Μιχαλάκης Αλωνεύτης, Ειδ. Πτώχευσης 1412/07, 4.12.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Ειδ. Πτώχευσης 1412/07 Σε πτώχευση: Μιχαλάκης Αλωνεύτης, από Λευκωσία ......... Αίτηση ημερ. 7.8.07 για παραμερισμό και/ή ακύρωση Ειδοποίησης Πτώχευσης Ημερομηνία: 4.12.2007 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή-οφειλέτη: κ. Παναγίδης για κ. Μ. Βορκά Για την καθ΄ ης η αίτηση-πιστώτρια: κα Κόκκινου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Alfa Bank Ltd (στο εξής η Τράπεζα) ήταν ενάγουσα στην αγωγή 1329/99 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ο Μιχαλάκης Αλωνεύτης ένας από τους πέντε εναγόμενους. Η εκκρεμοδικία της αγωγής έληξε στις 25.4.05 με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης προς όφελος της Τράπεζας και εναντίον όλων των εναγομένων για το ποσό των £632.624,94, πλέον τόκους και έξοδα. Περιλήφθηκε, όμως, όρος αναστολής στην εκτέλεση της απόφασης μέχρι 14.4.2012 (σε πρώτο στάδιο), «. νοουμένου ότι οι εναγόμενοι και/ή οιοσδήποτε εξ αυτών πληρώνουν Λ.Κ.63.262,49 ετησίως για έξι έτη, της πρώτης δόσης αρχομένης 14.4.2006.». Οι εναγόμενοι κατέβαλαν μόνο την πρώτη (ετήσια) δόση, με αποτέλεσμα η Τράπεζα να θεωρήσει ότι ο όρος αναστολής έπαυσε να ισχύει. Στη βάση αυτή - κατόπιν κατάθεσης παρακλητικού ημερ. 16.7.07 - εκδόθηκε εναντίον του Μιχαλάκη Αλωνεύτη η υπ΄ αρ. 1412/07 ειδοποίηση πτώχευσης, η οποία του επιδόθηκε προσωπικά στις 2.8.07. Ο Μιχαλάκης Αλωνεύτης (στο εξής ο αιτητής) δεν συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις της Ειδοποίησης. Αντ΄ αυτού προχώρησε σε καταχώριση της παρούσας αίτησης, με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό της ειδοποίησης. Η αίτηση, η οποία προσέκρουσε σε ένσταση της άλλης πλευράς, βασίζεται στα άρθρα 1, 2 και 3(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, στο άρθρο 26
(1)του Συντάγματος και στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς 1-26, 38-43 και
- Συνοδεύεται δε, όπως και η ένσταση, από ένορκη δήλωση, στο πλήρες περιεχόμενο των οποίων δεν χρειάζεται αν γίνει αναφορά. Αυτό γιατί, κατά την ακροαματική διαδικασία ο αιτητής περιορίσθηκε να προωθήσει την αίτηση μόνο σ΄ ότι αφορά τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε η πληρωμή της δόσης ημερ. 14.4.07 και η Τράπεζα στην αντίκρουση τους. Από τη θεώρηση των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων προκύπτει το πιο κάτω αδιαμφισβήτητο πραγματικό υπόβαθρο:- Μεταξύ της Τράπεζας και των διαδίκων της αγωγής 1329/99 εκκρεμούσε ακόμη μια αγωγή, η υπ΄ αρ. 13266/98, στην οποία επίσης εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Κατά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης στην αγωγή 1329/99 δηλώθηκε (τεκμ.Β, της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση) ότι, με την καταβολή ποσού £150.000 και για τις δύο πιο πάνω υποθέσεις η Τράπεζα θα εξάλειφε την υποθήκη Υ6827/93, η οποία επιβάρυνε δύο κτήματα. Πέραν από την υποθήκη αυτή, είχαν υποθηκευθεί και τα κτήματα F922 και F923 της εναγόμενης 5, ενώ μετά την έκδοση των εκ συμφώνου αποφάσεων στις δύο αγωγές η Τράπεζα ενέγραψε ΜΕΜΟ σ΄ όλα τα κτήματα των εναγομένων. Όπως σχετικά διατείνεται ο αιτητής, η αξία των εν λόγω ακινήτων υπερβαίνει τα £3.630.000 ενώ το χρέος τους προς την Τράπεζα - και για τις δύο υποθέσεις - είναι περίπου το ένα τέταρτο της αξίας αυτής. Μεταξύ 31.3.06 και 13.4.06 οι εναγόμενοι των πιο πάνω υποθέσεων κατέβαλαν προς την Τράπεζα συνολικά το ποσό των £110.000, από το οποίο £63.262,49 αποτελούσε την πρώτη ετήσια δόση της αγωγής 1329/99, ενώ το υπόλοιπο καταβλήθηκε έναντι τη αγωγής 13226/
- Στις 13.3.07 ο αιτητής, συνοδευόμενος από το δικηγόρο του, είχε συνάντηση με τη λειτουργό της Τράπεζας Δόξα Λάμπρου, από την οποία ζήτησε παράταση χρόνου για πληρωμή της δεύτερης δόσης μέχρι 14.7.
- Ταυτόχρονα υπόβαλε και παράκληση για ακύρωση των ΜΕΜΟ με τα οποία είχαν επιβαρυνθεί δύο διαμερίσματα και μια κατοικία, αιτήματα που επανέλαβε και γραπτώς με επιστολή μέσω των δικηγόρων του ημερ. 27.3.07 (τεκμ.Γ, της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση). Η Τράπεζα, παρόλο που επιφυλάχθηκε μέσω της Δ. Λάμπρου να απαντήσει τόσο στο προφορικό αίτημα ημερ. 13.3.07 όσο και στο γραπτό ημερ. 27.3.07, δεν απάντησε. Γι΄ αυτό, ο αιτητής, με δεύτερη επιστολή μέσω των δικηγόρων του ημερ. 17.4.07 (τεκμ.Δ), καλούσε την Τράπεζα «. να περιορίσει τα ΜΕΜΟ και γενικά τα εμπράγματα βάρη επί ολοκλήρου της ακίνητης περιουσίας.» προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα να αξιοποιήσουν την υπόλοιπη και να συμμορφωθούν το ταχύτερο με τις υποχρεώσεις τους. Είναι ισχυρισμός του αιτητή ότι η εκπρόσωπος της Τράπεζας Δ. Λάμπρου τον διαβεβαίωσε ότι θα διαβίβαζε τις προτάσεις του στην κεντρική διεύθυνση της Τράπεζας στην Ελλάδα και μέχρι να πάρει απάντηση να μην ανησυχεί για το θέμα της αναστολής. Αντί απαντήσεως, όμως, η τράπεζα προχώρησε στην έκδοση της υπό κρίση ειδοποίησης, κι αυτό εκδικητικά και καταχρηστικά. Η θέση αυτή αντικρούεται από τη Δόξα Λάμπρου. Όπως δηλώνει στην ένορκη της δήλωση, κατά τη συνάντηση 13.3.07 ο αιτητής πρόβαλε οικονομικό κώλυμα για καταβολή της δεύτερης δόσης. Πρότεινε δε όπως η Τράπεζα ακυρώσει τα ΜΕΜΟ, με τα οποία ήταν επιβαρυμένα τα τρία κτήματα, ούτως ώστε να μπορέσουν να τα υποθηκεύσουν προς όφελος άλλου πιστωτικού οργανισμού για να εξασφαλίσουν δάνειο προκειμένου να την καταβάλουν. Του ανάφερε, δηλώνει, ότι η πρόταση του θα έπρεπε να μελετηθεί, αλλά δεν υπήρχε πρόβλημα σε μικρή καθυστέρηση. Όμως, καταλήγει, ο αιτητής στη συνέχεια πρόβαλλε ανά μήνα διαφορετικές προτάσεις και είναι γι΄ αυτό το λόγο που η Τράπεζα δεν του απάντησε. Εν πάση όμως περιπτώσει, η παράταση που ζήτησε μέχρι 14.7.07 του δόθηκε ανεπίσημα και η ειδοποίηση εκδόθηκε αφού παρήλθε και αυτή η ημερομηνία. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι, ενόψει των όσων ισχυρίζεται ο πελάτης του στην ένορκη του δήλωση - τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, λόγω του ότι δεν αντεξετάσθηκε - επήλθε τροποποίηση στους όρους αναστολής της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης. Τους συγκεκριμενοποίησε στις διαβεβαιώσεις που έδωσε η Λάμπρου οι οποίες, όπως υποστήριξε, συνιστούν προφορική συμφωνία η οποία τους εμπόδιζε να προχωρήσουν με ειδοποίηση πτώχευσης. Με τη σειρά της, η ευπαίδευτη συνήγορος της Τράπεζας, αφού υπέδειξε τη διαφορά στις προτάσεις ή απαιτήσεις που υπόβαλλε ο αιτητής προς την Τράπεζα, εισηγήθηκε δεν παρέχεται έδαφος για ακύρωση της ειδοποίησης. Ανεπίσημα, υποστήριξε, δόθηκε η δυνατότητα πληρωμής της δόσης μέχρι 14.7.07, αλλά δεν πληρώθηκε. επομένως, ο όρος για αναστολή της απόφασης έπαυσε να ισχύει. Όσον δε αφορά τη μη αντεξέταση του αιτητή, επεσήμανε ότι το βάρος για ύπαρξη συμφωνίας με την οποία τροποποιήθηκε ο όρος αναστολής ήταν επί των ώμων του και απέρριψε τη θέση ότι η ειδοποίηση δεν είναι γνήσια. Θα είμαι σύντομος. Ο αιτητής δεν προσβάλλει την εγκυρότητα της ειδοποίησης επικαλούμενος οποιονδήποτε από τους δύο λόγους που προνοούνται από τον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει με καταχώρηση ένορκης δήλωσης και ορθά, κατά την άποψή μου, επέλεξε να προβάλει άλλους λόγους για ακύρωση της ειδοποίησης με αίτηση (βλ. William´s Law and Practice in Bankruptcy, 18η έιδοση, σελ. 44 και Καν. 188 των Πτωχευτικών Κανονισμών, που προβλέπει ότι για θέματα που δεν προνοούν οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί εφαρμόζονται ανάλογα οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί). Σε τέτοια, όμως, περίπτωση το βάρος της απόδειξης ότι συντρέχει λόγος για ακύρωση της ειδοποίησης είναι επί των ώμων του (βλ. Re A. Debtor
(1963)1 W.L.R. 51 και In re A Debtor (No.75 of 1982) Ex Parte The Debtor v. National Westminster Bank Plc
(1984)1 W.L.R.). Το ερώτημα, επομένως, που εγείρεται είναι αν ο αιτητής έχει αποσείσει αυτό το βάρος και στη βάση του λόγου που έχει προωθήσει θα πρέπει να ακυρωθεί η ειδοποίηση. Έχω την άποψη ότι η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Με όσα επικαλείται στην ένορκη δήλωσή του δεν έχει αποδείξει ότι μετά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης επήλθε συμφωνία για τροποποίηση των όρων αναστολής. Αυτό που έχει αποδειχθεί είναι ότι (αρχικά) ζήτησε παράταση του χρόνου πληρωμής της δεύτερης δόσης μέχρι 14.7.07, υποβάλλοντας ταυτόχρονα και παράκληση για ακύρωση των αναφερθέντων ΜΕΜΟ. Στη συνέχεια όμως επανήλθε με το τεκμ. Δ και απαίτησε, αυτή τη φορά, περιορισμό των ΜΕΜΟ και γενικά των εμπράγματων βαρών, κάτι που δίδει έρεισμα στη θέση της Τράπεζας ότι «ανά μήνα πρόβαλλε διαφορετικές προτάσεις» και είναι γι΄ αυτό το λόγο που η Τράπεζα δεν του απάντησε. Επομένως, δεν καταδείχθηκε συμφωνία για τροποποίηση των συμφωνηθέντων όρων αναστολής και, εν πάση περιπτώσει, το αρχικό αίτημα για παράταση του χρόνου καταβολής της δεύτερης δόσης μέχρι 14.7.07 ικανοποιήθηκε σιωπηρώς, όπως είναι η θέση της Λάμπρου. Όσον αφορά το θέμα των εξασφαλίσεων, το κατά πόσο η Τράπεζα είναι ή όχι εξασφαλισμένος πιστωτής - με ό,τι αυτό συνεπάγεται - είναι θέμα που θα εξετασθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας για έκδοση διατάγματος παραλαβής και όχι σ΄ αυτό το στάδιο. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα - όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή - προς όφελος της Τράπεζας και εναντίον του αιτητή. Τέλος, έχοντας υπόψη ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης επιδόθηκε 2.8.07 και επακολούθησε η αίτηση για ακύρωση, κρίνω ότι ως ημερομηνία διάπραξης πράξης πτώχευσης θα πρέπει να λογίζεται η σημερινή, και έτσι αποφασίζεται. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο