Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. SCV United Global Industries Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 145/07, 10 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 145/07 Μεταξύ: Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων - και -
- SCV United Global Industries Ltd, από Λεμεσό
- Τάσου Στέλιου Σάββα, από Λεμεσό
- Κώστα Νικολάου, από Λεμεσό
- Βαλεντίνου Μιχαηλίδη, από Γερμασόγεια
- Prebena (Cyprus) Ltd, από Λεμεσό
- Στέλιος Σάββα & Υιοι Λτδ, από Λεμεσό
- Α & M Pumps Company Ltd, από Λεμεσό Εναγομένων .......... Αίτηση ημερ. 13.4.07 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα/αιτήτρια: κα Κραμβή Για εναγόμενους 1,2,4,6 και 7/καθ΄ ων: κα Μιλτιάδου για κκ. Χρ.Κληρίδη και Λεωνίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση της ενάγουσας (στο εξής η αιτήτρια) αποσκοπεί σε έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων 1, 2, 4, 6 και 7 (στο εξής οι καθ΄ ων η αίτηση). Η αίτηση βασίζεται στη Δ.18 θθ.1, 2 και 9(α) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της αιτήτριας. Με αυτή επιβεβαιώνεται η απαίτηση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και διατυπώνεται η θέση ότι οι καθ΄ ων δεν έχουν καμιά απολύτως υπεράσπιση. Προς τούτο επισυνάπτει διάφορα έγγραφα (τεκμ. Α-ΣΤ) για να καταδείξει ότι, δυνάμει συμφωνίας ημερ. 31.1.03 η αιτήτρια παραχώρησε στην εναγόμενη 1, υπό την εγγύηση των λοιπών εναγομένων, δάνειο ύψους 762.152.000 Ευρώ πλην όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι αποπληρωμής, με αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας και την έγερση αξίωσης για αποπληρωμή του χρέους, που διαμορφώθηκε στα 808.523,56 Ευρώ. Η αίτηση προσέκρουσε σε ενστάσεις των καθ΄ ων, που επίσης υποστηρίζονται από ενόρκους δηλώσεις. Οι βασικές θέσεις που προβάλλουν - για να τους δοθεί η δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης - περιστρέφονται γύρω από δύο άξονες, δηλαδή ότι:-
- Η ενόρκως δηλούσα της αιτήτριας δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και, επομένως, δεν συντρέχουν οι τυπικές προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης και
- Η θέση ότι δεν έχουν υπεράσπιση δεν ευσταθεί. Αντίθετα, έχουν καλή υπεράσπιση και προς τούτο αμφισβητούν το αξιούμενο ποσό και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν από την αιτήτρια για την αύξηση του επιτοκίου, ούτε έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή και, τέλος, ότι η αιτήτρια αποκρύβει από το Δικαστήριο την πλήρη αλήθεια. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίσθηκαν σε αγορεύσεις, παραπέμποντας στο τι διαλαμβάνεται στις αντίστοιχες ενόρκους δηλώσεις καθώς επίσης και στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα. Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι πασίγνωστες. Σκοπός της διαδικασίας είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, κι΄ αυτό όπου τα γεγονότα αποκαλύπτουν ξεκάθαρη απαίτηση και διαπιστώνεται ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Λόγω του ότι, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, τον εναγόμενο να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant
(1895)1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Julios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ (Β) 782, SUBOTIC ν. Στυλιανίδη, Πολιτική Έφεση 9821 ημερομηνίας 21/1/98 και Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα πολιτική έφεση 10057 ημερομηνίας 2/6/
- Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:
- Το κλητήριο ένταλμα να ΄ναι ειδικά οπισθογραφημένο
- Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όταν, όμως, ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136-138 και Α. Δημητρίου σελ. 790-794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο, που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO LTD v. Central Co- Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd, ανωτέρω), κάτι που μπορεί να πράξει είτε με ένορκη δήλωση είτε (μετά από άδεια του Δικαστηρίου) με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.Ι8 Καν. 3(α)). Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι έκδηλο ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς 5 οπισθογραφημένο και ο εναγόμενος έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας στην έκδοση απόφασης, το ζήτημα αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ομνύοντα. Στην υπό κρίση περίπτωση η ομνύουσα για την αιτήτρια επικαλείται προσωπική γνώση των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τα διάφορα έγγραφα που επισυνάπτει ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της, τα οποία - όπως αναντίλεκτα δηλώνει - βρίσκονται στην κατοχή και φύλαξή της. Το στοιχείο αυτό αναιρεί τη βασική θέση των καθ΄ ων ότι δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώση της. Πηγή της γνώσης της είναι η Συμφωνία Δανείου ημερ. 31.1.03 (τεκμ.Α), η παροχή του δανείου στην εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση των λοιπών εναγομένων (τεκμ.Γ), η υποθήκευση κτήματος του εναγόμενου 6 (τεκμ.Β) και οι διάφορες επιστολές ή ειδοποιήσεις που όπως δηλώνει στάληκαν στους καθ΄ ων η αίτηση (τεκμ.Δ). Επισημαίνεται, επί του προκειμένου, ότι οι καθ΄ ων δεν αμφισβητούν την ύπαρξη της Συμφωνίας Δανείου, τη λήψη του δανείου, ως επίσης και τις εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις που δόθηκαν επ΄ ανταλλάγματι της χορήγησης του δανείου. Επομένως, το να προβάλλεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο ότι η ομνύουσα της αιτήτριας δεν έχει προσωπική γνώση των όσων επικαλείται στην ένορκη δήλωση της ή ότι δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης της δεν σημαίνει τίποτε. Κρίνω, επομένως, ότι η ομνύουσα έχει θετική γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης και ήταν ικανή να επιβεβαιώσει τόσο τη βάση της αγωγής όσο και το αξιούμενο ποσό. Συνακόλουθα κρίνω ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, το βάρος απόδειξης για ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης έχει μετατοπισθεί στους καθ΄ ων η αίτηση. Όπως ήδη επισημάνθηκε, οι καθ΄ ων δεν αμφισβητούν την ύπαρξη ή εγκυρότητα της Συμφωνίας Δανείου, τη λήψη του δανείου, καθώς επίσης και τις επικαλούμενες από την αιτήτρια εγγυήσεις και εξασφαλίσεις. Προβάλλουν, όμως, ότι έχουν καλή υπεράσπιση και προς τούτο:- 1. Αμφισβητούν το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου, προβάλλοντας ότι η κατάσταση λογαριασμού, που επισυνάπτεται ως τεκμ. ΣΤ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρει μόνο το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο και τίποτα περισσότερο. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Η Δ.18 θ.1(α) δεν επιβάλλει στην αιτήτρια τέτοια υποχρέωση. Τούτο έχει επισημανθεί και από τη μειοψηφία στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ (Β) 782). Παραπέμπω, επίσης, στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1959 σελ. 258-260, όπου αναφέρεται ότι η παρουσίαση εγγράφων - σε αίτηση για συνοπτική απόφαση - αποτελεί επιλογή του αιτητή, που πολλές φορές είναι εκ του περισσού. Και η παρούσα δεν αποτελεί εξαίρεση. Επί της ουσίας, τώρα:- Το να προβάλλεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο αμφισβήτηση του οφειλόμενου υπολοίπου δεν αποτελεί απόσειση του βάρους απόδειξης. Θα έπρεπε, επί του προκειμένου, να παραθέσουν στοιχεία, στη βάση των οποίων να φαίνεται ότι πράγματι το οφειλόμενο υπόλοιπο δεν αντιστοιχεί στο αξιούμενο, κάτι που παρέλειψαν να πράξουν. Επομένως, δεν κατέδειξαν ότι πράγματι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση σ΄ ότι αφορά το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου.
- Προβάλλουν ότι η αιτήτρια προχώρησε μονομερώς σε τροποποίηση της Συμφωνίας Δανείου και σε δύο περιπτώσεις αύξησε το επιτόκιο χωρίς να τους ενημερώσει. Ούτε αυτή η θέση, κατά την άποψή μου, δεν ευσταθεί. Για το θέμα του επιτοκίου υπάρχει ρητή πρόνοια στη Συμφωνία Δανείου (όρος 7.1-7.5) με βάση την οποία η αιτήτρια διατήρησε το δικαίωμα για αύξηση του επιτοκίου, κάτι που κοινοποίησε στην εναγόμενη 1 με σχετικές επιστολές που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της.
- Επικαλούνται παράλειψη εκ μέρους της αιτήτριας να τους ενημερώσει ότι η πρωτοφειλέτρια δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από τη Συμφωνία Δανείου. Ούτε αυτός ο λόγος κρίνεται ικανοποιητικός. Στην ένορκη δήλωση, που υποστηρίζει την αίτηση, επισυνάπτονται επιστολές ημερ. 22.8.06 που τους στάληκαν και με τις οποίες πληροφορούνταν ότι η Συμφωνία τερματίσθηκε λόγω παράλειψης της πρωτοφειλέτριας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και
- Εγείρουν θέμα γλώσσας της Συμφωνίας Δανείου, η οποία είναι στα Αγγλικά. Στο στάδιο των αγορεύσεων - και χωρίς καν να θίγεται η γνωστή υπεράσπιση του Non est factum - επισημάνθηκε ότι ενώ η ομνύουσα της αιτήτριας υιοθετεί το περιεχόμενο της Συμφωνίας Δανείου, δεν αναφέρει κατά πόσο γνωρίζει ή όχι αγγλικά. Αδυνατώ να κατανοήσω το σχετικό επιχείρημα. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η ομνύουσα δεν δηλώνει αν γνωρίζει ή όχι αγγλικά αποτελεί στοιχείο για να δοθεί δικαίωμα καταχώρισης υπεράσπισης; Είναι έκδηλο, κατά την άποψή μου, ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβαίνει. Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι το βάρος για ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης είναι επί των καθ΄ ων και ο σχετικός ισχυρισμός κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, κρίνω ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν αποσείσει το αναφερθέν βάρος απόδειξης και η αίτηση επιτυγχάνει. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον:- Α. Των εναγομένων 1, 2, 4, 6 και 7, μαζί και χωριστά, απόφαση ως η παρ. 14(α) της έκθεσης απαίτησης, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και Β. Του εναγόμενου 6 Διάταγμα ως η παρ. 14(β) της έκθεσης απαίτησης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο