← Κύπρος

Ελληνικής Τράπεζας Λτδ ν. Γιαννάκη Καλλικά, Αγωγή Αρ. 13723/02, 14 Δεκεμβρίου, 2007

Ελληνικής Τράπεζας Λτδ ν. Γιαννάκη Καλλικά, Αγωγή Αρ. 13723/02, 14 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 13723/02 Μεταξύ: Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, από τη Λευκωσία Ενάγουσας - και - Γιαννάκη Καλλικά, από τα Κ. Πολεμίδια Εναγόμενου Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ.κ. Αλ. Μαρκίδης και Μ. Κωνσταντίνου Για τον εναγόμενο: κ. Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αντιδικία των διαδίκων οφείλεται στην άρνηση του εναγόμενου να αναγνωρίσει υπόλοιπο λογαριασμού, που προέκυψε σε βάρος του ως αποτέλεσμα της συμμετοχής του σε επενδυτικό σχέδιο της ενάγουσας (στο εξής η Τράπεζα). Το εν λόγω υπόλοιπο, σύμφωνα με την Tράπεζα, αποκρυσταλλώθηκε στις 30.9.02 στο ποσό των £307.955,10 σεντ και αυτό αξίωνε με την αγωγή της, επιπρόσθετα της αξίωσης για Διάταγμα πώλησης μετοχών που ενεχυριάσθηκαν προς όφελος της. Κατά την εξέλιξη όμως της ακροαματικής διαδικασίας, η αξίωση της, σ΄ ότι αφορά το υπόλοιπο, μειώθηκε (με αναδομημένο λογαριασμό) στις £244.141,63 σεντ με τόκο 9% ετησίως από 1.1.07, πλέον £134.850,94 σεντ δεδουλευμένους τόκους μέχρι 31.12.06. Είναι νομολογημένο ότι κάθε διάδικος θα πρέπει να διατυπώνει και παρουσιάζει τις θέσεις του λιτά και χωρίς πλατειασμούς (Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη

(1997)1 ΑΑΔ 685), κάτι που απουσιάζει στην παρούσα υπόθεση. Είναι αρκετό, επί του προκειμένου, να παρατηρηθεί ότι η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου καταλαμβάνει 77(!) σελίδες, όπου προβάλλονται με επαναλαμβανόμενο, επάλληλο, παράλληλο, διαδοχικό, διαζευκτικό κλπ τρόπο σωρεία ισχυρισμών. Γι΄ αυτό το λόγο, οποιαδήποτε απόπειρα για πρόταξη των εκατέρωθεν θέσεων θα΄ ταν ανώφελη, τη στιγμή μάλιστα που από τη θεώρηση των δικογράφων - όπως επιβεβαιώθηκε και από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας - εντοπίζονται αδιαμφισβήτητα γεγονότα που σκιαγραφούν το πλαίσιο της υπόθεσης. Τα παραθέτω όπως πιο κάτω και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου:- Η παρούσα είναι μια από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρήθηκαν στα Δικαστήρια ως αποτέλεσμα της αρνητικής πορείας του Χρηματιστηρίου, αφού προηγήθηκε έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον. Στο πλαίσιο αυτού του ενδιαφέροντος πολλοί οργανισμοί και εταιρείες ανάπτυξαν επενδυτικά σχέδια, παρέχοντας στους ενδιαφερόμενους πιστώσεις για αγορά μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Μεταξύ αυτών και η ενάγουσα της παρούσης αγωγής, η οποία ονόμασε το δικό της σχέδιο investor account (στο εξής το Σχέδιο). Ο εναγόμενος επέδειξε ενδιαφέρον για συμμετοχή στο Σχέδιο (Τεκμ.19) και προς τούτο υπόβαλε, στις 4.2.99, σχετική αίτηση προς την Τράπεζα (Τεκμ.1), η οποία έγινε αποδεκτή αυθημερόν. Η αίτηση υποβλήθηκε μέσω της Ελληνικής Τράπεζας (Επενδύσεις) Λτδ (στο εξής ΕΤΕ) την οποία ο εναγόμενος, στο πλαίσιο της συμμετοχής του στο Σχέδιο, διόρισε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Ο διορισμός έγινε με πληρεξούσιο ημερ. 4.2.99 (τεκμ.2) και με αυτό - μεταξύ άλλων - εξουσιοδοτείτο η ΕΤΕ να αγοράζει και πωλεί για λογαριασμό του μετοχές εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ, να τις ενεχυριάζει προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του προς την Τράπεζα και να του ανοίξει σ΄ αυτή σχετικό λογαριασμό. Παράλληλα, την ίδια ημέρα, συνομολογήθηκε μεταξύ τους συμφωνία (τεκμ.4), η οποία προνοούσε για τα δικαιώματα ή προμήθειες που θα κατέβαλλε ο εναγόμενος προς την ΕΤΕ σε σχέση με τις υπηρεσίες που θα του πρόσφερε. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, η Τράπεζα προχώρησε σε άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού επ΄ ονόματι του εναγόμενου με (αρχικό) πιστωτικό όριο £30.000, το οποίο αυξήθηκε σταδιακά στις £250.000. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι αρχικά ο εναγόμενος παραχώρησε στην Τράπεζα, ως εξασφάλιση για τη συμμετοχή του στο Σχέδιο, 7.891 χρεόγραφα που κατείχε στην Τράπεζα. Η πορεία του Σχεδίου υπήρξε ανάλογη της πορείας του Χρηματιστηρίου. Για κάποιους μήνες απέφερε υψηλές αποδόσεις, κάτι που επέτρεψε στον εναγόμενο να αποσύρει από το λογαριασμό του δεκάδες χιλιάδες λίρες, εκφράζοντας προς την ΕΤΕ και ευχαριστίες για την άψογη, όπως την χαρακτήριζε, συνεργασία τους (τεκμ.5, 6(β) και 6(γ) ημερ. 7.10.99, 20.1.00 και 24.1.00, αντίστοιχα). Η πορεία, όμως, του Χρηματιστηρίου δεν έμελλε να συνεχίσει να είναι πάντοτε ανοδική. Η πτωτική πορεία που ακολούθησε είχε αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην αξία του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου όσο και στις εξασφαλίσεις που είχε δώσει. Η Τράπεζα ζήτησε επιπλέον εξασφαλίσεις, αλλά ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα να κινηθεί η παρούσα αγωγή, η οποία προσέκρουσε και σε ανταπαίτηση του εναγόμενου. Με αυτή, βασικά, ανταπαιτεί:- (Α) Απόφαση με την οποία να ακυρώνεται τόσο η συμφωνία ημερ. 4.2.99 όσο και το άνοιγμα του λογαριασμού, λόγω απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συναφθείσας χωρίς καλή πίστη και/ή για παράβαση νόμιμου καθήκοντος και/ή λόγω παρανομίας εκ μέρους της Τράπεζας. (Β) Ακύρωση ή διαγραφή του οποιουδήποτε χρέους του προς την Τράπεζα, και (Γ) Επιστροφή του ποσού των £7.891, που αντιπροσωπεύει την αξία των χρεογράφων που είχε δώσει αρχικά στην Τράπεζα ως εξασφαλίσεις, καθώς επίσης και απόφαση για £46.005, που αντιπροσωπεύει αξία μετοχών που παράνομα, όπως διατείνεται, ενεχυριάσθηκαν στην Τράπεζα. Έχοντας σκιαγραφήσει το αδιαμφισβήτητο πλαίσιο της υπόθεσης και τις εκατέρωθεν αξιώσεις, προχωρώ σε παράθεση σύνοψης της μαρτυρίας των επτά
(7)μαρτύρων που κατέθεσαν για την Τράπεζα και των τριών
(3)που κατέθεσαν για την πλευρά του εναγόμενου, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ Προέρχεται από 4 λειτουργούς της Τράπεζας - τους Μ. Κουμέρα (ΜΕ.2), Α. Σιόκουρο (ΜΕ.5), Μ. Χ¨Αγγελή (ΜΕ.6) και Ν. Χ¨Μάρκου (ΜΕ.7) - και από 3 λειτουργούς της ΕΤΕ, τους Γ. Καραγιώργη (ΜΕ.1), Γ. Γρουτίδη (ΜΕ.3) και Α. Μίτα (ΜΕ.4). Ο ΜΕ.1 - διευθυντής χρηματιστηριακών συναλλαγών της ΕΤΕ από τον Ιούνιο του 2000 μέχρι τον Οκτώβριο του 2002 - εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας του Σχεδίου και αναφέρθηκε στη συμμετοχή του εναγόμενου σ΄ αυτό, όπως προκύπτει από έγγραφα τα οποία κατάθεσε (τεκμ. 1-13, από τα οποία τα έξι, τεκμ. 8-13, κατατέθηκαν κατά την αντεξέτασή του). Η αγορά ή πώληση αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ, εξήγησε, γινόταν από την ΕΤΕ, αλλά πάντοτε κατόπιν οδηγιών που έδιδε ο πελάτης - επενδυτής. Με την υλοποίηση μιας εντολής, η ΕΤΕ ενημέρωνε τον πελάτη για το αποτέλεσμα και, επιπρόσθετα, του απόστελλε κάθε τρεις μήνες και επιστολή, τόσο για την αξία του χαρτοφυλακίου του όσο και για τις συναλλαγές που έγιναν στο μεταξύ. Εξήγησε, επίσης, ότι οι μετοχές που αγόραζε η ΕΤΕ για κάθε πελάτη της ενεχυριάζονταν προς όφελος της Τράπεζας, η οποία χρέωνε το λογαριασμό του με το ποσό απόκτησης τους. Ανάλογα, όταν γίνονταν πωλήσεις, η Τράπεζα τον πίστωνε με το καθαρό προϊόν της πώλησης και κάθε μήνα απόστελλε στον πελάτη κατάσταση λογαριασμού, όπου αναλυτικά αποτυπώνονταν οι αντίστοιχες χρεοπιστώσεις. Τόνισε, επί του προκειμένου, ότι η Τράπεζα δεν είσπραττε οποιαδήποτε προμήθεια για τις συναλλαγές που γίνονταν, αλλά αυτή την είσπραττε η ΕΤΕ στη βάση συμφωνίας με τον πελάτη. Αναφορά έκαμε, τέλος, και στις εξασφαλίσεις που όφειλε να παράσχει ο πελάτης για τις πιστώσεις που του παρείχε η Τράπεζα. Αρχικά, ανέφερε, ήταν 25% πέραν του πιστωτικού ορίου, αλλά στη συνέχεια (αν θυμάται καλά) αυξήθηκε στο 40% και ακολούθως στο 60%. Δηλαδή, αν κάποιος πελάτης όφειλε στην Τράπεζα £100, η αξία του χαρτοφυλακίου του θα έπρεπε να ήταν (τουλάχιστο) κατά 25%, 40% ή 60% μεγαλύτερη. Η γνώση του μάρτυρα σε σχέση με τη συμμετοχή του εναγόμενου στο Σχέδιο, προέρχεται - όπως ήδη έχει σημειωθεί - από τα έγγραφα τεκμ.1-13. Το τεκμ.1 είναι η αίτηση που υπόβαλε ο εναγόμενος για συμμετοχή στο Σχέδιο, στο πίσω μέρος της οποίας - όπως συμφώνησε ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση - ήταν αποτυπωμένοι και οι Όροι Συμμετοχής (τεκμ.8). Το τεκμ.2 είναι το πληρεξούσιο, με το οποίο ο εναγόμενος διόρισε την ΕΤΕ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, ενώ το τεκμ.4 είναι έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών ημερ. 20.4.99, με το οποίο η ΕΤΕ ενεχυρίασε, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του εναγόμενου, όλες τις μετοχές που θα αποκτούσε προς όφελος της Τράπεζας. Τέλος, το τεκμ.3 είναι η Συμφωνία που συνήψε ο Εναγόμενος με την ΕΤΕ και αφορούσε την προμήθεια που θα της κατέβαλλε για τις υπηρεσίες που θα του πρόσφερε. Τα έγγραφα αυτά, ανάφερε ο μάρτυρας, ήταν και τα μόνα που απαιτούνταν για άνοιγμα του λογαριασμού από την Τράπεζα. Πού υπογράφηκαν τα εν λόγω έγγραφα δεν μπορεί να ξέρει γιατί ο ίδιος, τότε, δεν αναμείχθηκε προσωπικά με την υπόθεση. Όμως η αίτηση τεκμ.1 εγκρίθηκε από το διευθυντή της ΕΤΕ Τρυπάτσα (τεκμ.9), ο οποίος είχε το γραφείο του στη Λευκωσία. Παρόμοια, στο τεκμ.2 καταγράφεται ότι υπογράφτηκε από τον εναγόμενο στη Λευκωσία, όπου και πιστοποιήθηκε η υπογραφή του από πιστοποιούντα υπάλληλο. Σ΄ ότι δε αφορά το τεκμ.4 αυτό υπογράφηκε προς όφελος της Τράπεζας από την ΕΤΕ στη Λευκωσία. Ο λογαριασμός του εναγομένου, συνέχισε ο μάρτυρας, παρουσίασε μεγάλη κίνηση και στις 7.10.99 (τεκμ.5) ζήτησε αύξηση του πιστωτικού ορίου στις £250.000, αίτημα που ικανοποιήθηκε. Ακολούθησαν και άλλες έξι
(6)επιστολές προς την ΕΤΕ Λευκωσίας ημερ. 18.11.99 (τεκμ.6(α)), 20.1.00 (τεκμ. 6(β)), 24.1.00 (τεκμ.6(γ)), 14.4.00 (τεκμ.6(δ)), 24.4.00 (τεκμ.6(ε)) και 4.5.00 (τεκμ.6(στ)), με τις οποίες ζητούσε απόσυρση από τον επενδυτικό του λογαριασμό ή μεταφορά χρημάτων σε άλλο λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα. Σχετικά, στα τεκμ. 6(α), 6(β) και 6(γ) υπάρχει έγκριση για απόσυρση ή μεταφορά £37.000, £20.000 και £60.000, αντίστοιχα, ενώ στα τεκμ. 6(β) και 6(γ) ο εναγόμενος εξέφραζε προς την ΕΤΕ και τις ευχαριστίες του για την άψογη, όπως τη χαρακτήριζε, συνεργασία τους. Σημειώνεται, επίσης ότι οι δύο επιστολές - τεκμ. 6(δ) και 6(ε) - διαβιβάσθηκαν Φ/δι Α. Μίτα ο οποίος, όπως εξήγησε ο μάρτυρας, ναι μεν δεν ήταν εγγεγραμμένος χρηματιστής αλλά εκτελούσε χρέη χρηματιστή, κάτι που προκύπτει και από συνοπτική κατάσταση που στάληκε στον εναγόμενο στις 29.12.00 (τεκμ.11). Τέλος, ο μάρτυρας, αναφέρθηκε και στα ακόλουθα έγγραφα:- Στις επιστολές ημερ. 11.10.00 (τεκμ.7(α)), 14.11.00 (τεκμ.7(β)) και 1.2.01 (τεκμ.7(γ)), με τις οποίες η ΕΤΕ ζητούσε από τον εναγόμενο περαιτέρω εξασφαλίσεις λόγω υπέρβασης του ορίου του, ως και στην επιστολή 24.9.01 (τεκμ.7(δ)), με την οποία η ΕΤΕ «έκλειε» το λογαριασμό λόγω παράλειψης του να συμμορφωθεί προς τις τρεις πρώτες. Στις επιστολές της ΕΤΕ προς όλους τους συμμετέχοντες στο Σχέδιο ημερ. 22.10.99 (τεκμ.9) και 8.2.01 (τεκμ.10), που αφορούσαν το θέμα της κάλυψης. Με το τεκμ.9 αυξανόταν από το 40% στο 60% και με το τεκμ. 10 μειωνόταν πάλι στο 40%. Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε επιστολή ημερ. 29.9.00 (τεκμ.13) προς τον εναγόμενο, με την οποία η ΕΤΕ τον πληροφορούσε ότι αναθεωρούσε το ύψος της προμήθειας της ως και στην επιστολή ημερ. 4.9.02 της Τράπεζας προς τον εναγόμενο (τεκμ.12), με την οποία τον πληροφορούσε ότι ο λογαριασμός του είχε τερματισθεί από 19.3.
  1. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι οι επιστολές της ΕΤΕ τεκμ. 7(α), 7(β), 7(γ), 7(δ), 10 και 13 υπογράφονται από το μάρτυρα. Η ΕΤΕ, κατέληξε ο μάρτυρας, μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξέρει την αξία του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου, ως επίσης και τις εξασφαλίσεις που υπήρχαν. Διαφώνησε, όμως, με τη θέση της Υπεράσπισης ότι είχαν υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες προς όφελος της Τράπεζας μετοχές, όταν ανατράπηκε το ποσοστό εξασφαλίσεων. Ο εναγόμενος, τόνισε, δεν ζήτησε ποτέ να γίνει κάτι τέτοιο και αν ήθελε θα μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές του χωρίς τη δική τους συγκατάθεση, γιατί ναι μεν θεωρητικά για να πωληθούν θα έπρεπε να ελευθερωθούν από την Τράπεζα αλλά στην πράξη κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Ο ΜΕ.3 διετέλεσε προϊστάμενος του τμήματος χρηματιστηριακών συναλλαγών της ΕΤΕ μέχρι το Σεπτέμβρη του 1999, ενώ ο ΜΕ.4, ως σύμβουλος στην ΕΤΕ, ήταν το πρόσωπο που ενεργούσε ως «personal broker» του εναγόμενου (βλ. Τεκμ. 9 ημερ. 29.11.00). Η μαρτυρία αμφοτέρων, στο πλαίσιο της οποίας κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα ως τεκμ. 17-34, συνοψίζεται ως ακολούθως: Η αίτηση του εναγόμενου υποβλήθηκε μέσω του υποκαταστήματος της ΕΤΕ Λεμεσού - υπεύθυνος του οποίου (τότε) ήταν ο Παρασκευάς (Βάκης) Χρυσοστόμου - και εγκρίθηκε από την διεύθυνση της εταιρείας στη Λευκωσία. Όσον αφορά τους όρους συμμετοχής, αυτοί (συνήθως) αποτυπώνονταν στο πίσω μέρος της αίτησης, όπως το έντυπο τεκμ.
  2. Με τη συμμετοχή του στο Σχέδιο, ο εναγόμενος, μπορούσε - όπως όλοι οι πελάτες - να διαβιβάζει εντολές για αγορά ή πώληση μετοχών είτε μέσω τηλεφώνου είτε με φαξ. Αν οι εντολές ήταν μέσω τηλεφώνου, καταγράφονταν σε ειδικό βιβλίο, αλλά από τον Οκτώβριο του 1999 εγκαταστάθηκε καταγραφικό σύστημα και έκτοτε οι εντολές ηχογραφούνταν. Με την υλοποίηση των εντολών η ΕΤΕ ενημέρωνε τον εναγόμενο τηλεφωνικώς ή με φαξ και ακολούθως του απόστελλε τα λεγόμενα contract notes, ενώ κάθε τρεις μήνες του απόστελλε και λεπτομερή κατάσταση για τις συναλλαγές που είχαν γίνει στο μεταξύ, ως και συνοπτική κατάσταση για το πιστωτικό όριο, το ύψος των εξασφαλίσεων και την αξία του χαρτοφυλακίου του. Όσον αφορά την Τράπεζα, αυτή ενημέρωνε τον εναγόμενο για την πορεία του λογαριασμού του αποστέλλοντας του κάθε μήνα σχετική αναλυτική κατάσταση. Ο εναγόμενος, ανάφερε ο ΜΕ.3, ανάπτυξε έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον και μέσω της ΕΤΕ διενήργησε εκατοντάδες συναλλαγές, γύρω στις
  3. Προς τούτο παρουσίασε πλήθος contract notes (τεκμ. 17), στα οποία δίδονται στοιχεία της κάθε συναλλαγής, όπως και τις σχετικές τριμηνιαίες αναλυτικές και συνοπτικές καταστάσεις (τεκμ.18). Του υποβλήθηκε ότι τα contract notes δεν περιέχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία της συναλλαγής, υποβολή με την οποία διαφώνησε. Όπως διαφώνησε και με άλλη υποβολή ότι η ΕΤΕ δεν απόστελλε στον εναγόμενο τις αναφερθείσες τριμηνιαίες καταστάσεις ή τα contract notes. Πέραν των πιο πάνω εγγράφων, ο ΜΕ.3 κατέθεσε ακόμη τέσσερα (τεκμ.20(α)-20(δ)), όπου εμφαίνεται η αξία του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου κατά την 11.10.00 (£187.079,60), 14.11.00 (£136.694,48), 1.2.01 (£102.272,37) και 24.9.01 (£17.066,00) με τις υπάρχουσες αντίστοιχες εξασφαλίσεις. Σχετικά, αναφέρθηκε και στο πιστωτικό όριο του εναγόμενου, το οποίο αρχικά ήταν £30.000 με εξασφαλίσεις 7891 χρεογράφων της Τράπεζας. Στη συνέχεια, όμως, ο εναγόμενος ζήτησε αύξηση, αίτημα που ικανοποιήθηκε και το όριο αυξήθηκε σταδιακά στις £50.000, £100.000 και £250.
  4. Όσον δε αφορά τις εξασφαλίσεις που, τελικά, παρέμειναν στην Τράπεζα, αυτές φαίνονται στο τεκ.21 και είναι γι΄ αυτές που αξιώνεται Διάταγμα πώλησης. Ο εναγόμενος, ανάφερε ο ΜΕ.3, απέσυρε από το λογαριασμό του σε έξι
(6)περιπτώσεις το συνολικό ποσό των £186.763,05, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τις μηνιαίες καταστάσεις της Τράπεζας (τεκμ.14), στις οποίες και παρέπεμψε. Οι τέσσερις απ΄ αυτές, συνολικού ποσού £127.000, αποτελούσαν ικανοποίηση σχετικών αιτημάτων του εναγόμενου ως τα τεκμήρια 6(α)-6(δ), ενώ πέμπτη, για ποσό £9.763,05, αφορά απόσυρση ημερ. 11.2.99 για αγορά μετοχών (τεκμ.22) και έκτη £50.000 έγινε στις 31.8.99. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι ο ΜΕ.4 κατέθεσε ως τεκμ.32(α) και 32(β) τα πρωτότυπα των τεκμ. 6(β) και 6(γ) και, περαιτέρω, κατάθεσε και συνοπτική έκθεση της αξίας του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου κατά την 30.10.00 (τεκμ.34). Σ΄ ότι αφορά τις τηλεφωνικές εντολές του εναγόμενου, ο ΜΕ.3 παρουσίασε από το σχετικό βιβλίο τις καταχωρηθείσες εντολές ημερ. 25.8.99, 31.8.99 και 3.9.99 (τεκμ.23), αποδίδοντας στον εναγόμενο συνολικά πέντε
(5)τέτοιες εντολές. Του υποβλήθηκε ότι το τεκμ.23 δεν έχει σχέση με εντολές του εναγόμενου και, περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος ποτέ δεν έδωσε τηλεφωνικώς εντολές στα γραφεία της ΕΤΕ στη Λευκωσία, υποβολή την οποία ο μάρτυρας απέρριψε. Σχετικά, για το ίδιο θέμα, ο ΜΕ.4 παρουσίασε καταχωρήσεις εντολών για την περίοδο από 9.6.99-26.8.99 (τεκμ.28(β)), όπου υπόδειξε αρκετές εντολές του εναγόμενου. Οι εν λόγω εντολές, τόνισε, εκτελέσθηκαν όλες και αρνήθηκε υποβολή ότι δεν αφορούν τον εναγόμενο. Διευκρίνισε, επί του προκειμένου, ότι τότε ο ίδιος εργαζόταν στην ΕΤΕ ως λογιστής, αλλά το 2000 μεταπήδησε στη θέση του συμβούλου ως βοηθός του χρηματιστή Συμεού. Έκτοτε, είχε επανειλημμένες τηλεφωνικές συνομιλίες με τον εναγόμενο, ο οποίος, όπως ανάφερε, του τηλεφωνούσε τόσο στο σταθερό του γραφείου του στη Λευκωσία όσο και στο κινητό του για να του δίδει εντολές για αγορά ή πώληση μετοχών. Ο ίδιος μάρτυρας έκαμε αναφορά και στις ηχογραφημένες εντολές του εναγόμενου. Προς τούτο ενεργοποιήθηκε ηλεκτρονικός υπολογιστής και ακούστηκαν κάποιες από τις εντολές που εντόπισε να του δίδει ο εναγόμενος (τεκμ.29(α), (β) και (γ)), οι οποίες - τελικά - έγιναν αποδεκτές και καταγράφηκαν σε σχετική κατάσταση (τεκμ.30). Πρόκειται για 19, συνολικά, εντολές που δόθηκαν στο μάρτυρα από 26.4.00-19.5.00, οι οποίες - όπως τόνισε - δεν ήταν οι μόνες, αλλά μόνο όσες κατόρθωσε να εντοπίσει γιατί εκείνη την περίοδο «γινόταν κυκεώνας». Ο εναγόμενος, συνέχισε ο ΜΕ.3, πέραν από τις τηλεφωνικές εντολές, έδωσε σε κάποιες περιπτώσεις και γραπτές. Του υποβλήθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ και προκλήθηκε, αν έχει, να τις παρουσιάσει. Αντέδρασε, λέγοντας ότι αυτό απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια, γιατί θα΄ πρεπε να εξετάσει μία προς μία πλήθος εντολών, πράγμα πολύ δύσκολο. Στην πρόκληση αυτή ανταποκρίθηκε, όμως, ο ΜΕ.4, ο οποίος παρουσίασε δύο
(2)γραπτές εντολές για αγορά μετοχών (τεκμ.31(α) ημερ. 26.4.00 και 31(β) ημερ. 15.12.99) και τρεις για πώληση (τεκμ.33(α), 33(β) και 33(γ) ημερ. 18.1.00 και 24.1.00). Οι ΜΕ.3 και 4 υποβλήθηκαν σε σχολαστική αντεξέταση κατά την οποία, βασικά, η Υπεράσπιση προώθησε τις ακόλουθες θέσεις:- Ότι η ΕΤΕ δεν απόστελλε στον εναγόμενο contract notes και τριμηνιαίες καταστάσεις, ότι ασκούσε διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, ότι σε κάποιες περιπτώσεις αγόρασε ή πώλησε για λογαριασμό του μετοχές χωρίς εντολή, ότι όφειλε να προστατεύσει το χαρτοφυλάκιο του και να πωλήσει στην κατάλληλη περίπτωση μετοχές, ότι τόσο η Τράπεζα όσο και η ΕΤΕ δεν συμμορφώθηκαν στις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 12.9.99, 12.10.99, 24.11.99, 29.11.99, 5.1.00, 15.3.00 και 28.7.00 (τεκμ.26
(1)-26
(7), ως και σε οδηγίες του ΧΑΚ ημερ. 7.10.99 και 9.2.00 (τεκμ.24 και 25) και, τέλος, ότι η Τράπεζα δεν απόστελλε στον εναγόμενο μηνιαίες καταστάσεις, ούτε προέβηκε σε τερματισμό του λογαριασμού του ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι ΜΕ.3 και 4 δεν συμφώνησαν με τις πιο πάνω θέσεις. Τόνισαν, ιδιαίτερα, ότι ποτέ η ΕΤΕ δεν προέβηκε σε αγορά ή πώληση μετοχών του εναγόμενου χωρίς να προηγηθεί εντολή του και όσον αφορά τη θέση για διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, η ΕΤΕ περιοριζόταν απλώς στην εκτέλεση των εντολών του. Ο εναγόμενος, επεσήμανε ο ΜΕ.3, ήταν έμπειρος επενδυτής και διατηρούσε και άλλο λογαριασμό, όπου με δικά του χρήματα προέβηκε σε σωρεία και άλλων χρηματιστηριακών συναλλαγών. Πρόκειται για το λογαριασμό τεκμ. 38, ο οποίος κατατέθηκε στο πλαίσιο της αντεξέτασης του εναγόμενου και γι΄αυτόν θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο στάδιο. Η ΜΕ.2 παρουσίασε στο Δικαστήριο ακριβή αντίγραφα καταστάσεων που, όπως ισχυρίσθηκε, απέστελλε η Τράπεζα κάθε μήνα στον εναγόμενο (τεκμ.14), τις οποίες και επεξήγησε. Της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε η Τράπεζα έστειλε τέτοιες καταστάσεις στον εναγόμενο, υποβολή με την οποία διαφώνησε και συνέχισε:- Αναμείχθηκε στην υπόθεση κατόπιν εντολής του ΜΕ.3 ημερ. 1.7.05 (τεκμ.16) για ετοιμασία αναδομημένου λογαριασμού, κάτι που έπραξε αφού εφοδιάσθηκε με το τεκμ.
  1. Στον αναδομημένο λογαριασμό (τεκμ.15), εξήγησε, δεν γίνεται κεφαλαιοποίηση τόκων, χρεώνεται τόκος 8% μέχρι 31.12.00 και έκτοτε 9%. Περαιτέρω, αφαιρούνται κάποια χρεωθέντα έξοδα, με αποτέλεσμα τη μείωση του χρέους του εναγόμενου κατά £23.
  2. Δηλαδή, ενώ με βάση το τεκμήριο 14 παρουσιάζεται ότι στις 1.9.01 οφείλει £267.494,01, το χρέος μειώνεται κατά την αντίστοιχη περίοδο στις £244.123,
  3. Επακολούθησε και νέα αναδόμηση από τον ΜΕ.5 (τεκμ.35), με αποτέλεσμα περαιτέρω μείωση της αξίωσης της Τράπεζας στο ποσό των £244.141,63, με τόκο 9% από 1.1.07, πλέον £134.850,94 σεντ δεδουλευμένους τόκους μέχρι 31.12.
  4. Η μαρτυρία του ΜΕ.6 - προϊστάμενου του λογιστηρίου της Τράπεζας - εξαντλήθηκε στη σύγκριση του περιεχομένου του τεκμ.14 με τις αρχικές καταχωρήσεις που έγιναν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Τράπεζας και στη διαπίστωση ότι είναι ταυτόσημες. Οι καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, εξήγησε, αποτελούν συνήθη βιβλία της Τράπεζας και χρησιμοποιούνται συστηματικά κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της. Ο ΜΕ.7 - αξιωματούχος στο Τμήμα Πιστωτικής Πολιτικής της Τράπεζας από το 1998 μέχρι το 2002 - αναφέρθηκε στην τότε πιστωτική πολιτικής της Τράπεζας, σε σχέση με πιστώσεις για αγορά μετοχών εισηγμένων στο ΧΑΚ. Την περίοδο εκείνη, υποστήριξε, η Τράπεζα ήταν πολύ προσεκτική και οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονταν με γνώμονα την προστασία τόσο της ίδιας όσο και των πελατών της και μέσα στο πλαίσιο των κατευθύνσεων που δίδονταν από τις εγκυκλίους τεκμ. 26
(1)-26
(7)της Κεντρικής Τράπεζας. Για τήρηση της πολιτικής αυτής, το τμήμα του κοινοποιούσε τις εν λόγω εγκυκλίους στα διάφορα τμήματα που εμπλέκονταν στην παροχή πιστώσεων και, περαιτέρω, απόστελλε σ΄ αυτά επιστολές με σχετικές παρατηρήσεις. Επί του προκειμένου παρουσίασε πέντε
(5)τέτοιες επιστολές ημερ. 28.2.00, 20.4.00, 7.6.00, 13.11.00 και 11.1.00 (τεκμ. 36(α) - 36(ε), αντίστοιχα), τονίζοντας ότι το τμήμα του, πέραν των επιστολών, καθοδηγούσε τα άλλα τμήματα τόσο τηλεφωνικά όσο και με προσωπικές συναντήσεις. Σε ότι δε αφορά τον εναγόμενο, ανάφερε (κατά την αντεξέταση) ότι αυτός ήταν παλιός επενδυτής - δηλαδή ξεκίνησε να επενδύει πριν από τις πιο πάνω εγκυκλίους - και η Τράπεζα τον θεωρούσε θεσμικό και ήταν γι΄ αυτό το λόγο που επιλεκτικά ικανοποίησε αιτήματα του για αύξηση του πιστωτικού του ορίου. Του υποβλήθηκε ότι η αύξηση του πιστωτικού ορίου του Εναγόμενου στις £250.000 έγινε μονομερώς από την Τράπεζα, θέμα για το οποίο εξέφρασε άγνοια. Του υποβλήθηκε, επίσης, ότι η Τράπεζα μπορούσε να πωλήσει μετοχές του εναγόμενου χωρίς να τον ρωτήσει, κάτι που δεν έπραξε. Απάντησε ότι έχει υπόψη του επιστολές του εναγόμενου με τις οποίες εξέφραζε ευχαριστίες και σε άλλη ερώτηση επεσήμανε ότι η πτωτική πορεία του χρηματιστηρίου άρχισε το Δεκέμβριο του
  1. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ Ο εναγόμενος επέλεξε να υιοθετήσει το περιεχόμενο 20σέλιδης κατάθεσης (έγγραφο Γ), η οποία αποτελεί και την κυρίως εξέτασή του. Θα επιχειρήσω να εντοπίσω και παραθέσω τα ουσιώδη σημεία της, παρεμβάλλοντας - όπου κρίνεται χρήσιμο - και τη μαρτυρία του Π. Χρυσοστόμου άλλως Βάκη (ΜΥ.3), ο οποίος μέχρι το Νοέμβριο του 1999 ήταν στη υπηρεσία της ΕΤΕ, στη Λεμεσό. Έκτοτε λειτουργεί το χρηματιστηριακό γραφείο «Άνοδος» και ο εναγόμενος είναι πελάτης του. Στις 4.2.99, ανάφερε ο εναγόμενος, τον επισκέφθηκε στο γραφείο του, στα Κ. Πολεμίδια, ο ΜΥ.
  2. Εμφανίσθηκε ως χρηματιστής της ΕΤΕ και τον προέτρεψε να συμμετάσχει στο Σχέδιο, διαβεβαιώνοντας τον - μεταξύ άλλων - «ότι θα κέρδιζε σίγουρα χρήματα» και στη χειρότερη περίπτωση «η ζημιά του θα ήταν ίση με την απώλεια των εκάστοτε ενεχυριασμένων μετοχών ή μετρητών», που θα έδιδε ως εξασφάλιση στην Τράπεζα. Επί του προκειμένου ο ΜΥ.3, αφού επιβεβαίωσε την επίσκεψη, ανάφερε ότι δεν είναι χρηματιστής, αλλά δεν είπε στον εναγόμενο (τότε) ότι δεν ήταν. Τον εναγόμενο, ισχυρίσθηκε, τον γνώρισε αρχές Ιανουαρίου του 1999 μέσω κοινού φίλου, ο οποίος τον σύστησε ως υπεύθυνο του γραφείου της ΕΤΕ στη Λεμεσό. Όσον δε αφορά τις προτροπές και διαβεβαιώσεις που του απόδωσε ο εναγόμενος, περιορίσθηκε να πει ότι τότε όλοι «έπαιζαν» στο χρηματιστήριο και κατά τη συνάντηση εξήγησε στον εναγόμενο ότι αν έπεφτε η αξία των μετοχών, που θα αγόραζε ως αποτέλεσμα της συμμετοχής του στο Σχέδιο και δεν προσκόμιζε τις αναγκαίες εξασφαλίσεις, θα προχωρούσε σε πώλησή τους. Στη βάση των προτροπών, ενθαρρύνσεων και διαβεβαιώσεων του ΜΥ.3 - συνέχισε ο εναγόμενος - πείσθηκε, χωρίς να του επιτραπεί να τύχει ανεξάρτητης νομικής συμβουλής, να υπογράψει την αίτηση τεκμ.1, το πληρεξούσιο τεκμ. 2 και τη Συμφωνία τεκμ.4, αφού πρώτα διάβασε τους Όρους Συμμετοχής (τεκμ.19). Τα εν λόγω έγγραφα, τόνισε, τα υπόγραψε στην παρουσία μόνο του ΜΥ.3 και εκείνη την ημέρα δεν πήγε στη Λευκωσία. Επομένως, ισχυρίσθηκε, ψευδώς πιστοποιείται στο τεκμ. 2 ότι υπόγραψε στη Λευκωσία ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, όπως ψευδώς πιστοποιείται στο τεκμ. 4 ότι υπόγραψε ενώπιον των δύο μαρτύρων που παρουσιάζονται σ΄ αυτό. Τη θέση αυτή, δηλαδή ότι ο εναγόμενος υπόγραψε τα τεκμ. 1, 2 και 4 στο γραφείο του στα Κ. Πολεμίδια, επιβεβαίωσε με τη μαρτυρία του και ο ΜΥ.3, ο οποίος, όμως, πρόβαλε άγνοια αν ο εναγόμενος επισκέφθηκε εκείνη την ημέρα και τα γραφεία της ΕΤΕ στη Λευκωσία. Παρά τα πιο πάνω - και σε αντίθεση με δικογραφημένες του θέσεις - ο εναγόμενος πρόβαλε ότι η Συμφωνία, που συνήψε με την Τράπεζα και διέπει τους όρους λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, συναποτελείται από τα έγγραφα τεκμ. 1, 2, 4 και
  3. Προχωρώντας, περαιτέρω, αναγνώρισε και την εγκυρότητα του εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών (τεκμ.3), που υπόγραφε εκ μέρους του η ΕΤΕ προς όφελος της Τράπεζας στις 20.4.99, τονίζοντας όμως ότι ο ίδιος είχε δώσει ως εξασφαλίσεις στο ΜΥ.3 από τις 4.2.99 τα 7891 χρεόγραφα της Τράπεζας, κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΥ.
  4. Έχοντας (τελικά) ξεκαθαρίσει ότι δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα των πιο πάνω εγγράφων, ισχυρίσθηκε ότι η Τράπεζα είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, πλην όμως επέδειξε αμέλεια, παράβαση καθήκοντος, παράλειψη να συμμορφωθεί προς τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και παρέβηκε ουσιώδεις όρους της μεταξύ τους Συμφωνίας. Για τεκμηρίωση των θέσεων αυτών προβαίνει (στη γραπτή του κατάθεση) σε εκτεταμένες αναλύσεις και αναπτύσσει διάφορα επιχειρήματα. Η ουσία, όμως, της μαρτυρίας του μπορεί να διατυπωθεί ως ακολούθως:-
  5. Η Τράπεζα, όπως προκύπτει από τα τεκμ. 1, 2, 3 και 4, αλλά και πέμπτο έγγραφο που τιτλοφορείται «αμοιβή διαχείρισης (τεκμ.38)», είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του.
  6. Στο πλαίσιο της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του, η Τράπεζα (ή η ΕΤΕ) αγόραζε και πωλούσε μετοχές χωρίς να προηγούνται εντολές του. Οι μόνες εντολές, που αναγνωρίζει ότι προέρχονται από τον ίδιο, είναι αυτές που περιέχονται στα τεκμ. 30, 31(α) και (β), 33(α), (β) και (γ) - δηλαδή οι ηχογραφημένες και οι πέντε γραπτές εντολές του - και καμιά άλλη. Επεσήμανε, επί του προκειμένου, αγορές εκατοντάδων χιλιάδων λιρών σε σχέση με μετοχές πρώτης έκδοσης (ipo), για να τονίσει ότι η Τράπεζα αγόραζε και πωλούσε μετοχές χωρίς εντολές, αποβλέποντας στις χρεώσεις που συνεπάγονταν οι αντίστοιχες πράξεις. Του υποβλήθηκε ότι σε καμιά περίπτωση δεν έγινε αγοραπωλησία μετοχών χωρίς να προηγηθεί δική του εντολή, υποβολή που απέρριψε. Την πιο πάνω θέση του εναγόμενου την στήριξε - σε κάποια έκταση - και ο ΜΥ.
  7. Την περίοδο εκείνη, ισχυρίσθηκε, υπήρχε άνοδος στο ΧΑΚ και στο γραφείο της ΕΤΕ, στη Λεμεσό, είχαν «πολλή δουλειά». Λόγω αυτής της κατάστασης, σε κάποιες περιπτώσεις προέβαινε από μόνος του σε διαβίβαση εντολών στη Λευκωσία για αγοραπωλησίες μετοχών και μετά ενημέρωνε τον πελάτη. Το ίδιο έπραξε και σ΄ ότι αφορά τον εναγόμενο, ιδίως για αγορά μετοχών πρώτης έκδοσης. Του ζητήθηκε - κατά την αντεξέταση - να γίνει πιο συγκεκριμένος. Να προσδιορίσει, δηλαδή, τις πράξεις που έγιναν χωρίς να προηγηθούν εντολές του εναγόμενου. Απάντησε ότι δεν μπορεί να θυμάται όλες τις πράξεις. Απ΄ ότι όμως θυμάται, οι αγορές μετοχών πρώτης ζήτησης των εταιρειών Λούη και Καραμοντάνη έγιναν χωρίς να προηγηθούν τέτοιες εντολές. Του υποβλήθηκε ότι ποτέ δεν έγιναν πράξεις χωρίς εντολές του εναγόμενου, υποβολή που απέρριψε. Του επισημάνθηκε, επίσης, ότι μετά τον Ιούλιο του 1999 δεν έγιναν αγορές μετοχών πρώτης έκδοσης για τον εναγόμενο και απάντησε ότι πιθανό να μην έγιναν. Τόνισε, όμως, ότι η περίοδος Φεβρουαρίου - Νοεμβρίου 1999 ήταν πολύ κερδοφόρα - πέραν από κάθε προσδοκία, όπως ανάφερε - και όσοι αγόρασαν τότε μετοχές με τίτλους κέρδισαν και καθ΄ όλη αυτή την περίοδο όσες πράξεις διενήργησε για λογαριασμό του εναγόμενου ήταν κερδοφόρες.
  8. Η Τράπεζα του αύξησε το πιστωτικό όριο εν αγνοία του και χωρίς ο ίδιος να το ζητήσει. Όσον δε αφορά το τεκμ. 5, αυτό το υπόγραψε εκ των υστέρων και κατόπιν παράκλησης του ΜΥ.3 για να είναι «καλυμμένη η Τράπεζα». Του υποβλήθηκε ότι και στις τρεις περιπτώσεις που εγκρίθηκε αύξηση του ορίου το ζήτησε ο ίδιος, υποβολή που απέρριψε. Για το ίδιο θέμα, ο ΜΥ.3 δεν ήταν σε θέση να πει αν ο εναγόμενος υπόγραψε το τεκμ. 5 πριν ή μετά την αύξηση. Οι αποφάσεις για αύξηση του ορίου, ανάφερε, λαμβάνονταν στη Λευκωσία και ο ίδιος, ως απλός υπάλληλος δεν είχε λόγο. Όμως, υπήρχαν περιπτώσεις που η Τράπεζα, μετά από δικές του συστάσεις, αύξησε το όριο χωρίς να το ζητήσει ο πελάτης, αλλά στη συνέχεια ο ίδιος ενημέρωνε τον πελάτη και αν διαφωνούσε - κάτι που απ΄ ότι θυμάται ποτέ δεν συνέβηκε - γινόταν μείωση στο προηγούμενο όριο. Του υποβλήθηκε ότι λέει ψέματα για να βοηθήσει τον εναγόμενο, ο οποίος είναι πελάτης του, υποβολή με την οποία διαφώνησε.
  9. Η Τράπεζα δεν του απέστειλε ποτέ μηνιαία κατάσταση, ούτε ποτέ του αποστάληκαν contract notes. Όσον αφορά την ΕΤΕ, αυτή δεν του απέστελλε συστηματικά κάθε τρεις μήνες καταστάσεις. Όμως του απέστειλε σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν κατάλαβε το περιεχόμενό τους, γι΄ αυτό κατάφευγε για εξηγήσεις στο ΜΥ.
  10. Του υποβλήθηκε ότι και σ΄ αυτό το θέμα δεν λέει την αλήθεια, υποβολή που επίσης απέρριψε. Ο ΜΥ.3, με τη σειρά του, ισχυρίσθηκε ότι πρώτη φορά βλέπει τα contract notes του τεκμ.17 και στους πελάτες που είχαν investor account, όπως ήταν ο εναγόμενος, δεν αποστέλλονταν τέτοια σημειώματα. Παρόμοια, δεν είδε ποτέ έγγραφα της μορφής του τεκμ.18 και αν αποστέλλονταν ή όχι τριμηνιαίες καταστάσεις δεν το γνωρίζει, γιατί, αποστέλλονταν, αν αποστέλλονταν, μέσω ταχυδρομείου. Του υποβλήθηκε ότι και πάλι λέει ψέματα για να βοηθήσει τον εναγόμενο, υποβολή που απέρριψε.
  11. Η Τράπεζα, ως διαχειριστής του χαρτοφυλακίου του, όφειλε να τον προστατεύσει και να προχωρήσει σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών ευθύς ως ανατράπηκε το όριο ασφαλείας, κάτι που δεν έπραξε. Ο ίδιος, πρόβαλε, δεν προέβηκε σε καμιά ενέργεια γι΄ αυτό το θέμα, γιατί μόνο η Τράπεζα θα μπορούσε να το πράξει. Του υποβλήθηκε ότι, αν ήθελε, μπορούσε οποτεδήποτε να δώσει εντολή για πώληση των μετοχών του και σε τέτοια περίπτωση η εντολή του θα διεκπεραιωνόταν, υποβολή που απέρριψε. Για το ίδιο θέμα, ο ΜΥ.3 ισχυρίσθηκε ότι μέχρι το Νοέμβριο του 1999, που ήταν στην υπηρεσία της ΕΤΕ, παρακολουθούσε ευλαβικά τους λογαριασμούς των πελατών και σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου προχωρούσε αμέσως - μέσα σε μια ή δύο ημέρες, όπως είπε - σε πώληση μετοχών, αν ο πελάτης δεν προσκόμιζε την αναγκαία συνεισφορά. Σε σχέση, όμως, με τον εναγόμενο δεν χρειάστηκε να προβεί σε πώληση μετοχών, γιατί ο λογαριασμός του είχε κέρδη.
  12. Η Τράπεζα δεν τον ενημέρωσε ποτέ, όπως είχε υποχρέωση, για το περιεχόμενο των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας τεκμ. 26(α)-26
(7). Το ότι δεν έγινε τέτοια ενημέρωση δεν αμφισβητήθηκε, εκτός βέβαια της επιστολής που στάληκε σ΄ όλους τους επενδυτές ημερ. 22.10.99 (τεκμ.9) για αύξηση της κάλυψης από το 40% στο 60%.
  1. Η Τράπεζα δεν του απέστειλε καμιά επιστολή για τερματισμό του λογαριασμού του. Οι μόνες επιστολές που πήρε, ισχυρίσθηκε, προέρχονταν από την ΕΤΕ και είναι τα τεκμ. 7(α)-7(δ). Με αυτές τον πληροφορούσε ότι ο λογαριασμός του ήταν σε υπέρβαση και του ζητούσαν επιπρόσθετες εξασφαλίσεις. Ειδικά έκαμε αναφορά στην επιστολή τεκμ. 7(δ), για να προβάλει ότι η Τράπεζα είχε καθήκον να προβεί σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών του ευθύς ως ανατράπηκε το όριο εξασφάλισης. Του υποβλήθηκε ότι πέραν από τις επιστολές της ΕΤΕ πήρε και την επιστολή τερματισμού της τράπεζας τεκμ.12, υποβολή που απέρριψε και, τέλος,
  2. Παραδέχθηκε ότι διατηρούσε στην Τράπεζα κι άλλο λογαριασμό, τον οποίο χρησιμοποιούσε για χρηματιστηριακές συναλλαγές με δικά του χρήματα (τεκμ. 38). Απέρριψε, όμως, ότι ήταν έμπειρος επενδυτής, προβάλλοντας ότι πείσθηκε να συμμετάσχει στο Σχέδιο στηριζόμενος στο γεγονός ότι η Τράπεζα, χρησιμοποιώντας την πείρα και τεχνογνωσία της, θα τον προστάτευε. Στη βάση όλων των πιο πάνω, υποστήριξε, ότι έχει αποδείξει και την ανταπαίτηση του και, αξίωσε την ικανοποίηση της. Όσον αφορά το ΜΥ.2- λειτουργό του ΧΑΚ - αυτός περιορίστηκε να προσκομίσει στο Δικαστήριο κατάσταση (Τεκμ.39), στην οποία αποτυπώνονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές της ΕΤΕ για την περίοδο από 30.1.00 - 31.12.
  3. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθώς επίσης και τις θέσεις και επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Σ΄ ότι αφορά τους μάρτυρες που κατέθεσαν για την Τράπεζα, ως επίσης και για τον ΜΥ.2, θα είμαι λακωνικός. Για όλους σχημάτισα θετική εντύπωση και δεν έχω εντοπίσει στη μαρτυρία τους οτιδήποτε που να εγείρει ερωτηματικά ή να εμβάλλει σε υποψίες ότι σε κάποιο σημείο δεν είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια ή την απέκρυψαν. Όλοι, επομένως, κρίνονται αξιόπιστοι μάρτυρες και δέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία τους. Σ΄ ότι, όμως, αφορά τον εναγόμενο και τον ΜΥ.3 η κατάσταση είναι διαφορετική. Πέραν του ότι σχημάτισα αρνητική εικόνα σε σχέση με την αξιοπιστία τους, εντόπισα στη μαρτυρία τους σημεία τα οποία, κατά την άποψή μου, έκδηλα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πιο συγκεκριμένα:-
  4. Δε χωρεί καμιά αμφιβολία ότι η αίτηση τεκμ.1 εγκρίθηκε στη Λευκωσία από το διευθυντή της ΕΤΕ Τρυπάτσα, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την υπογραφή του στο σχετικό μέρος της αίτησης. Προβλήθηκε - και το δέχομαι - ότι η αίτηση συμπληρώθηκε από τον ΜΥ.3 και υπογράφηκε από τον εναγόμενο στη Λεμεσό. Το πληρεξούσιο τεκμ.2, όμως, ως και η Συμφωνία τεκμ.4, συμπληρώθηκαν από άλλο πρόσωπο και με διαφορετικό (μαύρο) μελάνι. Όπως διαφορετικό είναι και το μελάνι με το οποίο ο εναγόμενος υπόγραψε τα εν λόγω έγγραφα, δηλαδή στο τεκμ.1 η υπογραφή είναι με μπλε ενώ στα τεκμ.2 και 4 με μαύρο. Η λεπτομέρεια αυτή, κατά την άποψή μου, δεν είναι επουσιώδης. Αποκαλύπτει ότι όχι μόνο οι ιδιόχειρες καταχωρήσεις στα τεκμ. 2 και 4 δεν έγιναν από τον ΜΥ.3 - κάτι που δεν αμφισβητείται - αλλά και ότι ο εναγόμενος δεν υπόγραψε τα έγγραφα αυτά ενώπιον του. Στα έγγραφα αυτά καταγράφεται ως τόπος υπογραφής τους η Λευκωσία - όπου εγκρίθηκε και η αίτηση τεκμ. 1 - κάτι που δεν έγινε κατορθωτό να κλονισθεί.
  5. Ο αόριστος ισχυρισμός του εναγόμενου ότι επηρεάσθηκε να συμμετάσχει στο Σχέδιο, ως αποτέλεσμα των (ανεπίτρεπτων) διαβεβαιώσεων, προτροπών και ενθαρρύνσεων του ΜΥ.3 στερείται σοβαρότητας. Τότε, όπως ανάφερε ο ΜΥ.3, «όλοι έπαιζαν στο χρηματιστήριο» και ο εναγόμενος δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Αντίθετα, όπως επιβεβαιώνεται από τις εκατοντάδες αγοραπωλησίες μετοχών που έγιναν για λογαριασμό του, τόσο λόγω της συμμετοχής του στο Σχέδιο όσο και με δικά του χρήματα (τεκμ.38), δεν ήταν ένας περιστασιακός «παίκτης». Ενεπλάκη έντονα και συστηματικά σε αγοραπωλησίες μετοχών εκατοντάδων χιλιάδων λιρών και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί αν δοθεί πίστη στον ισχυρισμό του ότι επηρεάσθηκε με οποιονδήποτε τρόπο να συμμετάσχει στο Σχέδιο. Κρίνω, επομένως, ότι ο σχετικός ισχυρισμός του είναι ένα όψιμο κατασκεύασμα, όπως όψιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι δήθεν του στέρησαν το δικαίωμα να τύχει ανεξάρτητης νομικής συμβουλής γιατί, δήθεν, τον διαβεβαίωσε ο ΜΥ.3 ότι τα νομικά θέματα που σχετίζονταν με τους όρους συμμετοχής του στο Σχέδιο - τους οποίους, όπως βεβαίωσε με τη μαρτυρία του, διάβασε προτού υπογράψει - τα χειρίζονταν οι νομικοί της Τράπεζας.
  6. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ.3, ο εναγόμενος, προώθησε τη θέση ότι ποτέ δεν έδωσε οποιαδήποτε γραπτή ή τηλεφωνική εντολή στην ΕΤΕ Λευκωσίας. Όταν, όμως, ο ΜΕ.4 κατόρθωσε να εντοπίσει τις ηχογραφημένες και τις πέντε γραπτές εντολές του, έκαμε τακτικό ελιγμό. Αναπροσάρμοσε, δηλαδή, τη θέση του, προβάλλοντας ότι μόνο τις εντολές των τεκμ. 30, 31 και 33 αναγνωρίζει και καμιά άλλη, κάτι που αποκαλύπτει και το σεβασμό του προς την αλήθεια. Περαιτέρω, όταν οι ΜΕ.3 και 4 προσκόμισαν τις εντολές των τεκμ. 23 και 28(β) και εντόπισαν όσες προέρχονται από τον εναγόμενο, τους υποβλήθηκε ότι τα τεκμήρια αυτά δεν τον αφορούν, κάτι που υποστήριξε και με τη μαρτυρία του. Οι θέσεις αυτές - αν εγίνονταν δεκτές - θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι τα τεκμήρια 23 και 28(β) κατασκευάσθηκαν εκ των υστέρων για να στηρίξουν τη θέση της Τράπεζας ότι πράγματι ο εναγόμενος έδιδε εντολές. Αδυνατώ να δεχθώ κάτι τέτοιο, τη στιγμή μάλιστα που ποτέ πριν την έγερση της αγωγής δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Αντίθετα, καθ΄ όλη την περίοδο που η συμμετοχή του στο Σχέδιο ήταν κερδοφόρα εξέφρασε ευχαριστίες για την άψογη συνεργασία που είχε με την Τράπεζα. Επομένως, οι σχετικοί ισχυρισμοί κρίνονται ότι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, όπως δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και η απόπειρα του ΜΥ.3 να τους στηρίξει, έστω σε περιορισμένη μορφή. Επισημαίνεται, επί του προκειμένου, ότι ενώ ο ΜΥ.3 ισχυρίσθηκε ότι μόνο σε κάποιες περιπτώσεις - που δεν προσδιόρισε - έδωσε, με δική του πρωτοβουλία, εντολές στη Λευκωσία για αγορές μετοχών πρώτης έκδοσης, ο εναγόμενος αναγνώρισε μόνο μικρό ποσοστό από τις εκατοντάδες πράξεις που έγιναν για λογαριασμό του και αυτό αφού συνειδητοποίησε ότι κάθε απόπειρα αμφισβήτησης τους θα ήταν μάταιη.
  7. Έκδηλα ψευδής κρίνεται και ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η Τράπεζα από μόνη της του αύξησε το όριο στις £250.
  8. Για το θέμα αυτό, όμως, υπάρχει το τεκμ. 5, το οποίο φέρει την υπογραφή του και, επομένως, κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης θα΄ ταν μάταιη. Έπρεπε, επομένως, να δοθεί κάποια εξήγηση. Το έγγραφο αυτό, ισχυρίσθηκε, το υπόγραψε κατόπιν παράκλησης του ΜΥ.3 για να είναι «καλυμμένη» η Τράπεζα. Θα΄ ταν, κατά την άποψή μου, αφέλεια να δοθεί πίστη σε τέτοια εξήγηση, την οποία ούτε ο ΜΥ.3 δεν στήριξε, επιλέγοντας να πει ότι δεν θυμάται κάτω από ποιες συνθήκες υπογράφηκε.
  9. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια και σε σχέση με την ενημέρωση που ετύγχανε από την ΕΤΕ και την Τράπεζα, δηλαδή ότι δήθεν δεν του αποστέλλονταν μηνιαίες καταστάσεις, πινακίδια συναλλαγών (contract notes) ή συστηματικά τριμηνιαίες καταστάσεις. Η αποστολή των εν λόγω εγγράφων ήταν ρητή υποχρέωση της Τράπεζας, όπως προνοείται από τον όρο 11 των (ταυτόσημων) τεκμ. 8 και 19, που ο εναγόμενος, όπως ο ίδιος είπε, διάβασε και ποτέ δεν παραπονέθηκε ότι η Τράπεζα δεν τον ενημέρωνε. Αντίθετα, εξέφραζε ευχαριστίες για την άψογη συνεργασία που είχαν (τεκμ.6(β) και 6(γ), κάτι που φυσιολογικά δεν θα συνέβαινε αν για ένα (περίπου) χρόνο η Τράπεζα (ή η ΕΤΕ) δεν τον ενημέρωναν για την κίνηση του λογαριασμού του, την αξία του χαρτοφυλακίου του και τις πράξεις που έγιναν στο μεταξύ. Για το ίδιο θέμα ο ΜΥ.3 - σε μια έκδηλη προσπάθεια να στηρίξει τις θέσεις του εναγόμενου - ισχυρίσθηκε ότι πρώτη φορά (στο Δικαστήριο) έβλεπε τα πινακίδια συναλλαγών (τεκμ.17) και δεν γνωρίζει αν στον εναγόμενο αποστέλλονταν τριμηνιαίες καταστάσεις. Αδυνατώ να δεχθώ τους ισχυρισμούς αυτούς. Εν πάση όμως περιπτώσει, τα πινακίδια συναλλαγών (τεκμ.17) ως και οι τριμηνιαίες καταστάσεις (τεκμ.18) αποστέλλονταν, όπως είναι η σχετική μαρτυρία, στον εναγόμενο από τη Λευκωσία και όχι από το κατάστημα της ΕΤΕ στη Λεμεσό. Επομένως, με τα εν λόγω έγγραφα δε ασχολήθηκε ο ΜΥ.3 για τον απλό λόγο ότι οι εντολές για αγοραπωλησία μετοχών υλοποιούνταν στη Λευκωσία, όπου τηρείτο και ο λογαριασμός του εναγόμενου.
  10. Τέλος, αναληθής κρίνεται και ο ισχυρισμός ότι η Τράπεζα δεν του απέστειλε, ή ο ίδιος δεν πήρε, την επιστολή τερματισμού τεκμ.
  11. Όπως διαφάνηκε από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, για όσο χρόνο το Σχέδιο απέδιδε κέρδη ο εναγόμενος εξέφραζε μόνο ευχαριστίες και κανένα παράπονο. Όταν όμως άρχισε η πτωτική πορεία του Χρηματιστηρίου και η ΕΤΕ του απέστειλε τις επιστολές τεκμ. 7(α)-7(δ) - που παραδέχεται ότι πήρε - τήρησε τακτική σιωπής και αναμονής. Στη συνέχεια, όταν κινήθηκε η αγωγή, επιδόθηκε σε μια πολυεπίπεδη προσπάθεια για εξεύρεση λόγων προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του, λόγοι που εκτείνονται και στην αρχή της συνεργασίας του με την Τράπεζα. Μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια, κατά τη γνώμη μου, εντάσσεται και η υπό κρίση άρνηση του, η οποία είναι έκδηλα σκόπιμη. Αφ΄ ενός μεν για να επικαλεσθεί ότι η ΕΤΕ - και συνακόλουθα η Τράπεζα - είχαν υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές, κάτι που όπως ισχυρίσθηκε προκύπτει από το τεκμ.7(δ) και αφ΄ ετέρου, αν το σημείο αυτό δεν γινόταν αποδεκτό, ότι η αγωγή είναι πρόωρη γιατί δεν προηγήθηκε τερματισμός του λογαριασμού του. Κρίνω, επομένως, ότι και σ΄ αυτό το σημείο δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Για όλα τα πιο πάνω, η μαρτυρία του εναγόμενου και του ΜΥ.3, στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν συνάδει με τη μαρτυρία των άλλων μαρτύρων, κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται. Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης που έγινε, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Επισημαίνω, ιδιαίτερα, τα ακόλουθα:-
  12. Ο Εναγόμενος υπόγραψε την αίτηση τεκμ.1 στη Λεμεσό. Το πληρεξούσιο, όμως, τεκμ.2 και τη Συμφωνία τεκμ.4 τα υπόγραψε στη Λευκωσία, όπου εγκρίθηκε και η αίτησή του.
  13. Με την υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων σηματοδοτήθηκε και η συμμετοχή του στο Σχέδιο. Προς τούτο, η Τράπεζα, του παραχώρησε πιστωτικό όριο £30.000 για αγοραπωλησίες μετοχών εισηγμένων στο ΧΑΚ, αφού ο εναγόμενος κατέθεσε ως εξασφάλιση 7891 χρεόγραφα αξίας £7.
  14. Μεταγενέστερα, η ΕΤΕ, ενεργώντας ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του εναγόμενου, υπόγραψε προς όφελος της Τράπεζας και το έγγραφο ενεχυρίασης ημερ. 20.4.99 (τεκμ.4).
  15. Η Τράπεζα δεν προέβαινε σε αγοραπωλησίες μετοχών για λογαριασμό του εναγόμενου. Αυτές διενεργούνταν από την ΕΤΕ και στη βάση πάντα εντολών που της έδιδε ο εναγόμενος.
  16. Με την υλοποίηση των εντολών, η ΕΤΕ ενημέρωνε τον εναγόμενο τηλεφωνικά και στη συνέχεια του απέστελλε πινακίδια συναλλαγών. Πρόκειται για τα τεκμ.17, στα οποία αναγράφονταν η ημερομηνία και ώρα τόσο της εντολής όσο και της εκτέλεσης, η ημερομηνία ολοκλήρωσης της συναλλαγής, ο αριθμός των αγορασθέντων ή πωληθέντων μετοχών, η αξία κάθε μετοχής, το συνολικό ποσό αγοράς ή πώλησης, καθώς επίσης και η προμήθεια της ΕΤΕ.
  17. Η ΕΤΕ δεν περιοριζόταν μόνο στην πιο πάνω ενημέρωση. Κάθε τρεις μήνες του απόστελλε αναλυτικές και συνοπτικές καταστάσεις (τεκμ.18), όπου αποτυπώνονταν λεπτομερώς οι συναλλαγές που είχαν γίνει στο μεταξύ, καθώς επίσης και η αξία του χαρτοφυλακίου του και το ύψος των εξασφαλίσεων. Παράλληλα, η Τράπεζα, απόστελλε στον εναγόμενο κάθε μήνα κατάσταση (τεκμ.14), όπου αποτυπώνονταν αναλυτικά οι διάφορες χρεοπιστώσεις για τον αντίστοιχο μήνα.
  18. Η συμμετοχή του εναγόμενου στο Σχέδιο ήταν καθ΄ όλη τη διάρκεια του 1999 εξαιρετικά επικερδής, με αποτέλεσμα την κατακόρυφη αύξηση της αξίας του χαρτοφυλακίου του. Το στοιχείο αυτό έδιδε στον εναγόμενο - ο οποίος, όπως επισημάνθηκε, δεν ήταν ένας περιστασιακός «παίκτης» - τη δυνατότητα για περαιτέρω πιστώσεις, κάτι που δεν τον άφησε αδιάφορο. Το χρησιμοποίησε για να ζητήσει σε τρεις περιπτώσεις αύξηση του πιστωτικού του ορίου, το οποίο, τελικά, διαμορφώθηκε στις αρχές Οκτωβρίου του 1999 (τεκμ.5) στις £250.
  19. Περαιτέρω, η αξία του χαρτοφυλακίου του έδιδε τη δυνατότητα να προβαίνει σε αναλήψεις και σε έξι
(6)περιπτώσεις - που ανάφερε ο ΜΕ.3 - απέσυρε από το λογαριασμό του το συνολικό ποσό των £186.
  1. Επρόκειτο για το κέρδος που απεκόμισε λόγω της συμμετοχής του στο Σχέδιο, κι αυτό όταν υπήρχε ανοδική πορεία της αξίας των μετοχών στο Χρηματιστήριο.
  2. Η ανοδική, όμως, πορεία δεν έμελλε να συνεχισθεί. Από το τέλος του 1999 διαφάνηκαν τα πρώτα σημάδια ότι θα ακολουθούσε πτώση, η οποία κατά τους μήνες που ακολούθησαν μείωσαν και την αξία του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου. Αναπόφευκτα μειώθηκε και η αξία των μετοχών που ήταν ενεχυριασμένες στην Τράπεζα, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός του εναγόμενου να παρουσιάσει (αρχικά) υπέρβαση της τάξης των £39.107,60 σεντ. Λόγω αυτής της κατάστασης η ΕΤΕ απέστειλε στον εναγόμενο τρεις επιστολές - τα τεκμ.7(α), (β) και (γ), ημερ. 11.10.00, 24.11.00 και 1.2.01, αντίστοιχα - με τις οποίες τον καλούσε να καλύψει την υπέρβαση. Ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε, γι΄ αυτό και η ΕΤΕ με επιστολή ημερ. 24.9.01 (τεκμ. 7(δ)) τον πληροφόρησε ότι ο επενδυτικός του λογαριασμός «έκλεισε» και τον καλούσε σε εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, που τότε - όπως αναφέρεται στην επιστολή - ανερχόταν στις £267.
  3. Του γνωστοποιούσε ταυτόχρονα ότι, σε περίπτωση παράλειψης του να συμμορφωθεί μέσα σε 15 ημέρες θα την ανάγκαζε «. να προχωρήσει σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών.» και, περαιτέρω, «. η υπόθεση θα παραπεμφθεί στο αρμόδιο τμήμα για λήψη νομικών μέτρων εναντίον του». Ο εναγόμενος, βεβαίως, δεν συμμορφώθηκε ούτε σ΄ αυτή την ειδοποίηση, με τελική κατάληξη να του σταλεί από την Τράπεζα η επιστολή ημερ. 4.9.02 (τεκμ.12). Με αυτή τον πληροφορούσε ότι είχε τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού του από 19.3.01 και τον καλούσε όπως μέσα σε 7 μέρες προβεί στην πλήρη εξόφλησή του, κάτι που δεν έπραξε, με αποτέλεσμα την έγερση της παρούσας αγωγής. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι η Τράπεζα δεν προχώρησε σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών, αλλά ούτε και ο εναγόμενος έδωσε σε οποιονδήποτε στάδιο τέτοια εντολή.
  4. Τέλος, επισημαίνεται ότι η Κεντρική Τράπεζα με εγκύκλιο της ημερ. 12.7.99 (τεκμ. 26
(1)καλούσε τις Τράπεζες να περιορίσουν τα δάνεια για απόκτηση μετοχών στο Χρηματιστήριο, να αυξήσουν το ποσοστό περιθωρίου ασφαλείας και να υποδεικνύουν στους πελάτες τους όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται η αλόγιστη επένδυση. Ακολούθησαν άλλες έξι
(6)εγκύκλιοι (τεκμ. 26
(2)-26
(7)), στο περιεχόμενο των οποίων θα γίνει αναφορά στην επόμενη (και τελευταία) ενότητα, όπου εξετάζονται οι νομικές θέσεις των συνηγόρων των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου ανέπτυξε τις νομικές του θέσεις σε 107σέλιδη (γραπτή) αγόρευση, ενώ οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Τράπεζας χρειάστηκαν 68 σελίδες. Ασφαλώς, δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι το Δικαστήριο θα δώσει μορφή πραγματείας στην εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων, αλλά θα τις εξετάσει με κάθε δυνατή συντομία, όπως πιο κάτω:- Τοπική αρμοδιότητα Προβλήθηκε ότι αρμόδιο Δικαστήριο για εκδίκαση της υπόθεσης είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, γιατί εκεί έχει την κατοικία του ο εναγόμενος και εκεί έγινε η Συμφωνία και η ισχυριζόμενη διάρρηξη. Δε με βρίσκει σύμφωνο η θέση αυτή. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ναι μεν η αίτηση υπογράφηκε από τον εναγόμενο στη Λεμεσό αλλά εγκρίθηκε στη Λευκωσία, όπου υπογράφηκαν το πληρεξούσιο τεκμ. 2 και η συμφωνία τεκμ.4. Περαιτέρω, ο πλείστες των εντολών του διαβιβάζονταν άμεσα από τον ίδιο στην ΕΤΕ Λευκωσίας - όπου και υλοποιούνταν - και στη Λευκωσία απηύθυνε τα τεκμ. 5, 6(α)-6(στ) και εδώ τηρείτο ο λογαριασμός του. Ακόμη, από τη Λευκωσία του αποστέλλονταν τα πινακίδια συναλλαγών ως και οι τριμηνιαίες και μηνιαίες καταστάσεις. Επομένως, η Συμφωνία ολοκληρώθηκε στη Λευκωσία και το παρόν Δικαστήριο είναι - σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(α) του Περί Δικαστηρίων Νόμου - κατά τόπον αρμόδιο για εκδίκαση της υπόθεσης. Η απόφαση του εναγόμενου να συμμετάσχει στο Σχέδιο Η συμμετοχή του εναγόμενου στο Σχέδιο - υποστηρίζει ο συνήγορος του στην 1η ενότητα της αγόρευσης του - ήταν αποτέλεσμα ενθάρρυνσης και/ή εξώθησης και/ή επηρεασμού του από την Τράπεζα, στοιχείο που την εμποδίζει να απαιτήσει αποπληρωμή του δανείου. Παρέπεμψε, σχετικά, σε αγγλική και κυπριακή νομολογία. H εισήγηση δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Όπως επισημάνθηκε, σχετικά, ο εναγόμενος δεν ήταν ένας περιστασιακός «παίκτης». Ενεπλάκη έντονα και συστηματικά σε χρηματιστηριακές συναλλαγές και η απόφαση να συμμετάσχει στο Σχέδιο ήταν αποτέλεσμα της επιθυμίας του να διευρύνει τις δυνατότητες που του έδιδε ο λογαριασμός τεκμ. 38 - ο οποίος λειτουργούσε με δικά του χρήματα - για τέτοιες συναλλαγές. Έπεται ότι η σχετική θέση είναι αβάσιμη και απορρίπτεται. Η εγκυρότητα της Συμφωνίας Είναι θέση του εναγόμενου ότι η Συμφωνία δυνάμει της οποίας συμμετείχε στο Σχέδιο είναι άκυρη. Οι λόγοι ακυρότητας διατυπώνονται σε πέντε ενότητες (6η, 11η, 12η, 13η και 15η) της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου του, ή, τουλάχιστο, αυτές κατόρθωσα να εντοπίσω. Προβάλλει, συναφώς, ότι η Συμφωνία είναι άκυρη γιατί:-
  1. Ήταν προϊόν εξαπάτησης και/ή παραπλάνησης του από την Τράπεζα, η οποία του απέκρυψε (α) ότι δεν υπήρχε νομοθεσία που να διέπει την αυστηρή λειτουργία του Σχεδίου, (β) τις οδηγίες που τότε είχε εκδώσει η Κεντρική Τράπεζα, (γ) ότι είχε συμφέρον τόσο από τις ενεχυριασμένες μετοχές όσο και από το παραφουσκωμένο ΧΑΚ, (δ) ότι λόγω της παραφούσκωσης ήταν αδύνατο για τον ίδιο να πραγματοποιήσει κέρδη και (ε) ότι παραβίασε το καθήκον εμπιστοσύνης που είχε έναντί του,
  2. Αντίκειται στη Δημόσια Πολιτική ή το δημόσιο συμφέρον για δύο λόγους. Πρώτο, γιατί δεν τηρήθηκαν οι οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και, δεύτερο, γιατί η ζημιά στο λογαριασμό του ήταν αποτέλεσμα άδικων πράξεων της Τράπεζας, η οποία με τις ενέργειες της τον έθεσε σε παράνομο ή παράλογο κίνδυνο και
  3. Παραβιάζει τον περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο, τον Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ως και τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Διεξήλθα με υπομονή τις εκατέρωθεν θέσεις - υπέρ ή εναντίον των προβληθέντων λόγων ακυρότητας - ως και τις αυθεντίες που η κάθε πλευρά επικαλέσθηκε. Κατέληξα ότι καμιά από τις πιο πάνω θέσεις του εναγόμενου δεν ευσταθεί για τους πιο κάτω (απλούς) λόγους:-
  4. Η θέση ότι η Συμφωνία ήταν προϊόν εξαπάτησης ή παραπλάνησης δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Αντίθετα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος αποφάσισε να συμμετάσχει στο Σχέδιο προκειμένου να διευρύνει τις δυνατότητές του για χρηματιστηριακές συναλλαγές. Οι επιμέρους λόγοι που επικαλείται για να στηρίξει τη θέση για εξαπάτηση ή παραπλάνηση έκδηλα δεν ευσταθούν. Είναι αρκετό, κατά την άποψή μου, να παρατηρήσω τα ακόλουθα:- Ο ισχυρισμός ότι η Τράπεζα «του απέκρυψε» την ανυπαρξία νομοθεσίας που να διέπει την αυστηρή λειτουργία του Σχεδίου δεν σημαίνει τίποτα. Ο Νόμος Περί Συμβάσεων διαπνέεται από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντιλαμβάνομαι ποια νομική αρχή επιβάλλει τέτοιο καθήκον. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη απόκρυψη των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, επισημαίνεται ότι κατά τη σύναψη της Συμφωνίας τέτοιες οδηγίες δεν υπήρχαν. Επομένως, κι αν ακόμη η Τράπεζα ήταν επιφορτισμένη με το ισχυριζόμενο καθήκον, λόγος για απόκρυψη δεν μπορεί να γίνει. Τέλος, όσον αφορά τους άλλους τρεις λόγους, όση προσπάθεια κι αν κατέβαλα, δεν κατόρθωσα να εντοπίσω οτιδήποτε που έστω απομακρυσμένα να τους προσδίδει κάποια τεκμηρίωση.
  5. Η θέση ότι η Συμφωνία αντίκειται στη Δημόσια Πολιτική ή ότι παραβιάσθηκαν οι Περί Κεντρικής Τράπεζας και Περί Τραπεζιτικών Εργασιών Νόμοι, προωθήθηκε στη βάση ότι η Τράπεζα δεν τήρησε τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Παρατηρήθηκε, ήδη, ότι κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας τέτοιες οδηγίες δεν υπήρχαν και σε σχέση με το θέμα αυτό υπενθυμίζω ότι η πρώτη εγκύκλιος στάληκε στις τράπεζες 12.7.99 (τεκμ.26
(1)) ενώ η Συμφωνία έγινε πέντε περίπου μήνες προηγουμένως. Επομένως, σε καμιά περίπτωση - έστω για χάριν συζήτησης - δεν μπορεί να προβάλλεται ακυρότητα της Συμφωνίας στη βάση του προβληθέντος λόγου. Ο συνήγορος όμως του εναγόμενου προχώρησε περαιτέρω. Οι εν λόγω οδηγίες, υποστήριξε, αποκαλύπτουν την τότε δημόσια πολιτική και λόγω της παραβίασης τους από την Τράπεζα ο σκοπός ή αντιπαροχή της Συμφωνίας κατέστη παράνομος (άρθρο 23(e) του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149) και εν πάση περιπτώσει έπαυσε να το δεσμεύει. Το άρθρο 23, όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Σολωμού ν. Vineyard
(1998)1 (A) AAΔ.300, στοχεύει στην αποτροπή τέλεσης πράξεων που συγκρούονται με το δημόσιο δίκαιο ή τη δημόσια πολιτική, κι αυτό για να μην πληγεί το δημόσιο συμφέρον. Στην πάρουσα περίπτωση, όμως, η τέλεση της πράξης - η συνομολόγηση δηλαδή της Συμφωνίας - έγινε πριν την έκδοση οποιασδήποτε από τις εν λόγω οδηγίες. Επομένως, η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αύξηση του πιστωτικού ορίου σε £250.000, που έγινε, ή φαίνεται να έγινε, υπό το καθεστώς των οδηγιών τεκμ. 26
(1)και 26
(2)ημερ. 12.7.99 και 12.10.99 αντίστοιχα. Εγείρονται, επί του προκειμένου, δύο ερωτήματα. Το πρώτο, κατά πόσο οι εν λόγω εγκύκλιοι δημοσιοποιούν διαμορφωθείσα δημόσια πολιτική, χωρίς την κατάδειξη της οποίας δεν μπορεί να ευσταθίσει η υποστηριχθείσα θέση, και αν ναι, κατά πόσο η Τράπεζα τις παραβίασε. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφανώς αρνητική, στοιχείο που εκθεμελιώνει και το δεύτερο. Με την εγκύκλιο τεκμ. 26
(1)η Κεντρική Τράπεζα δεν απαγόρευσε τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς, αλλά σύστηνε στις Τράπεζες να τα περιορίσουν και να΄ ναι πιο προσεκτικές. Με τη δεύτερη εγκύκλιο, το τεκμ. 26
(2)δηλαδή - που φαίνεται να στάληκε μετά την αύξηση του πιστωτικού ορίου στις £250.000 - εκφραζόταν η προσδοκία (αναμενόταν, είναι η λέξη που χρησιμοποιείται) ότι στο μέλλον οι εμπορικές τράπεζες δεν θα πρόσφεραν σε νέους επενδυτές ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων, κάτι που δεν αφορούσε τον εναγόμενο ο οποίος ήταν παλιός επενδυτής. Εν πάση περιπτώσει, όπως και να εξετασθούν όλες οι εγκύκλιοι, δεν απαγορεύεται η παροχή πιστώσεων για επενδύσεις και, επομένως, δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη δημόσιας πολιτικής που να τις απαγορεύει. Ούτε έχει τεκμηριωθεί παραβίαση των εν λόγω εγκυκλίων από την Τράπεζα, σ΄ ότι αφορά τον επενδυτικό λογαριασμό του εναγόμενου. Για όλα τα πιο πάνω, οι θέσεις για ακυρότητα της Συμφωνίας ή επιπτώσεις σ΄ αυτή λόγω μη τήρησης των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Η υποχρέωση της Τράπεζας για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών Είναι θέση του εναγόμενου - την οποία, βεβαίως, δεν δέχεται η άλλη πλευρά - ότι η Τράπεζα όφειλε να προχωρήσει σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών ευθύς ως ανατράπηκε το περιθώριο εξασφάλισης. Προς τούτο επικαλείται σωρεία νομικών λόγων, οι οποίοι αναπτύσσονται σε 15 ενότητες της αγόρευσης του συνηγόρου του. Κρίνω αχρείαστο να αναφερθώ σε κάθε ένα απ΄ αυτούς ξεχωριστά γιατί, κατά την άποψή μου, το υπό κρίση ζήτημα ρυθμίζεται από τον όρο 13 του εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών (τεκμ.3), ο οποίος ρητά αναγνωρίζει στην Τράπεζα δικαίωμα και όχι υποχρέωση πώλησης. Προβλήθηκε - μεταξύ άλλων - ότι η υποχρέωση για πώληση προκύπτει και από το περιεχόμενο της επιστολής της ΕΤΕ ημερ. 24.9.01 (τεκμ.7(δ)), με την οποία προειδοποιούσε τον εναγόμενο ότι αν δεν εξοφλούσε το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του μέσα σε 15 ημέρες θα αναγκαζόταν να προχωρήσει σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση. Η προειδοποίηση για άσκηση ενός συμβατικού δικαιώματος δεν συνεπάγεται και τη μετατροπή του σε υποχρέωση. Παρά τα πιο πάνω, κρίνω χρήσιμο να εξετάσω μια βασική θέση του εναγόμενου που σχετίζεται με το υπό κρίση θέμα. Η Τράπεζα, υποστήριξε, είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του και όφειλε να το προστατεύσει. Συνεπώς, όφειλε να προχωρήσει σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών όταν άρχισε η πτωτική πορεία του Χρηματιστηρίου και ανατράπηκε το περιθώριο εξασφάλισης, κάτι που μόνο αυτή μπορούσε να πράξει. Επικαλέσθηκε, σχετικά, πρόνοια του Σχεδίου, σύμφωνα με την οποία η Τράπεζα αναλάμβανε την παρακολούθηση και διαχείριση του λογαριασμού. Είναι γνωστές οι αρχές στη βάση των οποίων ερμηνεύεται ένα έγγραφο (βλ. Λαζούρα ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 630, Πολυκάρπου ν. Πολυκάρπου
(1982)1 ΑΑΔ 182, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος
(1993)1 ΑΑΔ 168, Saab and another v. Holy Monastery
(1982)1 CLR 499 κ.α.). Βασικός οδηγός για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενο τους, ορώμενο, όχι απομονωμένο, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται και με κριτήριο την έννοια την οποία μεταδίδει στο μέσο λογικό άνθρωπο. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ο συνήγορος του εναγόμενου έχει απομονώσει από το κείμενο του Σχεδίου μια φράση - ή πιο σωστά μια λέξη, τη λέξη «διαχείριση» - παραγνωρίζοντας πως εντάσσεται η φράση αυτή στο όλο κείμενο. Σ΄ αυτό διατυπώνεται με απλότητα και με κάθε σαφήνεια ότι, η πώληση και αγορά μετοχών μπορούσε να γίνει με ένα απλό τηλεφώνημα του επενδυτή προς τους χρηματιστές της ΕΤΕ, οι μετοχές ναι μεν θα ενεχυριάζονταν προς όφελος της Τράπεζας αλλά αυτό δεν θα εμπόδιζε τον επενδυτή να τις πωλήσει οποτεδήποτε ήθελε και, τέλος, όλες οι συναλλαγές θα γίνονταν κατόπιν εντολής του, όπως συνέβη και στην παρούσα περίπτωση. Επομένως, το να απομονώνεται η λέξη «διαχείριση» και να χρησιμοποιείται ως υπόβαθρο για επιχείρημα ότι η Τράπεζα είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του δεν συνάδει με τις αρχές ερμηνείας ενός κειμένου. Το κείμενο του Σχεδίου, ορώμενο στο σύνολο του, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τον τρόπο που το ερμηνεύει ο εναγόμενος. Η λέξη «διαχείριση» αναφέρεται στο λογαριασμό και όχι στο χαρτοφυλάκιο και σε σχέση μ΄ αυτόν, η Τράπεζα ανάλαβε την τήρηση και παρακολούθηση του, καθώς επίσης και την ενημέρωση του εναγόμενου με το να του αποστέλλει σχετικές καταστάσεις. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι, η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση αλλά δικαίωμα για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών και η μη άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν είχε οποιαδήποτε συνέπεια στις υποχρεώσεις του εναγόμενου έναντί της. Ως εκ περισσού επισημαίνεται ότι ο εναγόμενος μπορούσε οποτεδήποτε ήθελε να δώσει οδηγίες για πώληση των εν λόγω μετοχών, κάτι που δεν έπραξε για δικούς του λόγους. Περαιτέρω εισηγήσεις του εναγόμενου Αποβλέποντας σε στήριξη της θέσης ότι η Τράπεζα εμποδίζεται στην αξίωσή της, πρόβαλε σε πέντε
(5)ενότητες (5η, 8η, 17η, 24η και 25η) της αγόρευσης του συνηγόρου του ότι η Τράπεζα:-
  1. Δεν χρησιμοποίησε με τον ενδεδειγμένο τρόπο το Σχέδιο, αλλά με τρόπο που περιέχει καταχρηστικές ρήτρες.
  2. Καταχράστηκε και/ή ιδιοποιήθηκε την περιουσία του, γιατί μετά την ανατροπή της συμφωνηθείσας αναλογίας εξασφάλισης ο ίδιος δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε οποιανδήποτε συναλλαγή.
  3. Αντιμετώπιζε σύγκρουση συμφερόντων, κι αυτό γιατί η ΕΤΕ είχε δικό της χαρτοφυλάκιο και αντί να πωλήσει στον κατάλληλο χρόνο μετοχές του χαρτοφυλακίου του πώλησε, όπως επιβεβαιώνεται από το τεκμ.39, τις δικές της, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά στο λογαριασμό του.
  4. Τροποποίησε μονομερώς τη μεταξύ τους Συμφωνία, κι αυτό λόγω του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποίησε το Σχέδιο και
  5. Δεν του εξήγησε τους κινδύνους, ούτε έτυχε νομικής συμβουλής. Τα πρώτα τέσσερα
(4)από τα πιο πάνω «παράπονα» επαναφέρουν, κατά την άποψή μου, στο προσκήνιο τη μη πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών από την Τράπεζα, θέμα που ήδη έχει αποφασισθεί. Επισημάνθηκε, συναφώς, ότι τίποτα δεν εμπόδιζε τον εναγόμενο να δώσει οποτεδήποτε εντολή για πώληση των εν λόγω μετοχών, κάτι που δεν έπραξε για δικούς του λόγους. Εν πάση περιπτώσει, ο τρόπος λειτουργίας του Σχεδίου περιγράφεται με απλότητα και σαφήνεια στο σχετικό έγγραφο (τεκμ.8 και 19) και ως αποτέλεσμα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή τα σχετικά «παράπονα» στερούνται τεκμηρίωσης. Συνεπώς, κρίνονται ως παντελώς αβάσιμα και ως τέτοια απορρίπτονται. Σ΄ ότι αφορά το 5ο παράπονο, αφενός μεν δεν διευκρίνισε ποιους κινδύνους όφειλε η Τράπεζα να του εξηγήσει και δεν του εξήγησε και, αφετέρου, το ότι δεν έτυχε νομικής συμβουλής αφορά τον ίδιο. Σχετικά επικαλέσθηκε την υπόθεση Αlfa Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101, η οποία όμως δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του. Η υπόθεση αυτή αφορούσε παροχή εγγύησης και όπως κρίθηκε, με αναφορά στο Δίκαιο της Επιείκειας, μια τράπεζα όταν ζητά εγγύηση από κάποιο πρόσωπο έχει υποχρέωση να το προστατεύσει, κι αυτό όταν η σχέση του με τον πρωτοφειλέτη δεν είναι εμπορική. Η απόρριψη όλων των θέσεων του εναγόμενου προδιαγράφει την τύχη τόσο της αξίωσης όσο και της ανταπαίτησης. Σε σχέση με την ανταπαίτηση - όσο και να φαίνεται απίστευτο - ο εναγόμενος ουσιαστικά αποβλέπει όχι μόνο στην κήρυξη της Συμφωνίας ως άκυρης, αλλά και στην κατακράτηση του ποσού των £187.000 που αποκόμισε ως αποτέλεσμα της, ενώ παράλληλα ζητά και επιστροφή των ενεχυριασμένων μετοχών ή αξιών, τη στιγμή που βασικό του παράπονο είναι ότι η Τράπεζα όφειλε να τις πωλήσει και δεν τις πώλησε. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για £378.992,57 (ως η αναδόμηση τεκμ.35), με τόκο 9% ετησίως επί ποσού £244.141,63 από 1.1.07, πλέον έξοδα. Περαιτέρω εκδίδεται Διάταγμα ως το αιτητικό (Β) του κλητηρίου εντάλματος. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.