← Κύπρος

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Ιωάννου Νεόφυτος Μενελάου, Αρ. Αγωγής: 12982/01, 14 Δεκεμβρίου, 2007

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Ιωάννου Νεόφυτος Μενελάου, Αρ. Αγωγής: 12982/01, 14 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12982/01 Μεταξύ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσας Και Ιωάννου Νεόφυτος Μενελάου Εναγομένου Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 4-5-04 ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσας Και

  1. Ιωάννου Νεόφυτος Μενελάου
  2. Α. Τ. Micro Ltd Eναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 31-5-05 EMPORIKI BANK - CYPRUS LTD Ενάγουσας Και
  3. Ιωάννου Νεόφυτος Μενελάου
  4. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής και παραλήπτης της περιουσίας της εταιρείας Α.Τ. MICRO LTD Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Δεκεμβρίου,
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κα Κ. Πετρίδου για Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Για Εναγόμενο 1: κα Ε. Μιχαήλ Για Εναγόμενη 2: Καμιά εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της η Ενάγουσα τράπεζα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως το ποσό των Λ.Κ.17.050 συν τόκους προς 9% ετησίως από 30-6-
  6. Το ποσό προέρχεται από δύο επιταγές τις οποίες ο Εναγόμενος 1 εξέδωσε προς όφελος της Εναγόμενης 2 εταιρείας, η οποία και τις οπισθογράφησε προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Κύπρου Α.Ε. δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας προεξόφλησης επιταγών. Η εν λόγω τράπεζα παρουσίασε τις επιταγές στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ επί της οποίας και είχαν εκδοθεί, πλην όμως αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, οπότε ήγειρε την παρούσα αγωγή. Η αγωγή ηγέρθη αρχικά από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και μόνο εναντίον του Εναγόμενου
  7. Στις 4-5-04 κατόπιν σχετικού διατάγματος προσετέθη ως Εναγόμενη 2 και η εταιρεία Α.Τ. MICRO LTD. Στις 31-5-05 με νέο διάταγμα (α) το όνομα της Ενάγουσας τροποποιήθηκε σε Emporiki Bank - Cyprus Ltd λόγω αντίστοιχης αλλαγής ονόματος μέσω του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 4) και (β) το όνομα της Εναγόμενης 2 τροποποιήθηκε με την προσθήκη του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστής της, αφού εν τω μεταξύ είχε εκδοθεί στις 26-11-04 διάταγμα εκκαθάρισης της (στην αιτ. Αρ. 448/04 - Τεκμήριο 2). Η συνήγορος του Εναγόμενου 1 βασιζόμενη στο γεγονός ότι οι αρχικές συμφωνίες με την Εναγόμενη 2 έγιναν από την ανώνυμη εταιρεία Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., ισχυρίστηκε με την αγόρευση της ότι η Ενάγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον και/ή δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής. Επί του παρόντος αρκεί να αναφέρω ότι κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 Γνωστοποίηση ημερ. 2-8-01 δημοσιευθείσα στην Επίσημη Εφημερίδα σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)του περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Ν.64
(1)/
  1. Θα επανέλθω στο θέμα σε κατοπινό στάδιο. Πέραν αυτού του νομικού ζητήματος ο Εναγόμενος 1 στην υπεράσπιση του παραδέχθηκε ότι εξέδωσε τις δύο επιταγές αλλά ισχυρίστηκε ότι η μια ήταν για Λ.Κ.70,50 και όχι Λ.Κ.7.050 - όπως ανέφερε η Ενάγουσα - και κυρίως προέβαλε τη θέση ότι τις είχε δώσει στην Εναγόμενη 2 «ως εγγύηση για την αγορά διαφόρων ειδών ηλεκτρονικών υπολογιστών .. μέχρι να του εγκριθεί αίτηση που θα υπόβαλλε μέσω της Εναγομένης 2 για ενοικιαγορά, ήτο δε σε συνεχή επικοινωνία και συμφωνία με την ως άνω εταιρεία να κατακρατεί για αναγνώριση του χρέους του τις εν λόγω επιταγές αναμένοντας την έγκριση του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου». Επίσης ότι στις 27-7-01 η Εναγόμενη 2 έχει εξοφληθεί για το ποσό των επιταγών με συμβόλαιο ενοικιαγοράς και συνεπώς δόλια, πρόωρα, κακόπιστα, κακόβουλα και πονηρά οπισθογράφησε και παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές στην Ενάγουσα για πληρωμή. Ο Επίσημος Παραλήπτης δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία εκ μέρους της Εναγόμενης 2 και έτσι η αγωγή προχωρούσε παράλληλα για απόδειξη εναντίον της. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε ως μοναδική μάρτυρα την κα Αικατερίνη Κουτσούγερα (Μ.Ε.), Υπεύθυνη του Τμήματος Εμπλοκών. Ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε ο ίδιος ως πρώτος μάρτυρας και κάλεσε επίσης τον αρχικό συνέταιρο του στην Ν.Ι.Athletics Ltd κ. Λοϊζο Λοϊζίδη (Μ.Υ.2). Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Παρακολούθησα με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την προφορική τους μαρτυρία και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και μαρτυρία τους έχοντας υπόψιν την συνολική τους εικόνα και τα όσα ανέφεραν σε συνδυασμό με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν. Βεβαίως αρκετά από τα γεγονότα παραμένουν αναμφισβήτητα μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου 1 και αναντίλεκτα όσον αφορά την Εναγόμενη
  2. Θα προχωρήσω στην παράθεση τέτοιων γεγονότων και στο κατάλληλο στάδιο θα γίνει αναφορά και σε τυχόν αμφισβητούμενα γεγονότα. Μέσα από την έκθεση υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομίμως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα τη Λευκωσία. Το Τεκμήριο 5 αποτελεί συμφωνία μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και της Εναγόμενης 2, ημερ. 25-8-
  3. Βασική πρόνοια της ήταν η χορήγηση πιστώσεων και/ή δανείων και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό. Στις 19-2-99 μεταξύ των ιδίων υπεγράφη και το Τεκμήριο 6 το οποίο αποτελεί Συμπληρωματική Σύμβαση. Βασικές πρόνοιες αυτής ήταν η δυνατότητα παροχής πιστοδότησης προς την Εναγόμενη 2, η οποία (πιστοδότηση) συνίστατο σε προεξόφληση μεταχρονολογημένων επιταγών που θα εκδίδοντο από πελάτες της εν λόγω εταιρείας, θα οπισθογραφούντο δεόντως και θα κρατούντο από την Τράπεζα ως εξασφάλιση της πιστοδότησης. Η Τράπεζα δεν ήταν υποχρεωμένη σε περίπτωση μη τιμήσεως επιταγής να προβεί στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον εκδότη η οπισθογράφου, αλλά εάν έπραττε κάτι τέτοιο τότε η Εναγόμενη 2 ευθύνετο για την πληρωμή των δικαστικών εξόδων. Οι προεξοφλούμενες επιταγές θα κατατίθεντο προς είσπραξη στο λογαριασμό της Εναγόμενης 2 κατά την ημερομηνία προεξόφλησης. Στην παράγραφο 1 της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 14) ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι κατά ή περί το Μάρτιο του 2001 αγόρασε από την Εναγόμενη 2 διάφορα είδη ηλεκτρονικών υπολογιστών και εξέδωσε, υπέγραψε και της παρέδωσε τις δύο επίδικες επιταγές. Είναι αναντίλεκτο πως πρόκειται για τις επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10 και 11, με τα εξής στοιχεία: Επί Αρ. Επιτ. Ημερ. Λ.Κ. Λαϊκής Τράπεζας 8467883 30-6-01 7.050 Λαϊκής Τράπεζας 8467884 30-6-01 10.000 Παρά την αρχική επιμονή του στα δικόγραφα ότι το Τεκμήριο 11 αφορούσε ποσόν Λ.Κ.70,50 και όχι Λ.Κ.7.050, στην αντεξέταση του ο Εναγόμενος 1 υποχρεώθηκε βλέποντας την επιταγή να παραδεχθεί ότι είχε λάθος αφού ήταν προφανές πως ολογράφως ήταν γραμμένο το ποσό των «εφτά χιλιάδων και πενήντα μόνον». Η αμφισβήτηση του προφανώς οφείλεται στο ότι στην αριθμητική γραφή υπάρχει μια τελεία μετά τον αριθμό «7» και μια άλλη μετά το πρώτο μηδενικό. ΄Εχω την άποψη όμως πως ο ίδιος ως εκδότης των επιταγών και αφού παραδέχεται την έκδοση τους με παράλληλο μάλιστα ισχυρισμό εξόφλησης θα έπρεπε να γνωρίζει - και πιστεύω ότι γνώριζε - εξαρχής τα πραγματικά ποσά. Η άρνηση του ποσού οφείλεται στην αγωνιώδη και πάση θυσία προσπάθεια αποφυγής οιασδήποτε δικής του ευθύνης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στην τρισέλιδη γραπτή του δήλωση δεν αναφέρεται οπουδήποτε είτε στο τίμημα αγοράς των υπολογιστών, είτε στο ποσό των επιταγών, είτε στο ποσό της ενοικιαγοράς. Εν πάση όμως περιπτώσει και οι δύο αυτές επιταγές αναγράφουν ως δικαιούχο την Εναγόμενη 2 εταιρεία. Στην πίσω πλευρά τους φέρουν και οι δύο σφραγίδα της εταιρείας αυτής και είναι υπογραμμένες στο σημείο της σφραγίδας. Η οπισθογράφηση των από την Εναγόμενη 2 είναι παραδεκτή από τον Εναγόμενο 1 (στην παράγρ. 3 της γραπτής του δήλωσης) με τη διαφορά ότι ισχυρίζεται πως οπισθογραφήθηκαν προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και όχι της Ενάγουσας. Αυτό είναι ορθό δεδομένου ότι και στη Γνωστοποίηση για τη μεταβίβαση των τραπεζικών εργασιών αναφέρεται ως ημερομηνία έναρξης η 1-8-
  4. Η δε Μ.Ε. σφάλλει όταν (στην παραγρ. 6 της γραπτής δήλωσης της) αφήνει να νοηθεί πως πρόκειται για απλή αλλαγή επωνυμίας, αλλά αυτό αφορά κυρίως το νομικό θέμα της προδικαστικής ένστασης. Το Τεκμήριο 7 αποτελεί τα Πινάκια Προεξόφλησης Επιταγών στα οποία σε διαφορετικές ημερομηνίες περιλαμβάνονται και οι δύο επίδικες, μαζί με άλλες επιταγές που είχε παραδώσει η Εναγόμενη
  5. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 7 στις 15-3-01 και στις 5-4-01 αντιστοίχως, η Εναγόμενη 2 παρέδωσε τις δύο επιταγές στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. συμπληρώνοντας τα αναγκαία έντυπα (Τεκμήριο 7) και ζητώντας προεξόφληση με βάση τις μεταξύ τους συμφωνίες. Με βάση τον όρο 3 του Τεκμηρίου 6 η Τράπεζα είχε την εξουσία να καθορίζει το ύψος της πιστοδότησης. Εξ όσων προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Ε. και επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 7 η Τράπεζα προεξοφλούσε τις επιταγές παρέχοντας πίστωση για το 85% της κάθε επιταγής. Το υπόλοιπο 15% κατακρατείτο και θα πιστώνετο αργότερα με την εξαργύρωση των επιταγών. Στα πλαίσια των συμφωνιών η εν λόγω τράπεζα άνοιξε προς όφελος της Εναγομένης 2 το λογαριασμό υπ' αρ. 84041076 ο οποίος αποκαλείται «λογαριασμός προεξόφλησης» και το λογαριασμό υπ' αρ. 83954159 ο οποίος αποκαλείται «λογαριασμός υπέρ αναλήψεως». ΄Ετσι στις 15-3-01 και 5-4-01 ο λογαριασμός προεξόφλησης χρεώθηκε με τα ποσά των Λ.Κ.8.500 και Λ.Κ.5.992,50 δηλαδή με το 85% της αξίας της κάθε επιταγής και αντιστοίχως πιστώθηκε κατά τις ίδιες ημερομηνίες ο λογαριασμός υπέρ αναλήψεως της Εναγόμενης 2 με τα ίδια ποσά. Να σημειωθεί πως τα ποσά - ως εξηγείται στις καταστάσεις του Τεκμηρίου 7 - συμπεριλαμβάνονται στις εγγραφές των ποσών Λ.Κ.10.955,27 και Λ.Κ.6.945,04 επειδή οι επίδικες επιταγές είχαν κατατεθεί με άλλες επιταγές για προεξόφληση. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι οι επιταγές είχαν εκδοθεί ως μεταχρονολογημένες με ημερομηνία πληρωμής την 30-6-01 και για τις δύο. Στις 2-7-01 η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κατέθεσε τις επιταγές και τις παρουσίασε στην Τράπεζα επί της οποίας είχαν εκδοθεί, προς εξαργύρωση. Στις 4-7-01 η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα επέστρεψε απλήρωτες και τις δύο επιταγές με την ένδειξη «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ - ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ». Ως εκ τούτου η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. χρέωσε τις επιταγές για τα ποσά των Λ.Κ.10.000 και Λ.Κ. 7.050 στο λογαριασμό υπέρ αναλήψεως (αρ. 83954159) που διατηρούσε η Εναγόμενη
  6. Το Τεκμήριο 9 και οι δύο πρώτες εγγραφές ημερομηνίας 6-7-01 είναι σχετικές. Ο λογαριασμός αυτός (ο οποίος έλαβε το νέο αριθμό 45340000911-9) παρουσίαζε στις 13-2-07 χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.190.972,16 μέρος του οποίου είναι και τα ποσά των δύο επίδικων επιταγών. Να σημειωθεί ότι η προεξόφληση των επιταγών από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. είναι παραδεκτή από τον Εναγόμενο 1 στην παράγραφο 2 της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 14). Πέραν της παραδοχής για το θέμα της προεξόφλησης πρέπει να πω πως θεωρώ την Μ.Ε. ως αξιόπιστη και ειλικρινή μάρτυρα σχετικά με τα έγγραφα που παρουσίασε και τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε. Σημειώνω πως για όσα εξ αυτών δεν είχε προσωπική γνώση δεν δίστασε να το αναφέρει και αυτό βεβαιώνει την έλλειψη πρόθεσης παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τα Τεκμήρια 8, 9 και 12 συνιστούν αντίγραφα καταστάσεων λογαριασμού των οποίων τα πρωτότυπα έχουν σταλεί στην πελάτιδα τους, Εναγόμενη
  7. Συνοδεύονται όλες από πιστοποιητικά υπογεγραμμένα από την ίδια βάσει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.
  1. Κατά την αντεξέταση της αλλά και στη γραπτή δήλωση της εξήγησε με ικανοποιητικό και πειστικό τρόπο τη διαδικασία τήρησης και φύλαξης των στοιχείων αυτών στο ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας. Δεν θεωρώ ότι έχει κλονιστεί η μαρτυρία αυτή από τη γενική και αόριστη υποβολή ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Δέχομαι πως τα συγκεκριμένα τεκμήρια αποτελούν μέρος του αρχείου της ενάγουσας και αξιολογώντας τα σε συνδυασμό με την προφορική της μαρτυρία αλλά και τις παραδοχές του Εναγόμενου 1 καταλήγω πως όλες οι περιεχόμενες καταγραφές και στοιχεία είναι ορθά. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας (στην παρ. 5 της Ε/Α) πως ειδοποίησε προφορικά τόσο τον Εναγόμενο 1 όσο και την Εναγόμενη 2 για την μη εξόφληση των επίδικων επιταγών, εντός 7 ημερών από τη μη εξόφληση τους. Στην προφορική της μαρτυρία η Μ.Ε. παραδέχθηκε πως δεν είχε η ίδια ειδοποιήσει τον Εναγόμενο 1 και επικαλέστηκε πληροφόρηση που της δόθηκε από άλλους συναδέλφους της, χωρίς να αναφέρει ή να ερωτηθεί για τα ονόματα τους. Προφανώς σ' αυτή την πληροφόρηση της βασίζεται και ο παρόμοιος ισχυρισμός της στη γραπτή δήλωση της. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία η οποία υπόκειται σε αξιολόγηση της βαρύτητας της με βάση το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και τους εκεί αναφερόμενους παράγοντες. Από την άλλη πλευρά ο Εναγόμενος 1 στην προφορική του μαρτυρία αρνήθηκε ότι γνώριζε ο,τιδήποτε κατά τον επίδικο χρόνο, για την οπισθογράφηση και προεξόφληση των επιταγών - αν και παραδέχεται πως ενημερώθηκε αμέσως από τον Τραπεζίτη του στις 4-7-01 για την παρουσίαση των επιταγών προς εξαργύρωση. Μάλιστα επέμεινε στη θέση πως ο ίδιος έδωσε τις οδηγίες να επιστραφούν οι επιταγές πίσω απλήρωτες με την ένδειξη «refer to drawer", δηλ. να αποταθούν στον ίδιο. Προηγουμένως είχε συμφωνήσει πως οι επιταγές δεν εξοφλήθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων. Δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι ειδοποιήθηκε από την Τράπεζα του για την κατάθεση των επιταγών, αλλά ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος διέταξε να επιστραφούν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα σε όποιο βαθμό υπονοεί ότι εάν δεν έδιδε ο ίδιος οδηγίες δεν θα επιστρέφοντο οι επιταγές απλήρωτες. Γεγονός παραμένει πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό του και η Τράπεζα του ούτε άλλη επιλογή είχε και ούτε χρειάζετο τις οδηγίες του για την επιστροφή των ως ακάλυπτων. Σχετικά όμως με τη θέση της Ενάγουσας ότι τον ειδοποίησε «για την μη εξόφληση των επίδικων επιταγών», όπως αυτή καταγράφεται στην έκθεση απαίτησης, προκύπτει παραδοχή του στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης του. Από το νόημα της παραγράφου αυτής είναι σαφές πως με αυτή απαντούσε στην παράγραφο 5 (και όχι στις παραγράφους 5(α) ή 5(β) που μάλλον εκ παραδρομής έχουν αριθμηθεί και αυτές με τον αριθμό 5). Απαντώντας λοιπόν στον ισχυρισμό ότι ειδοποιήθηκε «για την μη εξόφληση των επίδικων επιταγών» αναφέρει συγκεκριμένα: «8.Αναφορικά με το περιεχόμενο της παραγράφου αρ. 5 ο Εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι μόλις έλαβε γνώση του ως άνω γεγονότος εξήγησε στην Ενάγουσα πως διεδραματίσθησαν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, πλην όμως και πάλιν η Ενάγουσα δεν επέδειξε την πρέπουσα επιμέλεια πιέζοντας την Εναγόμενη 2 να διευθετήσει το τυχόν αντάλλαγμα που της είχε δώσει, παρόλο που η Εναγόμενη 2 λίγο αργότερα εισέπραξε το αντίστοιχο ποσό από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου». (οι υπογραμμίσεις έγιναν από το Δικαστήριο) Προκύπτει συνεπώς σαφέστατα πως όντως ειδοποιήθηκε από την Ενάγουσα μετά την κατάθεση των επιταγών και επιβεβαιώνεται με αυτό τον τρόπο και η εξ ακοής μαρτυρία της Μ.Ε. Το σημαντικότερο βεβαίως είναι η παραδοχή μέσα από την εν λόγω παράγραφο πως «η Εναγόμενη 2 λίγο αργότερα εισέπραξε το αντίστοιχο ποσό από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου.» ΄Εχει σημασία κυρίως ο χρόνος στον οποίο τοποθετεί την ειδοποίηση του ο Εναγόμενος 1 και συγκεκριμένα το ότι η πληρωμή μέσω του συμβολαίου ενοικιαγοράς έγινε «λίγο αργότερα» πράγμα που συνάδει με τις ημερομηνίες 4-7-01 (παρουσίαση επιταγών) και 27-7-01 (ημερομηνία Τεκμηρίου 5). Αποτελεί συνεπώς εύρημα μου πως πρώτα έλαβε ειδοποίηση από την Ενάγουσα και την Τράπεζα του και ακολούθως υπέβαλε την αίτηση για έγκριση δανειοδότησης μέσω ενοικιαγοράς. Το κατά πόσον αντικείμενο της ενοικιαγοράς αυτής ήταν τα ίδια αντικείμενα για τα οποία είχαν δοθεί οι δύο επιταγές το Μάρτιο του 2001 ήταν επίσης αμφισβητούμενο. Η αρχική θέση του Εναγόμενου 1 ήταν πως μόνο μια συναλλαγή είχε και μάλιστα μέσω της δικής τους εταιρείας Ν.Ι. Αthletics Ltd, με την Εναγόμενη
  2. Απλώς - είπε - υπήρχαν ορισμένες τροποποιήσεις στο τιμολόγιο μέχρι να παραδοθεί η αρχική παραγγελία. Τα όσα υποστήριξε προφορικώς και ειδικά ο ισχυρισμός του αυτός συνδέεται προφανώς με τη βασική του θέση ότι ο ίδιος είχε δώσει τις δύο προσωπικές του επιταγές προς την Εναγόμενη 2 «ως εγγύηση μέχρι τη διευθέτηση ενοικιαγοράς». Βεβαίως πρέπει να σημειωθεί πως στην Υπεράσπιση του σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται στην εταιρεία του, ούτε και προβάλλει ότι ήταν αγορά στην οποία η ίδια προέβη. Όπως έχω ήδη αναφέρει ακόμα και στη γραπτή του δήλωση δέχεται ότι ήταν ο ίδιος που αγόρασε τους υπολογιστές. Μόνο κατά την προφορική του μαρτυρία προσπάθησε να διαφοροποιηθεί λέγοντας πως το τιμολόγιο αφορούσε αρχικά την εταιρεία του. Προς απόδειξη της θέσης του παρουσίασε ως Τεκμήριο 15 το αντίγραφο συμβολαίου ενοικιαγοράς υπ' αρ. 810-0-5901111 ημερ. 27-7-01 με τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. Δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Εναγόντων η σύναψη αυτού του συμβολαίου, πλην όμως αμφισβητήθηκε ότι αφορά τα ίδια ποσά με τις επιταγές. Πάντως το Τεκμήριο αυτό φαίνεται να αφορά αγορά ηλεκτρονικών υπολογιστών συνολικής αξίας Λ.Κ.15.477 έναντι της οποίας είχαν δοθεί και Λ.Κ.2.000 σε μετρητά ως προκαταβολή πράγμα που δεν είχε αναφερθεί για την αγορά του Μαρτίου
  3. Πρωτοφειλέτιδα παρουσιάζεται η εταιρεία του Εναγόμενου 1, δηλ. η Ν.Ι. Αthletics Ltd και ως έμπορος η Εναγόμενη
  4. Ως εγγυητές υπογράφουν ο Εναγόμενος 1 και ο Μ.Υ.2, όπως πολύ ορθά παραδέχθηκε και ο τελευταίος και επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  5. Ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε ότι υπέγραψε και ο ίδιος ως εγγυητής αλλά προφανώς αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού η υπογραφή του αναγνωρίστηκε από τον συνεταίρο του (Μ.Υ.2) στη θέση του εγγυητή, ενώ το πρόσωπο στο οποίο ανεφέρθη ο Εναγόμενος 1 (δηλ. ο Ευάγγελος Σάλτας) είναι απλώς μάρτυρας υπογραφής του ενοικιαστή. Ήταν η θέση του Εναγόμενου 1 και του Μ.Υ.2 ότι οι επιταγές αφορούν την ίδια αγορά που αφορά και το συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Παρότι στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται και αριθμός τιμολογίου το οποίο ήταν επισυνημμένο, εν τούτοις κάτι τέτοιο δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε προφορικά πως το τιμολόγιο της ενοικιαγοράς ήταν το ίδιο για το οποίο είχαν δοθεί οι δύο επιταγές. Όπως είπε ήταν η συμφωνία τους με την Εναγόμενη 2 το Μάρτιο του 2001 να δοθούν οι επιταγές «για εξασφάλιση» και για να είναι σίγουροι οι πωλητές (Εναγόμενη 2) ότι οι ίδιοι ως αγοραστές θα έπρατταν το τι είχαν συμφωνήσει, δηλαδή την εξόφληση μέσω του συμβολαίου ενοικιαγοράς. Είχε δοθεί και κάποια προκαταβολή από τότε. Από τη μια ισχυρίζετο ότι έδωσαν τις επιταγές ως εξασφάλιση επειδή τα αγορασθέντα είχαν παραδοθεί σ' αυτούς από τότε και από την άλλη επέμενε ότι τα προϊόντα τροποποιήθηκαν για να παραδοθούν, πράγμα που πήρε αρκετό χρόνο με αποτέλεσμα να παρέλθει η ημερομηνία που είχαν βάλει στις επιταγές (30-6-01). Ο Μ.Υ.2 υποστήριξε πως οι επιταγές είχαν δοθεί «μέχρις ότου γίνει η εγκατάσταση των hardware και software", για να δουν οι ίδιοι «ότι όντως ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση και θα γινόταν και η χρηματοδότηση κανονικά αμέσως μετά». Στην αρχή είπε πως τα αγορασθέντα εγκαταστάθηκαν «εκείνη την περίοδο» δηλαδή αμέσως μετά που εδόθηκαν οι επιταγές, αλλά αργότερα επικαλέστηκε αδυναμία μνήμης ως προς το «αμέσως» που είχε προηγουμένως αναφέρει. Πάντως επέμεινε και αυτός πως εντός αυτού του διαστήματος θα γινόταν και η αίτηση για χρηματοδότηση, εννοώντας πριν τις 30-6-
  6. Παρακολουθώντας και τους δύο μάρτυρες υπεράσπισης με προσοχή πρέπει να πω ότι δεν έχω πειστεί για την ειλικρίνεια τους και την αλήθεια των όσων αναφέρουν. Καταρχάς διαψεύδεται ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 (στην παράγραφο 5 της γραπτής δήλωσης του) ότι στις 27.7.01 προέβη «σε εξόφληση του ποσού των επιταγών» από μόνο το γεγονός ότι το Τεκμήριο 15 αναφέρεται σε εξασφάλιση ποσού Λ.Κ.15.477 συμπεριλαμβανομένης μάλιστα της προκαταβολής των Λ.Κ.2.000, ενώ και το τελικό προϊόν του συμβολαίου ενοικιαγοράς, δηλ. Λ.Κ.16.610,76 ήταν μικρότερο του ποσού των δύο επιταγών. Με όποιο τρόπο και αν εξεταστεί το θέμα, προκύπτει πάντοτε το ερώτημα πώς εξοφλήθηκε το αρχικό ποσό των Λ.Κ.17.050 μέσω ενός τέτοιο συμβολαίου για χαμηλότερο ποσό; Πέραν αυτού είναι και η πλήρης αμηχανία και υπεκφυγή του Εναγόμενου 1 σε ερωτήσεις που αφορούσαν κάποια άλλη αγωγή για την οποία ο ίδιος ανέφερε πρώτος ότι «συνοψίζει το συνολικό ποσό του τιμολογίου» της Ν.Ι.Athletics, ενώ αργότερα προσπάθησε να πείσει πως εννοούσε το Τεκμήριο
  7. Ερωτώμενος κατευθείαν για την άλλη αγωγή απάντησε αρχικά πως «δεν είναι της παρούσης» και αργότερα ότι δεν ενθυμείτο «τι αφορά». Την ίδια απάντηση έδωσε και σε υποβολή ότι στην άλλη αγωγή η εταιρεία του επικαλέστηκε και πάλι το ίδιο συμβόλαιο ενοικιαγοράς για να ισχυριστεί εξόφληση. Αποκορύφωμα των αντιφατικών θέσεων του ήταν το ότι ενώ στην αρχή μιλούσε για μια συνεργασία με την Εναγόμενη 2 και ένα μόνο τιμολόγιο στο οποίο έγιναν ορισμένες τροποποιήσεις, στην αντεξέταση του παραδέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς πως υπήρχαν πέραν του ενός τιμολόγια. Είναι χαρακτηριστικό το εξής απόσπασμα από την αντεξέταση του. «Ε: Σας υποβάλλω ότι η εταιρεία σας στην οποία είστε μέτοχος κατά 70%, έκαμε χρήση αυτού εδώ του Φαϊνάνς (Τεκμήριο 15) ως υπεράσπιση στην άλλη αγωγή. Α. Όπως σας είπα η Α.Τ. Micro όταν ερχόταν και έφερνε τιμολόγια, άλλα ακύρωνε και άλλα έφερνε. Στο συγκεκριμένο ποσό του φαϊνανς (Τεκμήριο 15) είχαμε καταλήξει για όλα τα υπόλοιπα τη συγκεκριμένη μέρα.» Προσπαθώντας ο Εναγόμενος 1 να εξηγήσει το ποσό των Λ.Κ.17.050 ισχυρίζετο ότι «έβαλαν κάποιο ποσό το οποίο υπολόγιζαν να είναι κοντά στην αξία του τιμολογίου». Η θέση του αυτή δεν συνάδει με την κοινή λογική. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ πιο λογικό να έδιδε επιταγές για ένα στρογγυλοποιημένο ποσό αφού θα είχαν όλη την ευχέρεια να εξοφλήσουν το τιμολόγιο και την πραγματική αξία του μέσω ενοικιαγοράς. Ο Μ.Υ.2 μου έδωσε την εντύπωση πως δεν γνώριζε ο ίδιος προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Σε αρκετές περιπτώσεις όπως π.χ. για την επικοινωνία με την Εναγόμενη 2 ή και τα θέματα των επιταγών παραδέχθηκε πως η γνώση του προέρχετο από όσα του είχε αναφέρει ο Εναγόμενος
  8. Γενικά σχημάτισα την εικόνα πως ο Μ.Υ.2 προσπαθούσε απλώς να βοηθήσει τον Εναγόμενο 1 επαναλαμβάνοντας πράγματα που είχε ακούσει από τον ίδιο. Συμπεράσματα Η πραγματική εξήγηση για όλες αυτές τις αντιφάσεις, παλινδρομήσεις και ασάφειες τόσο στα δικόγραφα όσο και στη μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους του Εναγομένου 1 είναι πως την αρχική αγορά συνήψε ο ίδιος χωρίς ανάμειξη σ' εκείνο το στάδιο της εταιρείας του. Είναι η κατάληξη μου λοιπόν πως το Μάρτιο του 2001 αγόρασε ο ίδιος τους υπολογιστές και τα προγράμματα και παρέδωσε τις δύο επιταγές προς εξόφληση του τιμήματος θέτοντας ως ημερομηνία πληρωμής την 30-6-
  9. Η κατάσταση δεν διαφοροποιείται από το εάν είχε δοθεί και προκαταβολή πέραν αυτού του υπολοίπου, ούτε από το εάν αργότερα έγιναν κάποιες τροποποιήσεις ή βελτιώσεις στα εμπορεύματα αλλά ούτε και από το εάν μετά την μη εξαργύρωση των επιταγών κατεβλήθη οποιοδήποτε ποσό προς την Εναγόμενη 2 μέσω ενοικιαγοράς, στην οποία προέβη οποιοσδήποτε (π.χ. η Ν.Ι.Αthletics Ltd). Οι επιταγές ήταν στην κατοχή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε και έναντι αυτών δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό μέχρι σήμερα, είτε από τον Εναγόμενο 1 είτε από την Εναγόμενη
  10. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προδικαστική ένσταση Ως προς το εγειρόμενο προδικαστικό θέμα η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου 1 εισηγείται στην αγόρευση της ότι «η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει σαν νομικά απαράδεκτη και/ή παράνομη καθότι δεν ετηρήθη η υπό του Νόμου ρητή προβλεπόμενη προϋπόθεση της οπισθογράφησης». Αφού αναφέρεται στη «λευκή» και στην «ειδική» οπισθογράφηση εισηγείται περαιτέρω ότι στην παρούσα περίπτωση η Εναγόμενη 2 με την παράδοση των επιταγών στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και την κατάθεση των σε χρεωστικό λογαριασμό της Εναγόμενης 2 και την ταυτόχρονη μη πληρωμή των «δεν αφήνεται καμιά αμφιβολία ότι κατέστησε την οπισθογράφηση «ειδική» και προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και μόνο». Καταλήγει επίσης στο ότι η μεταβίβαση των τραπεζικών εργασιών προς την Ενάγουσα δεν αίρει την παρανομία λόγω του ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με το άρθρο 34
(3)του Κεφ. 262 το οποίο ρητά προβλέπει πως για την περαιτέρω διαπραγμάτευση ειδικώς οπισθογραφημένης επιταγής απαιτείτο η υπογραφή του ειδικού οπισθογράφου. Αποτελεί βασική αρχή του δικαίου των αξιογράφων πως όταν η επιταγή είναι σε διαταγή κάποιου συγκεκριμένου δικαιούχου (και όχι στον κομιστή) η μεταβίβαση της γίνεται με οπισθογράφηση και παράδοση της. Σχετικό είναι το άρθρο 31
(3)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262. Όπως προνοείται στο άρθρο 32(α) για να ισχύει η οπισθογράφηση ως διαπραγμάτευση θα πρέπει να γράφεται επί της ίδιας της επιταγής και να υπογράφεται από τον οπισθογράφο. Συγκεκριμένα «η απλή υπογραφή του οπισθογράφου επί της συναλλαγματικής, χωρίς πρόσθετες λέξεις, είναι επαρκής». Σύμφωνα με το άρθρο 34 η οπισθογράφηση εν λευκώ δεν καθορίζει αυτόν υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση, ενώ αντιθέτως η ειδική οπισθογράφηση ορίζει το πρόσωπο στο οποίο ή σε διαταγή του οποίου η επιταγή είναι πληρωτέα. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η Εναγόμενη 2 οπισθογραφώντας τις δύο επιταγές δεν καθόρισε οποιοδήποτε πρόσωπο και συνεπώς δεν ευσταθεί η εισήγηση ότι υπήρξε ειδική οπισθογράφηση. Σαφέστατα πρόκειται για οπισθογράφηση εν λευκώ και με τον τρόπο αυτό κατέστησαν πληρωτέες στον κομιστή. Η Ενάγουσα Emporiki Bank - Cyprus Ltd δεν επικαλείται περαιτέρω οπισθογράφηση από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. αλλά αντιθέτως στηρίζεται σε μεταβίβαση Τραπεζικών Εργασιών σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.64
(1)/97. Βάσει του άρθρου 3
(2)του εν λόγω νόμου η δημοσίευση της γνωστοποίησης μεταβίβασης, - στην παρούσα περίπτωση το Τεκμήριο 3 - «αποτελεί τελεσίδικη μαρτυρία της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης». Στο Τεκμήριο 3 γνωστοποιείται από τον ΄Εφορο Εταιρειών: «η μεταβίβαση των Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. που λειτουργεί στην Κύπρο, στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ από 1.8.01». Συνεπώς η Ενάγουσα με το παλαιό της όνομα ήταν η «Αποκτώσα Τράπεζα» εν τη εννοία του Ν.64
(1)/
  1. Στο άρθρο 5 προνοείται πως οποιοσδήποτε λογαριασμός της Εξαγορασθείσας Τράπεζας μεταβιβάζεται στην Αποκτώσα Τράπεζα με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις «όπως και προηγουμένως» καθώς και ότι η Αποκτώσα «υποκαθιστά την Εξαγορασθείσα Τράπεζα στα δικαιώματα της σε σχέση με και κατά τρόπο ώστε οποιαδήποτε εξασφάλιση που εκρατείτο από την Εξαγορασθείσα Τράπεζα ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή χρεών ή υποχρεώσεων» θα μεταβιβάζεται προς την Αποκτώσα Τράπεζα. Στον ορισμό δε της έννοιας «εξασφαλίσεις» στο άρθρο 2 περιλαμβάνονται σαφώς και οι συναλλαγματικές (άρα και οι επιταγές), ενώ η ίδια η προεξόφληση τους αποτελεί μια συγκεκριμένη μορφή τραπεζικής ή πιστωτικής διευκόλυνσης (βλ. υποθ.
  2. Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ.1858). Το θέμα ξεκαθαρίζεται πλήρως με το άρθρο 6 του Ν.64
(1)/97 το οποίο προνοεί ότι: «6. Οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται υπό ή εναντίον ή προς όφελος της εξαγορασθείσας Τράπεζας δε θα τερματίζεται ούτε θα διακόπτεται ούτε θα επηρεάζεται με οποιοσδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω των προνοιών του παρόντος Νόμου, αλλά θα μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται υπό ή εναντίον ή προς όφελος της αποκτώσας Τράπεζας, όπως ίσχυε πριν από το χρόνο μεταβίβασης για την εξαγορασθείσα Τράπεζα.» Με βάση τα πιο πάνω έπεται ότι το τυχόν αγώγιμο δικαίωμα της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. την 1.8.01 μπορούσε να προωθηθεί ή να διεκδικηθεί μέσω αγωγής από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, δηλ. την Αποκτώσα Τράπεζα, πράγμα που έπραξε εγείροντας την παρούσα αγωγή στις 19-12-01, αφού υπ' αυτή την ιδιότητα της είχε υποκατασταθεί σε όποια δικαιώματα είχε η Εξαγορασθείσα Τράπεζα. Ως προς την ουσία της υπόθεσης η κα Μιχαήλ επαναλαμβάνει πως δεν ειδοποιήθηκε ο Εναγόμενος 1 για τα διαμειφθέντα, πως η Ενάγουσα δεν απέδειξε οποιαδήποτε ζημιά της αφού ξαναχρέωσε τα ποσά στο λογαριασμό της Εναγόμενης 2 και πως ο Εναγόμενος 1 πλήρωσε ολόκληρο το ποσό των επιταγών. Βεβαίως είναι περιττό να λεχθεί πως οι εισηγήσεις για την ειδοποίηση και την εξόφληση καταρρίπτονται ήδη από προαναφερθέντα ευρήματα του Δικαστηρίου. Παρόλα αυτά θα εξετάσω και αυτά τα θέματα από νομικής πλευράς. Ειδοποίηση μη πληρωμής (Notice of Dishonour) Σχετικό με το θέμα της ειδοποίησης είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα PAGET´S LAW OF BANKING, 7η έκδ., σελ. 437: «On cheques So far as cheques are concerned, the need for notice of dishonour to the drawer is, as previously stated, somewhat of an anomaly, the drawer being the principal debtor on the instrument, and having no right of recourse against any other party. Still he is drawer within s. 48 ., and as such entitled to notice, though in the majority of cases omission to give it would be excused under either
(4)or
(5)of s.50, sub-s.
(2)(c) .. the dishonour having arisen either from insufficient funds, in which case the banker is under no obligation to pay the cheque, or from countermand of payment by the drawer." To απόσπασμα παραπέμπει σε άρθρα του αγγλικού νόμου Bills of Exchange Act 1882 τα οποία και είναι αντίστοιχα των άρθρων του δικού μας Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262. Συνάγεται λοιπόν από το άρθρο 50
(2)(γ)(iv) πως δεν απαιτείται ειδοποίηση περί μη τιμήσεως προς τον εκδότη όταν ο πληρωτής, δηλαδή εδώ η Τράπεζα δεν υπέχει σε σχέση προς τον ίδιο τον εκδότη υποχρέωση να πληρώσει την επιταγή λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων. (βλ. και BYLES on BILLS OF EXCHANGE, 24η εκδ., σελ. 150). Περαιτέρω όμως πρέπει να σημειωθεί πως ούτως ή άλλως διαπιστώνεται και σιωπηρή παραίτηση του Εναγόμενου 1 στην Υπεράσπιση του όσον αφορά την ειδοποίηση μη τιμήσεως, όπως είχε διαπιστωθεί και την υποθ. National Bank of Greece v. N.I.Droushiotis
(1976)4 J.S.C. 61 (βλ. εκτενέστερα στο σύγγραμμα «ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ, Χρ. Λουκά, 2η εκδ., Τομ.2, σελ.162). Ο λόγος είναι πως δεν προβάλλει σε κανένα σημείο το θέμα της μη ειδοποίησης του. Εν πάση περιπτώσει επισημαίνεται πως ο ίδιος παραδέχεται ότι ειδοποιήθηκε τόσο από τον τραπεζίτη του όσον και από την Ενάγουσα. Δικαίωμα Ενάγουσας προς είσπραξη Σύμφωνα με το σύγγραμμα ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ του Ι. ΒΕΛΕΝΤΖΑ, εκδ. 1992, σελ. 259 η χρηματοδοτική ανάληψη απαιτήσεων ή πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων (σύμβαση Factoring) είναι η σύμβαση μεταξύ μιας χρηματοδοτικής εταιρείας δηλ. του αναλήπτη και μιας επιχείρησης, με την οποία συμφωνείται όπως ο αναλήπτης αναλάβει απαιτήσεις που έχει η επιχείρηση κατά πελατών της από τη διάθεση εμπορευμάτων ή την παροχή υπηρεσιών. Ο αναλήπτης διαχειρίζεται αυτές τις απαιτήσεις, δηλαδή τις εισπράττει, συνήθως τις προεξοφλεί και ανάλογα με τη συμφωνία αναλαμβάνει τον κίνδυνο μη φερεγγυότητας των πελατών της επιχείρησης. Αποκαλείται γνήσια όταν ο ίδιος ο αναλήπτης αναλαμβάνει τον κίνδυνο μη φερεγγυότητας του οφειλέτη, αφανής όταν δεν γίνεται αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη (και ο αναλήπτης εισπράττει στο όνομα της επιχείρησης παρότι είναι ο ίδιος δικαιούχος) και σύμβαση με προεξόφληση αν ο χρόνος πληρωμής από τον αναλήπτη συμπίπτει με το χρόνο αποστολής των εμπορευμάτων ή της παροχής των υπηρεσιών, δηλαδή εάν προηγείται της κανονικής ημερομηνίας πληρωμής. Η συμφωνία προεξόφλησης στην οποία προέβη η Ενάγουσα Τράπεζα ανήκει σ' αυτή τη γενικότερη κατηγορία χρηματοδοτικής ανάληψης απαιτήσεων και ενόψει της εμπλοκής επιταγών και ιδιαίτερα ενόψει της δέουσας οπισθογράφησης τους προς την Τράπεζα, τυγχάνει εφαρμογής ο Περί Συναλλαγματικών Νόμος, Κεφ. 262. Σύμφωνα με το άρθρο 73 όλες οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται και σε επιταγή. Κατ' αναλογία λοιπόν επιταγή πληρωτέα σε διαταγή διαπραγματεύεται με οπισθογράφηση του κατόχου η οποία συμπληρώνεται με παράδοση, πράγμα που στην παρούσα περίπτωση έχει γίνει από την Εναγόμενη 2 προς την Ενάγουσα (άρθρο 31
(3)). Η οπισθογράφηση ήταν έγκυρη σύμφωνα με τα ευρήματα που προηγήθηκαν. Ως κάτοχος της επιταγής η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να εγείρει αγωγή στο όνομα της και ως κάτοχος κατά τον προσήκοντα τρόπο (holder in due course) κατέχει την επιταγή απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης και από απλές προσωπικές υπερασπίσεις άλλων μερών. Δύναται δε να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στην επιταγή (άρθρο 38(α)(β)). (βλ. Midland Bank Ltd v. RV Harris Ltd
(1963)2 All E.R. 685 και Barclays Bank Ltd v. Astley Industrial Trust Ltd
(1970)1 All. E.R. 719). Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ, ανωτέρω, Τομ. 1 σελ. 139, αυτό οφείλεται «στην αυτοτέλεια του δικαιώματος του εκάστοτε κομιστή της επιταγής με την έννοια ότι το πρόσωπο που αποκτά την επιταγή με οπισθογράφηση εξασφαλίζει δικαίωμα ανεξάρτητο από εκείνο του μεταβιβάζοντος». Με βάση το άρθρο 30
(2)ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο (holder in due course) και οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην παρούσα δεν κατάφεραν να καταρρίψουν την τυπική νομιμοποίηση της Ενάγουσας ως δικαιούχου εξ οπισθογραφήσεως. Πέραν αυτού όμως η Ενάγουσα έχει επίσης καταστεί σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ. 262 και κάτοχος για αξία (holder for value), τόσο επειδή έδωσε αξία για τις επιταγές καταβάλλοντας χρήματα, όσο και επειδή είχε δικαίωμα επίσχεσης επ' αυτών βάσει της συμπληρωματικής συμφωνίας (Τεκμήριο 6). Ως κάτοχος για αξία έχει επίσης το δικαίωμα αναγωγής εναντίον όλων των προηγηθέντων μερών δηλαδή και του εκδότη και του οπισθογράφου. Δεν πρόκειται εδώ για την περίπτωση τράπεζας που απλώς ενεργεί ως αντιπρόσωπος του πελάτη για την είσπραξη επιταγής αλλά για τράπεζα που έλαβε τις επιταγές με οπισθογράφηση δίδοντας αντάλλαγμα σε συγκεκριμένο λογαριασμό της οπισθογράφου Εναγόμενης 2, έστω και αν δεν επρόκειτο για ολόκληρο το ποσό της κάθε επιταγής. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα BYLES ON BILLS OF EXCHANGE (ανωτέρω) σελ. 119: «If a party pays it before maturity he purchases it, and is in the same situation as if he had discounted it". H προεξόφληση επιταγών έστω και σε χαμηλότερο ποσό από ότι η αξία τους δεν εμποδίζει την τράπεζα να διεκδικήσει ολόκληρη την αξία τους. Όπως αναφέρεται στο PAGET'S LAW OF BANKING (ανωτέρω) σελ. 492: "Pledge and discount The dividing line between the pledge of a bill or note and its absolute transfer, equivalent to discount, is sometimes difficult to draw. The presumption in all cases of negotiation is in favour of absolute transfer, and this presumption is heightened when the transfer is by indorsement. In this case the holder is entitled to the full amount irrespective of the value he gave;" Εν σχέσει δε με την πληρωμή αναφέρονται στη σελ. 493 τα εξής: «Satisfaction of debt not payment of bill And satisfaction of the debt is not necessarily payment of the bill or note. To discharge a bill there must be payment in due course, which must be by or on behalf of the drawee or acceptor. Payment in due course involves payment to the holder." Συνάγεται από τα πιο πάνω πως ακόμα και αν δεχόμουν ότι το ποσό της ενοικιαγοράς κατεβλήθη στην Εναγόμενη 2 έναντι του τιμήματος αγοράς των συγκεκριμένων υπολογιστών αυτό από μόνο του δεν θα συνιστούσε πληρωμή των επιταγών, αφού τέτοια πληρωμή και εξόφληση τους θα μπορούσε να γίνει μόνο προς τον κάτοχο των επιταγών, δηλαδή την Ενάγουσα Τράπεζα. Ακόμα και αν η Τράπεζα έχει χρεώσει το λογαριασμό πελάτη της με το ποσό επιταγής που έχει επιστραφεί διατηρεί το δικαίωμα να εναγάγει τον εκδότη ή οιονδήποτε οπισθογράφο (βλ. Royal Bank of Scotland v. Tottenham
(1894)2 Q.B.715. ΄Οσον αφορά το θέμα των τόκων πρέπει να σημειωθεί πως δεν έχει διεκδικηθεί στην έκθεση απαίτησης υπό μορφή αποζημιώσεων. Κρίνω συνεπώς πως η Ενάγουσα δικαιούται μόνο σε νόμιμο τόκο. Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω εκδίδεται απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των Λ.Κ.17.050 με νόμιμο τόκο, συν έξοδα ως θα υπολογιστούν με νόμιμο τόκο από σήμερα και Φ.Π.Α. (Υπ.) ............ Χ.Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.