← Κύπρος

SALAMIS TOURS LIMITED ν. TOP OPPORTUNITY CRUISES LTD, Αρ. Αγωγής: 181/07., 28 Δεκεμβρίου, 2007

SALAMIS TOURS LIMITED ν. TOP OPPORTUNITY CRUISES LTD, Αρ. Αγωγής: 181/07., 28 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 181/

  1. Μεταξύ: SALAMIS TOURS LIMITED. Ενάγοντες. και TOP OPPORTUNITY CRUISES LTD. Εναγόμενοι. --------------------- Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου,
  2. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Σ. Δρυμιώτης. Για τους Εναγόμενους: Οι κ.κ. Σπ. Ιεροθέου και Μ. Καμπέρης. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγόμενους ποσό Λ.Κ.72.675,44, ως οφειλόμενο δυνάμει παροχής υπηρεσιών, υπόλοιπο λογαριασμού και ακάλυπτων επιταγών ύψους Λ.Κ.65.169,
  3. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν την αξίωση ανταπαιτώντας, μεταξύ άλλων, ποσό Λ.Κ.39.263,77, ως οφειλόμενο για επιπρόσθετες προμήθειες. Είναι παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων ότι:
  4. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λεμεσό και γραφεία στη Λευκωσία και άλλες πόλεις της Κύπρου, ασχολούμενοι με τη μεταφορά προσώπων και εμπορευμάτων δια θαλάσσης, αέρος και ξηράς, με τελωνίσεις και εκτελωνίσεις εμπορευμάτων και τουριστικές επιχειρήσεις, ενεργώντας και ως αντιπρόσωποι διαφόρων ναυτιλιακών και αεροπορικών εταιρειών.
  5. Οι εναγόμενοι είναι εταιρεία με έδρα τη Λευκωσία, ασχολούμενοι με την παροχή τουριστικών υπηρεσιών.
  6. Οι ενάγοντες από 31.1.06 μέχρι 31.12.06, παρείχαν στους εναγόμενους και σε πελάτες τους, κρουαζιέρες στο εξωτερικό. Αποτελεί εκδοχή των εναγόντων ότι μεταξύ 31.1.06 και 31.12.06, παρείχαν στους εναγόμενους και σε πελάτες τους, κατόπιν σχετικών οδηγιών των ιδίων, αεροπορικά και ατμοπλοϊκά εισιτήρια και εκδρομές στο εξωτερικό καθώς και υπηρεσίες τελωνισμού και εκτελωνισμού, τηρώντας προς τούτο κατάσταση λογαριασμού η οποία χρεοπιστωνόταν με τις εκάστοτε υπηρεσίες (και πληρωμές) και για τις οποίες εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια, όπως είχε ρητώς συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Το χρεωστικό υπόλοιπο τού λογαριασμού κατά την 31.12.06, ανήλθε σε Λ.Κ.72.675,44, το οποίο οι εναγόμενοι γνώριζαν και αποδέχθηκαν ως λογικό και εύλογο και υποσχέθηκαν ότι θα ξοφλούσαν το συντομότερο δυνατό. Κατά το τέλος της υπό αναφορά περιόδου συνεργασίας των διαδίκων και μετά από έντονες παραστάσεις των εναγόντων, οι εναγόμενοι πλήρωσαν μέρος του υπολοίπου του λογαριασμού με επιταγές συνολικού ύψους Λ.Κ.65.169,
  7. Όλες οι επιταγές ήσαν επιταγές της τράπεζας Alpha Bank Ltd. Η πρώτη, είχε αριθμό 13837319, ήταν ημερομηνίας 24.10.06 και αφορούσε στο ποσό των Λ.Κ.20.675,56 (βλ. Τεκμήριο 5(α)), η δεύτερη, είχε αριθμό 13837343, ημερομηνία 3.11.06 και αφορούσε σε ποσό Λ.Κ.6.994 (βλ. Τεκμήριο 5(δ)), η τρίτη, είχε αριθμό 13837340, ημερομηνία 3.11.06 και αφορούσε σε ποσό Λ.Κ.8.500 (βλ. Τεκμήριο 5(γ)) και η τέταρτη, είχε αριθμό 14051290, ημερομηνία 12.12.06 και αφορούσε σε ποσό Λ.Κ.29.000 (βλ. Τεκμήριο 5(β)). Αποτέλεσμα τούτου, ήταν το ποσό αυτό να πιστωθεί στο λογαριασμό και το οφειλόμενο υπόλοιπο να μειωθεί. Μια από τις επιταγές, η υπ' αριθμόν 13837319, της τράπεζας Alpha Bank Ltd, ημερομηνίας 24.10.06, ύψους Λ.Κ.20.675,56, δόθηκε σε αντικατάσταση άλλης, ακάλυπτης επιταγής της ίδιας τράπεζας, με αριθμό 13560660, που είχε εκδοθεί από τους εναγόμενους. Οι επιταγές όμως επιστράφηκαν από την τράπεζα ως απλήρωτες και παρόλο που οι εναγόμενοι - εκδότες των επιταγών, ειδοποιήθηκαν επανειλημμένως για να τις ξοφλήσουν, μέχρι σήμερα παραμένουν απλήρωτες, όπως απλήρωτο παραμένει και το σύνολο του οφειλόμενου ποσού του λογαριασμού που ανέρχεται σε Λ.Κ.72.675,44, αφού τα ποσά των μη τιμηθέντων επιταγών χρεώθηκαν πίσω στο λογαριασμό (βλ. Τεκμήρια 3, 4(α) και 4(β)). Οι ενάγοντες ειδοποίησαν πολλές φορές τους εναγόμενους για το υπόλοιπο του λογαριασμού, απαιτώντας πληρωμή του, πλην όμως αυτοί αρνούνται μέχρι σήμερα να συμμορφωθούν. Με τους εναγόμενους υπήρχε διαχρονικώς πολύ καλή συνεργασία στην πώληση εκδρομών - κρουαζιέρων και προς τούτο, κάθε χρόνο στην αρχή της περιόδου που θα άρχιζαν τα ταξίδια, γινόταν μια ιδιαίτερη συμφωνία για το ύψος της προμήθειας που οι ενάγοντες θα παρείχαν στους εναγόμενους για κάθε εκδρομή - εκδρομή, ξεχωριστά από τη γενική συμφωνία που υπόγραφαν οι ενάγοντες με άλλα πρακτορεία [βλ. Τεκμήρια 1(α),(β) και (γ)]. Για το 2006, μετά από διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών, συμφωνήθηκε ότι για τις ντόπιες πωλήσεις των εναγομένων για κρουαζιέρες στην Αίγυπτο και Αγίους Τόπους, η προμήθεια τους θα ήταν 20% επί των ναύλων, εκδρομών και μεταβιβάσεων, εξαιρουμένων των λιμενικών φόρων, ενώ για τις διήμερες και τριήμερες κρουαζιέρες σε Συρία, Λίβανο και Ρόδο, η προμήθεια θα ήταν 18% και στο τέλος της χρονιάς θα τους δινόταν και μια επιπρόσθετη προμήθεια (overriding commission), ύψους 2%, επί της ίδιας βάσης. Για τις πωλήσεις των πενθήμερων κρουαζιέρων στα Ελληνικά Νησιά, η προμήθεια θα ήταν 13% και στο τέλος της χρονιάς θα δινόταν επιπρόσθετη προμήθεια ύψους 2%, και πάλιν στην ίδια βάση. Η συμφωνία αυτή κωδικοποιήθηκε σε επιστολή ημερομηνίας 5.4.06, η οποία έγινε πλήρως αποδεχτή από τους εναγόμενους (βλ. Τεκμήριο 2(α)). Η ίδια τακτική ακολουθούνταν και για κάθε προγενέστερο χρόνο συνεργασίας, όπως για παράδειγμα το 2005, με διαφορετικά όμως ποσοστά, αναλόγως της περίπτωσης (βλ. Τεκμήριο 2(β)). Η κωδικοποιημένη συμφωνία με ημερομηνία 5.4.06 (βλ. Τεκμήριο 2α), ήταν δεσμευτική για τους διαδίκους, αναδρομικώς, από την αρχή της τουριστικής περιόδου 2006, δηλαδή περί τα τέλη Μαρτίου, μέχρι το τέλος των κρουαζιέρων, στις αρχές Νοεμβρίου του ιδίου χρόνου. Με βάση την ιδιαίτερη αυτή συμφωνία, γίνονταν οι σχετικές χρεώσεις προς τους εναγόμενους για εισιτήρια, κρουαζιέρες και εκδρομές που έκλειναν για λογαριασμό των πελατών τους και εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια, με το ποσό των οποίων χρεωνόταν ο λογαριασμός και πιστωνόταν με τις εκάστοτε πληρωμές εκ μέρους τους ή με το κάθε τιμολόγιο που εξέδιδαν οι ίδιοι και έστελναν στους ενάγοντες σε σχέση με την προμήθεια που δικαιούνταν, πλέον Φ.Π.Α. Ήταν όρος της συμφωνίας του 2006, ότι η καταβολή της επιπρόσθετης προμήθειας του 2%, αναγόταν στην αποκλειστική κρίση των εναγόντων, στη βάση ότι στις 31.12.06, οι εναγόμενοι θα έπρεπε να είχαν ξοφλήσει πλήρως όλες τις οφειλές στους προς τους ενάγοντες, πράγμα που δεν έγινε. Το ποσό των προμηθειών αυτών, ανέρχεται σε Λ.Κ.6.031,84 (βλ. Τεκμήριο 4(β)) και όχι σε Λ.Κ.6.235,47, που υπολόγισαν οι ενάγοντες με το Τεκμήριο 4(α). Η εκδοχή των εναγομένων είναι ότι στη βάση πολυετούς συνεργασίας με τους ενάγοντες, η οποία χρονολογείται από το 1983, πουλούσαν εισιτήρια για κρουαζιέρες των εναγόντων και έπαιρναν ως αμοιβή προμήθεια επί της αξίας των πωληθέντων εισιτηρίων, αναλόγως του προορισμού. Η συμφωνία και πρακτική που ακολουθούνταν όσον αφορά στις πληρωμές που γίνονταν από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες, ήταν οι εναγόμενοι να παραδίδουν στους ενάγοντες, πριν από κάθε κρουαζιέρα, επιταγή την οποία υπόγραφαν χωρίς να συμπληρώσουν ποσό και ημερομηνία. Πολλές φορές οι επιταγές επιστρέφονταν από τους ενάγοντες διότι, στο μεταξύ, ακολουθούσαν και άλλες εκδρομές και οι επιταγές που είχαν εκδοθεί για τις άλλες αυτές εκδρομές, δεν είχαν ακόμη καταστεί πληρωτέες, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να αυξάνεται και έτσι οι εναγόμενοι εκδίδανε νέα επιταγή για να καλύψουν το συνολικό οφειλόμενο ποσό (βλ. Τεκμήρια 6Α, 6Β, 6Γ, 6Δ και 6ΣΤ). Μετά το πέρας κάθε κρουαζιέρας, οι ενάγοντες υπολόγιζαν τα οποιαδήποτε άλλα έξοδα υπήρχαν, εκτός από την τιμή του εισιτηρίου, όπως εκδρομές και φόρους, κατέληγαν στο τελικό ποσό και συμπλήρωναν την επιταγή με το ανάλογο ποσό. Ακολούθως, οι ενάγοντες ενημέρωναν τους εναγόμενους και παρουσίαζαν την επιταγή στην τράπεζα για πληρωμή, σε ημερομηνία που συμφωνούνταν με τους εναγόμενους. Στο τέλος κάθε χρόνου, οι εναγόμενοι λάμβαναν από τους ενάγοντες, πέραν των άλλων προμηθειών, επιπρόσθετη προμήθεια (overrıdıng commission), αναλόγως της ετήσιας αξίας των πωληθέντων εισιτηρίων για κρουαζιέρες. Το ποσό αυτό καταβαλλόταν περί το τέλος Δεκεμβρίου κάθε χρόνου και αφαιρούνταν από το ποσό που οι εναγόμενοι όφειλαν προς τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι ουδέποτε αποδέχθηκαν ως λογικό το ποσό των Λ.Κ.72.675,44 και ουδέποτε πήραν τιμολόγια ή καταστάσεις λογαριασμού από τους ενάγοντες και ποτέ δεν υποσχέθηκαν σε αυτούς ότι θα ξοφλούσαν το ποσό των Λ.Κ.72.675,
  8. Παραδέχονται ότι παρέδωσαν στους ενάγοντες τις επιταγές με αριθμό 13837319 - Τεκμήριο 5(α), για ποσό Λ.Κ.20.675,56, με αριθμό 13837340 - Τεκμήριο 5(γ), για ποσό Λ.Κ.8.500 και με αριθμό 13837343 - Τεκμήριο 5(δ), για ποσό Λ.Κ.6.994, αλλά δεν το έπραξαν αυτό προς εξόφληση των οφειλών τους προς τους ενάγοντες, παρά μόνον στα πλαίσια της συμφωνίας και πρακτικής που ακολουθούνταν, δηλαδή, της έκδοσης επιταγών από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες, μετά το πέρας κάθε κρουαζιέρας και εκδρομής. Περί τις αρχές του Νοεμβρίου 2006, οι ενάγοντες, μετά από συνεννόηση με τους εναγόμενους, έκαναν έναν πρώτο πρόχειρο υπολογισμό για το ύψος της επιπρόσθετης προμήθειας για το έτος 2006, την οποίαν υπολόγισαν στις Λ.Κ.44.000, περίπου. Οι ενάγοντες συμφώνησαν με τους εναγόμενους να τους επιστρέψουν τις τρεις προαναφερθείσες επιταγές και να παραλάβουν νέα επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.29.000 (βλ. Τεκμήριο 5β), που αντιστοιχούσε, περίπου, στην οφειλή των εναγομένων, όπως προχείρως υπολογίστηκε μετά την αφαίρεση των επιπρόσθετων προμηθειών. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, οι ενάγοντες δεν επέστρεψαν στους εναγόμενους τις τρεις επιταγές - Τεκμήρια 5(α), 5(γ) και 5(δ), με αποτέλεσμα οι ενάγοντες, με γραπτή εντολή τους ημερομηνίας 17.11.06, προς την εκδότρια τράπεζα, να απαιτήσουν μη πληρωμή των επιταγών (stop payment) (βλ. Τεκμήρια 14(Α) και 14(Β)). Στις 10.11.05, οι ενάγοντες έστειλαν προς το Κεντρικό Αρχείο το ιστορικό κατάθεσης των επιταγών μαζί με αποδειχτικά στοιχεία (βλ. Τεκμήριο 15(Α)-15(Ζ)). Σύμφωνα με τη συμφωνία και πρακτική με τους ενάγοντες, το οφειλόμενο ποσό που παρέμενε στο τέλος κάθε χρόνου καταβαλλόταν από τους εναγόμενους στους ενάγοντες μετά την έναρξη του νέου τουριστικού έτους, δηλαδή περί το τέλος Απριλίου. Οι εναγόμενοι κατ' επανάληψη ζήτησαν από τους ενάγοντες να αφαιρέσουν το τελικό ποσό των επιπρόσθετων προμηθειών από το ποσό των Λ.Κ.72.675,44 και να αποστείλουν σχετικό τιμολόγιο, αυτοί όμως αρνήθηκαν να το πράξουν. Κανένα ποσό δεν οφείλουν προς τους ενάγοντες. Όλα τα οφειλόμενα ποσά για τα έτη 2003, 2004 και 2005 εξοφλήθηκαν πλήρως (βλ. Τεκμήρια 16-19). Κατά την έναρξη της τουριστικής περιόδου 2006, όφειλαν στους ενάγοντες ποσό εκ Λ.Κ.12.906 για το 2005, το οποίο ξοφλήθηκε στις 28.4.06 (βλ. Τεκμήριο 20). Γύρω στις 16.11.06, οι ενάγοντες πρότειναν στους εναγόμενους την υπογραφή συμφωνίας με σκοπό την καταβολή του ποσού που οι ενάγοντες αξιώνουν ως οφειλόμενο με την παρούσα αγωγή. Οι ενάγοντες πρότειναν ως χρόνο ολοκλήρωσης της συμφωνίας την 31.3.07 ή την 30.4.07, οπόταν και το ποσό το οποίο όφειλαν οι εναγόμενοι θα είχε καταστεί απαιτητό (βλ. Τεκμήριο 21). Το ποσό που ενδεχομένως οι εναγόμενοι να οφείλουν στους ενάγοντες, εκτός από το γεγονός ότι δε μπορεί να υπολογιστεί αφού ουδέποτε τους έστειλαν τελική κατάσταση λογαριασμού πριν την έγερση της αγωγής, δεν κατέστη πληρωτέο και οφειλόμενο διότι η διαχρονική συμφωνία και πρακτική μεταξύ τους ήταν ότι αν οποιοδήποτε ποσό παρέμεινε οφειλόμενο στη λήξη της τουριστικής περιόδου, θα εξοφλούνταν την επόμενη τουριστική περίοδο. Οι ελεγκτές των εναγομένων έστειλαν επιστολή προς τους ενάγοντες στις 13.4.07 (βλ. Τεκμήριο 29), αλλά και πριν την καταχώρηση της αγωγής, με την οποία ζητούσαν την κατάσταση λογαριασμού αφού αυτή ήταν απαραίτητη για την ετοιμασία των λογαριασμών των εναγόντων. Δεν υπήρξε απάντηση. Εν πάση περιπτώσει από το ποσό των Λ.Κ.72.675,44, οι ενάγοντες θα έπρεπε να αφαιρούσαν ποσό Λ.Κ.35.847,19, για επιπρόσθετη προμήθεια 10% για κρουαζιέρες που έγιναν από 7.4.06 μέχρι 3.11.06 στη Συρία, Λίβανο και Ελληνικά νησιά (βλ. Τεκμήριο 22), Λ.Κ.1.780,20, για επιπρόσθετη προμήθεια προς 10% για κρουαζιέρες που έγιναν από 10.4.06 μέχρι 1.11.06 στην Αίγυπτο και Ισραήλ (βλ. Τεκμήριο 23), ποσό Λ.Κ.7.169,45, για επιπρόσθετη προμήθεια 2%, πέραν της επιπρόσθετης προμήθειας του 10% (αφού είχαν πραγματοποιήσει πωλήσεις πέραν των Λ.Κ.300.000), για κρουαζιέρες που έγιναν 7.4.06 μέχρι 3.11.06, στη Συρία, Λίβανο και Ελληνικά νησιά (βλ. Τεκμήριο 24). Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να υπογράψουν τη συμφωνία και οι ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή. Μετά την άρνηση των εναγόντων να υπολογίσουν την επιπρόσθετη προμήθεια και να την αφαιρέσουν από το ποσό το οποίο αξιώνουν, οι εναγόμενοι υπολόγισαν την επιπρόσθετη προμήθεια για το έτος
  9. Η επιπρόσθετη προμήθεια υπολογίσθηκε στη βάση της συμφωνίας και πρακτικής που ακολουθούσαν οι διάδικοι, σύμφωνα με την οποία η επιπρόσθετη προμήθεια ανέρχεται σε 10% της ετήσιας συνολικής αξίας των εισιτηρίων των εναγόντων που πουλούσαν οι εναγόμενοι, πλέον 2% σε περίπτωση που η συνολική αξία των εισιτηρίων που πουλούσαν ξεπερνούσε τις Λ.Κ.300.
  10. Τόσον για το 2004, όσον και για το 2005, η επιπρόσθετη προμήθεια που λάμβαναν ήταν 10% (βλ. Τεκμήρια 7-13). Οι εναγόμενοι πούλησαν μεταξύ 31.1.06 και 31.12.06, εισιτήρια συνολικής αξίας Λ.Κ.327.194,
  11. Επί του ποσού αυτού οι εναγόμενοι θα έπρεπε να λάμβαναν ή να αφαιρούσαν από το οφειλόμενο στους ενάγοντες, επιπρόσθετη προμήθεια 2%, δηλαδή, Λ.Κ.6.543,89, πλέον Φ.Π.Α. Για στοιχειοθέτηση της εκδοχής των εναγόντων έδωσε προφορική μαρτυρία η Έλλη Ιωάννου (ΜΕ1), η οποία ήταν υπεύθυνη του λογιστηρίου τους και πρωτογενής γνώστρια όλου του φάσματος της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. Αναφέρθηκε σε όλο το πλέγμα των οικονομικών τους συναλλαγών, τροχοδρομώντας τη μαρτυρία της στη βάση της εκδοχής των εναγόντων. Για υποστήριξη των θέσεων των εναγόμενων, έδωσαν μαρτυρία οι Γιαννάκης Ιωάννου (ΜΥ1) και η σύζυγος του Σύλβια Χρυσοστόμου (ΜΥ2). Ο Γιαννάκης Ιωάννου (ΜΥ1), είπε για την εμπορική σχέση με τους ενάγοντες, εκφράζοντας τις θέσεις του σε σχέση με την ευρύτερη γραμμή υπεράσπισης, καταλήγοντας ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και ανταπαίτηση να πετύχει. Η Σύλβια Χρυσοστόμου (ΜΥ2), κατάθεσε ως υπάλληλός των εναγόμενων από το 2003, και ως υπεύθυνη για την τήρηση των λογιστικών βιβλίων, ανάλυση των εξόδων και φύλαξη και αρχειοθέτηση όλων των εγγράφων που αφορούν στις δραστηριότητες τους. Είπε επίσης για τις προσπάθειες που έκανε να εξασφαλίσει κατάσταση λογαριασμού από τους ενάγοντες, με αναγραφόμενες όλες τις δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων, έτσι ώστε να μπορούσαν οι εναγόμενοι να διαπίστωναν το πραγματικώς οφειλόμενο προς τους ενάγοντες και αντιστρόφως. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της εκτενούς παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικεντρώθηκαν, κυρίως, στην αξιοπιστία της προσκομισθείσας μαρτυρίας, καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει για συγκεκριμένους λόγους, την αντίδικη και να αποδεχθεί πλήρως τις αντίστοιχες επιζητούμενες θεραπείες. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία είχαν την επιμέλεια να εφοδιάσουν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου χρειάζεται θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Η Έλλη Ιωάννου (ΜΕ1), μου δημιούργησε πολύ θετική εντύπωση. Ήταν σαφής και λεπτομερής στις τοποθετήσεις της και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Η μαρτυρία της ήταν καθ' όλα εντυπωσιακή. Είχε μάλιστα την παρρησία να παραδεχθεί ότι οι εναγόμενοι, πιθανώς να δικαιούνταν στην επιδίκαση κάποιου ποσού ως επιπρόσθετης προμήθειας για το έτος 2006 (κατά τι διαφοροποιημένο προς το λιγότερο, από αυτό που παρουσίασαν οι εναγόμενοι στο Τεκμήριο 4(α)), δηλώνοντας όμως σαφώς ότι ήταν απαράβατος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι η επιπρόσθετη αυτή προμήθεια θα δινόταν μόνον σε περίπτωση που οι εναγόμενοι ξοφλούσαν πλήρως τις τρέχουσες υποχρεώσεις τους, εντός των χρονικών πλαισίων που είχαν συμφωνηθεί, κάτι που δεν έγινε. Ο Γιαννάκης Ιωάννου (ΜΥ1), μου δημιούργησε πολύ αρνητική εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν γενικόλογη και αόριστη, με σαφή στόχευση στο να συγχύσει και να περιπλέξει την κατά τα άλλα απλή συνεργασία με τους ενάγοντες. Ήταν αντιφατικός σε αρκετές τοποθετήσεις του επί ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας. Ανάφερε, για παράδειγμα, ότι πάντοτε οι προμήθειες υπολογίζονταν στο τέλος της κάθε ετήσιας συνεργασίας με τους ενάγοντες, επιμένοντας μάλιστα πάνω σε αυτή την άποψη κατά την αντεξέταση, πριν του επιδειχθούν τα Τεκμήρια 8 και 10, τα οποία αφορούσαν σε τιμολόγια για το 2004 και που δείχνουν ενδιάμεσες πληρωμές πριν την έκδοση των τιμολογίων τους κάτι που, στα πολλά, παραδέχθηκε. Επέμενε επίσης ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι συμφώνησαν με τους ενάγοντες για την καταβολή επιπρόσθετης προμήθειας ύψους 2% για το 2006 και ότι αυτά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2(α), δεν έχουν να κάνουν τίποτε με την πραγματικότητα. Δε μπόρεσε όμως να δώσει πειστική εξήγηση (η αμηχανία του κατά τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν πασιφανής στο εδώλιο του μάρτυρα), για το ότι στο Τεκμήριο 4(α), το οποίο συνέταξαν οι εναγόμενοι, γίνεται ρητή αναφορά στην επιπρόσθετη προμήθεια (overriding commission), ύψους 2% και όχι σε επιπρόσθετη προμήθεια ύψους 5%, που ήταν η συμφωνημένη επιπρόσθετη προμήθεια για τον προηγούμενο χρόνο, όπως δεικνύει και το Τεκμήριο 2(β). Δήλωσε επίσης ότι όλες οι υποχρεώσεις των εναγομένων προς τους ενάγοντες για τα προηγούμενα χρόνια ήσαν εξοφλημένες και ότι κανένα ποσό δεν οφειλόταν σε αυτούς, με μόνη επίδικη, την παρούσα διαφορά. Ανάφερε όμως ότι οι εναγόμενοι διαπραγματεύονταν με τους ενάγοντες την πώληση του καταστήματος τους (ως το Τεκμήριο 21), με σκοπό την εξόφληση των χρεών τους τα οποία υπολογίζονται γύρω στις Λ.Κ.100.000, και που απέχουν αρκετά από τα ποσά που αποτελούν εδώ το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Ήταν επίσης ανακόλουθος σε σχέση με τοποθετήσεις του για την έκδοση και αποπληρωμή των επίδικων επιταγών. Ενώ παραδέχθηκε ότι δόθηκαν οι επιταγές - Τεκμήρια 5(α), 5(γ) και 5(δ), συνολικής αξίας Λ.Κ.36.169,56, αυτές, για κάποιον λόγο, είπε, αντικαταστάθηκαν από την επιταγή - Τεκμήριο 5(β), ύψους Λ.Κ.29.000. Όταν του υποδείχθηκε ότι ήταν παράδοξο να ισχυρίζεται αντικατάσταση των τριών επιταγών με άλλη επιταγή χαμηλότερης συνολικής αξίας και ότι η θέση του για μη αποπληρωμή των τριών επιταγών καταρριπτόταν και ως εκ της ταυτόχρονης τοποθέτησης του ότι η επιταγή - Τεκμήριο 5(β) (που υποτίθεται οτι τις αντικατάστησε), και πάλι δεν έπρεπε να πληρωθεί, δε μπόρεσε να δώσει πειστική εξήγηση περιοριζόμενος, απλώς, στη δήλωση ότι έτσι είχαν τα πράγματα. Η επιταγή - Τεκμήριο 5(β), ύψους Λ.Κ.29.000, δεν αντικατάστησε τις τρεις άλλες επιταγές αλλά, όπως ανάφερε η Έλλη Ιωάννου (ΜΕ1), χωρίς να αντεξεταστεί πάνω σε αυτό, αντικατέστησε άλλη επιταγή ύψους Λ.Κ.30.000, με αριθμό 13560658, η οποία κατατίθετο και επιστρεφόταν συνεχώς από την τράπεζα, ως μη τιμηθείσα (βλ. Τεκμήριο 26). Περιέπεσε επίσης σε αντιφάσεις αναφορικά με την ενέργεια των εναγομένων να σταματήσουν την πληρωμή όλων των επιταγών την ίδια μέρα, δηλαδή στις 17.11.06 (βλ. Τεκμήρια 14 και 14β), παρόλο που η επιταγή - Τεκμήριο 5(β), ύψους Λ.Κ.29.000, ήταν πληρωτέα στις 12.12.06, δηλαδή έναν μήνα αργότερα. Η Σύλβια Χρυσοστόμου (ΜΥ2), ήταν φανερό ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την υπόθεση των εναγόντων, με δεδομένη τη σχέση τους με το σύζυγο της Γιαννάκη Ιωάννου (ΜΥ1). Βεβαίως, η συγγενική της σχέση με το μάρτυρα δε θα μπορούσε να αποτελέσει, από μόνη της, βάση για αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της (βλ. Μουζάκης ν. Της Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220). Υπάρχουν όμως πτυχές από τα λεγόμενα της που έδειξαν, με έντονο τρόπο, την επιθυμία της αυτή, αν και η μαρτυρία της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, ούτως ή άλλως, ως επουσιώδης αφού περιορίστηκε σε δευτερεύοντα ζητήματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Χαρακτηριστικό της μαρτυρίας της ήταν ο απόλυτος και ανελαστικός τρόπος με τον οποίο τοποθετούνταν σε ζητήματα που εκ των υστέρων παραδέχθηκε ότι δε γνώριζε πρωτογενώς, όπως για παράδειγμα για τον τρόπο και χρόνο υπολογισμού της επιπρόσθετης προμήθειας. Δέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγομένων. Καθιστώ εύρημά μου όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω στην απόφαση ως τη σύνοψη της εκδοχής των εναγόντων αλλά και της Έλλης Ιωάννου (ΜΕ1). Δέχομαι ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η καταβολή επιπρόσθετης προμήθειας 2%, στο τέλος του τουριστικού έτους για το 2006, η οποία ανέρχεται σε Λ.Κ.6.031,84. Τούτο, ως ζήτημα γεγονότος, παρέμεινε αδιαμφισβήτητο εκ πλευράς εναγόντων, με μόνη αίρεση την ύπαρξη ρητής συναντίληψης μεταξύ των συμβαλλομένων - διαδίκων, ότι θα καταβαλλόταν μόνον αν οι εναγόμενοι αποπλήρωναν εγκαίρως προς τους ενάγοντες τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει του λογαριασμού. Αυτό δεν έγινε, με αποτέλεσμα να μη δικαιούνται σε οποιαδήποτε αφαίρεση ή απαίτηση πάνω σε αυτή τη πτυχή. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αγωγή επιτυγχάνει και η ανταπαίτηση αποτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για ποσό Λ.Κ.72.675,44, με νόμιμο τόκο και έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται, χωρίς έξοδα, λόγω της συνάφειας των θεμάτων με τα οποία καταπιάστηκε, με αυτά που εκδικάστηκαν στα πλαίσια της απαίτησης. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.