιδιαίτερα σημαντικό το θέμα αυτό. Είναι όμως αναντίλεκτο πως ο Μ.Ε.1 άρχισε τη συνεργασία του με την Ενάγουσα τον Ιούνιο του 2003 και με δεδομένο ότι η συνεργασία της Εναγόμενης 1 διήρκεσε μέχρι τον Ιούνιο του 2003 (υπό συνθήκες τερματισμού που αμφισβητούνται, αλλά και πάλι χωρίς ιδιαίτερη σημασία για τα επίδικα θέματα) συνάγεται πως ο Μ.Ε.1 δεν έχει προσωπική γνώση για όσα κατέθεσε σχετικά με την Εναγόμενη
  11. Η γνώση του λοιπόν προέρχεται μέσα από έγγραφα που έχει στην κατοχή του υπό τη μεταγενέστερη ιδιότητά του. Σχετικά με την οικονομική πτυχή παρουσίασε δύο καταστάσεις λογαριασμών της Εναγόμενης (Τεκμήρια 6Α και 6Β) ημερομηνίας 4.12.06 καθώς και συνοπτική κατάσταση για την περίοδο συνεργασίας της Εναγόμενης (1.3.02 εώς 23.6.03) ως Τεκμήριο
  12. Χρηματοδότηση Λ.Κ.2.990 Το Τεκμήριο 6Α (αρ. λογ. 12121553) περιέχει μεταξύ άλλων 10 χρεώσεις οι οποίες περιγράφονται ως «χρηματοδοτήσεις» και αφορούν ποσά από Λ.Κ.30 μέχρι Λ.Κ.790 για τους μήνες Μάρτιο εώς Σεπτέμβριο του 2002, Δεκέμβριο του 2002 και Απρίλιο του
  13. Συνολικά πρόκειται για ποσόν Λ.Κ.2.990 το οποίο σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης καταβλήθηκε με αντίστοιχες επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας, οι οποίες πρέπει να σημειώσω πως δεν έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως τα ποσά αυτά δόθηκαν ως χρηματοδότηση βάσει του Τεκμηρίου
  14. Ο Μ.Ε.2 χαρακτήρισε το ως άνω ποσό ως «προκαταβολή έναντι Ειδικής Προμήθειας, υπό τη μορφή χρηματοδότησης» (παράγρ. 12 της γραπτής δήλωσης του) ή ως «προπληρωμές προμηθειών (χρηματοδοτήσεις)» συνδέοντας το επίσης με το Τεκμήριο 4 και τα κριτήρια της παραγράφου 4 της εν λόγω συμφωνίας. Είναι προφανές πως τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και ο Μ.Ε.2 δεν είχαν άμεση προσωπική γνώση για την καταβολή των πιο πάνω ποσών. Στηρίζοντο στην κατάσταση - Τεκμήριο 6Α. Στην πραγματικότητα όμως η Εναγόμενη 1 δεν αμφισβήτησε την είσπραξη των ποσών αυτών. Συγκεκριμένα ερωτήθηκε για τα 10 αυτά ποσά ως καταγράφονται στην ΄Εκθεση Απαίτησης και το μόνο που ανέφερε είναι πως δεν συμφωνεί επειδή «διαφέρουν με τα ποσά που δείχνουν οι καταστάσεις». Η θέση της αυτή δεν ευσταθεί καθότι το Τεκμήριο 6Α περιέχει ακριβώς τα ίδια ποσά και ημερομηνίες όπως και η ΄Εκθεση Απαίτησης. Κρίνω πως εάν αρνείτο πράγματι την είσπραξη των Λ.Κ.2.990 θα το έθετε πολύ διαφορετικά και θα είχε πολύ περισσότερα να πει, όπως π.χ. να αμφισβητήσει τις επιταγές οι οποίες αναφέρονται ή να ζητήσει την προσκόμιση τους. Σημειώνω πως ούτε στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης της περιέλαβε ρητή άρνηση για την είσπραξη του εν λόγω ποσού. Τα ίδια ισχύουν και για τα δύο μικρότερα ποσά των Λ.Κ.
  15. Οικονομική Ενίσχυση Λ.Κ.400 Πραγματική αμφισβήτηση υπήρξε από την Εναγόμενη 1 για το ποσό των Λ.Κ.400 το οποίο περιγράφεται στην ΄Εκθεση Απαίτησης ως «οικονομική ενίσχυση» και από τον Μ.Ε.1 ως «προκαταβολή ειδικής προμήθειας». Ο δε Μ.Ε.2 δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε περαιτέρω επεξήγηση για το ποσό αυτό. Το θεωρεί ως δεδομένο και απλώς αναφέρεται στην επιστολή της Ενάγουσας (Τεκμήριο 11) με την οποία ζητούσε επιστροφή όλων των ποσών από την Εναγόμενη
  16. Ο ίδιος μάρτυρας πάντως φαίνεται εμμέσως να δέχεται ότι και αυτό δόθηκε δυνάμει του Τεκμηρίου 4, άρα ως οικονομική ενίσχυση. Ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που μπορεί να δοθεί στο συγκεκριμένο ποσό, γεγονός παραμένει πως το Τεκμήριο 6Β, στο οποίο στηρίζεται η γνώση όλων (από πλευράς Ενάγουσας) για την καταβολή του, είναι ασαφές και προκαλεί σύγχυση για το τι ακριβώς έγινε. Την κατάσταση επεσήμανε και η Εναγόμενη 1 η οποία αμφισβήτησε πολύ πιο έντονα την καταβολή του στην ίδια και έχει δίκαιο. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 6Β (αρ. λογ. 12130016) παρουσιάζεται αρχικά πίστωση στις 31.5.02 για ποσό Λ.Κ.200 και ο λογαριασμός δεικνύει την ίδια μέρα χρεωστικός για το ισόποσο. Αυτό από μόνο του αντιφάσκει εν πρώτοις με την αναφορά του Μ.Ε.1 (στην παράγραφο 7 της γραπτής δήλωσης του) πως μέρος του ποσού της είχε καταβληθεί την 1.7.
  17. Η επόμενη καταχώριση στο ίδιο τεκμήριο έγινε στις 18.6.02 και αφορά χρέωση ποσού Λ.Κ.200 και ο λογαριασμός δεικνύει μηδενικό υπόλοιπο. Ακολουθεί μια χρέωση Λ.Κ.200 την 1.7.02 με αναφορά «S7/167» και λεπτομέρειες «CORR. TRF FROM 72200027» και ο λογαριασμός δεικνύει πιστωτικό υπόλοιπο Λ.Κ.
  18. Η τελευταία καταγραφή στις 24.1.03 είναι επίσης πίστωση Λ.Κ.200 με αναφορά «99352107», λεπτομέρειες «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕS ΕΝΙSΧΙS. 12/02» και ο λογαριασμός δεικνύει πλέον πιστωτικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.
  19. Ερωτώμενος ο Μ.Ε.1 αρχικά επέμεινε πως αναφέρονται επιταγές στην κατάσταση μέσω των οποίων και πληρώθηκε η Εναγόμενη
  20. Παρέπεμψε στον αριθμό «99150022» ο οποίος αναφέρεται στη δεύτερη ως άνω καταχώριση η οποία ήταν χρέωση για την Εναγόμενη 1 και επαναφορά του λογαριασμού της σε μηδενικό υπόλοιπο αντί χρεωστικό. Είναι σ' αυτό το σημείο που η Εναγόμενη 1 είπε πως παρουσιάζεται να τους έχει δώσει η ίδια χρήματα και όχι να της έδωσαν. Πιεζόμενος ο Μ.Ε.1 ανέφερε τελικά πως μόνο για τις χρηματοδοτήσεις φαίνονται αριθμοί επιταγών και όχι για τα φιλοδωρήματα. Πρέπει να πω ότι ήταν φανερή η σύγχυση του κατά τη στιγμή εκείνη και η προσπάθεια του να λάβει καθοδήγηση από τη δικηγόρο της Ενάγουσας ρωτώντας κατά πόσο αναγράφεται κάτι σχετικό στην ΄Εκθεση Απαίτησης τους. Παρότι διαφώνησε στην υποβολή ότι δεν έχουν εκδοθεί ποτέ επιταγές για ποσό Λ.Κ.400 εντούτοις δεν παρουσιάστηκε ο,τιδήποτε περαιτέρω από πλευράς Ενάγουσας. Οι αναφορές σε κωδικούς και σε άλλους αριθμούς (ίσως επιταγών) στο Τεκμήριο 6Β πιθανόν να παραπέμπουν σε ξεχωριστά έγγραφα τα οποία θα μπορούσαν να δώσουν κάποια εξήγηση για το τι πραγματικά έγινε. Ούτε ο Μ.Ε.2 μπόρεσε να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Ερωτώμενος σχετικά είπε πως «αυτά είναι λογιστικά έντυπα για τα οποία ο πιο αρμόδιος είναι ο λογιστής της εταιρείας να απαντήσει», χωρίς την παρουσίαση κάποιου άλλου εγγράφου ή μαρτυρίας. Η μη παρουσίαση τέτοιων εγγράφων σε συνδυασμό με την άγνοια των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 και την άρνηση της Εναγομένης 1 δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα για τα διαδραματισθέντα. Ως εκ τούτου δεν δέχομαι ότι υπήρξε ξεχωριστή πληρωμή Λ.Κ.
  21. Προμήθειες Εντονότατη όμως αμφισβήτηση από πλευράς Εναγομένων υπήρξε και για το θέμα των προμηθειών τις οποίες δικαιούτο η Εναγόμενη
  22. Από όλους φαίνεται αποδεκτό πως αυτές συμψηφίζονται με τα χρήματα που έλαβε η Εναγόμενη 1 και αναλόγως ο λογαριασμός χρηματοδότησης της καταλήγει είτε χρεωστικός είτε πιστωτικός. Η συνοπτική κατάσταση που παρουσίασε ως Τεκμήριο 5 ο Μ.Ε.1 για την περίοδο 1.3.02 εώς 23.6.03 απλώς αναφέρει ως προμήθειες το συνολικό ποσό των Λ.Κ.959,13 με παραπομπή στους λογαριασμούς που είχαν ανοιχθεί επ' ονόματι της. Αυτό το ποσό από μόνο του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το σύνολο των προμηθειών που αναφέρονται στο Τεκμήριο 6Α, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.064,27 (και όχι Λ.Κ.959,13) αλλά και με αυτές που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  23. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τη διαφορά αυτή. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε και παρουσίασε ως τεκμήρια και κάποιες άλλες καταστάσεις, τις οποίες είχε στην κατοχή της η Εναγόμενη
  24. ΄Ετσι το Τεκμήριο 7 είναι μια επιστολή εσωτερικής χρήσεως σχετικά με το φιλοδώρημα εισπραξιμότητας, ημερ. 16-5-
  25. Σ΄' αυτή επισυνάπτεται κατάσταση για το πρώτο τρίμηνο του 2003 και στη στήλη «6 μηνών εισπρ. Ασφαλ.» αναφέρεται για την Εναγόμενη 1 το ποσό των Λ.Κ.2.534,64 καθώς και η διατηρησιμότητα των συμβολαίων της που ήταν για 12 μήνες 78% και για 24 μήνες 73%. Το Τεκμήριο 8 είναι ημερομηνίας 7.10.02, φέρει τον τίτλο «Υποβληθείσα Αναλυτική Παραγωγή», αναλύει για την Εναγόμενη 1 συνολικά 11 συμβόλαια και την παρουσιάζει να έχει Λ.Κ.11.000 υποβληθείσα παραγωγή, Λ.Κ.3.471 ακυρώσεις συμβολαίων και τη διαφορά αυτών ήτοι Λ.Κ.7.529 ως Καθαρή Παραγωγή. Το Τεκμήριο 9 είναι ημερομηνίας 12.1.03, φέρει τον ίδιο τίτλο, αναλύει 9 συμβόλαια για όλο το 2002 και παρουσιάζει την Εναγόμενη 1 να έχει υποβληθείσα παραγωγή Λ.Κ.8.252, καθόλου ακυρώσεις και άρα Καθαρή Παραγωγή Λ.Κ.8.
  26. Η άποψη του Μ.Ε.1 όταν είδε τα τεκμήρια 8 και 9 ήταν πως παρουσιάζουν μόνο την υποβληθείσα παραγωγή και πως οι προμήθειες υπολογίζονται κανονικά στα εισπραχθέντα ασφάλιστρα και όχι στην υποβληθείσα παραγωγή κάθε συνεργάτη - ασφαλιστή. Αυτή ήταν σταθερή θέση την οποία διατήρησε και επαναλάμβανε συνεχώς καθόλη τη μαρτυρία του. Δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να εξηγήσει τι σημαίνει «διατηρησιμότητα» στην ασφαλιστική ορολογία. Αρνήθηκε πάντως ότι υπήρχε παραγωγή η οποία δεν υπολογίστηκε για λογαριασμό της Εναγόμενης
  27. Στην επανεξέταση του ανέφερε πως κάποια συμβόλαια που φαίνονται στα Τεκμήρια 8 και 9 δυνατό να ακυρώθηκαν αργότερα και για αυτό δεν φαίνονται στις εν λόγω καταστάσεις. Ο Μ.Ε.2 στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε νεώτερη κατάσταση η οποία τιτλοφορείται «Αναλυτική Κατάσταση Χαρτοφυλακίου για την Περίοδο 1.1.94 έως 5.6.04». Είναι ημερ. 17.6.04 και για την Εναγόμενη 1 αναλύονται 11 συμβόλαια εκ των οποίων τα 10 ακυρωθέντα. Παρουσιάζει την Εναγόμενη 1 να έχει ασφάλιστρα Λ.Κ.7.792,10, ακυρώσεις Λ.Κ.7.083,36 και σύνολο ασφαλίστρων σε ισχύ Λ.Κ.708,
  28. Να σημειωθεί εδώ πως στο Τεκμήριο 8 οι προμήθειες ενός έτους για την Εναγόμενη 1 παρουσιάζονται να είναι Λ.Κ.2.331, στο Τεκμήριο 9 Λ.Κ.2.553 και στο Τεκμήριο 13 Λ.Κ.189,
  29. Ο Μ.Ε.2 είπε πως με βάση τις καταστάσεις και την ετησιοποιημένη παραγωγή της Εναγόμενης 1 οι προμήθειες ήταν περίπου Λ.Κ.2.500, αλλά όπως εξήγησε αυτό ήταν υπό τον όρο ότι «οι εν λόγω προμήθειες θα πληρώνοντο εάν τα ασφάλιστρα για ένα ολόκληρο έτος θα εισεπράττονταν.» Στην παρούσα περίπτωση - προσέθεσε - τα συμβόλαια ακυρώθηκαν πρόωρα, δηλαδή τα ασφάλιστρα έτους δεν εισπράχθηκαν και άρα «οι προμήθειες που αναλογούσαν σ' αυτή την παραγωγή ήταν πολύ μειωμένες» και παρέπεμψε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  30. Σύμφωνα με τον ίδιο, το Τεκμήριο αυτό «καλύπτει όλη την πορεία της Εναγόμενης 1, από την πρώτη μέρα ώσπου αποχώρησε» και έχει ετοιμαστεί από το Τμήμα Πωλήσεων της Ενάγουσας. Είναι στην ευθύνη του Διευθυντή Πωλήσεων και μάλιστα ελέγχεται εβδομαδιαίως και μηνιαίως. Το χαρακτήρισε ως ένα τυπικό «report» ανάλυσης χαρτοφυλακίου ενός ασφαλιστή και εξήγησε με λεπτομέρεια τους κωδικούς και τις καταγραφές του. Ήταν η θέση του Μ.Ε.2 πως με βάση το Τεκμήριο 13 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε από την αρχή της συνεργασίας της συνολικά 11 ασφαλιστικά συμβόλαια εκ των οποίων τα 10 έχουν ακυρωθεί πριν καν την αποχώρηση της. Με εξαίρεση δε το συμβόλαιο του συζύγου της (δηλ. του Μ.Υ.1) η Εναγόμενη 1 είχε σταματήσει να υποβάλλει συμβόλαια από 15.1.
  31. Βασικό επιχείρημα του Μ.Ε.2 για την ορθότητα του Τεκμηρίου 13 ήταν η θέση του πως οι καταγραφές στο σύστημα της Ενάγουσας ελέγχονται λογιστικά και ασφαλιστικά από Διεθνείς Οίκους, από τον ΄Εφορο Ασφαλειών, από το Χ.Α.Κ και από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφού πρόκειται για δημόσια εταιρεία. Αναγνώρισε και αυτός τα Τεκμήρια 8 και 9 ως γνήσια αλλά παρατήρησε ομοίως πως αφορούν την Υποβληθείσα Παραγωγή και δεν συνιστούν «report» του χαρτοφυλακίου της Εναγόμενης 1, το οποίο να παρουσιάζει «την όλη εικόνα». Ερωτώμενος να πει ποια θα ήταν η προμήθεια της Εναγόμενης 1 εάν η παραγωγή της ήταν Λ.Κ.8.252 και η διατηρησιμότητα έτους 78% απάντησε πως ήταν πολύ γενική ερώτηση διότι για κάθε ασφαλιστικό σχέδιο υπάρχει και ανάλογη προμήθεια και ζητούσε από την άλλη πλευρά να του εξηγήσει για κάθε λίρα τι συμβόλαιο αφορούσε για να μπορέσει να αναφέρει την προμήθεια, παραγνωρίζοντας πως οι ίδιοι είχαν το βάρος να αποδείξουν το ύψος των προμηθειών στις οποίες δικαιούτο η Εναγόμενη
  32. Ο Μ.Υ.1 σύζυγος αλλά και Διευθυντής της Εναγόμενης 1 υποστήριξε εν σχέσει με την κατάσταση που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 7 πως δεδομένου ότι η διατηρησιμότητα 12 μηνών εκεί παρουσιάζεται στο 78%, και η εισπραξιμότητα στις Λ.Κ.2.534 για το εξάμηνο, συνεπάγεται πως για ένα έτος πρέπει να είναι διπλάσιο το ποσό δηλαδή γύρω στις Λ.Κ5.
  33. Συνεπάγεται - κατά τον ίδιο - πως με διατηρησιμότητα 78% η Εναγόμενη 1 έπρεπε να εισπράξει προμήθειες με το ποσοστό του 40% για ασφάλειες, δηλαδή δικαιούται πέραν των Λ.Κ.2.
  34. Ενίσχυσε την άποψη του και με το ότι η διατηρησιμότητα 24 μηνών, δηλαδή από την έναρξη της συνεργασίας της μέχρι 16.5.03 (ημερομηνία Τεκμηρίου 7) ήταν στο 73%, πράγμα που καταδεικνύει ότι τα συμβόλαια που υπέβαλε ήταν σε ισχύ μέχρι τότε. Εξήγησε δε, χωρίς να αντικρουστεί πως ο κάθε ασφαλιστής απολαμβάνει προμήθειες με βάση τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα του πρώτου έτους ενός συμβολαίου και κατά συνέπεια δεν έχει σημασία εάν στις 17.6.04 (ημερ. Τεκμηρίου 13) είχαν ακυρωθεί τα συμβόλαια. ΄Ηταν επίσης η θέση του πως η Υποβληθείσα Παραγωγή είναι κάτι το σταθερό και δεν είναι λογικό να διαφέρουν τα ποσά της σε τρία ξεχωριστά έγγραφα, ήτοι τα Τεκμήρια 7, 8 και
  35. Υπό την παλαιότερη ιδιότητα του ως Περιφερειακός Διευθυντής Πάφου ο Μ.Υ.1 είχε στην κατοχή του δύο ακόμα καταστάσεις τις οποίες παρουσίασε ως Τεκμήρια 14 και
  36. Το Τεκμήριο 14 φέρει ημερ. 27.1.03 και τίτλο «ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΒΛΗΘΕΙΣΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ 2002» και καταγράφει συνολικό αριθμό συμβολαίων, ακυρώσεων, προμηθειών και καθαρής παραγωγής. Σημαντικό είναι πως για την Εναγόμενη 1 φαίνεται καθαρή παραγωγή Λ.Κ.8.251 που (με τη μικρή αυτή διαφορά της μιας λίρας που πιθανόν οφείλεται σε δακτυλογραφικό λάθος) συνάδει με την αναφορά των Λ.Κ.8.252 στο Τεκμήριο 9). Το Τεκμήριο 15 φέρει ημερομηνία 3.12.02 και τίτλο «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΝΕΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΖΩΗΣ 2002» και παρουσιάζει την Εναγόμενη 1 να έχει 10 συμβόλαια και παραγωγή Λ.Κ.9.
  37. Όπως εξήγησε η Εναγόμενη 1 τα Τεκμήρια 14 και 15 αποτελούν καταστάσεις οι οποίες τοποθετούντο στους πίνακες ανακοινώσεων της Ενάγουσας και κυκλοφορούσαν στους ασφαλιστές για σκοπούς ενθάρρυνσης τού μεταξύ τους ανταγωνισμού. ΄Εχοντας την παρακολουθήσει δέχομαι τη μαρτυρία της αν και πρέπει να παρατηρήσω πως δεν τέθηκαν υπόψιν των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 για τα δικά τους σχόλια. Παρόλα αυτά βεβαίως, αφενός δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.1, αλλά έγιναν και υποβολές βάσει αυτών και αφετέρου τα στοιχεία τους διασταυρώνονται ως ακριβή με τα στοιχεία των Τεκμηρίων 7, 8 και
  38. Εξετάζοντας κάποιος τα Τεκμήρια 8 και 9 διερωτάται ευλόγως πως γίνεται στο χρονικά προγενέστερο Τεκμήριο 8 (7.10.02) να αναφέρονται ακυρώσεις συμβολαίων και στο μεταγενέστερο Τεκμήριο 9 (12.1.03) να μην υπάρχει καμιά τέτοια αναφορά. Μάλιστα αυτό ισχύει και για άλλους ασφαλιστές που περιλαμβάνονται στις εν λόγω καταστάσεις. Υπενθυμίζω πως μόνο όσα συμβόλαια αναφέρονται με τον κωδικό «Α» ευρίσκοντο σε ισχύ. Για τον κωδικό «Ρ» λέχθηκε πως σημαίνει «Pipe Line», δηλαδή αναμένετο ακόμα κάτι (π.χ. έγγραφα, εξετάσεις, αναλύσεις) για να τεθεί το συμβόλαιο σε ισχύ, ενώ για τους κωδικούς «C» και «Ν» δεν έχει δοθεί ερμηνεία. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα δίδεται κατά τη γνώμη μου από το περιεχόμενο των ιδίων των Τεκμηρίων και στις οδηγίες εκτύπωσης τους. Στο Τεκμήριο 8 αναφέρεται η φράση «Status: ΑLL STATUS" ενώ στο Τεκμήριο 9 η φράση «STATUS: «Α». Πράγματι στο Τεκμήριο 8 τα 11 αναφερόμενα συμβόλαια είναι διαφόρων καταστάσεων όπως «Α», «C», «Ν», «P» ενώ στο Τεκμήριο 9 και τα 9 συμβόλαια της Εναγόμενης 1 είναι κατάστασης «Α» κατά τον επίδικο χρόνο. Συνεπώς είναι λογικό και αναμενόμενο το ότι στο Τεκμήριο 9 δεν παρουσιάζονται ακυρώσεις αλλά μόνο τα ευρισκόμενα σε ισχύ συμβόλαια, όπως πρέπει να είχε ζητηθεί από το χειριστή του προγράμματος της Ενάγουσας. Η σύγκριση και ο συσχετισμός όλων των τεκμηρίων που αναφέρονται σε συμβόλαια με αριθμούς αλλά και ονόματα πελατών είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς το κατά πόσον το Τεκμήριο 13 παρουσιάζει την «όλη εικόνα» όπως διατείνεται ο Μ.Ε.
  39. Εξετάζοντας τα Τεκμήρια 8, 9 και 13 παραθέτω κατωτέρω πίνακα με την κατάσταση των συμβολαίων κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες παραθέτοντας μόνο τους τελευταίους τέσσερεις αριθμούς κάθε συμβολαίου για σκοπούς ευκολίας: Τεκμήριο 8 7.10.02 Τεκμήριο 9 12.1.03 Τεκμήριο 13 16.6.04 1) 4146 Α - L 28.7.02 2) 4151 A A L 28.5.03 3) 4310 C 4) 0717 A A L 14.9.02 5) 4538 A A L 7.1.03 6) 0593 A A L 28.11.03 7) 1546 N 8) 4957 A A L 14.12.02 0440 A 9) 1633 P 10) 1684 P A L 2.4.03 11) 1685 P A 12) 0610 A L 3.6.03 13) 1775 A A 14) 0276 L 15.1.04 15) 0789 L 17.3.04 Σύνολο 11 9 11 Σημειώνω πως σύμφωνα με τις επεξηγήσεις που δόθηκαν το γράμμα «L» στο Τεκμήριο 13 σημαίνει πως είχε λήξει το συμβόλαιο στην παρακείμενη ημερομηνία οφειλής. Επίσης ότι στο Τεκμήριο 9 περιλαμβάνεται ως ισχύον και το συμβόλαιο υπ' αρ. 0440 με ασφάλιστρα Λ.Κ.524 αλλά - άγνωστο γιατί - δεν αριθμείται χωριστά και δεν συνυπολογίζεται στο σύνολο. ΄Ισως επειδή αφορά τον ίδιο ασφαλισμένο με το συμβόλαιο αρ.
  40. Τα σημαντικότερα συμπεράσματα και ερωτήματα όμως είναι άλλα και συγκεκριμένα:
  41. Ο συνολικός αριθμός συμβολαίων που υπέβαλε η Εναγόμενη 1 δεν ήταν 11 ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 13 αλλά τουλάχιστον 15 (ή 16 αν συνυπολογιστεί το 0440). Αυτό από μόνο του ως διαπίστωση καταρρίπτει τη θέση του Μ.Ε.2 πως το Τεκμήριο 13 αποτελεί το «report» της Εναγόμενης 1 από την πρώτη μέρα ως την τελευταία ή ότι αποτελεί την «όλη εικόνα».
  42. Το Τεκμήριο 9 παρουσιάζει στις 12.1.03 συνολικά 9 συμβόλαια σε ισχύ, για ορισμένα εκ των οποίων δεν έχει εξηγηθεί για ποιο λόγο στο Τεκμήριο 13 παρουσιάζονται να έχουν λήξει σε ημερομηνίες προ της 12-1-
  43. Πρόκειται για τα συμβόλαια με αρ. 0717, 4538 και
  44. Εάν όντως είχαν λήξει κατά τη διάρκεια του 2002 δεν θα παρουσιάζοντο στην κατάσταση αυτή.
  45. Στο Τεκμήριο 13 δεν υπάρχει καμιά αναφορά για τα συμβόλαια με αρ. 1685 και 0440 τα οποία είχαν συνολικά ασφάλιστρα Λ.Κ.1.743 (Λ.Κ.1.219 και Λ.Κ.529).
  46. Το συμβόλαιο 4146 παρουσιάζεται σε ισχύ στο Τεκμήριο 8, δεν αναφέρεται στο Τεκμήριο 9 και στο Τεκμήριο 13 φαίνεται να έχει λήξει από 28.7.
  47. Εάν είχε λήξει από τότε γιατί να φαίνεται σε ισχύ στις 7.10.02, δηλαδή στο Τεκμήριο
  48. Στο Τεκμήριο 14 η συνολική υποβληθείσα παραγωγή από την Εναγόμενη 1 φαίνεται να είναι Λ.Κ.12.846 επί συνόλου 13 συμβολαίων για το 2002 και οι ακυρώσεις αφορούν 4 συμβόλαια με συνολικά ασφάλιστρα Λ.Κ.4.
  49. Αυτό επιβεβαιώνει τις καταστάσεις Τεκμήρια 8 και 9 αφού τα συμβόλαια 4146, 4310, 1546 και 1633 τα οποία υπήρχαν στο Τεκμήριο 8 και αφαιρέθηκαν από το Τεκμήριο 9 έχουν συνολικά ασφάλιστρα Λ.Κ.4.594 που αναφέρονται ως ακυρώσεις και στο Τεκμήριο 14 (με τη διαφορά της μιας λίρας).
  50. Στο Τεκμήριο 8 οι ακυρώσεις που φαίνονται μέχρι 7.10.02 είναι για τα συμβόλαια 4310 (Λ.Κ.2.281) και 1546 (Λ.Κ.1.190) δηλαδή συνολικά Λ.Κ.3.471, όπως εκεί καταγράφεται.
  51. Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 14 η Εναγόμενη 1 με καθαρή παραγωγή Λ.Κ.8.252 είχε διατηρησιμότητα έτους και διετίας στο 88% και συνολική προμήθεια Λ.Κ.2.554, αφού οι ακυρώσεις για το 2002 ήταν τα 4 συμβόλαια που της αφαιρούσαν προμήθειες ύψους Λ.Κ.1.366 από το σύνολο των Λ.Κ.3.
  52. Συνάγεται λοιπόν πως το Τεκμήριο 9 δεν συνάδει καθόλου με το Τεκμήριο 13 και δεν μπορεί να εξηγηθεί η μείωση των προμηθειών της όταν τρία τουλάχιστον συμβόλαια (0717, 4538, 4957) ενώ ήταν σε ισχύ στις 12.1.03 παρουσιάζονται στις 16.6.04 να είχαν λήξει εντός του 2002 και άλλα δύο συμβόλαια (1685, 0440) που και πάλι ήταν σε ισχύ στις 12.1.03 δεν παρουσιάζονται καθόλου στις 17.6.
  53. Το μοναδικό συμπέρασμα είναι πως το Τεκμήριο 13 δεν παρουσιάζει συνολική εικόνα και παρατηρούνται αντιθέτως σοβαρές ελλείψεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σ' αυτή αλλά ούτε και στην απλή συνοπτική κατάσταση Τεκμήριο 5 για το ακριβές ύψος των προμηθειών της Εναγόμενης 1, για τις οποίες όλες οι ενδείξεις είναι πως ήταν πολύ περισσότερες των Λ.Κ.959.13 που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Η Ενάγουσα αποδέχθηκε και προώθησε τη λογική του συμψηφισμού της χρηματοδότησης με τις προμήθειες και συνεπώς η αξίωση της συνδέεται με την απόδειξη αυτών των δύο ποσών και την κατάδειξη υπολοίπου προς όφελος της, πράγμα που δεν έχει επιτευχθεί με την παρουσίαση από μάρτυρες που δεν έχουν προσωπική γνώση απλώς μιας συνοπτικής κατάστασης που αμφισβητείται (Τεκμήριο 5) και μιας άλλης που παρουσιάζει ελλείψεις (Τεκμήριο 13) και χωρίς αναλυτική αναφορά στα συμβόλαια, στη διάρκεια ισχύος τους και στις προμήθειες που απορρέουν. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd

(1999)1 A.A.Δ. 156. «Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν.» (βλ. επίσης Marketrends Insurance Ltd v. Ι. Α. Μιχαήλ κ.α.
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 734, Γιάγκου ν. Deme Dairy Ltd
(2006)1 (A) A.A.Δ. 91 και Μαστρής Λτδ ν. Λάσκο Λτδ
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 728). Στην πραγματικότητα η χρηματοδότηση της Εναγόμενης 1 προβλέπετο στο μέρος Ε του Τεκμηρίου 2 και ήταν πληρωμές μέχρι Λ.Κ.700 (ή και περισσότερο κατόπιν έγκρισης) μηνιαίως και δεν θα υπερέβαιναν το 75% των Ετησιοποιημένων Προμηθειών και Υπερπρομηθειών της καθαρής παραγωγής. Ρητώς είχε συμφωνηθεί πως θα πληρώνοντο στον ασφαλιστή έναντι μελλοντικών ωφελημάτων ήτοι προμηθειών κ.λ.π και θα χρεώνοντο στον ειδικό λογαριασμό χρηματοδότησης, στον οποίον θα πιστώνοντο αντίστοιχα και όλα τα ωφελήματα που θα κέρδιζε ο συνεργάτης. Καταλήγω πως η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η Εναγόμενη 1 έλαβε περισσότερα χρήματα ως χρηματοδότηση από ότι ήταν οι προμήθειες της κατά την περίοδο συνεργασίας τους και ως εκ τούτου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 το βάρος απόδειξης που είχε η Ενάγουσα ήταν να πείσει ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, και δεν το έχει αποσείσει. Οι συνθήκες τερματισμού της συνεργασίας δεν θεωρώ πως αποτελούν επίδικο θέμα, ούτε είναι αναγκαία η εξέταση τους για τα πιο πάνω συμπεράσματα αφού καμιά αξίωση δεν στηρίζεται σ' αυτά τα γεγονότα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 εώς 4 ως αυτά θα υπολογιστούν με νόμιμο τόκο από σήμερα και Φ.Π.Α. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.