Σόφη Ν. Πούλλου κ.α. ν. ROYAL CROWN INSURANCE COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 730/05, 18/12/2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 730/05
- Σόφη Ν. Πούλλου
- Νίκος Πούλλος -και- ROYAL CROWN INSURANCE COMPANY LTD --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18/12/2007 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Μ. Κληρίδης Για Εναγόμενο: κος Πολυδώρου ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα παραδεκτά γεγονότα όπως δηλώθηκαν στο Δικαστήριο αναδεικνύουν και το επίδικο θέμα. Τα παραθέτω αυτούσια: 1) Το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής DAX194 εκαλύπτετο με πλήρη (comprehensive) ασφάλεια δυνάμει ασφαλιστηρίου εγγράφου της εναγομένης με αρ. ΜΡ326165-Α140 και περίοδο ισχύος από 13.5.02 μέχρι 12.5.
- 2) Οι εναγόμενοι εισέπραξαν ολόκληρο το ποσό του ασφαλιστηρίου. 3) Ο ιδιοκτήτης του ασφαλισμένου οχήματος κατά την ασφάλιση ήταν ο Γεώργιος Πέτρου. 4) Η ενάγουσα 1 και ο ενάγοντας 2 ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εξουσιοδοτημένοι οδηγοί και αναφέρονταν ονομαστικά στο ασφαλιστήριο. 5) Το όχημα μεταβιβάστηκε στις 6/2/03 από το Γεώργιο Πέτρου στην ενάγουσα
- 6) Στις 8.4.03 συνέβηκε ατύχημα ενώ εξουσιοδοτημένος οδηγός του οχήματος ήταν ο ενάγοντας
- 7) Οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν για το ατύχημα, επιθεώρησαν το όχημα στο γκαράζ του κ. Γεωργίου Φαίδωνος και του έδωσαν οδηγίες να επιδιορθωθεί το συγκεκριμένο όχημα. 8) Μετά την επιθεώρηση του οχήματος και των οδηγιών που δόθηκαν στο Γεώργιο Φαίδωνος για επιδιόρθωση του οχήματος περιήλθε σε γνώση των εναγομένων ότι το πιο πάνω όχημα είχε μεταβιβαστεί από 6.2.03 από το Γεώργιο Πέτρου στην ενάγουσα
- 9) Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την καταβολή του ποσού των αποζημιώσεων για τον πιο πάνω λόγο. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 6 η δήλωση του αυτοκινητιστικού δυστυχήματος από τον πατέρα της ενάγουσας προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, ημερομηνίας 9.4.
- Προσθέτω ότι το αξιούμενο ποσό είναι ΛΚ1.878 που αποτελεί τη ζημιά που υπέστηκαν οι ενάγοντες για την επιδιόρθωση του πιο πάνω αυτοκινήτου. Το αξιώνουν από την εναγόμενη στη βάση του πιστοποιητικού ασφάλισης που κατατέθη ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το πιστοποιητικό αυτό, ασφαλιζόμενος είναι ο Γεώργιος Πέτρου, πατέρας της ενάγουσας. Η ενάγουσα (ΜΕ1) κατέθεσε ότι κατά τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου από τον πατέρα της στην ίδια το έδειξαν στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Μετά το δυστύχημα και παρόλο που η εναγόμενη ασφαλιστική έστειλε εκτιμητή και είδε το αυτοκίνητο, ο μηχανικός την ειδοποίησε ότι η ασφαλιστική για κάποιο λόγο δεν θα πλήρωνε. Μίλησε με την ασφαλιστική και της είπαν ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν στον πατέρα της και έτσι δεν θα πλήρωναν. Της ζήτησαν να κάμει μια επιστολή να δουν τι μπορούσαν να κάμουν (Τεκμήριο 4). Τελικά αναγκάστηκε να πληρώσει η ίδια στο μηχανικό το ποσό των ΛΚ1.878 για να πάρει το αυτοκίνητό της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι την ημέρα του δυστυχήματος είχε το Τεκμήριο 1 και θεωρεί ότι είναι το συμβόλαιό της με την εναγόμενη εταιρεία και δεν είχε άλλο συμβόλαιο. Δέκτηκε ότι δεν ειδοποιήθηκε η εναγόμενη για την αλλαγή της ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου γιατί υπέθεσε ότι το συμβόλαιο την κάλυπτε, επειδή κατά τη μεταβίβαση δεν της είπαν οτιδήποτε. Ήταν η θέση της ότι νομίζει ότι ήταν ασφαλισμένη γιατί η ασφάλεια ήταν "φουλ" και το πρόβλημα ήταν της ασφαλιστικής. Να παρεμβάλω ότι η ενάγουσα στην επιστολή της, Τεκμήριο 4, παραδέχεται ότι δεν γνώριζε ότι έπρεπε να εκδώσει καινούριο ασφαλιστήριο στο όνομα του νέου ιδιοκτήτη. Υπήρξε επίσης διαφωνία και ως προς το ύψος των επιδιορθώσεων και κατ΄ επέκταση της αξίωσης των εναγόντων. Πρόκειται για μια διαφορά ύψους ΛΚ220 γιατί η ενάγουσα κατέβαλε στον ισιωτή (ΜΕ2) το ποσό των ΛΚ1.878 (βλ. επιταγή Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με την ενάγουσα ο ισιωτής της είπε ότι τα τιμολόγια δόθηκαν στην ασφαλιστική εταιρεία και ότι το τρίτο τιμολόγιο χάθηκε. Αντεξεταζόμενη όμως κατέθεσε ότι ίσως ο ισιωτής να της έδωσε το τρίτο τιμολόγιο και να το έχασε αυτή, αλλά δεν θα τον πλήρωνε αν δεν είχε το τιμολόγιο. Ζήτησε τα τιμολόγια από την ασφαλιστική αλλά αρνήθηκαν να τα δώσουν και ο μηχανικός της έδωσε αντίγραφα και δεν θυμόταν οτιδήποτε για το τρίτο τιμολόγιο. Ο Φαίδωνος αναγνώρισε τα τιμολόγια Τεκμήριο 2 και 3 αλλά δεν είχε μαζί του τα μπλοκ από τα οποία τα εξέδωσε γιατί δεν διατηρεί στοιχεία αφού όταν γεμίσουν τα μπλοκ τα πετάει. Δεν θυμόταν ούτε αν έκδωσε απόδειξη γιατί εκδίδει μόνο αν του ζητήσει ο πελάτης. Για το τρίτο τιμολόγιο ήταν η θέση του ότι το έδωσε στην ασφαλιστική και δέκτηκε ότι είσπραξε το ποσό των ΛΚ1.878 ως η σχετική επιταγή. Δεν θυμόταν όμως τι περιλάμβανε το τρίτο τιμολόγιο. Σε υποβολή ότι δεν υπήρξε χρέωση για το ποσό των ΛΚ220 απάντησε ότι τα τιμολόγια τα κρατούσε η Σοφία. Από την πιο πάνω μαρτυρία είναι φανερό ότι υπάρχει πλήρης ασάφεια και αβεβαιότητα ως την ύπαρξη του τρίτου τιμολογίου και αν όντως εκδόθηκε και κυρίως τι ακριβώς αφορούσε. Τούτο αποκτά σημασία για να διαφανεί αν το αμφισβητούμενο ποσό αφορούσε ζημιές που προκλήθηκαν από το δυστύχημα. Σημειώνω βέβαια ότι τόσο η ενάγουσα όσο και ο Φαίδωνος κατέθεσαν ότι το αυτοκίνητο δεν είχε άλλες ζημιές πλην εκείνες του δυστυχήματος. Είναι όμως γνωστή η αρχή ότι οι ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Στην απουσία του τιμολογίου αφενός αλλά και το γεγονός ότι αφετέρου ο Φαίδωνος δεν θυμόταν ούτε και ήταν σε θέση να αναφέρει τι ακριβώς εργασίες αφορούσε το τιμολόγιο, το θέμα παρέμεινε μετέωρο. Η γενικότερη ασάφεια και αοριστία της επί τούτου προσκομισθείσας μαρτυρίας, ως προς το ποιος το είχε και τι μπορεί να απέγινε το τιμολόγιο αυτό, είναι σε τέτοιο βαθμό που δημιουργεί αμφιβολίες για την ύπαρξή του. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι το ποσό των ΛΚ220 καταβλήθηκε για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου. Μπορεί η ενάγουσα να κατέβαλε στο Φαίδωνος το ποσό αυτό, αλλά δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία για ποιο σκοπό καταβλήθηκε. Το εύρημα συνεπώς και η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των ΛΚ1.658 για την επιδιόρθωση του επίδικου αυτοκινήτου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο όπως όλες οι συμφωνίες διέπεται από τις βασικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στο σύγγραμμα General Principle of Insurance Law, 3η έκδοση IVAMY, σελ. 3, το ασφαλιστικό συμβόλαιο περιγράφεται ως: "A contract of insurance in the widest sense of the term may be defined as a contract whereby one person called the Insurer, undertakes, in return for the agreed consideration, called the premium, to pay to another person, called the Assured, a sum of money, or its equivalent, on the happening of a specific event". Είναι γνωστή η αρχή στο Δίκαιο των συμβάσεων ότι για να υπάρξει μια συμφωνία πρέπει να υπάρχει μια ξεκάθαρη πρόταση και σαφής αποδοχή της. Σχετικά είναι τα άρθρα 3 και 4 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Στα ασφαλιστικά συμβόλαια συνήθως, ως υποδεικνύεται στο πιο πανω σύγγραμμα σελ.82, η πρόταση υποβάλλεται από τον προτιθέμενο ασφαλιζόμενο με το "proposal form". Είναι επίσης καλά γνωστή η αρχή ότι η αποδοχή της πρότασης θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην άλλη πλευρά. Όπως το έθεσε ο Denning L. στην Robophone Facilities Ltd v. Blank
(1966)3 All ER 128: "The general rule undoubtedly is that, when an offer is made, it is necessary, in order to make a binding contract, not only that it should be accepted, but that the acceptance should be notified". Σχετική ακόμα είναι η Beesly v. Hallwood Estates Ltd
(1961)1 All ER. Παραπέμπω επίσης σχετικά προς τούτο στο σύγγραμμα Cheshire and Fifoot Law of Contact, 8η έκδοση, σελ. 24 επ. (βλ. ακόμα Entores Ltd v. Miles Far East Corporation
(1955)2 All ER 493). Οι πιο πάνω αρχές εφαρμόζονται ανεξάρτητα αν μια συμφωνία είναι προφορική ή έγγραφη. Αποτελεί επίσης αρχή ότι για κάθε σύμβαση που καταρτίζεται θα πρέπει να υπάρχει έγκυρη και νόμιμη αντιπαροχή. Στο πιο πάνω σύγγραμμα, Cheshire, σελ. 58, η αντιπαροχή στο Αγγλοσαξονικό Δίκαιο χαρακτηρίζεται ως "the fundamental attitude to a contract". Αποτελεί δε αναπόσπαστο μέρος του σύγχρονου δικαίου των συμβάσεων, έκφραση που βρίσκει στο δικό μας δίκαιο στα άρθρα 10 και 25 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Ένα ζήτημα που έθεσε ο κ. Κληρίδης, το οποίο και κρίνω πως αποτελεί και το κύριο ερώτημα στην όλη υπόθεση, είναι αν η μεταβίβαση του οχήματος από τον πατέρα της ενάγουσας, που ήταν κατονομαζόμενη οδηγός και καλυπτόταν ασφαλιστικά σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, καθιστά άκυρο ή ακυρώσιμο το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Ήταν η άποψή του ότι το βάρος μεταφέρεται στους εναγόμενους οι οποίοι δεν δικαιούνται να επικαλεστούν ακυρότητα του εγγράφου, γιατί θα έπρεπε να επιστρέψουν το μέρος του ασφαλίστρου μέχρι και την ημέρα της μεταβίβασης. Συνακόλουθα είναι η θέση του ότι δεν έλαβαν κανένα μέτρο για την ακύρωση του ασφαλιστικού συμβολαίου. Ως εξηγείται στο σύγγραμμα General Principles of Insurance Law (ανωτέρω), σελ. 21, για να είναι έγκυρο ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο απαιτείται η ύπαρξη ασφαλιστικού συμφέροντος (insurable interest). Η ερμηνεία του όρου αυτού απαντάται στο άρθρο 5
(2)του Marine Insurance Act 1906, που προνοεί: "In particular, a person is interested in marine adventure where he stands in any legal or equitable relation to the adventure or to any insurable property at risk therein, in consequence of which he may benefit by the safety or due arrival of insurable property, or may be prejudiced by its loss or by damage thereto, or by the detention thereof, or may incur liability in respect thereof". Εξηγείται ακόμα ότι σε περιπτώσεις αγαθών ή άλλων αντικειμένων το ασφαλιστικό συμφέρον βασίζεται επί της ιδιοκτησίας. Παραπέμπει, το πιο πάνω σύγγραμμα, στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Cosford Union v. Poor Law and Local Officers´ Mutual Guarantee Association Ltd,
(1910)103 LT. "Anybody who sues on a policy can only sue in respect of his own interest unless by special provisions, the law allowing it, the policy is made for the sake of another, or unless some statute says the policy shall enure for the benefit of somebody else". Σχετικός επί τούτου είναι και ο Νόμος που προνοεί για την υποχρεωτική ασφάλιση για ευθύνη έναντι τρίτου που προκύπτει από τη χρήση μηχανοκινήτων οχημάτων Ν.96
(1)/00. Από το άρθρο 4 συνάγεται ότι εκείνο που καλύπτεται είναι το αυτοκίνητο με το οποίο ασφαλίζεται το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που καθορίζονται ρητά σε αυτό. Αντισυμβαλλόμενος με την ασφαλιστική εταιρεία είναι ο ιδιοκτήτης. Σχετικό προς τούτο είναι το άρθρο 11 του Νόμου που προνοεί για την υποχρέωση του ιδιοκτήτη να παρουσιάσει το πιστοποιητικό ασφάλισης του αυτοκινήτου σε αστυνομικό για να εξακριβωθεί κατά πόσο το όχημα οδηγείτο ή όχι κατά παράβαση του Νόμου. Σχετικό ακόμα είναι και το άρθρο 13 σύμφωνα με το οποίο σε ακύρωση του ασφαλιστηρίου το πιστοποιητικό που εκδόθηκε, δηλαδή το Τεκμήριο 1, πρέπει σε 48 ώρες να επιστραφεί στον ασφαλιστή. Ακριβώς τέτοια υποχρέωση αναγράφεται και επί του Τεκμηρίου 1, με ειδική μάλιστα αναφορά, ότι θα πρέπει να επιστραφεί σε περίπτωση πώλησης ή αλλαγής του ιδιοκτήτη. Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι ποια είναι η εγκυρότητα του ασφαλιστικού συμβολαίου στην περίπτωση πώλησης του αυτοκινήτου ή χαριστικής μεταβίβασης. Πρωταρχικά το θέμα ρυθμίζεται απο τους όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου. Συνήθως το ασφαλιστήριο περιέχει ρητό όρο ότι σε περίπτωση μεταβίβασης του αντικειμένου, το έγγραφο παύει να έχει ισχύ. Εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα, σελ.294, ότι η κατάσταση δεν μεταβάλλεται ακόμα και στην απουσία ύπαρξης τέτοιου όρου. Στην παρούσα υπόθεση το ασφαλιστήριο έγγραφο δεν έχει κατατεθεί, το δε τεκμήριο 1 δεν αποτελεί το ασφαλιστικό έγγραφο, αλλά το πιστοποιητικό ασφάλισης που εκδίδεται με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Παρά ταύτα, έχω αναφέρει τι αναγράφεται επί του πιστοποιητικού αυτού. Ως περαιτέρω εξηγείται, σελ. 295, σε περίπτωση πώλησης του αυτοκινήτου, εξαρτάται από το κατά πόσο ο ασφαλισμένος, μετά την εκχώρηση του αντικειμένου, εξακολουθεί να διατηρεί ασφαλιστικό συμφέρον επί του υποκειμένου της ασφάλισης. Σε περίπτωση πώλησης ο ασφαλισμένος απεκδύεται του συμφέροντος του επί του αντικειμένου. Η μεταβίβαση μπορεί να αποδειχθεί από την άμεση κατοχή του αντικειμένου από τον αγοραστή. Ως εκ τούτου ο πωλητής δεν μπορεί, σε μεταγενέστερη καταστροφή του αντικειμένου, να ανακτήσει βασιζόμενος στο ασφαλιστικό συμβόλαιο γιατί δεν έχει υποστεί καμιά ζημιά, και συνακόλουθα δεν υπάρχει τίποτε επί του οποίου θα μπορούσε να στηρίξει δικαίωμα αποζημίωσης. Στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης εκχωρεί το αντικείμενο με όρο ότι θα διατηρήσει το ασφαλιστικό συμβόλαιο προς όφελος του αγοραστή, και ληφθεί η συγκατάθεση της ασφαλιστικής εταιρείας τότε δεν προκύπτει καμιά δυσκολία. Στην παρούσα περίπτωση όμως, ούτε για το ένα υπάρχει μαρτυρία, δηλαδή συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας με τον πατέρα της, κατά το χρόνο μεταβίβασης του αυτοκινήτου, ούτε και ότι λήφθηκε τέτοια συγκατάθεση από την εναγόμενη ασφαλιστική. Δεν θα επεκταθώ σε επί μέρους ζητήματα και περαιτέρω περιπτωσιολογία επί του θέματος αυτού, αφού η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν υποστηρίζει τέτοιο υπόβαθρο καθόσον αφορά την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και του πατέρα της. Στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος χάνει (cesser) το ενδιαφέρον του επί του αντικειμένου, το ασφαλιστήριο φθάνει σε τέλος. Ο λόγος είναι γιατί καταργείται το συμφέρον επί του οποίου βασιζόταν. ( βλπ Robson v. Liverpool, London and Globe Insurance Co
(1900), Times 23, CA). Ένα ερώτημα που τίθεται, είναι τι ισχύ μπορεί να έχει το ασφαλιστήριο για τα εξουσιοδοτημένα από τον ασφαλιζόμενο πρόσωπα που κατονομάζονται στο ασφαλιστήριο έγγραφο, σε περίπτωση πώλησης του αυτοκινήτου. Ως εξηγείται στο σύγγραμμα Fire and Motor Insurance, 3η έκδ., IVAMY, σελ. 236, το ασφαλιστήριο καθίσταται αναποτελεσματικό (ineffective). Στην υπόθεση Peters v. General Accident, Fire and Life Assurance Corporation Ltd
(1938)60 Ll.L Rep. 311, CA, ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου είχε ασφαλιστική κάλυψη για τον ίδιο και για οποιονδήποτε το οδηγούσε με την άδειά του. Πώλησε το αυτοκίνητο και αργότερα ο αγοραστής που το οδηγούσε προκάλεσε δυστύχημα. Η ασφαλιστική εταιρεία αρνήθηκε να καλύψει τις ζημιές στον τρίτο γιατί η περιουσία μεταβιβάστηκε στον αγοραστή, που το οδηγούσε ως δικό του και επί ιδίω κινδύνω. Το Αγγλικό Εφετείο δικαίωσε τις θέσεις της ασφαλιστικής εταιρείας και απέρριψε την αξίωση εναντίον της. Υπεδείχθη ότι από την πώληση του αυτοκινήτου η περιουσία μεταβιβάστηκε στον αγοραστή που οδηγούσε το αυτοκίνητο όχι κάτω από την εξουσιοδότηση του πωλητή, αλλά το χρησιμοποιούσε κατ΄ εφαρμογή των δικαιωμάτων του ως ιδιοκτήτης. Στην υπόθεση Guardian Assurance Ltd v. Sutherland
(1939)63 Ll.L Rep. 220, KB 224, τέθηκε θέμα κατά πόσο την ημέρα του δυστυχήματος, ο οδηγός οδηγούσε με άδεια του ιδιοκτήτη. Φάνηκε ότι ο ιδιοκτήτης είχε πωλήσει το αυτοκίνητο 3 ημέρες προηγουμένως. Αποφασίστηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν είχε ευθύνη από το ασφαλιστικό έγγραφο, γιατί ο ιδιοκτήτης δεν είχε κανένα συμφέρον επί του αυτοκινήτου και κατ΄ επέκταση δεν είχε δικαίωμα να δώσει ή να αρνηθεί άδεια για να οδηγηθεί το αυτοκίνητο. Η αγωγή των εναγόντων στηρίζεται σε ασφαλιστικό συμβόλαιο περιεκτικής κάλυψης. Ουσιαστικά πρόκειται για το Τεκμήριο 1 στη βάση του οποίου και επιδιώκουν να αποζημιωθούν για τις ζημιές που υπέστηκαν στο πιο πάνω αυτοκίνητο. Για να μπορούσε να είχε υπόσταση η απαίτηση θα έπρεπε είτε να παρουσιαστεί ασφαλιστικό συμβόλαιο στο όνομα της ενάγουσας, είτε να αποδειχθεί με προφορική μαρτυρία ότι η ενάγουσα μετά την 6.2.03 που κατέστη ιδιοκτήτης του επίδικου αυτοκινήτου σύναψε ασφαλιστική σύμβαση με τους εναγόμενους για την ασφαλιστική κάλυψη του αυτοκινήτου. Επιπλέον θα έπρεπε να αναφέρει ποιοι ήταν οι όροι της σύμβασης καθώς και το αντάλλαγμα. Κατ' ελάχιστον, θα έπρεπε να αποδείξει τους συμφωνηθέντες όρους για τη διάρκεια της ασφάλισης, το ασφαλιζόμενο ποσό καθώς και το ασφάλιστρο. Τέλος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι πράγματικά έγινε πρόταση και ότι υπήρξε ξεκάθαρη αποδοχή της. ( βλπ General Principles ανωτέρω, σελ.79). Ως εξηγήθηκε στην υπόθεση C. Malathouras & Sons Ltd v. Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ,
(2004)1 ΑΑΔ 1233, που αφορούσε σύμβαση ασφάλισης, σε περίπτωση ύπαρξης συμφωνίας θα πρέπει να υπάρχει αντιπαροχή, ανεξάρτητα από την καταβολή της. Εξηγήθηκε ακόμα ότι μπορεί να υπάρξει προφορική συμφωνία των μερών για την ύπαρξη ασφαλιστικού συμβολαίου. Στην κρινόμενη υπόθεση, τόσο από την προφορική μαρτυρία της ενάγουσας, όσο και από την επιστολή της, Τεκμήριο 4, υπάρχει σαφής και ρητή παραδοχή της ότι δεν γνώριζε ότι έπρεπε να εκδώσει καινούριο ασφαλιστικό συμβόλαιο. Υπέθετε ότι το προϋπάρχον, του πατέρα της, ασφαλιστικό έγγραφο, την κάλυπτε. Από όσα όμως έχω παραθέσει πιο πάνω, η εντύπωση της ενάγουσας δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο. Το ασφαλιστικό συμβόλαιο του πατέρα της από τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου στο όνομά της κατέστη ανενεργό. Η ισχύς του ασφαλιστηρίου εγγράφου αυτοδικαίως τερματίστηκε. Έπαυσε με άλλα λόγια να είναι σε ισχύ αφού δεν υπήρχε πλέον ασφαλισμένο αυτοκίνητο επί του οποίου να είχε συμφέρον ο πατέρας της, που ήταν το αντικείμενο του συμβολαίου. Η οδήγηση του αυτοκινήτου από το σύζυγό της, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν και ούτε μπορούσε να είναι κατ΄ εξουσιοδότηση του πατέρα της. (Peters και Guardian ανωτέρω). Παρενθετικά να αναφέρω ότι δεν ετίθετο θέμα ακύρωσης του ασφαλιστηρίου από τους εναγομένους, αφού αφ΄ενός έλαβαν γνώση της αλλαγής της ιδιοκτησίας του μεταγενέστερα της μεταβίβασης του αυτοκινήτου και αφ' ετέρου το έγγραφο κατέστη αυτοδικαίως ανενεργό λόγω ακριβώς της μεταβίβασης. Ακύρωση ασφαλιστηρίου εγγράφου από τους ασφαλιστές μπορεί να γίνει μόνο αν ειναι ab initio άκυρο, οπότε, στην περίπτωση αυτή οι ασφαλιστές θα πρέπει να αποταθούν στο δικαστήριο για την κήρυξη του ως άκυρου. Αν όμως το έγγραφο είναι έγκυρο και μεταγενέστερα επέλθουν γεγονότα τέτοια που μπορεί να αποκλείσουν από τον ασφαλισμένο να εγείρει απαίτηση κάτω από τους όρους του συμβολαίου, το δικαστήριο δεν μπορεί, σε αγωγή της ασφαλιστικής να κηρύξει το έγγραφο άκυρο, ή ότι οι ασφαλιστές δεν είναι υπόλογοι. Σε τέτοια περίπτωση οι ασφαλιστές μόνο με υπεράσπιση σε αγωγή μπορούν να εγείρουν το θέμα. ( βλπ General Principles ανωτέρω σελ. 216). Τέλος επί του υπολοιπόμενου ασφαλίστρου το θέμα δεν εγείρεται ούτε και θα μπορούσε να εγερθεί, αφού αυτό αφορά την πατέρα της ενάγουσας. Εν κατακλείδι, για να μπορούσε η ενάγουσα νομίμως να στραφεί εναντίον ασφαλιστικής εταιρείας θα έπρεπε, μόλις κατέστη ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, να είχε συμβληθεί είτε γραπτώς, είτε προφορικώς μαζί της υπό την πιο πάνω έννοια που έχει εξηγηθεί. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται και για του εκ νόμου υποχρέωσή της για να μπορούσε νομίμως να οδηγεί το συγκεκριμένο όχημα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Προτού προχωρήσω θέλω να επισημάνω το εξής γεγονός. Η έκθεση απαιτήσεως στηρίζεται επί του ισχυρισμού ότι το ασφαλιστήριο βρισκόταν σε ισχύ. Αυτό έχει ήδη απαντηθεί. Ο άλλος ισχυρισμός στηρίζεται στο γεγονός, που είναι παραδεκτό, ότι η εναγόμενη έδωσε οδηγίες στο Φαίδωνος να επιδιορθώσει το αυτοκίνητο και αργότερα αρνήθηκαν να τον πληρώσουν. Πέραν αυτού με την απάντηση στην υπεράσπιση ήγειραν ακόμα δύο ζητήματα. Το ένα ότι με τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου στο όνομα της ενάγουσας κατέστη εκδοχέας των δικαιωμάτων του πατέρα της, και το άλλο ότι με την πληρωμή των τιμολογίων κατέστη υποκατάστατος του πατέρα της και συνεπώς δικαιούται να αποζημιωθεί απευθείας από τους εναγόμενους. Ο Odgers On Pleading and Practice, 20η έκδοση, σελ. 228, πραγματεύεται το θέμα της απάντησης στην υπεράσπιση, όταν δεν υπάρχει ανταπαίτηση, και εξηγείται (σελ. 231) υπό τον τίτλο "departure" ότι ο διάδικος δεν μπορεί να εγείρει νέους ισχυρισμούς γεγονότων ή απαιτήσεων αντιφατικούς με το προηγούμενο δικόγραφό του. Αυτό συμβαίνει όταν εγκαταλείπει τους λόγους που στηρίζεται στο δικόγραφό του και εισάγει νέους ή διαφορετικούς με την απάντηση. Πρόκειται για δεύτερους ισχυρισμούς αντιφατικούς με τους αρχικούς και το ορθό είναι να γίνεται τροποποίηση των αρχικών ισχυρισμών ή λόγων. Και τούτο γιατί η απάντηση δεν είναι το κατάλληλο βάθρο επί του οποίου μπορούν να εγερθούν νέοι ισχυρισμοί. Θα εξετάσω κατά πόσο οι οδηγίες που έδωσε η εναγομένη στο Φαίδωνος να επιδιορθώσει το αυτοκίνητο την δεσμεύουν και κατά συνέπεια θα πρέπει να κληθούν να καταβάλουν στη βάση των οδηγιών αυτών. Έχω την άποψη, για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια, πως οι οδηγίες που έδωσαν για την επιδιόρθωση του οχήματος ουδόλως μεταβάλλουν την κατάσταση. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία και παραδεκτά γεγονότα εξάγεται ότι η εναγόμενη εταιρεία όταν έδινε οδηγίες για την επιδιόρθωση του επίδικου αυτοκινήτου δεν γνώριζε ότι επήλθε αλλαγή στην ιδιοκτησία του αυτοκινήτου και κατ΄ επέκταση ότι το ασφαλιστήριο για τον λόγο αυτό τερματίστηκε. Άλλωστε ως λέχθηκε ήταν υποχρέωση του πατέρα της ενάγουσας να ενημερώσει την εναγόμενη εταιρεία και να επιστρέψει το πιστοποιητικό ασφάλισης, εντός 48 ωρών, κατά ρητή νομοθετική επιταγή. Συνάγεται ακόμα πως έμαθαν για την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του αυτοκινήτου μετά που έδωσαν τις οδηγίες στο Φαίδωνος όταν η ενάγουσα πήγε στα γραφεία τους. Αντί άλλης ανάλυσης παραπέμπω στην υπόθεση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527, σελ. 1546 επ. Τέθηκε θέμα κατά πόσο ο ασφαλιζόμενος απέκρυψε γεγονότα στην ασφαλιστική εταιρεία υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 17 και 18 του Περί Συμβάσεων Νόμου. Αναλύεται η ηθελημένη ή αθέλητη ψευδής παράσταση και η ενεργός απόκρυψη γεγονότος. Εξηγείται ότι η ενεργός απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινού γεγονότος από ένα πρόσωπο που το γνωρίζει συνιστά, κατά το άρθρο 17
(1)(β), μορφή απάτης, που έλκει τις συνέπειες του άρθρου 19. Η απλή σιωπή ενός γεγονότος δεν είναι αρκετή, εκτός αν οι περιστάσεις επιβάλλουν το πρόσωπο να δηλώσει το γεγονός, ή αν η σιωπή του μπορεί από μόνη της να εκληφθεί ως δήλωση ή αν ισοδυναμεί με δήλωση. Υποδεικνύεται ακόμα ότι αποδίδοντας στο επίθετο "ενεργός" τη φυσική του σημασία, για να είναι νομικά επιλήψιμη η απόκρυψη πρέπει να εκδηλώνεται με συγκεκριμένη πράξη, συμπεριφορά ή στάση. Επί ασφαλιστικών δε συμβολαίων εξηγείται ότι είναι διαφορετικά τα πράγματα αφού πρόκειται για εμπιστευτικής φύσεως που επιβάλλει ορισμένα καθήκοντα για αποκάλυψη γεγονότων. Η αναφορά βέβαια και η ανάλογη παραπομπή γίνεται επί ασφαλιστικών συμβολαίων ζωής, πλην όμως η αρχή επί της ουσίας παραμένει. Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι αν η σιωπή ή καλύτερα η αποσιώπηση από την ενάγουσα προς την εναγόμενη της αλλαγής της ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου, κατά το χρόνο που η εναγόμενη έδινε οδηγίες στο Φαίδωνος να επιδιορθώσει το αυτοκίνητο θα αντανακλούσε στη βούληση της ασφαλιστικής εταιρείας, ως προς το αν δηλαδή θα έδινε οδηγίες στο Φαίδωνος. Η απάντηση είναι σαφώς θετική. Στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για μια απλή σιωπή επί ενός ασήμαντου θέματος, αλλά για μια ενεργό απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος, καθοριστικού για την εγκυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης, που αν η εταιρεία το γνώριζε δεν θα έδινε τις ανάλογες οδηγίες στο Φαίδωνος. Επιβεβαίωση αυτού αποτελεί το γεγονός πως αμέσως μόλις, εκ των υστέρων, η εναγόμενη έμαθε την αληθή κατάσταση πραγμάτων δεν πλήρωσε το Φαίδωνος, αποκηρύσσοντας την υποχρέωσή της από, την ούτως ή άλλως τερματισθείσα συμφωνία. Απόδειξη δε αποτελεί το Τεκμήριο 6 που είναι η δήλωση του δυστυχήματος, που έγινε από τον πατέρα της ενάγουσας, που δεν ήταν ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου κατά τον επίδικο χρόνο. Και παρουσιάζει τον εαυτό του ως ιδιοκτήτη. Τα πιο πάνω αποτελούν και απάντηση στα ζητήματα που ηγέρθηκαν με την απάντηση στην υπεράσπιση, ανεξάρτητα ότι κακώς ηγέρθηκαν με το συγκεκριμένο δικόγραφο. Με την προσθήκη ότι για να μπορούσε η ενάγουσα να καταστεί δικαιούχος στα δικαιώματα του πατέρα της θα έπρεπε να υπήρχε σαφής προς τούτο συμβατικός όρος στο ασφαλιστήριο καθώς και σχετική προς τούτο μαρτυρία. Έχω ήδη αναφέρει ότι το ασφαλιστήριο δεν έχει κατατεθεί και έστω και υπό αυτή ακόμα την έννοια δεν έχει στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός αυτός. Το αποτέλεσμα είναι ότι η απαίτηση δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο