Landmark Securities Ltd ν. Champignon Limited (πρώην Depro Pearl Growmush Limited), Αρ. Αγωγής: 11577/02., 28 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11577/
- Μεταξύ: Landmark Securities Ltd Εναγόντων. - και - Champignon Limited (πρώην Depro Pearl Growmush Limited) Εναγόμενων. --------------------- Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες : Ο κ. Γ. Χριστοδούλου. Για Εναγόμενους: Η κ. Γ. Κυθραιώτου. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων για ποσό Λ.Κ.147.747,25, το οποίο πλήρωσαν στους τελευταίους, με αντάλλαγμα την έκδοση μετοχών τους που θα εισάγονταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), μέσα σε προκαθορισμένο χρόνο, κάτι που δεν έγινε. Είναι παραδεχτό μεταξύ των διαδίκων ότι:
- Κατά ή περί την 14.3.00, οι ενάγοντες αποστείλαν προς τους εναγόμενους επιστολή, με την οποία ζητούσαν όπως τους εκδοθούν και παραχωρηθούν από αυτούς μετοχές, δεδομένου ότι οι τελευταίοι είχαν πρόθεση να προωθήσουν τη δημοσιοποίηση και εισαγωγή των μετοχών αυτών στο ΧΑΚ (βλ. Τεκμήριο 1).
- Στην επιστολή - Τεκμήριο 1, εσωκλειόταν επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 3053195, για το ποσό των Λ.Κ. 159.249,
- Στις 23.03.00, οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την πρόταση των εναγόντων που περιείχε η επιστολή - Τεκμήριο 1, με όλους τους όρους και προϋποθέσεις της, εισπράττοντας το ποσό της επιταγής. Η επιστολή διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι οι μετοχές που θα παραχωρούνταν στους ενάγοντες θα ήταν στην τιμή των Λ.Κ.0,55 κάθε μετοχή, η οποία θα ήταν ίση με την τιμή που θα παραχωρούνταν μετοχές των εναγόμενων προς το κοινό συμφώνως των όρων ενημερωτικού δελτίου που θα τύγχανε έγκρισης από το Συμβούλιο του ΧΑΚ και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Το ποσό της επιταγής θα μπορούσε να εξαργυρωθεί από τους εναγόμενους αμέσως και να κατατεθεί στο λογαριασμό τους και ολόκληρο ή οποιοδήποτε μέρος του ποσού αυτού, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνον για τις εργασίες των εναγομένων και μέχρι να χρησιμοποιηθεί είτε ολόκληρο ή οποιοδήποτε μέρος του για εξόφληση της τιμής έκδοσης των μετοχών που θα παραχωρούνταν από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες. Αν οποιοδήποτε μέρος του ποσού αυτού δε χρησιμοποιούνταν μέχρι την ημερομηνία εισαγωγής των τίτλων των εναγομένων στο ΧΑΚ για τις μετοχές, θα έπρεπε να επιστραφεί στους ενάγοντες με τόκο προς 7% το χρόνο, υπολογιζόμενου πάνω στο ποσό που θα επιστραφεί για την περίοδο που αρχίζει επτά μέρες από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής, μέχρι την ημέρα ταχυδρόμησης του ποσού που θα επιστρεφόταν. Σε περίπτωση που οι μετοχές των εναγομένων δεν εισάγονταν στο ΧΑΚ μέσα σε περίοδο 12 μηνών από την ημερομηνία της επιστολής, το ποσό που πλήρωσαν οι ενάγοντες θα τους επιστρεφόταν μαζί με τόκους που θα υπολογίζονταν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε.
- Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την επιστολή και εισέπραξαν το ποσό της επιταγής εκδίδοντας προς τους ενάγοντες 289.544 μετοχές, συνολικής αξίας Λ.Κ. 159.249,
- Επιπλέον οι εναγόμενοι εξέδωσαν προς τους ενάγοντες 100.738 χαριστικές μετοχές και οι ενάγοντες, με τη συγκατάθεση των εναγομένων, πούλησαν 20.909 μετοχές, με αποτέλεσμα το σημερινό υπόλοιπο των μετοχών που κατέχουν οι ενάγοντες στους εναγόμενους να είναι 369.373 μετοχές, η αξία των οποίων ανέρχεται σε Λ.Κ.147.749,
- Με την αποδοχή της πιο πάνω επιστολής, συνάφθηκε συμφωνία -Τεκμήριο1, μεταξύ των διαδίκων («η συμφωνία»), με όλους τους εκεί διαλαμβανόμενους όρους και περιεχόμενο.
- Στις 25.9.02, οι ενάγοντες απέστειλαν προς τους εναγόμενους επιστολή (η οποία επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο των εναγομένων στις 26.9.02), με την οποία, με αναφορά στην παράγραφο 4 της συμφωνίας, ζητούσαν επιστροφή του πληρωθέντος ποσού, για λόγους που λεπτομερώς εξέθεσαν εκεί [βλ. Τεκμήρια 2
(1)-
(3)] .
- Οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση για εισαγωγή των μετοχών τους στο ΧΑΚ γύρω στον Μάρτιο του
- Οι μετοχές των εναγομένων δεν εισήχθησαν στο ΧΑΚ μέσα στην περίοδο των 12 μηνών που προέβλεπε η συμφωνία. Η αίτηση εγκρίθηκε στις 27.11.02, ενώ η διαπραγμάτευση ξεκίνησε την 31.12.
- Δε δόθηκε προφορική μαρτυρία. Κατά τις αγορεύσεις, ο δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι η αποτυχία των εναγομένων να εισαγάγουν τις μετοχές τους στο ΧΑΚ μέσα σε 12 μήνες από την 14.3.00, αποτελεί παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας, με αποτέλεσμα ο τερματισμός της από τους ενάγοντες και η συνακόλουθη απαίτηση τους για επιστροφή των χρημάτων που πλήρωσαν, να είναι πλήρως δικαιολογημένη, θεμιτή και νόμιμη βάσει των προνοιών του άρθρου 55 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Εισηγήθηκε επίσης ότι η αγωγή θα πρέπει να πετύχει και λόγω ολικής αποτυχίας αντιπαροχής εκ πλευράς εναγομένων στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού αλλά (διαζευκτικώς), και με αναφορά στο Άρθρο 58
(3)(β) του Περί Αξιών Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου 14(Ι)/93 και στο Άρθρο 3
(3)του Περί Αξιών Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου 42(Ι)/00, ανεξαρτήτως του ότι αυτές οι αιτίες αγωγής δεν αναφέρονται με σαφήνεια στην Έκθεση Απαίτησης, δεδομένου ότι το δικόγραφο περιέχει όλα τα απαιτούμενα προς τούτο γεγονότα. Ο δικηγόρος των εναγομένων υπέβαλε ότι ο χρόνος εκπλήρωσης της υποχρέωσης των πελατών του να πετύχουν την εισαγωγή των μετοχών τους στο ΧΑΚ μέσα στο χρόνο που καθορίζει η συμφωνία, δε μετατρέπει το χρόνο εκπλήρωσης της υποχρέωσης σε ουσιώδη όρο της, με αποτέλεσμα η μη τήρηση του να μην παρείχε στους ενάγοντες, στην απουσία άλλης μαρτυρίας, που δεν τέθηκε στο Δικαστήριο, την επιλογή νόμιμου τερματισμού και το δικαίωμα αποζημίωσης για παράβαση συμφωνίας. Πέραν τούτου, δε διατυπώνεται στην Έκθεση Απαίτησης ο ισχυρισμός ότι, πράγματι, ο χρόνος εισδοχής των τίτλων στο ΧΑΚ αποτελούσε ουσιώδη όρο της συμφωνίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αν και ο χρόνος για εισδοχή των μετοχών των εναγομένων στο ΧΑΚ παρήλθε στις 14.3.01, οι ενάγοντες διεκδίκησαν τα δικαιώματα τους, για πρώτη φορά στις 25.9.02, με την επιστολή - Τεκμήριο 2
(3), γεγονός που θα πρέπει να θεωρηθεί ως απεμπόληση των όποιων δικαιωμάτων τους επί του προκειμένου. Είπε τέλος, ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν τη συμφωνία, αφού το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο 2
(3), δεν ήταν επαρκές προς τούτο, με επακόλουθο η αγωγή να καθίσταται, ούτως ή άλλως, πρόωρη. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι δικηγόροι, τόσον προφορικώς όσον και στο γραπτό τους περίγραμμα, όπως και τα παραδεκτά γεγονότα και κατατεθέντα τεκμήρια. Θεωρώ ότι όσα ζητήματα εγείρονται στα δικόγραφα και δεν προωθηθήκαν στις αγορεύσεις, έχουν εγκαταλειφθεί και δε θα εξεταστούν. Με βρίσκουν απολύτως σύμφωνο οι εισηγήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων σε σχέση με το ζήτημα της παραβίασης της συμφωνίας. Καταρχάς, οι ενάγοντες δε χρειαζόταν να περιλάβουν στην Έκθεση Απαίτησης ρητό ισχυρισμό περί τού ότι ο χρόνος εισαγωγής των μετοχών στο ΧΑΚ ήταν ουσιώδης (βλ. Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 13η εκδ., 1990,σελ. 269 -270). Ανεξαρτήτως τούτου, ανάφεραν στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης, ότι θα έκαναν αναφορά στο πλήρες κείμενο (της συμφωνίας), για την πλήρη ερμηνεία και νομικές της συνέπειες, όπως και έγινε, χωρίς οι εναγόμενοι να ζητήσουν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες επί τούτου πριν την δίκη. Το περιεχόμενο του όρου 4 της συμφωνίας, καθιστά το χρόνο εισαγωγής των μετοχών στο ΧΑΚ ουσιώδη όρο της, χωρίς να χρειάζεται αντίστοιχη φραστική διατύπωση στο γραπτό κείμενο, αφού το γεγονός εξάγεται από το περιεχόμενο των όρων της (βλ. κατ' αναλογίαν, Harold Wood Brick Co v. Ferris
(1935)All ER Rep 603). Εκτός τούτου, η φύση του αντικειμένου της συμφωνίας, που δεν ήταν άλλη από την αγορά των μετοχών με την προοπτική εισαγωγής τους στο ΧΑΚ εντός του προκαθορισμένου χρόνου για σκοπούς διαπραγμάτευσης, επίσης συνηγορεί στο ότι, πράγματι, ο όρος αυτός είναι ουσιώδης (βλ. κατ', αναλογίαν, Hare v. Nicoll
(1966)1 All ER 285). Δε χρειαζόταν να προσκομιστεί μαρτυρία περί της αντίληψης των εναγόντων για το κατά πόσον ο συγκεκριμένος όρος εκλήφθηκε ή όχι ως ουσιώδης, αφού η πρόθεση των μερών αναδύεται από τους ρητούς όρους της συμφωνίας (βλ. Καλησπέρας v. Δρυάδη και Άλλης
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 867). Το γεγονός ότι αναφέρεται στη συμφωνία η δυνατότητα απαίτησης τόκου σε περίπτωση καθυστέρησης, δε σημαίνει, άνευ ετέρου, ότι ο χρόνος εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν δεν ήταν ουσιώδης στη σκέψη των συμβαλλομένων. Η ύπαρξη τέτοιου όρου δυνατόν, στην κατάλληλη περίπτωση, να παράσχει ενδείξεις για το κατά πόσον συγκεκριμένος όρος είναι ή δεν είναι ουσιώδης (όπως έγινε, για παράδειγμα, στην Paraskeva and Others v. Lantas
(1988)1 C.L.R. 285), αλλά τίποτε περισσότερον, διότι αυτό θα πρέπει να συμπεραθεί, από όλα τα υπόλοιπα γεγονότα και περιστάσεις της υπόθεσης, κάτι τέτοιο βρίσκω, δε μπορεί να συμπεραθεί στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένων των όρων και φύσης της συμφωνίας (βλ. Latifundia Properties Ltd v. Ψακή και Άλλων
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 670). Οι εναγόμενοι ανάλαβαν την υποχρέωση εισαγωγής των μετοχών στο ΧΑΚ εντός του χρόνου που αναφέρθηκε, χωρίς να εκπληρώσουν, στο χρόνο αυτό, εκείνα που ανάλαβαν, με αποτέλεσμα η συμφωνία να καταστεί ακυρώσιμη κατ' επιλογή των εναγόντων, βάσει του Άρθρου 55 του Κεφ. 149, μια επιλογή που νομίμως και κανονικώς ενάσκησαν. Το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο 2
(3), είναι σαφές και ισοδυναμεί με νόμιμο τερματισμό της συμφωνίας. Δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται εκεί ρητώς, ο όρος τερματισμός. Σημασία έχει αν από το ύφος και περιεχόμενο της φαίνεται με καθαρότητα (και έτσι βρίσκω), η συγκεκριμένη πρόθεση (βλ. Bridge v. Campbell Discount Co Ltd
(1962)1 All ER 385 (HL)). Δεν υπάρχει εδώ απεμπόληση ή παραίτηση εκ πλευράς εναγόντων οποιουδήποτε δικαιώματος για απαίτηση του ποσού που πληρώθηκε. Ο περί αντιθέτου ισχυρισμός των εναγομένων παρέμεινε μετέωρος και αστήριχτος από μαρτυρία. Από μόνον το γεγονός της καθυστέρησης των 18 περίπου μηνών από την ημερομηνία που οι ενάγοντες θα δικαιούνταν να απαιτήσουν την επιστροφή του ποσού, δεν εξάγεται ευλόγως τέτοιο συμπέρασμα (βλ. Chitty On Contracts, 26η εκδ, 1989, παρ.1605). Οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για την παραβίαση της συμφωνίας εκ πλευράς εναγομένων, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Η διαζευκτική εισήγηση των εναγόντων ότι δικαιούνται σε θεραπεία για αδικαιολόγητο πλουτισμό και παραβίαση χρηματιστηριακής νομοθεσίας δε μπορεί να εξεταστεί διότι οι ισχυρισμοί δεν περιλαμβάνονται στις εγγραφές προτάσεις. O αδικαιολόγητος πλουτισμός, αν και δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής (βλ. Minerva Finance & Investment Ltd. v. Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2173), εντάσσεται στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου (βλ. Beatson, The Use and Abuse of Unjust Enrichment, 1991, σελ. 244 - 259), και παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλ. Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τ/Κ Περιουσιών
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077). Το άρθρο 70 του Κεφ. 149, κωδικοποιεί, σε κάποιο βαθμό, την υποχρέωση προσώπου που προσπορίζεται όφελος από μη χαριστική πράξη. Είναι πάνω στις πρόνοιες του άρθρου αυτού που φαίνεται, από το περιεχόμενο της αγόρευσης του, να βασίζει την εισήγηση του ο δικηγόρος των εναγόντων. Το άρθρο αυτό είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 70 του Ινδικού Περί Συμβάσεων Νόμου (The Indian Contract Act 1872), περί του οποίου το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας στην υπόθεση Palliwal v. Union of India AIR 1977 SC 2082, αποφάσισε ότι δε θα πρέπει να επιτρέπεται η επίκληση για σκοπούς απόδοσης θεραπείας χωρίς να γίνεται προς τούτο ρητή αναφορά στη δικογραφία (βλ. Singhal and Subrahmanyan, The Indian Contract Act,3η εκδ., 1989, Τόμ 2, σελ. 72). Αυτό δεν έγινε εδώ. Αναφορικώς με τα περί παράβασης χρηματιστηριακής νομοθεσίας, δοσμένου ότι η αξίωση προβάλλεται ως εδρασμένη σε ισχυρισμό για παραβίαση νομοθετικής υποχρέωσης, αυτή θα έπρεπε ανυπερθέτως να δικογραφούνταν εξειδικευμένως στην Έκθεση Απαίτησης, με ρητή μάλιστα αναφορά σε όλα τα γεγονότα που τη συναποτελούν και προσδιορισμό των προνοιών του νόμου που κατ' ισχυρισμό παραβιάστηκαν, έτσι ώστε οι εναγόμενοι να μπορούσαν να τοποθετηθούν σαφώς επί των ισχυρισμών προς αποφυγή σύγχυσης (βλ., Bullen and Leake and Jacobs, σελ. 485). Ούτε αυτό έγινε. Η αναφορά των εναγομένων στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης ότι «.θα ισχυριστούν ότι η σχετική νομοθεσία με βάση την οποία εστάλη η αξίωση είναι αντισυνταγματική», ανεξαρτήτως της αοριστίας που τη χαρακτηρίζει, δε θα μπορούσε με κανένα τρόπο θα θεραπεύσει την υποχρέωση των εναγόντων για ορθή δικογράφηση της συζητούμενης αιτίας αγωγής. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για ποσό Λ.Κ.147.747,25, με τόκο προς 7% το χρόνο από 21.3.00, μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένου του νόμιμου τερματισμού της συμφωνίας, οι ενάγοντες ταυτοχρόνως με την επιστροφή του εξ αποφάσεως ποσού, να επιστρέψουν το σύνολο του υπολοίπου των κατεχομένων υπ' αυτών μετοχών στους εναγόμενους οι οποίες τους παραχωρήθηκαν με βάση τη συμφωνία, περιλαμβανομένων και αυτών που τους παραχωρήθηκαν δωρεάν. Ταυτοχρόνως με την επιστροφή του πιο πάνω ποσού στους ενάγοντες και την επιστροφή των αναφερόμενων μετοχών στους εναγόμενους οι τελευταίοι θα δικαιούνται να διαγράψουν τους ενάγοντες από το μητρώο των μετόχων τους. (Υπ)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον. Πρωτοκολλητής. /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο